![]() |
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010
Τρίτη 24 Αυγούστου 2010
Ενα αλλιώτικο νηπιαγωγείο
Ενα τέτοιο σχολείο ονειρευόμουν πάντα για τα παιδιά μου... Και με πιάνει το παράπονο: γιατί να πρέπει να ξενιτευτούμε για να έχουμε ποιότητα στην εκπαίδευση;
Κυριακή 22 Αυγούστου 2010
Ο σεβασμός στη ζωή
Κάθε μέρα, κάθε ώρα επιβεβαιώνεται μέσα μου η αναγκαιότητα της παιδείας του σεβασμού. Όχι του σεβασμού όπως τον εννούσε η παλιότερη γενιά («σεβασμός στους μεγαλυτέρους» έλεγαν οι γονείς μου, μόλις τολμούσα να εκφράσω καμιά γνώμη που να μη συνάδει με την τρέχουσα ηθική, ή όταν τολμούσα να εκφράσω «άπρεπα» συναισθήματα όπως ο έντονος θυμός ή η δυσαρέσκεια). Τότε θεωρείτο σωστό (και πολύ βολικό, θα έλεγα, για κάποιους) να σεβόμαστε άκριτα τον μεγαλύτερο στα χρόνια ή τον έχοντα εξουσία. Ο σεβασμός εξισωνόταν λιγάκι με το φόβο και σίγουρα με την ευγένεια (αδιάφορο αν ήταν ειλικρινής ή όχι), με το κοινωνικά επιτρεπτό ή ανεπίτρεπτο… Αλλιώς όμως τον εννοώ (και τον καταλαβαίνω) εγώ τον σεβασμό: Σεβασμό στη ζωή, σεβασμό στη διαφορετικότητα, σεβασμό στην ανθρώπινη εμπειρία, σεβασμό στο χρόνο.
Πριν λίγη ώρα, ένα κοριτσάκι (φίλη καλοκαιρινή του καλικάντζαρου) είδε ένα μικρό χταπόδι ανάμεσα στις πέτρες. Το χταποδάκι αντελήφθη την ανθρώπινη παρουσία, και κρύφτηκε πάραυτα. Βρήκα τη μικρή να προσπαθεί με ένα ξύλο να το πιάσει «για να το δει λιγάκι» και να τσαντίζεται σφόδρα που της ξέφυγε. Της λέω «εσένα θα σου άρεσε να σου το κάνουν αυτό;» Στην αρχή δεν κατάλαβε καν την ερώτησή μου. Επανέλαβα «θα σου άρεσε να σε βγάλει εσένα κάποιος με ένα ξύλο από το σπίτι σου, έτσι, για να σε κοιτάξει;» Και πάλι με κοίταξε σαν να μίλαγα κινέζικα. Στο τέλος μου λέει «όχι». «Ε, ούτε και στο χταπόδι δεν νομίζω να αρέσει, γι αυτό κρύφτηκε». Δέος και δυσαρέσκεια στο προσωπάκι της. Πρώτη φορά στα 10 της χρόνια στον πλανήτη κάποιος της μίλησε για τα συναισθήματα ενός πλάσματος που έχει συνηθίσει να το βλέπει κρεμασμένο στις ψαροταβέρνες και να το τρώει ψητό στα κάρβουνα!
Σεβασμό στη ζωή εννοώ την ενσυναίσθηση, τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε μόνοι μας στη γη: μοιραζόμαστε τον πλανήτη με χιλιάδες άλλα είδη (ζώα, έντομα, φυτά, πουλιά) τα οποία έχουν το ίδιο δικαίωμα στη ζωή όπως εμείς, το ίδιο δικαίωμα να έχουν το χώρο τους, το «βιότοπό» τους (όπως είναι της μόδας να το λέμε τώρα πια). Προφανώς και τα παιδιά θα έχουν πάντα περιέργεια να δουν από κοντά ζωάκια, εντομάκια, χίλια δυό ζωντανά πλάσματα που τους κινούν το ενδιαφέρον – και αυτό είναι ωραίο, είναι και παρήγορο μάλιστα, δεδομένου ότι μέσα στην επίσημη εκπαίδευση όλα αυτά δεν τα βλέπουν πάρά μόνο σε βιβλία στην καλύτερη περίπτωση! Αλλά υπάρχει και ο τρόπος που το κάνουν, ο σεβασμός με τον οποίο μαθαίνουν να το κάνουν - η συναίσθηση, δηλαδή, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να προκαλούμε πόνο ή δυσφορία, δεν έχουμε δικαίωμα να κακοποιούμε κανέναν και τίποτα. Οτι, πολύ απλά, δεν είμαστε το μοναδικό βιολογικό είδος με δικαιώματα επιβίωσης και χρήσης γης (και θάλασσας, και αέρα!), ότι δεν γεννηθήκαμε «πιο ίσοι» από τα άλλα είδη, μόνο και μόνο επειδή είμαστε άνθρωποι…
Πριν ένα χρόνο, εδώ, στο ίδιο χωριό, ο νεαρός που έκανε παρέα με το γιό μου κατέστρεφε μάλλον κάποια φυτά, και ο δικός μου κάτι του είπε (ποτέ δεν έμαθα) και έτσι ξεκίνησε μία κουβέντα. Ο νεαρός διατεινόταν ότι τα φυτά είναι νεκρά, «δεν έχουν ζωή», γιατί έτσι τους είπε η δασκάλα του στο νηπιαγωγείο. Γιατί δεν κινούνται, λέει. Ο δικός μου πάλι έλεγε ότι η δασκάλα του φίλου του ήταν βλαμένη και έλεγε βλακείες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τίποτα (κι αυτός στο νηπιαγωγείο πήγαινε). Ετσι είπε στο φίλο του να έρθουν να με βρούν να με ρωτήσουν (ως τελικό κριτή ένα πράμα), κι εγώ φυσικά εξήγησα ότι από τη στιγμή που κάτι μεγαλώνει και αναπτύσσεται έχει ζωή, έχει και αισθήματα. Κάναμε μία μεγάλη κουβέντα, δεν ξέρω αν τον έπεισα το νεαρό (σ’ αυτή την ηλικία παντογνώστες είναι οι γονείς και οι δάσκαλοι) αλλά τουλάχιστον στήριξα το δικό μου παιδί στη θέση του, και του έδωσα μερικά επιχειρήματα πιο πειστικά από το «η δασκάλα σου είναι βλαμένη»!!!
