Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις για το θάνατο

Κάποια ώρα στη ζωή τους τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο.

Επειδή στο σπίτι έχουμε ζωάκια, που όλο έρχονται και φεύγουν, έχουμε εμπειρίες πολλές …

Πριν από τέσσερα χρόνια πέθανε η Αύρα. Η Αύρα ήρθε στη ζωή μας σαράντα ημερών Δαλματάκι, όταν εγώ κυοφορούσα τη μεγάλη, κι έμεινε μαζί μας 9μιση χρόνια, μέλος της οικογένειας κανονικά. Δηλητηριάστηκε 3 φορές, τη σώσαμε, την τέταρτη κατέληξε – στην αγκαλιά μου, σε λιγότερο από 20 λεπτά. Ηταν στα 9α γενέθλια της πρώτης της φιλενάδας, του κοριτσιού που μεγάλωσαν μαζί… μεγάλο σοκ, απερίγραπτο, και για μήνες μετά τη νιώθαμε μαζί μας, δίπλα μας. Η εννιάχρονη φιλενάδα μας «άκουγε» και το γάβγισμά της, μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή. Της έλειπε πολύ το αγαπημένο ζωάκι. Ακόμα και σήμερα η ψυχούλα της γεμίζει θλίψη στη σκέψη της χαμένης Δαλματίνας της. Ο μικρούλης μας είχε πλέον κλείσει τα τρία, και μιλούσε (σχεδόν) καθαρά. Κάποια στιγμή ρώτησε «πού πήγε η Αύρα και άφησε το σώμα της να το θάψουμε». Ούτε θυμάμαι τι απάντησα. Για καιρό, όμως, αυτός, μας έλεγε ότι όταν θα μεγαλώσει θα γίνει πιλότος αεροπλάνου. Γιατί; «Για να ψάξω να βρώ την Αύρα στον ουρανό».

Μαζί με την Αύρα έφυγαν τα σκυλιά από τη ζωή μας και ήρθαν οι γάτες. Η πορτοκαλιά «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» βρέθηκε το Μάιο κάτω από ένα κουτί της ΔΕΗ στη Βασιλίσσης Σοφίας, και χάθηκε δια παντός μία κρύα νύχτα του Δεκέμβρη από το Χαλάνδρι, άγνωστο πώς ή για πού. Περπατήσαμε γειτονιές και ρούγες με δάκρυα στα μάτια, αλλά μας έσωσε το όνομά της, γιατί τα παιδιά θεώρησαν λίγο φυσικό μία εξερευνήτρια να μη μένει στο ίδιο μέρος για πολύ…

Ο Αλέξης και η Ντάλια μας ήρθαν την εποχή που βλέπαμε «Παρά Πέντε», εξ ού και τα ονόματα (παμψηφεί, και τα τρία παιδιά!) ως δύο ασπρο-τιγρέ χνουδόμπαλλες. Όταν ήρθε η ώρα της, η Ντάλια γέννησε τρία τιγρέ χνουδομπαλλάκια (εκεί βάφτισε ένα ο καθένας τους, χωρίς ψηφοφορία). Είκοσι μέρες αργότερα, με τα γατάκια να έχουν μετακομίσει στο κρεββάτι μου (από τη ντουλάπα του μικρού), η Ντάλια εξαφανίστηκε. Για πάντα. Ηξερα ότι πέθανε με κάποιο τρόπο, και το είπα στα παιδιά, για να μην την περιμένουν – μια μαμά-γάτα ποτέ δεν αφήνει τα γατάκια της τόσο μικρά παρά μόνο αν πεθάνει. Στενοχωρηθήκαμε, αλλά γρήγορα αφήσαμε τη σκέψη της γατούλας, για να επικεντρωθούμε στο να μεγαλώσουμε εμείς τα γατάκια (σύριγγες με γάλα, ειδική φωλίτσα, χαδάκια στα μωρά, κτλ, τα παιδιά βρήκαν ρόλο θετής μαμάς!). Ένα μήνα αργότερα, ανεβαίνει ο μικρός τη σκάλα τρέχοντας «μαμά, είδα τη Ντάλια!» «Πού την είδες, βρε αγόρι μου;» «Να, κοίτα απ’ το παράθυρο, έξω είναι». Κοιτάω, ήταν μία τεράστια ασπρόμαυρη γάτα. Ο νεαρός με πρόλαβε πριν μιλήσω. «Κάποιος κακός άνθρωπος ήρθε και την έβαψε ασπρόμαυρη, να μην τη γνωρίζουμε, και της έκλεψε και τη μνήμη, να μη θυμάται ούτε εμάς ούτε τα παιδάκια της!»

Δεν παύουν να με εκπλήσσουν, τ’ άτιμα.

