Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

13 χρόνια μαμά...

13 χρόνια μαμά σήμερα. Σε κάθε γενέθλια θυμάμαι και την αντίστοιχη γέννα. Τα παιδιά μου πάντα με ρωτάνε, μαμά πώς ήταν όταν γεννήθηκα, πες μου την ιστορία. Τη λέω και την ξαναλέω, και λες και την ακούνε με νέα αυτιά κάθε φορά, και βλέπω ότι το χαίρονται.

Η ιστορία της πρώτης μου γέννας, λοιπόν, όπως τη θυμάμαι (και τη σκέφτομαι) σήμερα.

Ηθελα πάντα να γεννήσω στο σπίτι, έχοντας μία δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα (και στην αναγκαιότητα) των νοσοκομείων όσον αφορά τις φυσιολογικές γέννες. Μέχρι δε τις τελευταίες ώρες, η εγκυμοσύνη μου ήταν καλή, και όλα έβαιναν φυσιολογικά. Υπήρχε μία γιατρός, παλιά φίλη και φεμινίστρια, η οποία με παρακολουθούσε, και τελευταία, ψάχνοντας, βρήκα μία εκπληκτική, ψαγμένη μαία, να με βοηθήσει να γεννήσω στο σπίτι. «Όλα καλά». Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Ενώ ξεκίνησα να γεννάω στο σπίτι, κατέληξα στο νοσοκομείο, γιατί το μωρό ανεβοκατέβαινε, κι εγώ υποπτεύτηκα ότι την κρατούσε επάνω ο ομφάλιος λώρος. Ηταν μία σειρά από αισθήσεις/διαισθήσεις μου που αποδείχθηκαν όλες απολύτως ακριβείς – αλλά που δεν τις έλαβε κανείς (μα κανείς!) υπόψη, με αποτέλεσμα να γίνουν αμέτρητα ιατρικά λάθη, να δώσω μάχη για τη ζωή μου, και σήμερα να μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι και οι δυό μας ζούμε από θαύμα!!!

Επίσης να μπορώ να λέω μετά βεβαιότητος πλέον ότι γνωρίζω ΤΙ είναι και ΠΩΣ είναι η κόλαση, γιατί έζησα 7 μέρες εκεί. Και εννοώ το ιδιωτικό μαιευτήριο όπου γέννησα το πρώτο μου παιδί. Εζησα όλη τη φρίκη του να σε γεμίζουν φάρμακα που σου κάνουν παρενέργειες, εσύ να τις νιώθεις αλλά αυτοί να μην σε πιστεύουν, του να μην σέβονται ούτε την προσωπικότητα ούτε την ιδιαιτερότητά σου ως άνθρωπο και ως οργανισμό – επειδή εκείνοι ως «επιστήμονες» (γιατροί, ειδικοί) «ξέρουν καλύτερα». Τι ξέρουν, δηλαδή – ξέρουν ότι γράφουν τα βιβλία τους, τα γραμμένα από άντρες με τις γνωστές κοινωνικές προκαταλήψεις που βαφτίζονται επιστήμη και εκλαμβάνονται ως ιερές αλήθειες, τα οποία εξετάζουν το σώμα ως αυτόνομο μηχάνημα αποκομένο από την ψυχή και το πνεύμα… και βέβαια, ότι ισχύει για τον άνθρωπο-μητέρα, εκειμέσα, ισχύει και για τον άνθρωπο-παιδί. Λέω ότι έζησα 7 μέρες στην κόλαση γιατί έζησα 7 μέρες σε έναν χώρο που με αντιμετώπιζαν και εμένα και το παιδί μου ως πράγμα, ως αντικείμενο προς αντιμετώπιση, με παντελή έλλειψη σεβασμού… Μεγάλο μάθημα ζωής αυτό, που μου πήρε χρόνια να το χωνέψω και να θεραπεύσω το τραύμα που υπέστη η ψυχή μου από την όλη εμπειρία.