Πριν δύο μέρες, σε μία κοντινή παραλία (νοτιοδυτική Πελοπόννησος) παραδοσιακά γεμάτη με θαλάσσια κρίνα (pancratium maritimum) τα οποία είναι μερικά χρόνια τώρα στη λίστα των προστατευόμενων φυτών της Μεσογείου, είδα έναν νεαρό να κόβει αγκαλιές από αυτά, ξεριζώνοντας μπόλικα. Μία φίλη του μίλησε, κάτι του είπε, κι εκείνος της αντιγύρισε το πιο περιφρονητικό και επιθετικό βλέμα που έχω δει… Χρόνια πριν, σε νεόδμητη βίλα, είχαν κάνει φωλιά τα χελιδόνια. Η νέα (τότε) «πυργοδέσποινα» έβαλε αμέσως να τις χαλάσουν «για να μην γεμίζουν τη βεράντα κουτσουλιές». Τα παιδιά της, τριών και έξι ετών τότε, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ, γιατί είχαν αγαπήσει τα χελιδονάκια που πηγαινοέρχονταν ταϊζοντας τα μικρά τους. Ένα πρωί απλά ξύπνησαν και δεν τα είδαν. Η μαμά τους είχε θεωρήσει ότι φρόντιζε την υγιεινή του καινούργιου, πανάκριβου εξοχικού της, το οποίο δεν είχαν δικαίωμα να μοιράζονται «άλλες» οικογένειες… Σκέφτομαι τις αρκούδες που κάθε χρόνο σκοτώνονται στην νεόκοπη Εγνατία Οδό. Φτιάξαμε ένα δρόμο που περνά μέσα από τα δικά τους βουνά, μέσα από τα δικά τους πανάρχαια περάσματα, και τώρα παραπονιόμαστε (εμείς οι άνθρωποι – οδηγοί) ότι «πέφτουν επάνω μας» «σμπαραλιάζουν τα αυτοκίνητά μας! Φαντάσου να πέσει αρκούδα επάνω σου» και άλλα τέτοια…
Είναι πλέον βαρετό κλισέ το να πούμε ότι ο πλανήτης περνά ζοφερές μέρες εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο του φέρεται ο άνθρωπος, αλλά είναι και αλήθεια. Εχω βαρεθεί επίσης την κλασική περιβαλλοντική αγωγή στα περισσότερα σχολεία η οποία περιστρέφεται και εξαντλείται στην ανακύκλωση (ξέρετε, αυτήν με τους μπλέ κάδους). Εδώ ο κόσμος καίγεται, πεθαίνει, πνίγεται, και τα ελληνικά σχολεία αναλώνονται στο πού θα ρίξουν τα παιδιά τα χαρτιά και τα τενεκάκια του αναψυκτικού! Προφανώς είναι σημαντική στην πόλη η ανακύκλωση, αλλά μόνο;
Ο σεβασμός στη ζωή περιλαμβάνει και άλλα πράγματα – την περίσκεψη με την οποία αντιμετωπίζουμε ένα ζωάκι (δεν είναι παιχνίδι, έχει κι αυτό συναισθήματα, «καταλαβαίνει» που λένε και κάποιοι, λες και τα ζώα πάσχουν από εγγενή χαζομάρα επειδή δεν μιλούν τη δική μας γλώσσα) την αγάπη με την οποία φροντίζουμε ένα φυτό, τη γνώση της φύσης και των όντων που μας περιβάλλουν (πώς θα αγαπήσεις κάτι άμα δεν το γνωρίσεις;) την αποχή από την άκριτη και άσκοπη κατανάλωση… Την επίγνωση ότι η ζωή και η υγεία μας στον πλανήτη αυτόν εξαρτάται από τη ζωή και την υγεία τόσων και τόσων υπάρξεων που εμείς αγνοούμε, ή υποβαθμίζουμε, ή καταστρέφουμε…
Αυτά νομίζω πως πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά μας στο σχολείο. Αλλά πώς; Οι δάσκαλοί τους τα ξέρουν; Αυτοί από ποιους τα διδάχτηκαν για να τα διδάξουν με τη σειρά τους στα παιδιά; Στενοχωριέμαι και μόνο που τα σκέφτομαι όλα αυτά, γιατί δεν βλέπω άκρη. Η, μάλλον, η μόνη άκρη που βλέπω είναι έξω από την επίσημη εκπαίδευση, έξω από το χώρο του σχολείου, από ανθρώπους ευαίσθητους που κάποιοι τους φωνάζουν «ούφο», «φρικιά», και «γραφικούς» και που συχνά γίνονται περίγελως ειδικά σε μικρές κοινωνίες. Επειδή μιλάμε για τα παιδιά μας ως «το μέλλον», αλλά με την εκπαίδευση που τους δίνουμε (ως πολιτεία) αυτό ακριβώς το μέλλον τους το κλέβουμε «με το νόμο»…
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Διακοπές...
Ανάμεσα στην επιθυμία μου να συνεχίσω το καινούργιο μυθιστόρημα που μου χάρισε το εφηβάκι μου για τα γενέθλιά μου (ήδη είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας) και στο να γράψω κάτι νέο εδώ, δοκιμάζω το δεύτερο.
Κάποτε οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν ένας πονοκέφαλος – τι θα κάνω με τα παιδιά τις μέρες που θα είμαι στην Αθήνα και θα δουλεύω, κι αυτά δεν θα έχουν σχολείο / νηπιαγωγείο / παιδικό σταθμό; Πώς θα ταξιδέψουμε προς το εξοχικό με δύο ή και τρία μικρά παιδιά χωρίς αυτοκίνητο; Και εκεί, πώς θα καταφέρω να επιβλέπω τρία μικρά στη θάλασσα συγχρόνως χωρίς να περιορίσω την ελευθερία τους, χωρίς να τα θέσω σε κίνδυνο, και συγχρόνως χωρίς να τρελλαθώ εγώ από την έλλειψη προσωπικού χρόνου και ηρεμίας; Πώς πείθεις δύο κοριτσάκια νηπιακής ηλικίας να κοιμηθούν το μεσημέρι όταν υπάρχουν τόσο συναρπαστικά πράγματα να κάνουν εκείνη την ώρα; Και ένα σωρό άλλα ερωτήματα, ανάλογα με τη φάση…
Κάποιο καλοκαίρι είχαμε μέγα πρότζεκτ να φτιάξουμε πράγματα με πηλό. Ενα άλλο καλοκαίρι μαζεύαμε τα βαζάκια από τις μαρμελάδες και τα ζωγραφίζαμε με χρώματα βιτρώ και βάζαμε μέσα ρεσώ που τα ανάβαμε το βράδυ. Ενα άλλο καλοκαίρι διαβάζαμε ιστορίες για νεράιδες, μέχρι που άρχισαν οι ίδιες να μας στέλνουν ραβασάκια καλλιγραφημένα μέσα σε γλάστρες και κορμούς... Μία άλλη χρονιά μία φίλη απασχολούσε τα κοριτσάκια μου όσο εγώ ήμουν στο γραφείο φτιάχνοντας μαριονέττες και παίζοντας μαζί τους παραμύθια. Κάποτε άλλοτε έρχονταν στο γραφείο και περνούσαν ώρες χρωματίζοντας σχέδια που τυπώναμε από το ίντερνετ. Τότε μάλιστα είχα βάλει για προφύλαξη οθόνης τον Μπόμπ Σφουγγαράκη...