Τώρα τελευταία, το εφηβάκι έχει αρχίσει να γυροφέρνει το θέμα του θανάτου – μία τα μαύρα ρούχα, μία τα δρακουλιάρικα μυθιστορήματα, μία οι νεκροκεφαλές (που είναι και της μόδας), μία η μουσική που ακούει… Κάπου γοητεύεται, κάπου φοβάται, κάπου κρυφά μάλλον θλίβεται. Αναγκαία στάδια, μάλλον. Εγώ παρατηρώ, ενθυμούμενη τον εαυτό μου σε παρόμοιες ηλικίες, προσπαθώντας να είμαι σταθερή στην αγάπη και την αποδοχή μου, προσπαθώντας να έχω εμπιστοσύνη στη διαδικασία και στο Σύμπαν… Με τρομάζει, αλλά ενίοτε έχει και πλάκα:

Τις προάλλες μου έλεγε πώς θα ήθελε να είναι ο τάφος της.

«Μαύρος, χωρίς τίποτα επάνω».

«Με μαύρο γρανίτη, εννοείς, παιδί μου;» Μ’ αρέσει που ζητάω και διευκρίνιση, αλλά είπα να μην την αποπάρω…

«Πφ! Ο γρανίτης είναι γυαλιστερός, εγώ δεν θέλω τίποτα γυαλιστερό, δε μ’ αρέσει!»

«Πολύ, πώς να το πώ, πένθιμο, ντεθάδικο, βρε παιδάκι μου»

«Εμ, για τάφο μιλάμε, ΟΕΟ! Τι θα είναι; Με γκραφίτι, ή τίποτα σπάνια είδη λουλουδιών όπως φαντάζομαι θα θέλεις τον δικό σου;»

«Ναι, ναι, ο δικός μου τάφος θέλω να είναι γκραφιτωμένος με ζωηρά χρώματα!» της λέω εγώ…

«Θα το φροντίσω, μην ανησυχείς!»

Εφηβοι…


Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Στιγμιότυπα


Είναι κάποιες ώρες που λέω χαλάλι η κούραση, χαλάλι η δυσθυμία, ο εκνευρισμός, χαλάλι ακόμα και οι ώρες που με πιάνει απελπισία.

Ιδού τρία τέτοια στιγμιότυπα:

 Εχουν κοιμηθεί τα δύο μικρά, ο σύντροφός μου κι αυτός έχει πέσει στο κρεβάτι μ’ ένα βιβλίο κι εγώ κάθομαι στον υπολογιστή και τελειώνω ένα κείμενο για τη δουλειά. Η χτεσινή νεράιδα και σημερινή χεβυμεταλού έρχεται δειλά-δειλά και μου λέει «να κάτσω να μελετήσω μαζί σου; Δεν μπορώ όταν ακούν οι άλλοι!» Της νεύω καταφατικά, και βγάζει από τη θήκη έγχορδο και παρτιτούρα. Την κοιτάζω, χαμογελάω αυτό το χαζομαμαδίστικο (σύμφωνα μ’ εκείνη) χαμόγελό μου, και σταματάει. Πιάνουμε την κουβέντα – και τι δε λέμε! Τέτοιες ώρες γινόμαστε συνένοχες, φιλενάδες, μιλούν τα μάτια μας, μιλούν οι καρδιές μας, γελάμε συνωμοτικά. Εχουμε ξεχάσει εγώ το κείμενό μου, εκείνη τη μελέτη της. Η ώρα περνάει. Περνάει τόσο γλυκά, που δεν το συνειδητοποιώ, και κάποια στιγμή κοιτάζω το ρολόι. Περασμένα μεσάνυχτα. Αύριο το ρολόι θα χτυπήσει σπαστικά στις εξήμιση, όπως κάθε μέρα. Δύσκολο να χαλάσεις αυτή την ωραία ατμόσφαιρα, τη ζεστή, την αγαπητική, τη συνωμοτική, τη σπάνια… Γι αυτή την ατμόσφαιρα δίνω και την ψυχή μου!

 Είναι το απόγευμα του καλικάντζαρου. Εχουμε τσακωθεί, την έχω απειλήσει ότι θα της αφαιρέσω τον υπολογιστή εάν δεν μελετάει (Που ξέπεσα! Σε τέτοιες απειλές! Απελπισία!), κι εκείνη αναρωτιέται αν θα κρατήσω την υπόσχεσή μου για το «δικό μας απόγευμα». Για δευτερόλεπτα μπήκα στον πειρασμό, δε λέω (είμαι και κουρασμένη!), αλλά διαβάζω τη σκέψη της, και αντιστέκομαι σθεναρά. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Την προηγούμενη φορά πήγαμε για ψώνια μες στη βροχή, και πήραμε ολόιδιες μπλούζες («μμμ, τα συλληπητήριά μου» ήταν το σχόλιο, μαντέψτε τίνος) και το χαρήκαμε. Και μοιράστηκε μαζί μου τα όνειρά της για μένα!!! Απόψε της είχα έκπληξη. Τι έκπληξη, δηλαδή, αφού μου εκμυστηρεύτηκε ότι αυτό ήθελε από μέρες, αλλά τέλοσπάντων: παγωτό στο Χάγκεν-Ντας της πλατείας, και κουβεντούλα. Και γέλιο, πολύ γέλιο. Μου λέει ιστορίες από το σχολείο της, της λέω ιστορίες από τότε που πήγαινα κι εγώ σχολείο. Της αρέσουν πολύ αυτά, της αρέσει ν’ ακούει πώς ήταν η μαμά της μικρή. Με κοιτάει με τις ματάρες της και μου πιάνει το χέρι – όταν δεν κάνει πειραχτικά καλικαντζαρίστικα σχόλια!
Η μικρή γλυκάθηκε με το παγωτό, εμένα γλυκάθηκε η ψυχή μου.