Εγώ, λοιπόν, έδωσα τη μάχη μου, επέζησα against the odds (για να μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις λέξεις)… Και το μωρό; Το μωρό έκανα τρείς μέρες να το δω. Αργότερα έμαθα τη δική της ιστορία. Από το ζόρισμα το πολύ, με το που βγήκε από την κοιλιά μου (με «επείγουσα» καισαρική, οριακά πάντα στο χρόνο) τους έχεσε και τους κατούρησε όλους! Πάραυτα! Αγριεμένη φυσιογνωμία, μαλλί κατάμαυρο κι ατίθασο, πανκ, έκλαιγε διαρκώς μέχρι που το έφεραν σε μένα, τρείς μέρες αργότερα. Ταϊσμένο, βέβαια, όπως όλα τα μωρά (και βέβαια το έκανα μεγάλο θέμα ΚΑΙ αυτό), αλλά παρ’ όλο που δεν πεινούσε «τεχνικά», έπιασε το στήθος μου με πάθος κι άρχισε να θηλάζει. Και τότε ησύχασε. Για πρώτη φορά.

Επρεπε να επιμείνω για να μου φέρνουν το μωρό όποτε εκείνο ξυπνούσε και πεινούσε («μα αυτό ξυπνάει μέσα στη νύχτα!» ήταν η καθημερινή επωδός), έπρεπε να επιμείνω πολύ για να μην το ταϊζουν γάλα σκόνη («μα, είστε από καισαρική, μπορεί να μην έχετε γάλα» άλλη κλασσική ατάκα, όπου την τρίτη φορά που την άκουσα είπα πλέον «κυρία μου δεν βρίσκεστε μέσα στο βυζί μου, αφήστε εμένα να το αποφασίσω αυτό!») έπρεπε να δίνω μάχη για να μου επιτρέπουν να το κρατάω στο στήθος παραπάνω από τα ενδεικνυόμενα (από ποιόν, άραγε; Από τις γαλακτοβιομηχανίες, υποπτεύομαι) «τρία λεπτά από το ένα στήθος και τρία λεπτά από το άλλο»… Αυτό, πια, είναι μόνιμη πολιτική των μαιών των ιδιωτικών μαιευτηρίων, και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος από αυτόν για να πάθεις μαστίτιδα και να σου κοπεί το γάλα – λέω για τη μαμά, μια που για το παιδί δεν γνωρίζει κανείς να μας πει «επιστημονικά» τι παθαίνει όταν το αποκόπτουν τόσο βίαια, με το ρολόι, από το μοναδικό πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει το σώμα του και την ψυχή του στη φάση της ανάπτυξης που βρίσκεται…

Θυμάμαι ένα βράδυ, που το μωρό με τα ατίθασα μαλλιά είχε αποκοιμηθεί μπρούμυτα στο στήθος μου, εγώ μισοξαπλωμένη ανάσκελα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, από τις ελάχιστες στιγμές που είμαστε και οι δύο ήρεμες, γαλήνιες, και χαρούμενες, αυτή η (πρωτόγνωρη για μένα τότε) γλυκειά αίσθηση του να έχεις ένα μωρό να κοιμάται επάνω σου… Και μπαίνει ένας παιδίατρος, για «επίσκεψη», για «έλεγχο» του νεογνού, και μου λέει με περισπούδαστο και επιτιμητικό ύφος «κυρία μου, πώς το έχετε έτσι μπρούμυτα το παιδί; Είναι επικίνδυνο! Πρέπει να το βάλετε μέσα στην κούνια του, στο πλάι, αμέσως!» Και πήγε να σηκώσει τη μικρή, να την βάλει στο «πυρεξάκι» του μαιευτηρίου. Εκεί ξύπνησε η ύαινα (και όλα τα ζώα της ζούγκλας μαζί!) μέσα μου, και άκουσε πολλά για την ικανότητα παρατήρησης που είναι αναγκαία για έναν γιατρό που σέβεται τον εαυτό του, για την ημιμάθειά του, για την αδιακρισία του, για την έλλειψη σεβασμού προς μία μητέρα κι ένα παιδί που κοιμούνται ήσυχα και τους ενοχλεί, για, για, για). Για καλή του τύχη, δεν ξύπνησε το μωρό, γιατί θα άκουγε περισσότερα. Επίσης για καλή μας τύχη, δεν μας ξαναεπισκέφθηκε ο ίδιος (πού να τολμήσει!) Η αλήθεια είναι ότι με το να είμαι διεκδικητική των δικαιωμάτων μου και του μωρού (των αυτονότητων, των βασικών, αυτών που καλύπτονται από τις διεθνείς συμβάσεις μιλάμε τώρα, όχι τίποτα το εξεζητημένο) δεν είχαμε πολλές-πολλές επισκέψεις από το προσωπικό… Είχε πάρει το αυτί μου και το καταπληκτικό «στη Λ. πας, με ορό; Βοήθειά σου!» από τη μία μαία στην άλλη!

