Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

...όλα λάθος!

Ολοι, όλες μας 'θέλουμε το καλύτερο' για τα παιδιά μας, με και χωρίς εισαγωγικά, με κάθε τρόπο, σε κάθε πεδίο. Το καλύτερο που ξέρουμε, τουλάχιστον. Το καλύτερο που ξέρουμε στην παρούσα στιγμή μας, με τις διαθέσιμες γνώσεις, συνειδητότητα, και εμπειρίες μας.

Θέλουμε τα παιδιά μας να έχουν μια καλύτερη ζωή από μας, θέλουμε να τους δώσουμε τα εφόδια που είχαμε εμείς και χίλια ακόμα παραπάνω, σε κάθε μα κάθε πεδίο: Αν είχαμε στερηθεί υλικά αγαθά, κάνουμε το πάν για να τους τα προσφέρουμε με αφθονία. Αν είχαμε στερηθεί σπουδές, τους τις προσφέρουμε με όσες θυσίες χρειαστούν. Αν είχαμε στερηθεί την Τέχνη, τους προσφέρουμε χώρο και χρόνο και ευκαιρία για να τη βρούν. Αν είχαμε στερηθεί την ελευθερία (όποιου είδους, σε όποιο πεδίο), τους την προσφέρουμε. Αν είχαμε στερηθεί την έκφραση συναισθημάτων φροντίζουμε να τους εκφράζουμε σε κάθε ευκαιρία τα συναισθήματά μας, και να τους αφήνουμε χώρο να εκφράσουν τα δικά τους... Ξέρουμε τι μας έλειψε και τι μας πόνεσε ως παιδιά, και κοιτάζουμε να γίνουμε 'καλύτεροι' από τους γονείς μας. Και πάλι, εάν κάτι μας άρεσε πολύ όταν μεγαλώναμε (τα παγωτά, οι ποδηλατάδες στην εξοχή, η μουσική, τα κατασκευαστικά παιχνίδια) φροντίζουμε να το δίνουμε κι αυτό σε αφθονία. Εάν τα παραμύθια (τύπου κοκκινοσκουφίτσα) που μας έλεγαν σαν παιδιά μας τρόμαζαν, φροντιζουμε να βρούμε άλλα, ευχάριστα, με "όμορφα διδάγματα" και θυμώνουμε όταν κάποιος αφηγείται τα 3 γουρουνάκια στα βλαστάρια μας... Ολα, όλα για τα παιδιά μας. Γιατί τα λατρεύουμε, γιατί μας τα εμπιστεύτηκε ο Ουρανός, η Πολιτεία, ο Θεός, η Φύση, η Κοινωνία, το Σύμπαν (όλοι αυτοί μαζί και χώρια, ανάλογα τα πιστεύω μας), και θέλουμε να κάνουμε το καλύτερο...

Αλλά είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι ατελείς. Συχνότατα αυτό που θεωρούμε σωστό ή σοφό σήμερα, αύριο αποδεικνύεται λάθος, βλακώδες, μπορεί και εγκληματικό. Η γιαγιά μου ήταν πεπεισμένη οτι τα παιδιά πρέπει να έχουν πιπίλα, κι επειδή τα παιδιά της δεν την ήθελαν, τη βούταγε στη ζάχαρη ή το μέλι. Σήμερα γνωρίζουμε οτι αυτή είναι η καλύτερη συνταγή για να χαλάσει η μελλοντική οδοντοφυία των παιδιών. Και πράγματι ο θείος και η μητέρα μου (τα πιο μεγάλα της παιδιά) είχαν όλη τους τη ζωή σοβαρά προβλήματα με τα δόντια τους (τα μικρότερα κάπως τη γλίτωσαν καλύτερα, τουλάχιστον κράτησαν τα φυσικά τους δόντια, γιατί πλέον δεν είχε το χρόνο να ασχολείται τόσο πολύ με τις πιπίλες!) Ολα αυτά μου τα έλεγε με την αθωότητα του ανθρώπου που ειλικρινά αγαπά και κάνει ότι ξέρει καλύτερα.

Γινόμαστε γονείς σε μια στιγμή της προσωπικής μας ιστορίας που  θεωρούμε οτι είμαστε ώριμοι για αυτό - ή, τουλάχιστον, η κοινωνία θεωρεί οτι είμαστε ώριμοι για αυτό. Τα παλιότερα χρόνια μητέρα γινόσουν από τα 13 ή τα 14. Σήμερα, στη δυτική κοινωνία, καμιά μας δεν διανοείται να γίνει μητέρα πριν τα 30. Στις μέρες μας τα 40 είναι πολύ πιο σύνηθες, αν και πάντα υπάρχουν γιατροί που θα γράψουν στο φάκελλό σου "παρήλιξ"! Πότε άραγε είμαστε ώριμοι να γίνουμε γονείς;

Στη μορφωμένη Δύση, διαβάζουμε, ενημερωνόμαστε, συμβουλευόμαστε ειδικούς - και είτε παραγκωνίζουμε τη φυσική μας σοφία είτε την εμπλουτίζουμε με τα τελευταία ευρήματα και συμπεράσματα της ψυχολογίας και της επιστήμης. Που κι αυτή, ως ανθρώπινο κατασκεύασμα, δεν σταματά να εξελίσσεται.

Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας "να είναι ανεξάρτητα" γιατί εμείς μεγαλώσαμε με γονεϊκή εξάρτηση και θέλαμε ελευθερία από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας, και καταφέρνουμε να κάνουμε παιδιά φοβισμένα και ανασφαλή. Σπουδάζουμε τα παιδιά μας στα καλύτερα κολλέγια της αλλοδαπής "για να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο" και τελικά οι σπουδές τους συντηρούν ένα κατεστημένο καταστροφικό για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη. Προστατεύουμε τα παιδιά μας από τη φρίκη και τη δυστυχία του έξω κόσμου, και κάνουμε ανθρώπους χωρίς αληθινή ενσυναίσθηση, χωρίς επίγνωση των προνομίων τους. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας να έχουν ενσυναίσθηση, εκθέτοντάς τα (λίγο ή πολύ) στην ανθρώπινη δυστυχία, και κάνουμε ανθρώπους ενοχικούς ή δονκιχώτες. Μεγαλώνουμε τα αδέλφια με δικαιοσύνη, αλλά είναι η δική μας εκδοχή της δικαιοσύνης, και όχι η δική τους.

Ολα αυτά δεν είναι θεωρητικά, συμβαίνουν. Σε όλους μας συμβαίνουν. Και στις καλύτερες οικογένειες, που λένε. Και πιο συχνά από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Είμαστε γενικά περήφανοι για τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας (αφού κάνουμε το καλύτερο). Είμαστε συγχρόνως και ενοχικοί.  Ποτέ δεν είμαστε αρκετά καλοί γονείς, όσο θα θέλαμε τουλάχιστον. Συγκρίνουμε τα παιδιά μας με τα άλλα, και τους εαυτούς μας με τους άλλους γονείς. Συχνά αυτό δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε τα βράδια. Ενδόμυχα τα λάθη μας τα ξέρουμε, άσχετο αν τα αποδεχόμαστε ή όχι.

Οταν ήμουνα μικρότερη, αναρωτιόμουν ειλικρινά για ποιό λόγο ανησυχούσαν για μένα οι γονείς μου. Το θεωρούσα παράλογο. Σκεφτόμουν οτι οι αρχές και οι αξίες με τις οποίες με είχαν μεγαλώσει, η νοημοσύνη που είχα αναπτύξει χάρη στην παιδεία που μου πρόσφεραν, ήταν η καλύτερη προστασία που  θα μπορούσα να έχω: γιατί λοιπόν να ανησυχούν; Κάποια στιγμή άκουσα μια κουβέντα όπου έλεγαν πως οι γονείς ξέρουν πολύ καλά τα λάθη που έχουν κάνει με τα παιδιά τους, και γι αυτό δεν έχουν και μεγάλη εμπιστοσύνη στην ανατροφή που τους έδωσαν. Σπάνιο να το παραδεχτεί αυτό γονέας της προηγούμενης γενιάς, αλλά ο ομιλητής θεωρούσε δεδομένο οτι έτσι ήταν. Αλλά είπαμε, οτι κανένας γονιός δεν κάνει συνειδητά λάθη όσον αφορά το παιδί του, κανένας. Κάνουμε το καλύτερο που ξέρουμε κάθε στιγμή, με τη γνώση τη σοφία την εμπειρία της στιγμής που το κάνουμε. Αν μετά (ένα λεπτό, ένα μήνα ή ένα χρόνο) το μετανιώσουμε είναι επειδή κάποια νέα σκέψη, νέα πληροφορία, νέα εμπειρία ήρθε να μας αλλάξει, να διευρύνει τη συνειδητότητά μας, και να δούμε το λάθος μας. Δεν γεννιόμαστε μαθημένοι! 

Και τα παιδιά τα ίδια, τι έχουν να πούν;
Μετά από 3 παιδιά, αρκετούς μαθητές, μελέτη, και περισσότερη αυτοπαρατήρηση, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα οτι κανείς δεν γεννιέται tabula rasa, λευκό χαρτί. Ερχόμαστε στον κόσμο με σοφία, φυσική ευφυία, και τα σπέρματα μίας προσωπικότητας, ερχόμαστε με "πρόγραμμα σπουδών" τρόπον τινά. Κάτι ξέρουμε, τέλοσπάντων. Σπάνια οι γονείς μας ξέρουν καλύτερα από μας τι χρειαζόμαστε στη ζωή, πέρα από στέγη μόρφωση τροφή και λίγη τρυφερότητα. 