 Είναι 8 παρά τέταρτο το πρωί, και μόλις έχω γυρίσει από την πρώτη διανομή «σχολικού». Ο νεαρός έχει ντυθεί καλά, και γυροφέρνει στην κουζίνα (ντύνεται άμα τη εγέρσει του, κάτι που οι αδελφές του σνομπάρουν – προτιμούν να κάνουν τις νυσταγμένες, μπας και τις λυπηθώ! χα χα!). Πίνει γάλα «ασπρόμαυρο», και μόλις κάθομαι κι εγώ να πιώ λίγο κάτι, έρχεται με άλμα αιλουροειδούς και γαντζώνεται επάνω μου. «Πρωινή αγκαλίτσα για να πάει καλά η μέρα, μαμά».

Εμ, είναι δυνατόν να μην πάει;



Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ωρα για παιχνίδι;

Με το χρόνο δεν τα πάω καλά. Ούτε και τα παιδιά μου. Κάτι μας πιάνει, και αυτά και εμένα, και αφήνουμε τα πάντα για τελευταία ώρα και στιγμή! Αλλά το θέμα μου δεν είναι αυτό, ή έστω, μόνο αυτό. Με το θέμα «χρόνος» έχω πολλές και σοβαρές απορίες. Και αν με διαβάζετε, όσες και όσοι με διαβάζετε, θα ήθελα να τις σκεφτείτε σοβαρά, και να με βοηθήσετε.


Απορία πρώτη: Λέμε συχνά ότι τα σημερινά παιδιά δεν έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο, δεν έχουν χρόνο να παίξουν, να δουν τους φίλους τους, να χαζέψουν, γιατί γεμίζουμε (εμείς οι μεγάλοι) το χρόνο τους με μαθήματα και διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες… Αλήθεια, γιατί πρέπει να διαβάζουν τόσο πολύ τα παιδιά στο σπίτι; Εννοώ, τα του σχολείου. Στο σχολείο, τι κάνουν; Γιατί δεν μαθαίνουν ότι είναι να μάθουν εκεί, να έρθουν σπίτι τους να ξεκουραστούν, να παίξουν, να δουν και να τα πούν με τους φίλους τους; Δηλαδή, λέω εγώ, άμα είναι να πρέπει να διαβάσουν τόσες ώρες στο σπίτι, μήπως το σχολείο είναι χάσιμο χρόνου;

Απορία δεύτερη: Πόσο δημιουργικά περνάμε το χρόνο μας; Πόσες ώρες βλέπουμε τηλεόραση, ή παίζουμε στον υπολογιστή;

Απορία τρίτη: Πόσο χρόνο επενδύουμε στις προσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις; Με τους άλλους ανθρώπους, εννοώ, αυτούς με σάρκα και οστά, και όχι τους εικονικούς μέσω facebook ή msn (προφανώς κι αυτά χρήσιμα είναι, δεν είμαι υπερ της κατάργησής τους!)

Απορία τέταρτη: Πώς θα θέλαμε να περνάμε το χρόνο μας στην πραγματικότητα; Πόσες ώρες ξοδεύουμε να κάνουμε πράγματα καταναγκαστικά, που μας αφαιρούν τη διάθεση και την ενέργεια να επενδύσουμε τις όποιες ώρες μας μένουν σε πράγματα που αγαπάμε;

Παρατηρώ συχνά τα παιδιά μου και πώς χρησιμοποιούν το χρόνο τους – το απόγευμά τους, δηλαδή, ή τις ώρες του σαββατοκύριακου (που δεν είμαστε εκδρομή, δεν βλέπουμε ταινία, δεν τρώμε – που δεν κάνουμε πράγματα μαζί, τελοσπάντων). Γυρνάνε κουρασμένα από το σχολείο, και βαριούνται. Τρώνε, και μετά – τίποτα. Δε λέω, να καθήσουν, να ξεκουραστούν, να ξελαμπικάρουν λιγάκι από τα μαθήματα. Λογικό είναι. Κι εγώ, γυρνώντας απ’ τη δουλειά, ν’ αράξω θέλω, «να ξαναβρώ το κέντρο μου», τρόπον τινά, να ξαναγίνω μαμά.