Το μωρό ήταν η αντιστάρ του ορόφου: έκλαιγε γοερά και ηχηρά όποτε βρισκόταν μακριά μου, και τα μαλλιά της αρνούνταν «να στρώσουν» παρόλες τις προσπάθειες των νοσηλευτριών και των μαιών που χτένιζαν τα μωράκια πριν τα φέρουν στις μαμάδες, να τα δουν και οι μπαμπάδες και οι συγγενείς «φροντισμένα», «καλοχτενισμένα». Κάποια στιγμή μου αποκαλύφθηκε ότι προσπάθησαν να της δώσουν γάλα με μπιμπερό (παρά τις δικές μου εντολές) και η μικρή τους το έφτυσε στη μούρη!!! Αυτό μου το είπαν για να μου δώσουν να καταλάβω «πόσο τζαναμπέτικο είναι αυτό το μωρό» και αποκαλύφθηκαν ότι πήγαν να του δώσουν μπιμπερό!!!

Καθόταν ήσυχα μόνο στο μπαμπά της, και ηρεμούσε μόνο στη μαμά της. Και – πού να το ξέραμε, τότε – κοιμόταν μόνο με μουσική ροκ-εν-ρολ…

Αυτά ακούγονται δύσκολα και ζοφερά, για αρχή μίας νέας ζωής - και ήταν! Αλλά  σήμερα, όταν μιλάμε γι αυτά, μάλλον καλαμπουρίζουμε για το "αναρχικό" μωρό που έχεσε και κατούρησε "το κατεστημένο" και πήρε το αίμα  της μαμάς του πίσω, και που έφτυσε το ξένο γάλα στα μούτρα της καημένης της νοσηλεύτριας που δεν άντεχε να το ακούει να ουρλιάζει, ταράζοντας τη μαύρη νύχτα, γιατί ήθελε τη μαμά της... Κι επειδή συχνά τώρα πια γίνεται λόγος για τα μαλλλιά και την κόμμωση της νεαρής κυρίας, γίνονται και ουκ ολίγες αναφορές στο πανκ μαλλί του νεογνού!!! Και αποδεικνύεται ξανά και ξανά στη ζωή μας οτι τα πράγματα είναι όπως τα βλέπουμε...




Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Μία εβδομάδα μαγική, ο Γκιώνης...

Όταν άκουσα το κάλεσμα του Γκιώνη έβγαινα από μία κατάθλιψη διαρκείας, που με είχε κλείσει μέσα στο σπίτι με τρία παιδιά - χωρίς φως, χωρίς όραμα, με τις υπάρχουσες δομές και επιλογές ζωής να έχουν καταρρεύσει μέσα στην ψυχή μου. Κάπου βαθιά, ή μακριά, δεν ξέρω αχνόπαιζε το αμυδρό φως ενός νεανικού οράματος για μία «άλλη» ζωή. Μία ζωή χαράς, μοιράσματος, παιδικών γέλιων, δημιουργικότητας, αυτοδιάθεσης, ελευθερίας, αναζήτησης.