Στις παλαιότερες γενιές με τη νοοτροπία της "κτήσης", τα παιδιά απλά έπρεπε να υποταχτούν στις επιθυμίες των γονέων τους "γιατί ήταν μικρά και δεν ήξεραν" και οι γονείς (βλ. πατέρας) είχαν την απόλυτη εξουσία επάνω τους. Η νοοτροπία αυτή έχει εμποτίσει βαθειά όλους μας, με τρόπους μη συνειδητούς τις περισσότερες φορές. Τόσο πολύ, που συχνά θεωρούμε εαυτούς τους πλέον προοδευτικούς και ελευθεριακούς γονείς, ενώ την ίδια ώρα το άτιμο το υποσυνείδητό μας παίζει τα ύπουλα παιχνίδια της εξουσίας που έχει κληρονομήσει από το παρελθόν. Τα περισσότερα παιδιά αυτά τα πιάνουν στον αέρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. "Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά; Ετσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα", λέει σοφά το τραγούδι.

Και όταν μεγαλώσουν, και αναμετρήσουν τον εαυτό και τις πληγές τους, θέλουν να αποδώσουν ευθύνες. Και, δίκαια, μας κατηγορούν: Τότε με πίεσες, τότε με παραμέλησες, τότε με εμπόδισες, τότε δεν με προστάτεψες, τότε έπνιξες τη φωνή μου, τότε μου είπες ψέματα, τότε με αδίκησες, τότε με άφησες να παλέψω μόνος μου το απάλευτο, κ.ο.κ. Ολα σωστά. Και εγώ έχω πονέσει βαθειά από τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία των γονιών μου. Ηρθε λοιπόν και η δική μου ώρα να δω πόσο πόνεσα (αδίκησα, παραμέλησα, έπνιξα, κτλ) τα δικά μου παιδιά. Ψάχνοντας μέσα μου,  σήμερα, τα βρίσκω όλα.

Επειδή κάνουμε ότι καλύτερο ξέρουμε και μπορούμε, και κάνουμε τα πράγματα καλύτερα από τις παλαιότερες γενιές, κάπου τα μυαλά μας παίρνουν αέρα, και θεωρούμε εαυτούς ενδόμυχα "ιδανικούς γονείς". Είναι μεγάλος ο πόνος της κατάρρευσης αυτής της ιδέας. Η πρώτη μας αντίδραση; Συχνά η άρνηση. Μετά η ενοχή. Μετά ο  θυμός με τον εαυτό μας/τα παιδιά μας/τους γονείς μας/την κοινωνία, κτλ. Και ο φόβος: τι θα απογίνουν τώρα τα παιδιά μας, με τέτοια λάθη που κάναμε στην ανατροφή τους; Σε τι παγίδες θα πέσουν, πόσα χρόνια ψυχοθεραπεία θα χρειαστούν; Και αν τα λάθη μας είναι ανεπανόρθωτα; Πώς θα ζήσουμε με αυτό; (Και δώστου αυτομαστίγωμα, και δώστου έξτρα συνεδρίες με τον ψυχαναλυτή. Τέλος δεν έχει ο φαύλος τούτος κύκλος...)

Δεν έχει τέλος ο φαύλος κύκλος; Να κάτι που δεν τολμώ ούτε θέλω να πιστέψω.
Εχω την αίσθηση οτι η ταπεινοφροσύνη της επίγνωσης οτι κανείς μας δεν είναι τέλειος, και πως όσες καλές προθέσεις, σπουδές, γνώσεις κτλ να έχουμε, λάθη είναι αναπόφευκτο να κάνουμε, είναι κάτι σημαντικό. Κρινόμαστε διαρκώς από τα παιδιά μας, από την ευρύτερη οικογένεια, από ολόκληρη την κοινωνία συν την κρίση από την ίδια μας τη συνείδηση καθώς διευρύνεται και βλέπει καθαρότερα. 

Αν μας συνθλίψει όλο αυτό, όλοι έχουμε να χάσουμε. Με όλη τον πόνο της επίγνωσης ζητάμε τη συγχώρεση των αγαπημένων μας, και προχωράμε: έστω και λίγο πιο σοφοί, με λιγο περισσότερα δάκρυα...





Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Σπίτι και Σχολείο

Τα πολύ πολύ πολύυυυυυ παλιά χρόνια, ας πούμε πριν από είκοσι χιλιάδες χρόνια, αλλά σε κάποια μέρη ακόμα και σήμερα, οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα και από τη γη τους, δεν έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο. Ζούσαν όλοι μαζί μέσα στο σχολείο. Τα παιδιά εκπαιδεύονταν βιωματικά, να αναγνωρίζουν φυτά (διατροφικής και φαρμακευτικής αξίας), να "διαβάζουν" τον καιρό, τη γη, τα ίχνη των ζώων, να γνωρίζουν τη γλώσσα των πουλιών, να βλέπουν περιμετρικά και να ακούν μακριά, και φυσικά, να διηγούνται τις εμπειρίες τους στους μεγάλους, να δημιουργούν με τα χέρια τους τα ρούχα, τα κοσμήματα, και τα εργαλεία τους.  Αυτό που σήμερα ονομάζουμε οικολογική αντίληψη (ή και "οικολογικό αλφαβητισμό") ήταν η ζωή τους, γιατί ήταν και η επιβίωσή τους. 