Εμ, έλα που αυτά εάν δεν τσιγκλιστούν (έως εκνευρισμού) από μένα, μέχρι να έρθει η ώρα για ύπνο δεν θα έχουν ανοίξει βιβλίο! Σχολικό βιβλίο, εννοείται. Γιατί από λογοτεχνία δόξα τω Θεώ! Παλιά θυμάμαι κάτι φιλενάδες μου που έλεγαν «αχ, τα παιδιά μου, ούτε ένα εξωσχολικό δεν ανοίγουν, τίποτα!». Από τότε που βγήκε ο Χάρυ Πόττερ (επτάτομο, παρακαλώ) από τότε που έγινε ταινία ο «Αρχοντας των Δαχτυλιδιών» (τρίτομο) και κάποια παιδιά θέλησαν να το διαβάσουν κιόλας, και το Λυκόφως (τρίτομο, τετράτομο; με πιάνετε αδιάβαστη…) οι κόρες μου (συχνά, συχνότατα) βρίσκονται στους βυθούς των σελίδων τους . Μαθηματικά, όμως; Γεωγραφία; Ιστορία; Ομηρο; Τίποτα;

Τίποτα. Αν είχαν επιλογή (στην αρχή το έπαιξα δημοκρατική, αλλά δε λέει, αν πάνε σχολείο αδιάβαστα νιώθουν μετά χάλια από τα σχόλια συμμαθητών και εκπαιδευτικών) δεν θα άνοιγαν ούτε σελίδα σχολικού βιβλίου! (να πω την αλήθεια, με κάθε συμπάθεια γι αυτούς τους φιλότιμους ανθρώπους που κάθονται και γράφουν αυτά τα βιβλία, ούτε εγώ δεν θα τα άνοιγα έτσι γραμμένα που είναι, αν είχα την παραμικρή επιλογή) Μάταια προσπαθώ να ανιχνεύσω το ενδιαφέρον τους για κάποιο από τα θέματα που κάνουν στο σχολείο. Το μόνο που τους «ξυπνάει» είναι η μουσική (αν έχουν καλή δασκάλα! Παίζει κι αυτό), τα καλλιτεχνικά καμιά φορά,η γυμναστική, και το διάλλειμα. Από πόσα παιδιά το ακούμε αυτό «κυρία εμένα μ’ αρέσει το διάλλειμα»!

Όλα αυτά, προσπαθείστε να τα «μεταφράσετε» σε χρόνο. Πόσες ώρες την εβδομάδα κάνει εικαστικά ή μουσική ένα παιδί πρώτης δημοτικού; Πόσες ώρες διάλλειμα; Πόσες ώρες κάνει γυμναστική ένα παιδί πέμπτης δημοτικού;

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα προαναφερθέντα μαθήματα/δραστηριότητες έχουν στενή συνάφεια με το παιχνίδι. Ναι, φυσικά: παιχνίδι θέλουν τα παιδιά!

Το παιδί, το παιχνίδι, και η παιδεία έχουν κοινή ρίζα, τυχαίο είναι αυτό; Ο Πλάτωνας δεν ήτανε που είπε ότι όποιος σταματάει να παίζει αρχίζει να γερνάει; (νομίζω ο Πλάτωνας, κάπου στην Πολιτεία, ή στο Συμπόσιο – γιατί αν και στα αρχαία θεωρούμουν καλή στο σχολείο, τέτοιο κείμενο δεν νομίζω να κάναμε ποτέ, όλο κάτι «δικανικούς λόγους», «επιταφίους» και τέτοια κάναμε – σούπερ ενδιαφέροντα για έναν έφηβο, τι να σας πω)

Γιατί επιμένουμε να πιέζουμε τα παιδιά μας να γερνάνε πριν την ώρα τους;

Η δασκάλα του γιού μου στην πρώτη δημοτικού, μου έδωσε ρητή εντολή «πρέπει να τον πιέζετε, αλλιώς δεν γίνεται». Να τον πιέζω για να μάθει να γράφει, να διαβάζει, και να μετράει. Να τον πιέζω, να τον καταναγκάζω δηλαδή, για να κάνει στο σπίτι αυτά που θα έπρεπε εκείνη να τον διδάσκει να κάνει με χαρά στο σχολείο. «Και πότε θα παίζει;» Ερώτηση που μένει τόσο συχνά αναπάντητη…

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά μου περνάνε τόσες ώρες μαθαίνοντας «απέξω» ιστορία, βιολογία, γεωγραφία κτλ (αν πάω να τους βοηθήσω εγώ με διορθώνουν «όχι έτσι που τα λες εσύ, όπως τα λέει το βιβλίο πρέπει να τα μάθουμε» - «μα το βιβλίο τα λέει περίεργα, δεν θέλεις να το καταλάβεις;» - «όχι ρε μαμά, θα το μάθω απέξω να το πω/να το γράψω έτσι, αφού έτσι το θέλει!»).