«Τυχαία» μου έφτασε ένα ημέηλ που για τα τότε δεδομένα μου έγραφε συγκεχυμένα πράγματα, για μία «Οικία» στην Αίγινα, για τον «ήχο της σιωπής ανάμεσα στα ‘γκιών’», ότι ήταν ανοιχτό σε οικογένειες, ότι περιλάμβανε ώρες κεραμεικής, διαλογισμού, περιπάτων, τέτοια. Ο τότε σύζυγος δεν το είδε με καλό μάτι. «Πάρε τα παιδιά και πηγαίνετε», μου είπε, εννοώντας ότι εκείνος δεν θα κρατούσε επ’ ουδενί τα παιδιά για μία εβδομάδα προκειμένου να πάω κάπου εγώ για να ξελαμπικάρω. Και φυσικά ούτε κουβέντα για να μας διευκολύνει (να μας πάει μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο, π.χ. μια που είμαστε τόσοι, κι εγώ τότε δεν οδηγούσα…) Ηταν το κάλεσμα τόσο ισχυρό, όμως, που δεν αποθαρρύνθηκα. Η ιδέα, παρότι καθόλου ξεκάθαρη, με είχε συναρπάσει.


…παρά τις αντικειμενικές μου δυσκολίες, λοιπόν, εμφανίστηκα ένα απομεσήμερο στην Οικία Καραπάνου με 3 παιδιά και τα διπλάσια μπαγκάζια… Ένα τεράστιο σπίτι του περασμένου ή προπερασμένου αιώνα, με κήπους ήμερους και άγριους τριγύρω, ένα μεγάλο τραπέζι, σκαλάκια που κατέβαιναν προς έναν μεγαλύτερο κήπο με φοίνικες, και έρημο… Ησυχο… Ψυχή πουθενά. Κάπου είδα έναν νέο να ξεχορταριάζει, πλησίασα και του μίλησα. Σύντομα ήρθε μια γυναίκα, με κάτι μάτια θάλασσες πρωινές, κι ένα χαμόγελο τόσο καλωσοριστικό, που αμέσως την αγάπησα.

Αφού βγάλαμε τα παπούτσια μας, προχωρήσαμε στα ενδότερα του Μεγάλου Σπιτιού, και ανεβήκαμε τη σκάλα. Θα μέναμε στο μεσαίο επάνω δωμάτιο, ένα τεράστιο φωτεινό δωμάτιο με τρία κρεββάτια, ένα ράντζο, κι ένα τεράστιο μπαλκόνι που έβλεπε στον κήπο και στη θάλασσα. Τα πατώματα ξύλινα και αγυάλιστα, λευκοί τοίχοι, και μικρές ζωγραφιές αγγέλων από παστέλ, σαν παιδικά σχέδια, παλιό ψηλοτάβανο σπίτι. Αφήσαμε τα πράγματά μας (είχαμε πάρει από δύο τσάντες ο καθένας, δηλαδή ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στα χέρια μας, κι εγώ κρατούσα την μία τσάντα του τρίχρονου αγοριού – άσκηση στο πώς να κάνουμε ορθολογική εκτίμηση των αναγκών μας και να επιλέξουμε σωστά…) και βγήκαμε να κάνουμε βόλτες στο κτήμα.

Η γυναίκα με τα θαλασσινά μάτια ήδη είχε οδηγήσει τη μεγάλη κόρη (9 χρόνων τότε) στο τίπι, την ινδιάνικη σκηνή, όπου τα παιδιά ήδη έπαιζαν θεατρικά παιχνίδια με σκοπό να μας παρουσιάσουν τις αυτοσχεδιαστικές τους ιστορίες αργότερα, στη βραδινή μας συνάντηση στο αλώνι. Δεν ήξερα κανέναν, θα ήμουν τόσο εγώ όσο και τα παιδιά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με πτοούσε αυτό, δεν με φόβιζε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα που με συνάρπαζαν, όπως και η ιδέα μίας εβδομάδας κοινοτικής ζωής με άλλους ανθρώπους…

Δεν ξέρω γιατί στέκομαι τόσο πολύ στις πρώτες εντυπώσεις μου της πρώτης φοράς. Ολες οι επερχόμενες εβδομάδες του Γκιώνη ήταν συναρπαστικές και διαφορετικές, αλλά εκείνη η πρώτη φέγγει σαν φάρος στο νου μου, ήταν καθοριστική για μένα τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν μητέρα. Ηξερα οτι δεν ήμουν πια μόνη στις αξίες της ζωής μου...