Σήμερα, άλλες ηλικίες, άλλη κατάσταση ζωής, τα πράγματα φαίνονται απλούστερα. Φαίνονται. Τα παιδιά περνούν ένα μήνα σχεδόν μαζί με τον φυσικό τους μπαμπά και την οικογένειά του, είναι επαρκώς ανεξάρτητα για να μπορούν να πηγαίνουν στους φίλους τους χωρίς εμένα (και πάλι με επιφυλάξεις και όρια, αλλά παλεύονται) για να μπορούν να μένουν με τη γιαγιά και τον παπού χωρίς να διακυβεύονται οι διατροφικές συνήθειες του σπιτιού (πάει καιρός πλέον που η ανεξαρτησία και ο συγχρωτισμός με τους συνομηλίκους έχει εξανεμίσει κάθε καλή διατροφική συνήθεια που δόθηκε ποτέ από μένα, οπότε είναι πλέον μία χαμένη μάχη!) για να μπορούν να σου εξασφαλίσουν δύο τουλάχιστον ώρες προσωπικού χρόνου χωρίς να φοβάσαι τι ακριβώς σκαρώνουν με τόση ησυχία στο σπίτι…
Το θέμα όμως παραμένει: τι κάνουν τα παιδιά όταν δεν είναι στο σχολείο; Πώς απασχολούνται; Με τι περνούν την ώρα τους;
Και ωραία, υπάρχουν τα περίφημα «προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης» σε κάποιους δήμους – κάποιες χρονιές μας ξελάσπωσαν, και ωραία μάλιστα. Υπάρχουν οι κατασκηνώσεις. Χμ, άντε καλά… Εχω μία εγγενή επιφύλαξη για τις κλασσικές κατασκηνώσεις, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι σχέσεις των παιδιών φροντίζονται όσο και μέσα στο σχολείο – δηλαδή καθόλου. Σαν ολίγη ακόμα ιδρυματοποίηση, ένα πράγμα. Με «δραστηριότητες», με σούπερ-ντούπερ εγκαταστάσεις, βέβαια, αλλά η μαζοποίηση του σχολείου υπάρχει και εδώ. Διαβάζω για ίντερνετ καφέ που λειτουργούν ως «φύλαξη παιδιών» και φρικάρω. Ακούω για ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση, και αναστενάζω. Και οι έφηβοι ένα πανταχού παρόν ατελείωτο «βαριέεεεεεμαι…» Λέω τις προάλλες, σε μία ομαδούλα εφήβων που γνωρίζω «λέτε – λέτε για το πόσο δεν σας αρέσει το σχολείο, το πόσο καταπιεστικό κι αναχρονιστικό είναι, αλλά τώρα που δεν έχετε σχολικές υποχρεώσεις δεν ξέρετε τι να κάνετε με τον εαυτό σας και βαριέστε»! «Είναι σαν να ξεφουσκώνει ένα μπαλόνι» μου είπε ο ένας. «Εχουμε κουραστεί», λέει ένας άλλος. «Αμα σου κλέβουν το χρόνο διαρκώς με το να σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις – ‘για το καλό σου’, και καλά – όταν επιτέλους έρθει η ώρα, και βρείς το χρόνο, έχεις ξεχάσει πλέον τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις» λέει η φιλόσοφος της παρέας. «Ασε που δεν έχεις πια διάθεση…» Οπότε;
Μία διέξοδος είναι η διερεύνηση και η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια, τα παιδιά βλέπουν τους φίλους τους, που όλο το χρόνο λόγω σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων δεν μπορούσαν. Ωραίο αυτό, ανακουφιστικό…
Ο νεαρός μου έχει αναπτύξει μία τρυφερή φιλία με τη σχεδόν συνομήλικη γειτόνισσα. Κάθε μέρα είναι σπίτι της, μέχρι το βράδυ. Εάν δε μία μέρα δεν χτυπήσει κάρτα κανονικά στην ώρα του, η μικρή ανησυχεί, τηλεφωνεί, και όταν πάει του δίνει κάτι απίθανα ραβασάκια μεταξύ κρυπτογραφίας και ανορθογραφίας. Πολύ γλυκό. Εγώ σα μαμά καθωσπρέπει, τρομάρα μου, ανησυχώ φυσικά, μήπως τους γίνεται φόρτωμα. Οικογένεια είναι και οι δίπλα, θέλουν κι αυτοί τις ήσυχες ώρες τους, θα κουράζονται με τη διαρκή παρουσία του ξένου παιδιού. Και όλο του λέω διάφορα, που μου τα καταρρίπτει, και φυσικά η διπλανή μαμά ισχυρίζεται ότι ο νεαρός είναι τόσο καλό παιδάκι που δεν κουράζει και δεν φορτώνει κανέναν, κτλ κτλ. Ποια είναι τα όρια της δίπλα οικογένειας; Ποια είναι τα όρια της δικής μου (και εμής της ιδίας, δηλαδή); Ούτε που ξέρω… Και είμαι σε μία διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό μου, με το γιό μου, και με την ευαισθησία μου για το τι είναι πρέπον / ανεκτό / επιτρεπτό και τι όχι, κτλ κτλ.