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά προτιμούν να περνάνε ώρες ατελείωτες μπροστά σε οθόνες, που δεν θέλουν πια να πάνε στο πάρκο (τα άλλα παιδιά είτε είναι φροντιστήρια, είτε μπροστά σε οθόνες κι αυτά), που αδιαφορούν και αντιδρούν σε όλα τα γνωστικά πεδία που τους θυμίζουν σχολείο, που πετούν το χρόνο τους (και τη ζωή τους) στα σκουπίδια μη κάνοντας τίποτα το ουσιαστικά δημιουργικό…

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά μου έχουν τόσο λίγη κοινωνική ζωή, μια που οι φίλες και οι φίλοι τους περνούν τόσες ώρες μελετώντας τα του σχολείου, ή κάνοντας έξτρα μαθήματα τα απογεύματα για να ανταπεξέλθουν ή για να πάρουν «καλύτερους βαθμούς». Και, στις ώρες που ξεκλέβουν από το διάβασμα, μέσα στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού τους, ανοίγουν τον υπολογιστή, μπαίνουν στο facebook ή στο msn, και μιλάνε μεταξύ τους έτσι. Κι ας είναι στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόμο, τρία τετράγωνα πιο πέρα…

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Μία φορά το μήνα


Πέφτοντας για ύπνο, μου πέταξε με ύφος: μου έρχεται περίοδος, προετοιμάσου για νεύρα! Ναι, δεν το καταλάβαμε καθόοολου, της είπα. Ολο το απόγευμα έκανε πικρόχολα και χαιρέκακα σχόλια στ’ αδέλφια της, ήταν όλο φωνές με το παραμικρό, όλο άρνηση. Γελάσαμε με νόημα κι οι δυό μας, της πέταξα ένα φιλί καληνύχτας, κι έκλεισα την πόρτα.


Η κορούλα μου, το χτεσινό μωρό, έχει περίοδο από πρόπερσι.

Το σώμα της είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια αλλαγής ένα χρόνο νωρίτερα. Σε κάποιες φιλενάδες της είχε ήδη αρχίσει η περίοδος, κι εκείνη ζήλευε κι αναρωτιόταν πότε θα της έρθει κι εκείνης, «πότε θα μεγαλώσει». Κι ας μην είχε πολύ σαφή ιδέα τι ακριβώς σήμαινε η περίοδος, το μεγάλωμα αυτό. Ηξερε μόνο ότι «τα μεγάλα κορίτσια έχουν περίοδο», και όταν είχε περίοδο η μαμά είχε ανάγκη από ξεκούραση, ησυχία, και αρπαζόταν με το τίποτα.

Λίγα χρόνια νωρίτερα σκόνταψα πάνω σε μία παλιά ινδιάνικη ιστορία για το πώς ήρθε η περίοδος στις γυναίκες. Για το πώς, κουρασμένη από τις πολλές φροντίδες, μία γυναίκα μπήκε στο δάσος θλιμένη, και η Μαμά Γερακίνα τη ρώτησε τι είχε. Δίνω όλη μου την αγάπη και όλη μου την ενέργεια στο σύντροφο και στα παιδιά μου, από την καρδιά μου, αλλά είναι μέρες που οι φροντίδες με βαραίνουν πολύ, και δεν αντέχω άλλο, νιώθω ότι θα σπάσω. Η Μαμά Γερακίνα την άκουσε, και πέταξε μακριά να βρεί τη Γιαγιά Σελήνη και τη Γιαγιά Θάλασσα, που ήταν οι Μεγάλες Γερόντισσες της φυλής των ανθρώπων. Μετά από πολλή σκέψη και κουβέντα, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν τις γυναίκες η καθεμία με τη δική της δύναμη. Η Σελήνη θα έβαζε το ρυθμό και η Θάλασσα το υγρό στοιχείο. Και έτσι, μία φορά το μήνα, οι γυναίκες θα «ξεπλένονταν» από τα βάρη και τις φροντίδες, υλικές και ψυχικές, γιατί από μέσα τους θα έρεε η δύναμη της θάλασσας – στο αίμα τους. Ετσι, κάθε που ερχόταν το αίμα στις γυναίκες, αποσύρονταν από το σπίτι και τις φροντίδες της οικογένειας (άφηναν στο πόδι τους τους άντρες κκαι τις μικρότερες ή μεγαλύτερες γυναίκες της οικογένειας), και πήγαιναν σε ένα σπιτάκι ιδιαίτερο στην άκρη του χωριού για να μπορούν να συγκεντρωθούν, να κοιμηθούν και να ονειρευτούν, προκειμένου να ξεπλυθούν ψυχή τε και σώματι από τα βάρη που είχαν επικαθίσει επάνω τους κατά τη διάρκεια του μηνός…

Αυτή λοιπόν την ιστορία διάλεξα να πω στις κόρες μου, προκειμένου να εξηγήσω το τι είναι η εμμηνορυσία. Τους άρεσε, και τους την είχα πει αρκετές φορές ώσπου να έρθει περίοδος στην πρώτη. Και κάποια στιγμή, που την έπιασε η περιέργεια για το βιολογικό κομμάτι, της μίλησα και γι αυτό. Οπότε ήξερε.