Η κάθε μέρα αυτής της πρώτης μαγικής εβδομάδας ήταν κάτι ξεχωριστό, μια αλλιώτικη περιπέτεια. Διαλογισμός για όσους ήθελαν και μπορούσαν κάθε πρωί, μετά κεραμεική, μετά φαγητό, το απόγευμα κουβέντες, δραστηριότητες διάφορες, ή βόλτες απρογραμμάτιστες σε μέρη μαγικά. Τις δουλειές τις μοιράσαμε από την πρώτη μέρα όλοι οι συμμετέχοντες – μαγείρεμα, λάντζα, καθαριότητα, φύλαξη παιδιών – για τις μαμάδες με παιδάκια που χρειάζονταν φύλαξη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ανακούφιση μίας μαμάς (τη δεύτερη χρονιά) με ένα παιδάκι είκοσι μηνών που κατάφερε και κοιμήθηκε ένα μεσημέρι, έχοντας εξασφαλίσει τη φύλαξη του μωρού από μία ομαδούλα τεσσάρων παιδιών ηλικίας 8-11 ετών. Και τη χαρά του μωρού που βρήκε τόσο συναρπαστική παρέα, και τη χαρά (και ευρηματικότητα) της ομάδας που είχε στην ευθύνη της κάτι τόσο σημαντικό.


Το ωραίο ήταν ότι υπήρχε τόπος και χώρος για όλους, πλήρης ελευθερία και σεβασμός σε μεγάλους και παιδιά – οι κανόνες διαμορφώνονταν από κοινού για να λύσουν προβλήματα που ανέκυπταν, χωρίς καταναγκασμούς ή ψυχαναγκασμούς, χαλαρά και με πολλή κουβέντα. Ο παράδεισος των παιδιών και των (κουρασμένων – και όχι μόνο) μεγάλων. Γιατί δεν μείναμε άγνωστοι για πολύ: τα παιδιά, με τη γνωστή τους προσαρμοστικότητα (ακόμα και τα πιο ντροπαλά, όπως η νεράιδα) βρήκαν παρέες και παιχνίδια, και κυρίως βρήκαν τη χαρά τους μέσα στην ελευθερία κινήσεων που τους επέτρεπε ο χώρος, ανενόχλητα από τα «μη» των μεγάλων…


Οι μεγάλοι, πάλι, μοιραστήκαμε τις ιστορίες μας, τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας, το μαγείρεμα και τη λάντζα, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας γύρω από το τραπέζι, γύρω από τη φωτιά το βράδι, καθισμένοι στο «σαλονάκι» ένα άλλο βράδυ, με τσάγια, καφέδες, κρασάκια, γυναίκες και άντρες (αυτοί ομολογουμένως ήταν λίγοι!) να ανοίγουμε τις καρδιές μας με χαμόγελο και χιούμορ. Γιατί γελάσαμε πολύ – πάντα γελάμε, δηλαδή, μαζί… Κάποια στιγμή κάναμε μαζί και «γιόγκα του γέλιου» και γελάσαμε ακόμα περισσότερο! Ο καθένας και η καθεμία μας ένιωθε σημαντικό μέρος αυτής της ιδιότυπης «παρέας», αυτού του εγχειρήματος, και κανείς και καμία μας δεν νιώσαμε ανεπιθύμητοι, ή απορριπτέοι, ή υπό κριτική. Μία χρονιά, μάλιστα, το είπε πολύ ωραία ένα παιδί 14 χρόνων, στον κύκλο κλεισίματος στο τέλος της εβδομάδας: ένιωσα, λέει, ότι υπήρχε σεβασμός και αποδοχή από όλους για όλους. Και πόσο θα ήθελε να ήταν έτσι η κάθε μέρα και το σχολείο...