Ο καλικάντζαρος της οικογένειας φαίνεται να είναι στη φάση που τα κοριτσάκια περνούν ώωωωρες ολόκληρες συνωμοτώντας με την κολλητή τους, και – αυτό. Τι λένε, μυστήριο. Προεφηβεία, σου λέει. Περίεργη φάση. Μια εδώ, μια εκεί. Πότε ακούγεται μουσική από το δωμάτιο, πότε σιωπή, πότε γέλια. Η καλύτερή της είναι όταν περνάει μέρες ολόκληρες με την κολλητή, και μιλάνε στο τηλέφωνο μαζί με μία-δύο άλλες, ή ανταλάσσουν εξυπνάδες στο msn. Πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο ‘για αγόρια’, χτυπάει καμιά νότα στην κιθάρα, βλέπει καμιά ξεχασμένη ταινία στο ντιβιντί… «Βαριέεεμαι, μαμά…»
Η «σκοτεινή πριγκίπισσα» (νέος τίτλος της πάλαι ποτέ νεράιδας) πάλι είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Δε λέω, περνάει κι αυτή ώρες κλεισμένη στο δωμάτιό της με μυστικοπάθεια – και όταν βγαίνει, ιδού: ένα νέο έργο τέχνης δώρο για τη μαμά. Όταν δεν έχει οίστρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καταβροχθίζει γκόθικ μυθιστορήματα (βλέπε δρακουλιάρικα τύπου ‘Λυκόφως’) ή προσπαθεί να κανονίσει συναντήσεις με τα παλιά της φιλαράκια από το δημοτικό. «Περπατήσαμε τρείς ώρες με τον Χ, ήταν υπέροχα» «Και τι λέγατε τόσες ώρες;» «Κακίες, φυσικά». Οι διανυκτερεύσεις των φιλενάδων δίνουν και παίρνουν, επίσης, και είναι η καλύτερή τους. Όπως και τα ‘φτιαξίματα’ με τα αγόρια, τα οποία είναι μάλλον λιγάκι διαφορετικά από ότι τα θυμάμαι εγώ. Βλέπεις δηλαδή τα εφηβάκια στην πλατεία του χωριού, να κάθονται πλάι-πλάι στα σκαλιά της εκκλησίας ή στα παγκάκια, αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια, βυθισμένοι όλοι και όλες στα κινητά τους. Δε μιλάνε, ανταλάσσουν μηνύματα. Η, με τα μικρά τους laptop (δωράκια του υπουργείου παιδείας) κάθονται σε στρατηγικά σημεία (όπου έχει τσάμπα ίντερνετ), και «επικοινωνούν». Άλλο μυστήριο κι αυτό, που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να εξιχνιάσω ή να σχολιάσω. Καμιά φορά, όταν δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι στο σπίτι καλούν τις φιλενάδες τους και φτιάχνουν «άις κόφι» και ξενυχτάνε για να δουν όλες μαζί την ανατολή. Αυτό ναι, κάτι μου θυμίζει από τα δικά μας… Κάτι…
Περνούν τις διακοπές τους εκεί που τις περνούσα κι εγώ ως μικρή, στο ίδιο χωριό, στην ίδια θάλασσα, με φίλους τα παιδιά των δικών μου φιλενάδων ή των παλιών μου φλερτ. Με κάνει και νιώθω μία γλυκειά ασφάλεια όλο αυτό… Λιγάκι μου θυμίζει τις αλητείες τις δικές μου, λιγάκι με παραξενεύει (έχουν αλλάξει τόσα πολλά!), λιγάκι με γυροφέρνουν κάτι σκέψεις του στυλ «το καλοκαίρι πρέπει να είναι δημιουργικό, όλο κοπροσκυλιάζουν και δεν ασχολούνται με τίποτα, όλο μπούρου-μπούρου και χαζά»… Και μετά λέω, γιατί. Καλή είναι και η βαρεμάρα! Καλή είναι και η τεμπελιά! Καλό είναι και το άδειασμα του μυαλού! Καλές είναι και οι κουβεντούλες στα παγκάκια, και το βάψιμο των νυχιών σε χρώμα μαύρο δρακουλί! Αυτό δεν είναι οι διακοπές; Τι με πιάνει και θέλω να γεμίσω τα πάντα με «σοβαρές» εκπαιδευτικές δραστηριότητες; Μήπως γέρασα;
Δευτέρα 10 Μαΐου 2010
Η γιορτή της Μητέρας
Εικόνες και σκέψεις διάφορες έρχονται στο νου μου.
Η μέλλουσα μαμά που έχασε τη ζωή της στον πλανήτη αυτό, μαζί με το αγέννητο μωρό της, πριν λίγες μέρες, εγκλωβισμένη στο χώρο εργασίας της. Η δική μου μητέρα, σπίτι της με σπασμένο χέρι, που μήνες, ίσως και χρόνια τώρα, δεν θέλει να με δει μπροστά της. Η μητέρα του συντρόφου μου, χρόνια πεθαμένη, που ήρθε στον ύπνο του χτες βράδυ «να μας φέρει ένα βάζο γλυκό» (όσο ήταν εν ζωή έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού σαν παραδοσιακή μαμά). Οι μαμάδες που ζουν στη φυλακή. Η Μήδεια. Τα παιδιά που ζουν μακριά από τη μαμά τους, στα ιδρύματα της Ελλάδας. Οι μαμάδες που τρέχουν τα παιδιά τους από καλλιστεία σε τηλεοπτικούς διαγωνισμούς και πάλι πίσω σε καλλιστεία, μεταφέροντάς τους τις δικές τους φιλοδοξίες διασημότητας. Η μαμά του Χαμί Νατζαφί που είδε το παιδί της να ανατινάζεται μπροστά στα μάτια της, έχοντας φύγει από τη χώρα της για να το προστατέψει από τον πόλεμο, και που σήμερα στέκεται δίπλα στη μικρή της κόρη που κινδυνεύει να χάσει ολότελα το φως της. Η συχωρεμένη τη γιαγιά μου, που κυβέρνησε τους γιούς της με τέτοια σιδηρά πυγμή που έζησε να δει το γιό της να αυτοκτονεί. Η μαμά μίας φίλης, ενενήντα και βάλε σήμερα, που έστειλε τα παιδιά της μακριά, στους δικούς της γονείς, (η φίλη μου έξι μηνών βρέφος τότε) προκειμένου να στεγάσει στο σπίτι της τις πολιτικές συγκεντρώσεις εκείνες που οδήγησαν στην επανάσταση της Κούβας. Οι φίλες εκείνες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά αλλά δεν τους έκατσε ποτέ, για χίλιους λόγους. Οι «μαμάδες-ΣΟΣ» από τα ομώνυμα Παιδικά Χωριά. Οι ανήλικες μαμάδες που επιμένουν να κρατήσουν τα παιδιά τους (και κάποιες το καταφέρνουν). Οι πολύτεκνες μαμάδες που εργάζονται.Οι πολύτεκνες μαμάδες που δεν εργάζονται. Οι υποχόνδριες μαμάδες, που παρα-ντύνουν τα παιδιά τους το χειμώνα, και τους κάνουν όλα τα εμβόλια. Οι μαμάδες που ζουν με κατάθλιψη. Οι μαμάδες που πιέζουν τα παιδιά τους να φέρουν καλούς βαθμούς στο σπίτι. Οι μαμάδες που δεν αποδέχονται τη σεξουαλικότητα των παιδιών τους εάν είναι αποκλίνουσα από τα συνήθη. Οι μαμάδες που προστατεύουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες των πράξεών τους. Οι μαμάδες που υιοθέτησαν παιδιά άλλων μαμάδων. Τα παιδιά που έγιναν μαμάδες και αναγκάστηκαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία. Η Μαρία – ως ανήλικη μητέρα ενός Μεγάλου Δασκάλου της ανθρωπότητας. Οι μαμάδες που, κουρασμένες, λένε παραμύθια στα παιδιά τους, και κοιμούνται πριν προλάβουν να τελειώσουν το παραμύθι. Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη, στην Αργεντινή, που φώναζαν πως ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που εγκαταλείπεις. Οι μαμάδες των παραμυθιών, που πεθαίνουν νέες και αφήνουν τις κόρες τους στα κακόβουλα χέρια των μητριών. Οι μαμάδες που καμαρώνουν όταν τα παιδιά τους παίρνουν καλύτερους βαθμούς από τους συμμαθητές τους. Η Λέλα Καραγιάννη, που προτίμησε να δει το γιό της να τον βασανίζουν οι Γερμανοί παρά να προδώσει τα μυστικά της Αντίστασης. Η μαμά της μαμάς μου, που ως κοπέλα έφτιαχνε καπέλα για να ζήσει, και ταξίδευε (με τι μέσον άραγε;) από την Καλαμάτα, μαζί με τις άλλες καπελούδες της Πελοποννήσου, για να πάρουν τσόχες από την Αθήνα, στη δεκαετία του 1930. Που περπάτησε από τους Αμπελόκηπους (τέρμα Μεσογείων) ως την Ακαδημίας με γοργό βήμα ως το νοσοκομείο (ήταν, λέει, εκεί που είναι σήμερα το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων) για να προλάβει να γεννήσει τη μαμά μου. Η μαμά εκείνη από την Ινδία, που είδα πρόσφατα σε φωτογραφία, που είχε στο ένα στήθος το μωρό της και στο άλλο ένα μωρό πιθηκάκι. Η εικόνα της Μητέρας Των Κόσμων του ζωγράφου Νίκολας Ρέριχ, που απεικονίζει τη Μητέρα σε φόντο κυανό, με λευκό πέπλο, μικρά λευκά «όντα» γύρω της και λευκόχρυση αύρα… Η Μεγάλη Μητέρα, που λατρεύεται ακόμη στη νοτιοδυτική Αγγλία… Η Θεά Κάλι της Ινδίας, με τα δεκάδες χέρια (μόνο όταν έγινα κι εγώ μαμά κατάλαβα γιατί η εν λόγω Θεά απεικονίζεται με πολλά χέρια: υπήρξαν πολλές στιγμές που τα δικά μου δύο δεν έφταναν για να καλύψω τις ανάγκες τριών παιδιών που ταυτόχρονα ήθελαν αγκαλιά, ζωγραφική, άλλαγμα πάνας, γάλα, κράτημα από το χέρι για να μην γλιστρήσουν, κτλ). Η μαμά εκείνη που αποχώρησε από τον κόσμο ακούγοντας τη γλυκειά φωνή της κόρης της να της τραγουδάει παλιά αγαπημένα της τραγούδια...
Πόσες και πόσες εικόνες μαμάδων. Πόσες σκέψεις, κριτικές (πάντα κριτικάρουμε τις μαμάδες μας όταν δεν τις εξιδανικεύουμε άκριτα), πόσα συναισθήματα γεννούν αυτές οι εικόνες!
Αυτό είναι μάλλον η γιορτή της μητέρας για μένα – η ανίχνευση, η εξερεύνηση όλων αυτών των εικόνων, και των ανάμικτων συναισθημάτων που μας γεννούν…
Το μικρό ξωτικάκι, ο γιός μου, μου έφερε και ένα μικρούτσικο μπλοκάκι με ένα γατάκι επάνω, «για τη γιορτή σου μαμά, και για να σημειώνεις, να μην ξεχνάς».
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Μέρος β' - οι μαμάδες του Γκιώνη
Αυτό που ασκεί πάντα μεγάλη επίδραση μέσα μου, κατά τη διάρκεια της μαγικής εβδομάδας, είναι οι μαμάδες (γιατί κυρίως μαμάδες συμμετέχουμε – μόνο φέτος είχαμε παραπάνω από έναν μπαμπά!) του γκιώνη. Η σχέση μαμάς παιδιού είναι πάντοτε ιδιάζουσα, πάντοτε μοναδική, και βέβαια εξαρτάται από την σχέση που έχει η ίδια η μαμά με τον εαυτό της. Για όσες από μας ευτύχησαν να έχουν μία μαμά υποστηρικτική και διαυγή στην αγάπη της, η σχέση με τον εαυτό μας είχε λιγότερα αγκάθια από όσες δεν υπήρξαμε τόσο τυχερές – για μας, τις όχι τόσο τυχερές, η σχέση μας με τον εαυτό μας πέρασε (και περνάει ακόμα!) από σαράντα κύματα προκειμένου να βρούμε μέσα μας τις ισορροπίες, την αυτοδυναμία, την αυτοαποδοχή, την αυτοπεποίθηση… Παρένθεση αυτό, αλλά σχετική.
Στο περιβάλλον των γνωστών, της οικογένειας, και της μικρής κοινωνίας του παιδικού σταθμού/νηπιαγωγείου/δημοτικού που μεγάλωσα τα παιδιά μου, ήμουν η «εναλλακτική», η «αλλιώτικη», η «περίεργη», και συχνά αυτή την οποία κουτσομπόλευαν οι γύρω πίσω από την πλάτη της. Η μαμά της πρώτης κολλητής της κόρης μου δεν την άφηνε να έρθει στο σπίτι (ως νηπιαγωγάκι, και μετά πρωτάκι) γιατί μίλησα, κάποτε, μπροστά στην κόρη της, για τις νεράιδες, και το πώς δεν επισκέπτονται τα ακατάστατα δωμάτια. Πέρα από όσα η σχετική νεραϊδοφιλολογία λέει σχετικά, ήταν τότε ένας καλός τρόπος να βάλω τη μικρή να συγυρίσει τα παιχνίδια της. Θεωρούσα, δε, πολύ φυσικό να μιλώ στα παιδιά μου για τη φύση και για τα «πνεύματα της φύσης», ή, κατ’ άλλους, τους αγγέλους της φύσης, που συχνά ονομάζουμε νεράιδες. Η εν λόγω μαμά, όμως, είχε σοβαρές ενστάσεις, ότι, λέει, διδάσκω στα παιδιά μου να έχουν ψευδαισθήσεις και να πιστεύουν σε ψέματα… Και αφού κάναμε μία μάλλον θεολογικού τύπου κουβέντα μία Κυριακή που οι κόρες μας είχαν πάει βόλτα με τους προσκόπους, αποφάσισε να μην ξαναφήσει την κόρη της να έρθει σπίτι μας. Πρόσφατα μία άλλη μαμά είπε στην κόρη της να προσέχει την παρέα με τη δική μου, γιατί με τέτοια μάνα ποιος ξέρει τι αρχές παίρνει το κορίτσι και πώς θα την επηρεάσει στη δική της ζωή. Η εν λόγω φιλενάδα (ετών 11 τότε) μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και ποιος ξέρει τι θα είπε για να με υπερασπιστεί στη μαμά της , και η μαμά της δήλωσε ότι εγώ ως άτομο ήμουν παντελώς ακατάλληλη για μητέρα!!! Ολο αυτό πιθανώς επειδή είχα κάποτε εκφράσει την άποψη ότι τα παιδιά στο σχολείο δεν βοηθιούνται να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τα ταλέντα τους, μάλλον χειραγωγούνται προκειμένου να γίνουν άβουλοι καταναλωτές και οπαδοί… Εκτοτε δεν ανοίγω κουβέντες περί εκπαίδευσης, παιδιών, ή πολιτικής μπροστά σε μαμάδες φιλενάδων και φίλων, προκειμένου τα παιδιά μου να μπορούν να χαίρονται τις παρέες τους χωρίς προσκόμματα! Αργησα, αλλά το έμαθα!