Από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Θεωρίες σχετικά με τη διαδικασία και τα αίτια των αλλαγών υπάρχουν πολλές, όσες και οι θεωρίες εξέλιξης, προόδου της ανθρωπότητας, κτλ. Σήμερα τα παιδιά μας (τα παιδιά του δυτικού πολιτισμού), πέρα από γραφή, ανάγνωση, και αριθμητική, μαθαίνουν ένα σωρό πράγματα στα σχολεία τους: ιστορία, αρχαίες και νέες γλώσσες, φυσική, λογοτεχνία,  θρησκείες και άλλα, μέσα από ένα περισσότερο ή λιγότερο  "ακαδημαϊκό" (δηλαδή θεωρητικό) τρόπο μάθησης. Ολα τα πεδία γνώσης, λιγο-πολύ, του σημερινού μας πολιτισμού, εκπροσωπούνται στα αναλυτικά προγράμματα των περισσότερων σχολείων του δυτικού κόσμου. Είναι μαγικό και μεγαλειώδες συγχρόνως, αν το σκεφτεί κανείς - πριν κάποιες λίγες χιλιετίες, στην αρχαία Αίγυπτο, γραφή και ανάγνωση μάθαιναν οι μυημένοι στα μυστήρια και οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει στα 45 του, με μόνο στόχο να μπορέσει να αφηγηθεί την ιστορία του στις επόμενες γενιές. Σήμερα στη δύση μαθαίνουμε να γράφουμε στα 4-5 μας χρόνια περίπου. Πρόοδος.



Σήμερα τα βουνά τα παίρνουμε πια μόνο για "αποδράσεις στη φύση" (για να 'αποδράσεις' σημαίνει οτι ζεις σε φυλακή, αυτό το έχουμε σκεφτεί;). Τη φύση τη συναντάμε στα βιβλία "εμείς και ο κόσμος", του δημοτικού. Στο γυμνάσιο μπορεί να κάνουμε κανα πρόγραμμα ημερήσιο σε Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Στο λύκειο πια μόνο διαβάζουμε, κι αν μείνει χρόνος, γκομενίζουμε λιγάκι. Εκτός και αν ζούμε σε χωριό, φύση για μας είναι το αστικό πάρκο με το γκαζόν και τα αμάζευτα κακάκια των σκύλων, ισως και καμιά γλάστρα στο μπαλκόνι που μας βάζει η μαμά μας να ποτίζουμε ως "εκπαιδευτική διαδικασία" (αν είναι τέτοια μαμά κι όχι από τις άλλες που σε κυνηγάνε να πλύνεις τα χέρια σου άμα πιάσεις χώμα ή χαϊδέψεις κανα αδέσποτο). Η φύση είναι κάτι στο οποίο πηγαίνουμε, είναι "η εξοχή" του καλοκαιριού ή του Σαββατοκύριακου, δεν είναι κάτι μέσα στο οποίο ζούμε, δεν είναι κάτι που αναγνωρίζουμε συναισθηματικά ως σπίτι μας. Αν πάλι ζούμε σε χωριό, οι πιθανότητες είναι οτι "η φύση" είναι κάτι από το οποίο θέλουμε να ξεφύγουμε, γιατί ενέχει αγγαρείες τύπου σκάψιμο, καθάρισμα ζώων, κτλ.



Στο μεταξύ, ο πλανήτης στενάζει βαρειά από την κακοποίηση που υφίσταται: οι θάλασσες και τα ποτάμια δηλητηριάζονται από τα χημικά που χρησιμοποιούμε για να καλλιεργήσουμε την τροφή μας, η σύσταση της ατμόσφαιρας αλλάζει από τις εκπομπές αερίων, δεκάδες είδη ζώων χάνονται γιατί καταστρέφουμε τους βιοτόπους (τα σπίτια τους) για να παράγουμε καουτσούκ, φοινικέλαιο, ή αγελαδινό κρέας. Και άλλα, και άλλα. Θρηνούμε την υποβάθμιση και την καταστροφή των οικοσυστημάτων, αναπαράγουμε βιντεάκια που δείχνουν τη ρύπανση των θαλασσών από τα πλαστικά, αλλά μια χαρά συνεχίζουμε να παίρνουμε το καφεδάκι μας σε πλαστικό ποτήρι μίας χρήσης με καλαμάκι (που είναι μοιραίο να καταλήξει στη θάλασσα και σε νέο σχετικό βιντεάκι). 