Της ήρθε ένα βράδυ στα μέσα του Ιούλη. Είμαστε στην Αθήνα, καθόμαστε στη βεράντα, είχαν προηγηθεί πονάκια στην κοιλιά και δυσθυμίες (που θα μπορούσαν να οφείλονται σε οτιδήποτε, εδώ που τα λέμε) είχαμε ανάψει κεράκια, και μιλάγαμε ήσυχα (πιθανόν και να σιγοτραγουδάγαμε). Γυρνώντας από την τουαλέτα, είπε όλο καμάρι «μου ήρθε περίοδος!» και πήγε κι έφερε ένα τετράδιο που έγραφε διάφορες σημειώσεις της προσωπικές. «Μαμά λέγε, τώρα τι κάνω!» «Καλά, παιδάκι μου, κάτσε λίγο να το χωνέψουμε! Κάτσε να το γιορτάσουμε λιγάκι!» Τη φίλησα, την κράτησα στην αγκαλιά μου. Για κάποιο λόγο συγκινήθηκα πολύ βαθιά. Εκείνη χάρηκε (δεν περίμενε τέτοια αντίδραση) αλλά είχε μία αγωνία «τι γίνεται τώρα». Της μίλησα για την ξεκούραση, τη δυσθυμία, την αυξημένη ανάγκη του σώματος για σίδηρο και μαγνήσιο, το λάδι από νυχτολούλουδο που βοηθά στα ορμονικά, της έδειξα 2-3 είδη σερβιέτας που είχα στο σπίτι… Εκείνη κατέγραφε! Και πού το βρίσκουμε το σίδηρο και το μαγνήσιο; Αντε και το μάθημα διατροφολογίας…

Και σκέφτηκα, κάπως να το γιορτάσουμε. Της λέω, περίμενε. Θα πάω να φέρω την πιο νόστιμη πηγή σιδήρου και μαγνησίου (και άλλων πολλών στοιχείων!). Ετρεξα στο κοντινότερο ανοιχτό ζαχαροπλαστείο, κι αγόρασα μία σοκολατόπιττα. Γιορτή ή γενέθλια; Με ρώτησε ο ζαχαροπλάστης. Εμμηναρχή, του λέω. Τι; Ερχεται και η γυναίκα του. Εμμηναρχή, επαναλαμβάνω. Ηρθε περίοδος στην κόρη μου, και το γιορτάζουμε. Ο ζαχαροπλάστης απομακρύνθηκε προς το ταμείο. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Εμείς παλιά ντρεπόμαστε, τώρα… Τώρα εμείς το γιορτάζουμε για να μην το ντρεπόμαστε, της λέω.

Την ώρα που τα παιδιά μου καταβρόχθιζαν τη σοκολατόπιττα μες στην καλή χαρά, εγώ έστελνα μηνύματα στις φίλες και τους φίλους μου για να αναγγείλω το γεγονός. Ηταν δυστυχώς πολύ αργά για να καλέσουμε οποιονδήποτε, άσε που οι περισσότεροι ήταν διακοπές. Εγινε ένα μικρό τηλεφωνικό πάρτυ, με ευχές, αστεία, γέλια. Μετά τραγουδήσαμε, όπως κάναμε όλα τα βραδάκια του καλοκαιριού στη βεράντα ή στην ταράτσα μας, με κεράκια και κρύο χυμό ή τσάι…

Σαν όλες τις μαμάδες, με  τις κόρες μου θέλω να ζήσω τα οράματά μου. Εγώ ντρεπόμουν για την περίοδό μου, και κρυβόμουν από την οικογένειά μου και απ' όλους, να μην φανεί, να μην το μάθει κανείς. Στην Αγγλία, που πέρασα μέρος της εφηβείας μου, η περίοδος λεγόταν "the curse" η κατάρα... Επρεπε να περάσουν πολλά  χρόνια και πολλές αναζητήσεις και συνειδητοποιήσεις για να φτάσω στη σημερινή μου πρακτική να φοράω  επάνω μου κάτι κόκκινο όταν έχω περίοδο "για να τιμώ το αίμα μου", για να διεκδικώ χρόνο για τον εαυτό μου (ακολουθώντας το παράδειγμα των ινδιάνων γυναικών) και να γιορτάζω την εμμηναρχή της κόρης μου. Δεν ξέρω πώς θα βλέπει την εμμηνορυσία η κοινωνία στην οποία θα συμμετέχουν τα παιδιά μου, αλλά τουλάχιστον θέλω να τους έχω δώσει την ευκαιρία να εορτάζουν και να σέβονται τους ρυθμούς του σώματός τους, να μην το βρούνε μέσα τους να ντρέπονται, όπως κάποτε εγώ...