Στο γκιώνη, λοιπόν, γνώρισα κι άλλες «αλλιώτικες» μαμάδες. Χαλαρές, άφηναν χώρο στα παιδιά τους τα μεγαλύτερα, αλλά δεν στερούσαν την αγκαλιά και την προσοχή τους από τα μικρότερα. Μαμάδες που στήριζαν τα παιδιά τους να αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους και να την εκφράζουν με όποιον τρόπο ήθελαν: μία μαμά βοήθησε την κόρη της να κάνει τα μαλλιά της τζίβες ράστα, και την στηρίζει στην απόφασή της να είναι αυστηρά χορτοφάγος (δεν τρώει ούτε γαλακτοκομικά). Μία άλλη στηρίζει το γιό της που αποφάσισε να σταματήσει το σχολείο μετά το τέλος του γυμνασίου, για να ψάξει να βρεί τι θέλει να κάνει – ο νεαρός δοκιμάζει και εξερευνά, και παίζει τρία μουσικά όργανα με πάθος. Τι μπορώ να κάνω γι αυτόν; Μου λέει. Φυσικά ανησυχώ, αλλά από την άλλη, το μόνο που μπορώ να του δώσω απεριόριστα είναι η αγάπη και ο θαυμασμός μου. Σ’ αυτή την ηλικία το μόνο που μπορούν να δώσουν οι γονείς στα παιδιά τους και να μην πάει στράφι είναι ο απεριόριστος θαυμασμός και η αγάπη - μου είπε ένα βράδυ μετά το φαγητό, όταν μοιράστηκα μαζί της την ανησυχία μου για τις μικρές («που η οθόνη τους έχει φάει όλα τους τα ενδιαφέροντα, που δεν διψούν για τη γνώση, που κάθονται και βαριούνται και ξεφυλλίζουν χαζοπεριοδικά» κτλ κτλ)
Κανένας δεν μπορεί να δώσει συμβουλή για το παιδί του άλλου, στην πραγματικότητα, μόνο για τις εμπειρίες του και τις επιλογές του δικαιούται να μιλά κανείς στην ουσία. Εκείνη μοιράστηκε μαζί μου τα δικά της…
Μια άλλη, μαμά τριών υπέροχων πλασμάτων, μου είπε ένα πρωί στα πεταχτά ότι φέτος βλέπει τη μεγάλη μου πιο σταθερή, πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Εγώ πάλι αυτό δεν το είχα προσέξει, τη βλέπω κάθε μέρα, δεν βλέπω διαφορά μέσα στη ροή της καθημερινότητας… Μου εκμυστηρεύτηκε ότι τελευταία δεν πολυασχολείται (με την έννοια ότι δεν πολυανακατεύεται) με τη ζωή της κόρης της (14 ετών) και παρατηρεί ότι η κόρη της ανθίζει και πάει όλο και καλύτερα στα πάντα. Είναι σαν όπως όταν φυτεύεις ένα δέντρο, μου λέει. Το αφήνεις να μεγαλώσει, και δεν ξέρεις προς τα πού θα πάει και τι καρπούς θα σου βγάλει, απλά το ποτίζεις, και περιμένεις… Και θαυμάζεις το θαύμα της φύσης σε κάθε του νέο φυλλαράκι, σε κάθε του νέο ανθάκι.
Υπάρχει και η φαινομενικά αντίθετη όψη: η μαμά που στο νου της έχει μόνο την εκπαιδευτική εμπειρία που θα αποκομίσει το παιδί της από την κάθε δραστηριότητα, και επικεντρώνεται στις γνώσεις που έχει να δώσει στο παιδί της, με τρόπο που συχνά εμένα μου φαίνεται ψυχαναγκαστικός. Για εκείνη το «παιχνίδι για το παιχνίδι» έρχεται σε δεύτερη μοίρα εάν δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σκοπό για το παιδί. Και γι αυτή τη μαμά έχει χώρο ο γκιώνης. Είναι η πολυσχιδής, η οργανωτική, η διαβασμένη, και όλοι τη θαυμάζουμε γι αυτό.
Εμένα, πάλι, οι ωραιότερες στιγμές μου μέσα στην εβδομάδα ως μαμά, ήταν όταν κάτι βραδάκια αργά, που μέσα στο σπίτι είχε φώτα, φασαρία, και μουσικές, βγαίναμε με τον τετράχρονο γιό μου στο σκοτάδι του κήπου για να ακούσουμε το γκιώνη. Πάντοτε μας έκανε τη χάρη να έρθει και να τον ακούσουμε όποτε βγαίναμε, κι αυτό ήταν η μαγική μας ώρα. Καθόμαστε σιωπηλά σε ένα από τα παγκάκια του κήπου, πέρα το Μεγάλο Σπίτι έλαμπε από τα φώτα και τις φωνές, και περιμέναμε. Σε λίγη ώρα ξεκίναγε το «γκιών» - πέντε δευτερόλεπτα παύση, και πάλι «γκιών», και πάλι παύση, και πάλι «γκιών». Από τα 4 του ο νεαρός έμαθε να ακούει το γκιώνη μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Εκτοτε το ζητάει. Ξέρει ότι με τη μαμά δεν θα παίξει μπάλα ή αυτοκινητάκια ή σπαθιά ή επιτραπέζια (η μαμά αυτά τα βαριέται φριχτά). Θα βγεί όμως βόλτες για κοχύλια στη θάλασσα, για εξερεύνηση στο βουνό, ή για να ακούσει τα νυχτοπούλια το βραδάκι. Με τις κόρες μου πάλι τρελλαίνομαι να κουβεντιάζω και να συνωμοτώ. Άλλη φάση αυτή. Ο γκιώνης δεν δίνει και πολλές ευκαιρίες, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται. Εχουμε κουβεντιάσει αρκετά μαζί, και όταν έρχεται η ώρα της παρέας οι κορούλες μου λακίζουν από τη μαμά και ζουν τις φιλίες τους με άλλα παιδιά, των οποίων οι μαμάδες μοιάζουν λίγο περισσότερο με τη δική τους, κι έτσι έχουν λιγότερη ανάγκη να κρύψουν τη διαφορετικότητά τους για να γίνουν αποδεκτές.