Μεγάλωσα με τη νοοτροπία του ανθρώπου-κυρίαρχου, του ανθρώπου που έχει δικαίωμα να παίρνει ότι θέλει από τη φύση χωρίς να έχει υποχρέωση να επιστρέψει ή να αποκαταστήσει τίποτα, τη "ευγενή" νοοτροπία του "κόβω αγριολούλουδα για να  τα προσφέρω"... Η διερώτηση εάν μπορώ να προσφέρω κάτι το οποίο δεν είναι δικό μου, ήρθε αργότερα, όπως και η περιέργεια για το αγριολούλουδο αυτό καθαυτό! Και φυσικά μεγάλωσα επίσης με τη νοοτροπία οτι πρέπει να κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να έχουν τα παιδιά μου "μια καλύτερη ζωή" στο μέλλον.



"Το μέλλον θα ανήκει στους έχοντες την ευφυία της φύσης - στα άτομα, τις οικογένειες, τις επιχειρήσεις και τους πολιτικούς ηγέτες που θα αναπτύξουν μια βαθύτερη κατανόηση της μεταμορφωτικής δύναμης του φυσικού κόσμου και θα ισορροπήσουν το εικονικό με το αληθινό. Οσο περισσότερη υψηλή τεχνολογία διαθέτουμε, τόσο περισσότερη φύση χρειαζόμαστε", γράφει ο Ρίτσαρντ Λουβ στο βιβλίο του "Το τελευταίο παιδί στο δάσος: σώζοντας τα παιδιά μας από το σύνδρομο έλλειψης της φύσης" (γράφτηκε το 2005, αλλά δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά).


Αυτή την βαθύτερη κατανόηση του φυσικού κόσμου είναι ζητούμενο να αποκτήσουμε, αλλά πώς; Οι περισσότεροι από μας πάμε βόλτες στη φύση, αλλά δεν τη βλέπουμε στην πραγματικότητα, δεν την καταλαβαίνουμε. Ικανοποιούμαστε με το να νιώθουμε μια κάποια ανάταση και ηρεμία καθώς περπατάμε (ή αγκομαχάμε) στα πεζοπορικά μας μονοπάτια, απολαμβάνουμε τον αλλιώτικο αέρα του βουνού, νιώθουμε τη γαλήνη που αποπνέει η διαυγής ακύμαντη θάλασσα στη μοναχική παραλία. Εχω πάντα στο νου μου εκείνο το ποίημα του Καβάφη, τη "Θάλασσα του Πρωιού": βγήκε ο ποιητής να δει κι αυτός λίγο τη φύση, είδε το μεγαλειώδες θέαμα μπροστά του για μια στιγμή, "σαν κοντοστάθηκα", αλλά ξαναγύρισε πίσω στις δικές του άσχετες (με τη φύση) σκέψεις και εικόνες. Το παθαίνουμε. 




Κι αν δεν το παθαίνουμε, πόσο συχνά περπατάμε ή καθόμαστε μέσα στο δάσος ξένοι μέσα σε τόπο ανοίκειο: δεν ξέρουμε τα δέντρα, τα πουλιά, τα άνθη, τα έντομα. Φοβόμαστε. Είμαστε ανήμποροι να καταλάβουμε τα βασικά, το τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά δεν το ξέρουμε, και φυσικά σπάνια έχουμε την ταπεινοφροσύνη να διερωτηθούμε ειλικρινά για τον ρόλο τον δικό μας στο χώρο αυτό. Ακούω "είμαι κυνηγός, αγαπάω τη φύση", ή "είμαι στον ορειβατικό", ή "τρελλαίνομαι για τη φύση, βγάζω βόλτα κάθε μέρα το σκύλο μου". Επιπρόσθετα ακούω "δεν πιστεύω να είσαι τίποτα οικολόγος, ε; γιατί τις προάλλες βρήκαμε φίδια στο βουνό" (χαριτολογώντας, είναι γνωστή η δράση των απανταχού οικολόγων να εκτρέφουν λύκους, φίδια, αρκούδες και αλεπούδες στα σπίτια τους και να τα πηγαίνουν με τις αμαξάρες και τα ελικόπτερά τους να τα αμολάνε στα ελληνικά βουνά). Εχουμε πιστέψει το παραμύθι του "κυρίαρχου" του έχοντος δικαιώματα (επί των μη-ανθρώπινων όντων). 


Χτίζουμε τις φωλιές μας (τα σπίτια μας) μέσα στο δάσος, χωρίς να γνωρίζουμε τη φύση των άλλων όντων που ζουν εκεί - οι πρόσφατες φωτιές έδειξαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνώριζαν την πυρόφιλη φύση του πεύκου, και αυτό αντανακλάται στην πολιτεία που συντάσσει νόμους και δημιουργεί υπηρεσίες. Μη σεβόμενοι τη δύναμη του νερού, χτίζουμε τα σπίτια μας σε ρέματα - μπαζώνουμε τα ρέματα αψηφώντας τον κίνδυνο που διατρέχουμε. Καλύπτουμε το έδαφος με άσφαλτο και τσιμέντο, και το νερό δεν απορροφάται από τη γη. Ετσι «μοιραία» (με μαθηματική ακρίβεια) έχουμε πλημμύρες. Επειδή δεν γνωρίζουμε δεν σεβόμαστε τα στοιχεία της φύσης και τις ιδιότητές τους.




Χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο διαβίωσης, που προϋποθέτει μία νέα νοοτροπία, έναν νέο τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα. Ισως όχι τόσο νέο! Οι μακρινοί μας πρόγονοι, και όσοι ακόμα καταφέρνουν και ζουν με βαθειά σύνδεση με τη φύση (αυτοί που ονομάζουμε "πρωτόγονους", "άγριους", "απολίτιστους") έχουν να μας διδάξουν πολλά. Για το λόγο αυτό, υπάρχουν σήμερα άνθρωποι (ερευνητές, ανθρωπολόγοι, φυσιογνώστες, εκπαιδευτικοί, κτλ) που αποφασίζουν να ζήσουν ως φιλοξενούμενοι "άγριων" "ξεχασμένων" φυλών, να εκπαιδευτούν από αυτούς, και να μεταφέρουν τη γνώση αυτή στον λεγόμενο δυτικό πολιτισμένο κόσμο.


Νομίζω χρειάζεται να επανεξετάσουμε τις έννοιες «σπίτι» και «σχολείο». Ισως εάν οδηγηθούμε να νιώσουμε τη γη σαν σπίτι μας να την φροντίσουμε και να τη σεβαστούμε. Εάν συνειδητοποιήσουμε δε ότι είναι το σχολείο μας, μπορεί να γίνουμε μαθητές της.

Το κύριο χαρακτηριστικό που φαίνεται να επιδεικνύουν οι "άγριες" και "πρωτόγονες" φυλές που ζουν ακόμα στον πλανήτη μας, στη σχέση τους με τη φύση (με το σπίτι και το σχολείο τους) είναι η ευγνωμοσύνη.  Η βαθειά τους σύνδεση με τη φύση (φύση είναι και οι υπόλοιποι του είδους μας) βρίσκει την έκφρασή της στην ευχαριστία: με λόγια, πράξεις, τελετές, αλλά κυρίως με μία στάση ευλάβειας (ευ+λαμβάνω) προς τα δώρα της ζωής, της τροφής, της κοινότητας. Ας αρχίσουμε από κει κι εμείς...



Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

H Ταυτότητα

Λένε ότι η ψυχή δεν έχει φύλο. Λένε ότι η κάθε ψυχή είναι (ή έχει) μια νότα, μία συχνότητα δηλαδή, απολύτως μοναδική. Λένε επίσης κάποιοι ότι το φύλο βιώνεται στην καρδιά, ασχέτως βιολογίας, ασχέτως φυσικών γεννητικών οργάνων, ασχέτως σεξουαλικότητας.

Ξέρουμε επίσης ότι το κοινωνικό φύλο κατασκευάζεται: πώς «θέλει» η κοινωνία τα άρρενα, και πώς τα θήλεα μέλη της. Στη δική μας κοινωνία βομβαρδιζόμαστε κυριολεκτικά από εικόνες γυναικών με τέτοιο κι αλλιώτικο στήθος, νύχια, μαλλιά, μακιγιάζ, παπούτσια, αλλά και με αποδεκτές «νόρμες» του τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, θήλυ. Το αυτό και με τους άντρες – τέτοια μπράτσα, τέτοια κουρέματα, τέτοιες ενασχολήσεις, τέτοια επαγγέλματα. Κι επειδή η κοινωνία μας είναι από χιλιετίες πατριαρχική, δίνει μεγαλύτερη αξία (αλλά και «κανονικότητα») στα αρσενικά της στοιχεία. Η, τελοσπάντων, σ’ αυτά που θεωρεί ως αρσενικά στοιχεία (τη γενναιότητα τη λέμε ‘ανδρεία’, αλλά εγώ γνώρισα περισσότερες γενναίες γυναίκες από άντρες στη ζωή μου…)

Και έρχεται μια ευλογημένη ώρα, που κάποια μέλη της κατά τα άλλα εφησυχασμένης κοινωνίας μας, αναρωτιούνται: μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;

Γιατί εγώ δεν νιώθω κορίτσι (ή αγόρι – ανάλογα); Τι σημαίνει «νιώθω κορίτσι», τελικά; Τι αντικρίζω όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη; Γιατί πρέπει η βιολογία μου (τα γεννητικά μου όργανα) να καθορίζουν την εικόνα μου; Η, ακόμα βαθύτερα, την αληθινή μου ταυτότητα; (΄Οποια και να είναι αυτή, όποτε και αν την – ή δεν την – ανακαλύψω). Γιατί θα πρέπει να έλξω έναν άντρα (ή μια γυναίκα) με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, με κάποια συγκεκριμένη εικόνα; Γιατί πρέπει να περιορίζω την αντίληψή μου, την υπέροχη μοναδική ταυτότητά μου σε κάτι τόσο δυαδικό/περιοριστικό/υλικό όπως η βιολογία μου; Γιατί τελικά να είμαι όπως με θέλουν οι άλλοι;

Προφανώς δεν τα αναρωτιούνται όλοι αυτά. Πολύτιμοι λίγοι και λίγες ανάμεσά μας τις βρίσκουν μέσα τους τις διεργασίες αυτές. Παλιότερα αυτά αποσιωπώνταν, κρυβόντουσαν, «για να μην ταράξουν» τα ήσυχα τακτοποιημένα νερά της κοινωνίας – σήμερα, ευτυχώς, έχουμε το δώρο της ορατότητας χάρη στην έκθεση και την θυσία κάποιων γενναίων ψυχών.