Και το αγόρι; Ρωτούν οι φίλες μου ανήσυχες. Γιατί πρέπει να τα μαθαίνει όλα αυτά το αγόρι; Λες και αυτή είναι μία γνώση απόκρυφη ή βλαπτική για το αντρικό φύλο. Μία μέρα θα έχει σύντροφο, σύζυγο, δεν θα έχει; Λέμε τώρα. Να μην ξέρει, να μην καταλαβαίνει, να μην συμπονά στις δύσκολες ώρες; Οι φίλες μου κουνούν τα κεφάλια τους αμφίθυμες, μη μπορώντας να αντιτάξουν λογικά επιχειρήματα, νιώθοντας όμως οτι κάπου κάπως αυτό "δεν είναι καθώς-πρέπει"...


Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Πρωινό ξύπνημα

Εξι και μισή ακριβώς χτυπά το άτιμο.


Αλλά όχι, πρέπει ν’ αρχίσω από το βράδυ. Σαν κλασική μαμά που τα έχει πει όλα, πλέον, έχω αποκτήσει στερεότυπες φράσεις-κλειδιά για διάφορες διαδικασίες. Γύρω στις 9 παρά κάτι, λοιπόν, λέω συνήθως (κοιτώντας το ρολόι) «νομίζω πως είναι καλή ώρα να».. αλλά τώρα πια δεν καταφέρνω ποτέ να αποσώσω τη φράση μου, γιατί ακούγεται εν χορώ «όχι, δεν είναι καθόλου καλή ώρα!!!» Γιατί «θέλω να κοιτάξεις τα αγγλικά μου» και «έχουμε καιρό να δούμε ντιβιντί» και «θέλω να μιλήσουμε οι δυό μας, χωρίς να είναι μπροστά τα μικρά» (αυτό το «τα μικρά» με ελαφρά περιφρόνηση). Η «καλή ώρα» έρχεται μετά από διαπραγματεύσεις, εξηγήσεις («πώς θα σηκωθείτε αύριο;»), υποσχέσεις για μια «καλύτερη ώρα», κτλ. Ο νεαρός κοιμάται απλά και εύκολα, όπως κοιμόταν από μωρό. Οι άλλες δύο έχουν μία τάση για ξενύχτι (η μεγάλη έως και άγριο ξενύχτι! Που επίσης της έχει μείνει από βρέφος) και ενώ έχω δώσει τα σχετικά φιλάκια, αγκαλίτσες, ευχές για γλυκά όνειρα κτλ κτλ, και έχω κλείσει το φως, αυτές είτε πιάνουν την κουβέντα ψου-ψου-ψου στο κρεβάτι, είτε διαβάζουν με φακό κάτω από τα σκεπάσματα τα διάφορά τους (Χάρυ Πότερ μέχρι πρότινος, διάφορα προ-εφηβικά και δρακουλιάρικα τώρα). Πού και πού βάζω καμιά αγριοφωνάρα μέσα στη νύχτα (που ακυρώνει όλα τα φιλάκια, όνειρα γλυκά κτλ που προηγήθηκαν, φυσικά!) αλλά δεν αντέχω να κάνω διαρκώς και το χωροφύλακα!

Το πρωί, όταν ήτανε μικρότερα, ξυπνάγαμε με το ραδιοφωνικό σταθμό «Κόσμος» που την ώρα εκείνη έπαιζε λάτιν. Μια χαρά για πρωινό ξύπνημα. Τότε ήταν αλλιώτικα και τα ωράρια – στις 8, που ξέραμε ότι έπρεπε να εξαφανιστούμε πάραυτα από το σπίτι, έπαιζε ένα συγκεκριμένο τραγούδι πάντα (“always look on the bright side of life” από τη σκηνή της σταύρωσης σε μία ταινία των Monty Pythons) και ήταν το σύνθημά μας να βγούμε από το σπίτι για να τρέξουμε στο σχολείο! Τώρα, τα μουσικά γούστα έχουν αλλάξει, και θέλουνε χάβι μέταλ οι νεαρές, κι εγώ εκνευρίζομαι πρωινιάτικα, οπότε η μουσική ΔΕΝ παίζει…