Κάθε χρόνο ο Γκιώνης εξελίσσεται. Βαθαίνει σαν εμπειρία, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τους «μικρούς», που μεγαλώνουν μαζί του. Παιδιά που τα ξέραμε από νήπια είναι τώρα στη μέση του δημοτικού, και παιδιά που τελείωναν το δημοτικό είναι τώρα στο λύκειο. Παιδιά που έμεναν μαζί με τους γονείς τους στα δωμάτια της Οικίας, μένουν τώρα σε σκηνές στο κτήμα και αυτό-οργανώνονται και συμμετέχουν ενεργά στις βάρδιες (μαγείρεμα – λάντζα – φύλαξη μικρότερων παιδιών). Χτεσινά παιδιά μας έκαναν μάθημα οριγκάμι, με τέτοια επιτυχία που χρειάστηκε να το επαναλάβουν γιατί ο κόσμος δεν χώραγε στο εργαστήρι κεραμεικής… Και όλοι μας παίζαμε μετά με βατραχάκια από χαρτί που προσπαθύσαμε να τα κάνουμε να πηδήξουν!

Το Σαββατόβραδο πριν την τελική Κυριακή γίνεται πάντα ένα μεγάααααλο πάρτυ, όπου από «παράδοση» οι έφηβοι δίνουν συναυλία ροκ, παρουσιάζονται χορογραφίες, και ακολουθεί χορός τρελλός μέχρι τελικής πτώσεως. Την πρώτη χρονιά αυτά έγιναν απρογραμμάτιστα (από τους μεγάλους). Τα κοριτσάκια είχαν βρεί μεταξύ τους μουσική και κάνανε συλλογικές χορογραφίες τις οποίες παρουσίασαν στα έκπληκτα μάτια μας (των μαμάδων και μπαμπάδων τους) και οι έφηβοι έχοντας κάνει πρόβες σε (σχεδόν) ηχομονωμένο γκαράζ, μας έπαιξαν ροκ στο μισοσκόταδο… Το χαρήκαμε τρελλά. Εκτοτε το οργανώνουμε, βέβαια, και κάθε χρόνο όλο και κάτι μαγικό προκύπτει. Μία χρονιά μας «ράντισε χρυσόσκονη» μία κοπέλλα χορεύοντας χορό της κοιλιάς (ακόμα και ο τετράχρονος – τότε – γιός μου έμεινε ξύπνιος για να τη δει, παρότι νύσταζε από ώρες πριν!), μία άλλη φορά έδωσε παράσταση μία κοπέλλα, η οποία τελείωσε με το τραγούδι «θα ελπίζω τα’ανέλπιστα γιατί υπάρχουνε, ζούνε, θα ελπίζω τα’ ανέλπιστα για να ‘ρθούν να με βρούνε». Η μουσική της παράξενη, μελωδίες των τσιγγάνων της Κεντρικής Ευρώπης με στίχους δικούς της, φοβόμαστε ότι δεν θα αρέσει στους εφήβους μας (με τα δικά τους εφηβικά γούστα στη μουσική) αλλά οι φόβοι μας διαλύθηκαν όταν είδαμε τα μαγεμένα πρόσωπά τους να λάμπουν στο μισοσκόταδο της νύχτας που έπεφτε ακούγοντάς την…


Τι να πρωτογράψω για το Γκιώνη, είναι τόσα πολλά.

Πήγα ξένη, κι απέκτησα μία νέα μεγάλη οικογένεια. Με όλες τις ηλικίες μέσα, από μωρά έως γιαγιάδες. Είδα την κοινοτική ζωή σε δράση, στα καλύτερά της. Είδα στην πράξη πόσα πράγματα μαθαίνει κανείς όταν αφεθεί ελεύθερος να επιλέξει τι θα μάθει και πώς (ως εκπαιδευτική διαδικασία είναι μάλλον η καλύτερη που έχω βιώσει, σε κάθε επίπεδο). Εμαθα πώς είναι να μοιράζεσαι όχι (μόνο) το έχειν σου αλλά και το είναι σου, και αυτό να είναι μία διαδικασία που σε εμπλουτίζει και σε ανεβάζει, και σου δίνει ελπίδα για τον κόσμο, για τη ζωή.




Πέρσι οι έφηβοι μας τραγούδησαν ένα τραγούδι, στο κλείσιμο της εβδομάδας...
Ακούστε το