Με όλα αυτά στο νου, μεγάλωσα το πρώτο μου παιδί με χρώματα και παιχνίδια «ουδέτερα» - όσα αγόραζα εγώ, δηλαδή, γιατί οι φίλοι και συγγενείς έπαιρναν δώρα ανάλογα με την τρέχουσα αντίληψη του φύλου της. Πέρασε μέσα από όλα τα κοριτσίστικα γούστα: από βαμμένα νύχια, μπάρμπι, ροζ ρούχα και αξεσουάρ (φιογκάκια, κοκκαλάκια, γραφικά είδη, αυτοκόλλητα, τα πάντα όλα), μακριά ‘θηλυκά’ μαλλιά, φουστάνια, ‘σέξυ’ μπουστάκια, ψηλά τακούνια. Όλα αυτά εγώ  τα παρατηρούσα, δεν ήταν όλα του δικού μου γούστου, αλλά ήταν του δικού της, οπότε τι να πει και η μάνα; Το πολύ-πολύ να κοιτάξει λιγάκι στραβά τα νούμερο 29 ασημί παπούτσι με τα στρας, αλλά μέχρι εκεί.

Με συγκινούσε απλά που μεγάλωνε και ομόρφαινε και άνθιζε. Χαζομαμά for ever. Και υπήρχαν άλλα δύο μικρά πλάσματα μετά από εκείνη, το καθένα με τη δική του ταυτότητα, τη δική του απόλυτη μοναδικότητα.

Όταν, στο σχολείο ακόμα, έγινε φίλη και υποστηρίκτρια των ομοφυλόφιλων συμμαθητών/τριών της, κι άρχισε να πηγαίνει στα pride, εγώ ένιωσα πολύ περήφανη: το παιδί μου υποστηρίζει τους αόρατους, τους καταδιωγμένους και καταπιεσμένους. Την τραβούσε φανερά αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, αυτή η έκφανση της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέχρι εδώ καλά – όλα αυτά τα είχα βιώσει κι εγώ, τα σκεφτόμουν, τα ζούσα κι εγώ στην ηλικία της. Τα πάντα σχεδόν: την ίση έλξη προς τα δύο φύλα, τη στήριξη των ομοφυλόφιλων φίλων μου, τη βίωση του «δεν είμαι άντρας ούτε γυναίκα», αυτή την ιδιαίτερη φιλία με το αντίθετο φύλο επί ίσοις όροις, ακόμα και το «αγορίστικο» ντύσιμο και μαλλιά (θυμάμαι κάποια στιγμή που άκουσα τη μητέρα μου να λέει σε κάποιον, δεν θυμάμαι ποιόν, όταν νόμιζε πως δεν άκουγα, ότι «έτσι όπως ντύνεται η κόρη μου μάλλον θα ήθελε να είναι αγόρι» - ήμουν-δεν-ήμουν 21 χρόνων).

Η αλήθεια είναι πως μέχρι να τα βρώ με τη θηλυκή μου πλευρά («τη γυναικεία μου φύση» όπως είθισται να λέγεται) προτιμούσα να μην είμαι τίποτα – μέσα στην πατριαρχία η γυναίκα έχει τη θέση του κτήματος, του σεξουαλικού αντικειμένου, της μηχανής αναπαραγωγής, του τρόπαιου, της υπηρέτριας των δυναστών της. Δεν έχει Φωνή. Και για να παραμένει στη θέση αυτή, γαλουχείται με ντροπή και φόβο, γαλουχείται στο να εκχωρεί την τεράστια δύναμή της (δύναμη καρδιάς!) σε όποιον την «αγαπά»…

Πέρασα τη νεανική μου ηλικία με τεράστιο και άσβεστο θυμό: Είμαι Ανθρωπος! Ελεγα. Ανήκω μόνο στον εαυτό μου, στο Θεό και Ουρανό μου - ο σκοπός και το νόημα της ζωής μου μπορεί να περιλαμβάνει και την αναπαραγωγή αλλά σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό - θέλω να υπηρετώ τον πλησίον, ναι, αλλά από θέση δύναμης όχι από θέση αδυναμίας. Θέλω να βάζω όρια. Θέλω να έχω Φωνή, να εκφράζω τα βάθη μου, χωρίς να ντρέπομαι, ούτε να φοβάμαι. Το σώμα μου ανήκει σε μένα γιατί σε μένα δόθηκε από τη φύση – ούτε στον πατέρα ούτε στον αδελφό ούτε στον άντρα μου!