Η υπερπροστασία δεν παίζει στο γκιώνη. Αμα δεν εμπιστεύεσαι το παιδί σου, δύσκολο να το αφήσεις να τα βγάλει πέρα «μόνο του» (χωρίς την υπερπολύτιμη παρουσία σου) στο κτήμα. Από τη πρώτη κιόλας χρονιά, τα κοριτσάκια με το που γνωρίστηκαν λιγάκι μεταξύ τους ζήτησαν να κοιμούνται μαζί στο τίπι. Αργότερα το τίπι έγινε το στέκι των εφήβων, και τα μικρά κοιμόντουσαν στην επάνω αίθουσα όλες μαζί, με τους υπνόσακκούς τους, στο πάτωμα. Είχε πλάκα. Επρεπε να θεσπίσουμε όρια και κανόνες για τις ώρες ύπνου (το κάναμε και φέτος, στην απόγνωσή μας όταν τις βλέπαμε να σέρνονται την επόμενη μέρα) και τις ώρες κοινής ησυχίας, γιατί ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία κι αυθαιρεσία, σημαίνει χώρος να είσαι ο εαυτός σου και να επιτρέπεις και στους άλλους να έχουν τον ίδιο ακριβώς χώρο…
Το άλλο που δεν παίζει στο γκιώνει είναι ο φόβος για τα μικρόβια και η σιχασιά. Τρώμε όλοι μαζί, τα μικρότερα παιδιά είναι μονίμως στα χώματα, μοιραζόμαστε κοινές τουαλέττες και μπάνια (το σπίτι είναι μία έπαυλις του 1850, όχι ξενοδοχείο!) τις οποίες καθαρίζουμε εκ περιτροπής όποιος έχει βάρδια τη συγκεκριμένη μέρα. Μαθαίνουμε να σεβόμαστε το χώρο και τους διπλανούς μας χωρίς να έχουμε πολύ υψηλές απαιτήσεις «κλινικής» καθαριότητας (κλασική νεύρωση αστής νοικοκυράς, νομίζω!) αλλά χωρίς να βάζουμε και τον εαυτό μας ή τα παιδιά μας σε κίνδυνο λόγω ελλιπούς υγιεινής… Όλα με μέτρο, όλα με ισορροπία. Δύσκολο πράγμα η ισορροπία και το μέτρο, βέβαια. Στο γκιώνη αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Παρατηρώ ότι μετά από κάθε γκιώνη η αυτογνωσία μου έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα, και χαίρομαι γι αυτό (έστω και αν δεν χαίρομαι πάντα γι αυτά που μπορεί να βλέπω στον εαυτό μου!)
Για μένα η εβδομάδα του γκιώνη δεν είναι διακοπές – έστω και εάν εντάσσεται στις μέρες των διακοπών μου από τη δουλειά! Είναι διακοπή. Διακοπή από την αστική καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας που εγώ τουλάχιστον ζω. Διακοπή από τις τυπικές ανθρώπινες σχέσεις απόστασης που συντηρούμε στη γειτονιά, στη δουλειά, με το «σόι». Διακοπή από τον καταναγκασμό που επέλεξε η κοινωνία ότι «πρέπει» να κάνεις προκειμένου να εξασφαλίσεις τα προς το ζην, να «προοδεύσεις» στη ζωή, να δημιουργήσεις. Στον κύκλο των γονέων από τα σχολεία των παιδιών μου, η λέξη «δημιουργώ» αναφέρεται πάντα στην περιουσία, στην απόκτηση ακινήτων ή άλλων υλικών αγαθών. Εχει πάντα έννοια οικονομική, ποτέ καλλιτεχνική ή πνευματική. Στον Γκιώνη τα πράγματα αλλάζουν. Μία μοναδική εβδομάδα το χρόνο, αλλά – αλλάζουν!
Μέσα σε μία εβδομάδα, αλλάζουμε και μεις. Και κουβαλάμε, σε χώρο εντός μας ιερό αυτή την αλλαγή, και γίνεται μαγιά για την υπόλοιπη ζωή μας…
Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
Μια καρδιά για τα παιδιά - Γκιώνης 2010 - μέρος α'
Άλλη μία εβδομάδα του γκιώνη έφτασε στο τέλος της…
Εξήντα άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, μαζί από το πρωί ως το βράδυ, μοιραστήκαμε χαμόγελα, καθήκοντα, δραστηριότητες, γεύματα, μουσικές. Τα παιδιά μας (εκτός από τα πολύ μικρά) στις σκηνές και στο τίπι, με τις δικές τους παρέες… Πολύβουο το σπίτι με τους μεγάλους και τα πεντάχρονα, και οι σκηνές των μεγαλύτερων παιδιών πεδίο μάχης προσωπικών συγκρούσεων. Ολο το κτήμα ένας αθάνορας ζυμώσεων. Δύσκολα μου φάνηκε φέτος. Περισσότερο από άλλες χρονιές, όλοι μας σαν να κουβαλάγαμε τη δυσαρμονία και τον εκνευρισμό της «έξω» κοινωνίας που έπρεπε να ηρεμήσει, να βρεί τη θέση του, να καθαρθεί πριν καταφέρουμε να φτιάξουμε την «κόλλα» που κάθε χρόνο κάνει την εβδομάδα ξεχωριστή για όλους τους συμμετέχοντες…
Φέτος ήρθαν μαζί μου μόνο τα κορίτσια. Ενιωσα μια ανακούφιση που είχα ξεφύγει από τα καθήκοντα της «μαμάς μικρού παιδιού», και ανέπνεα άλλον αέρα. Γι αυτό κι αποφάσισα να απασχολήσω ένα μικρούλι ενώ η μαμά του παρακολουθούσε μάθημα διαλογισμού. Ζόρικο το μωρό μιας μαμάς θυμωμένης και κουρασμένης από την απουσία του συντρόφου της, ο νεαρούλης (20 μηνών) μόλις συνειδητοποίησε ότι η μαμά του δεν ήταν «εκεί» άρχισε να κοπανάει με δύναμη το κεφάλι του πάνω στην ξύλινη πόρτα. Αυτό το άκουγα, μα δεν το είχα ξαναδεί, και ταράχτηκα βαθιά. Βούτηξα το μικρό στην αγκαλιά μου, που μέχρι τότε αλώνιζε παντού, και πήρα το μονπάτι για τη θάλασσα. Σε ένα σπίτι δύο μοναχικά σκυλιά-φύλακες ήθελαν παρέα. Ο