«Ξυπνήστε!» Φωνάζω τα ονόματά τους, προσπαθώντας συγχρόνως να πλυθώ, να ντυθώ, να φτιάξω πρωινό και κολατσιό για το σχολείο, ρίχνοντας κανένα βλέφαρο να βεβαιωθώ ότι έχουν ανοίξει μάτια, έχουν σηκωθεί, κτλ κτλ, και μετά έρχεται το δράμα του ντυσίματος. Αυτή η μπλούζα ταιριάζει; Θα μου φτιάξεις κοτσιδάκια;Εκατσε επάνω στο παντελόνι μου επίτηδες και δεν μπορώ να το βάλω. Εγώ δεν θέλω ΤΕΤΟΙΟ γάλα! Κρουασάν δεν έχουμε; Τελείωσαν. Να πάρεις φρούτα. Δεν παίρνω! Γιατί; Θα με κοροϊδεύουν (το έχω ακούσει κι αυτό, ναι!) Εγώ δεν πάω σήμερα σχολείο. Αμα δεν πάει αυτή δεν πάω ούτε εγώ. Ολο την άρρωστη κάνει επειδή δεν χωνεύει τη δασκάλα της. Κάθε που έχει ιστορία την πονάει η κοιλιά της (απαλλαγήκαμε πανηγυρικά από τα θρησκευτικά, δέχομαι τώρα πιέσεις για την ιστορία, αλλά αυτό δεν παίζει!) Ξέχασα μία φωτοτυπία. Μου έχει πάρει τη μισή μου κασσετίνα. Χρειάζομαι ένα καινούργιο τετράδιο. Δεν βρίσκω την τσάντα μου. Δεν βρίσκω το βιβλίο των μαθηματικών. Πού πας χωρίς μπουφάν; (η θερμοκρασία έξω πλησιάζει τους 8 βαθμούς και η νεαρά θεωρεί δικαίωμά της να βγαίνει έξω με το μακώ) Σε κάποιο σημείο εκνευρίζομαι και φωνάζω, και μεταμορφώνομαι σε μετενσάρκωση του Χίτλερ (κανένας δεν με αντέχει σε αυτή τη φάση, ούτε εγώ τον εαυτό μου, εννοείται) και πάει το καλό κλίμα της ημέρας!

Όλα αυτά – και άλλα, που δεν μου ‘ρχονται τώρα – μεταξύ 7 παρά τέταρτο και 7μιση, άντε 8 παρά. Οπου υποτίθεται εχουν βρεί τα ρούχα τους και έχουν φτιάξει την τσάντα από το βράδυ, φυσικά. Εννοείται πώς δεν τα ελέγχω, αφενός για να εξοικειωθούν με την έννοια της ευθύνης, αφετέρου γιατί εμένα δεν μου άρεσε αυτό ως παιδί. Και κάθε πρωί, φυσικά το μετανιώνω, αλλά δεν υπάρχει ο χρόνος, άσε που τα κεκτημένα δικαιώματα… Αχ. Μόνη μου σκάβω το λάκκο της ψυχικής μου υγείας, αλλά τι να κάνω!

Στις 8 και τέταρτο όλα έχουν τελειώσει, τα παιδιά έχουν φύγει, και επικρατεί σιωπή – η ηρεμία μετά την καταιγίδα, που λένε. Χάος στο παιδικό δωμάτιο, χάος στην κουζίνα, χάος και στο δικό μου δωμάτιο, χάος και στο μπάνιο (από τη βιασύνη της τελευταίας στιγμής πέφτουν κάτω σαπούνια, πετσέτες, τελευταία που παίζει και αφρός μαλλιών βρίσκεται ξεκαπακωμένος σε κάποιο άσχετο σημείο… Δεν είμαι σπαστική με την τάξη, ποτέ δεν ήμουν. Ημουν πάντα ακατάστατη, ανεπρόκοπη («πως θα κάνεις εσύ σπίτι;») και χαλαρή. Πώς έχω μεταμορφωθεί σε τέρας τάξεως εγώ σήμερα, το θεωρώ μυστήριο (να τα μυστήρια του σύμπαντος! Γιατί σ’ αυτό το σπίτι τα ούφο έχουν περισσότερες πιθανότητες λογικής ερμηνείας).

Στην αρχή έριχνα μια ματιά, και έφευγα τρέχοντας για το γραφείο. Το μεσημέρι όμως με περίμενε το χάος (είναι επίμονο το άτιμο), και κουρασμένη όπως ήμουν δεν το άντεχε η ψυχή μου. Οπότε τώρα παίρνω λίγο χρόνο, πίνοντας ήσυχα τον καφέ μου, και μαζεύω. Τόσα, όσα να μη με εκνευρίσουν το μεσημέρι. Να η δια βίου μάθηση! Τον εαυτό μας μαθαίνουμε καθημερινά – πόσο αντέχουμε αυτό ή εκείνο, πόσο χαρά μας δίνει εκείνο ή το άλλο, τέτοια… Αργώ στο γραφείο, ενίοτε, όπως θ’ αργήσω και σήμερα γράφοντας αυτό.

Σήμερα όμως είναι Παρασκευή, τα πράγματα κύλησαν ομαλά (πρώτη μέρα μετά από διακοπές) χωρίς φωνές, με αγκαλίτσες, με γέλια και αστεία, με την προοπτική ότι απόψε θα πάμε σινεμά, θα δούμε τους φίλους μας, και αύριο ξυπνάμε ότι ώρα θέλουμε!
Και θα πάρω και δουλειά στο σπίτι...