Πονάει βαθειά το να γεννηθείς θηλυκό στην κοινωνία αυτή σήμερα.

Όλα αυτά συνεχίζουν να είναι διαρκή στοιχήματα με τον εαυτό μου, με το υποσυνείδητο μου και το συλλογικό ασυνείδητο του γυναικείου φύλου επάνω στον πλανήτη μας, διαρκείς διαπραγματεύσεις με τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες βρίσκομαι. «Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια». Και: «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Συν τω χρόνω με τη βιολογία μου (το «φύλο» μου) τα βρήκα θαυμάσια, συνειδητοποιώντας τα δώρα και τις δυνατότητες δημιουργικότητας και αντίληψης που μου δίνει. Συνδέθηκα με το εσώτερο και το μοναδικό εντός μου, και αποδέχθηκα τα μαθήματα που είχα να πάρω (και να δώσω) ως «γυναίκα» στην ενσάρκωση αυτή. Επρεπε να το αρνηθώ για να μπορέσω να το δω με άλλα μάτια, έπρεπε να αποδεχτώ το δώρο με το τίμημά του, και να το τιμήσω…

Και τώρα βιώνω ένα σοκ που δεν περίμενα να το βιώσω: η κόρη μου προτιμά, θέλει και απαιτεί, να της απευθύνομαι με ουδέτερο ή αρσενικό άρθρο, και όχι θηλυκό. Τέρμα τα «κοριτσάκι μου», τα «γλυκειά μου», τα «όμορφη», τα «κόρη μου». Τέρμα οι αναφορές στην όποια θηλυκότητα. Αυτή η θηλυκότητα που εγώ έκανα τιτάνιο εσωτερικό αγώνα για να αποδεχτώ και να τιμήσω και να εκφράσω τελικά, είναι απορριπτέα από το παιδί μου.


Με έκπληξη διαπίστωσα ότι με στενοχωρεί, με λυπεί, νιώθω μέσα μου ένα πένθος, και μια βαθειά ανησυχία: θα είναι ευτυχισμένο το παιδί μου; Ή μήπως υπογράφει συμβόλαιο με τη διαρκή δυστυχία, την εσωτερική σύγκρουση, τον διαρκή θυμό; Ολες αυτές οι «ταμπέλες» του αυτοπροσδιορισμού (ως gay, bisexual, pansexual, transgender, κτλ κτλ κτλ διαρκώς δημιουργούνται νέες απ’ ότι μαθαίνω), μήπως περιορίζουν αντί να ελευθερώνουν; Λέω. Και φοβάμαι, και ανησυχώ. Και δεν κοιμάμαι νύχτες, και ξυπνάω με θλίψη. Θλίψη γιατί; Πάλι λέω.

Θλίψη γιατί; Γιατί φόβος, γιατί ανησυχία; Οκ, η ανησυχία είναι εμφύτευμα-πακέτο με τη μητρότητα. Τι φοβάμαι, τελικά, και γιατί θλίβομαι; Μην είναι οι φωνές της κοινωνίας εντός μου, που επαναστατούν σε κάθε ριζική αλλαγή, σε κάθε ξεβόλεμα, σε κάθε νέα πλεύση, σε κάθε τι το διαφορετικό που δυνάμει οδηγεί σε μία «έκθεση»; Αρχίζω να καταλαβαίνω τους γονείς μου – να που έφτασε κι αυτή η ώρα! Ευλογημένη ώρα, γιατί τώρα μπορώ να συγχωρήσω. Και να πάω παραπέρα, να αποδεχτώ και να τιμήσω τις επιλογές του υπέροχου πλάσματος που έφερα στον κόσμο.

Εκείνο με τίμησε μια δεύτερη φορά: όπως βρήκα το πρώτο της όνομα, και φρόντισα να το πάρει, μου ζήτησε να βρω και το όνομα της δεύτερης ταυτότητας. Ταυτότητάς του, πλέον. Διάλεξα ένα αγαπημένο δέντρο, που χάρη της ευκαμψίας του δεν σπάει από τους ανέμους, που είναι θεραπευτικό (από το φλοιό του φτιάχνουν αυτό που σήμερα ονομάζουμε ασπιρίνη), και χρήσιμο (από τα κλαδιά του φτιάχνουμε καλάθια). Ζει πλάι στο νερό – το παιδί μου έχει πλούσιο συναίσθημα – και έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια και ιστορίες για αυτό. Στα ελληνικά είναι γένους θηλυκού, αλλά στην αγγλοσαξωνική παράδοση που τόσο αγαπάμε και οι δύο, συχνότερα αναφέρεται ως αρσενικό.

Και το όνομα αυτού: Willow. Will, το υποκοριστικό – που συγχρόνως σημαίνει Βούληση. Για να θυμάμαι ότι πάντα πρέπει να τιμώ τη βούληση των ανθρώπων που αγαπώ…