μικρός ξεθάρρεψε βλέποντάς με να τους απλώνω το χέρι κι αυτά να το γλείφουν, και άπλωσε κι αυτός το δικό του. Γέλασε με χαρά στην πρώτη γλειψιά. Στη θέα της θάλασσας ηρέμησε, και κάθισε ήσυχα στην αγκαλιά μου. Χαζεύαμε μαζί τα κύματα για αρκετή ώρα σε σιωπή. Ησύχασε η ψυχή του, ηρέμησε το σώμα του, και τον πήρε σχεδόν ο ύπνος. Ξύπνησε μόνο με τη φωνή των σκυλιών που ζήταγαν και πάλι την προσοχή μας καθώς επιστρέφαμε από το μονοπάτι. Στο σπίτι, η μαμά του είχε τελειώσει το διαλογισμό, αλλά μάλλον δεν είχε βιώσει τα ευεργετικά του αποτελέσματα, γιατί τα νεύρα της εξακολουθούσαν να είναι τσιτωμένα. Διέγνωσα την κατάθλιψη που φέρνει η κόπωση και η μοναξιά, συναισθήματα γνώριμα, ζοφερά, και απευκτέα… Της είπα ότι νύσταζε, αλλά δεν με πίστεψε, μια που «τέτοια ώρα δεν κοιμάται ποτέ». Στενοχωρήθηκα, γιατί σκέφτηκα ότι η κόπωση και ο θυμός της δεν της επέτρεπαν να αφουγκραστεί τα μηνύματα του παιδιού της που ζήταγε απεγνωσμένα την αγκαλιά της… Αλλά διάλεξαν ο ένας τον άλλον, μου είπε μια φωνή στο πλάι μου. Εχουν να μάθουν πολλά ο ένας από τον άλλον. Απλά θα παιδευτούν, όπως παιδεύτηκες κι εσύ… Είχε δίκιο η παλιά φιλενάδα, φυσικά, και με επανέφερε στη θέση μου.
Μετά τους φαινομενικά ατέρμονους καυγάδες ποιοι θα κοιμηθούν σε ποιες σκηνές (και όχι μόνο), που λύθηκαν με μηδενική σχεδόν παρέμβαση μεγάλων, τα κοριτσάκια ησύχασαν, και ήρθαν στο εργαστήρι που θα φτιάχναμε καρδιές. Στο εργαστήρι αυτό είχα σκοπό να πω την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα δύο γυναικών, που η μία έφτιαχνε στην άλλη καρδιές κάθε Δευτέρα, και συνεχίζει και τώρα, μετά το θάνατο της αγαπημένης της… προς στιγμήν στάθηκα, διερωτώμενη πώς θα μιλήσω στα μικρά κοριτσάκια για έναν έρωτα που είναι τόσο ασυνήθιστος (κάποιοι θα έλεγαν και απορριπτέος!) στην κοινωνία μας! Αλλά αποφάσισα να μην αλλάξω την ιστορία, εξάλλου είχα το βιβλίο στα χέρια μου για να τους δείξω – στο φινάλε, για την αγάπη ήθελα να μιλήσω, για την αγάπη που δεν έχει χρώμα, φύλο, ηλικία, εθνικότητα… Για την Αγάπη – τελεία. Που είναι φτιαγμένη από όλα τα υλικά του Σύμπαντος. Να παραποιήσω την ιστορία και να την κάνω ετερόφυλη; Οι παραποιήσεις δεν μου πάνε σαν χαρακτήρα, και ένιωθα πως θα αδικούσα και τις δύο γυναίκες και τον μεγάλο έρωτα που γέννησε τόση τέχνη. Πήρα μια βαθιά ανάσα, λοιπόν, και είπα όλη την ιστορία, από την αρχή ως το τέλος που δεν είναι τέλος γιατί συνεχίζεται, γιατί η επιζώσα φτιάχνει καρδιές κάθε Δευτέρα εις μνήμην της αγαπημένης της, και τις φωτογραφίζει, και τις στέλνε ηλεκτρονικά σε όποιον της το ζητήσει. Υπέροχες εικόνες που αποπνέουν αγάπη αγάπη αγάπη και φαντασία. Και έτσι, μια ωραία ερωτική ιστορία μετατράπηκε σε τραγωδία η οποία ξανά μετατράπηκε σε τέχνη, και τώρα δίνει έμπνευση και ελπίδα και στήριξη – γιατί τα έσοδα του βιβλίου δίνονται σε ένα ινστιτούτο έρευνας για τον καρκίνο του μαστού…
Τα κοριτσάκια με άκουγαν μαγεμένα και συγκινημένα, ανάμεσά τους και οι κόρες μου και ένα πεντάχρονο αγόρι. Φυλλομετρούσαν το βιβλίο με τις 100 καρδιές, “Monday hearts for Madalene”, και στέκονταν μία στην μία καρδιά μία στην άλλη, με μικρά επιφωνήματα, και «κοίτα εδώ, μια καρδιά από οδοντόβουρτσες!» «κοίτα μία με κεράσια»! Η μοναδική ενήλικη ήταν μία φίλη, καλλιτέχνις κι αυτή, στην οποία αργότερα εξέφρασα την ανησυχία μου μήπως σόκαρα τις μικρές… Εκείνη είπε πως όχι, πως η φυσικότητα με την οποία είπα την ιστορία και η έμφαση που έδωσα στην ουσία της αγάπης δεν θα μπορούσε να κάνει κανέναν να νιώσει άσχημα…
Ζήτησα λοιπόν από τις συμμετέχουσες και τον μοναδικό συμμετέχοντα να βγούν στον κήπο και να φτιάξουν καρδιές, από οποιαδήποτε υλικά τους άρεσαν, τους ενέπνεαν, από οποιαδήποτε υλικά έβρισκαν, τελοσπάντων. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε.
και η καρδιά των μαγείρων της ημέρας εκείνης...
Το ωραίο ήταν ότι και μετά το τέλος του πρωινού εργαστηρίου, κάποια παιδιά συνέχισαν να φτιάχνουν καρδιές. Κάτι από την αγάπη που ενώνει και συνέχει το Σύμπαν είχε εγκατασταθεί πλέον και μέσα τους, γιατί οι τσακωμοί καταλάγιασαν, έπαιζαν, μιλούσαν, τραγουδούσανε μαζί – πολύ μετά την ώρα που πήγαινε η όποια μαμά είχε βάρδια το βράδυ για να τσεκάρει ότι είναι όλοι στις σκηνές και στους υπνόσακκούς τους, σκεπασμένοι κι ήσυχοι… Ετσι έμαθα, από "αξιόπιστες πηγές"!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

