Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Χειμερινό Ηλιοστάσιο


"για το χειμώνα είναι καλύτερη μια λυπητερή ιστορία, γεμάτη ξωτικά και καλικάντζαρους"
(Σαίξπηρ "Η Χειμωνιάτικη Ιστορία")

Ένα από τα νέα οικογενειακά μας έθιμα είναι να μαζευόμαστε με φίλους τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, και να διαβάζουμε ιστορίες. Ο καθένας μας (ασχέτως ηλικίας) καλείται να φέρει ένα κείμενο να μοιραστεί με τους υπόλοιπους… Ένα δικό του, ή κάτι που βρήκε γραμμένο – να το διαβάσει, ή να το αφηγηθεί.
Μαζευόμαστε, λοιπόν, στο σπίτι των φίλων μας (που έχουν κι αυτοί τρία παιδιά), με άλλους 4-5 φίλους, καθόμαστε γύρω από το τζάκι, πίνουμε ζεστό κρασί με μπαχαρικά και φρούτα, και ξεκινάμε. Ο αφηγητής κάθεται σε μία ιδιαίτερη πολυθρόνα με ένα φωτάκι από πάνω, και τα φώτα χαμηλώνουν.
Πέρσι ξεκίνησε ο μικρούλης της παρέας. Δευτέρα δημοτικού, και μας απήγγειλε το ποιηματάκι που μάθαιναν στην πρώτη «αν όλα τα παιδιά της γης πιανόνταν χέρι-χέρι…» Ανετος, και με την επίγνωση ότι αυτό είναι ένα «οικουμενικό» όραμα. Η οικοδέσποινα μας διάβασε ένα δικό της κείμενο με αναμνήσεις από τα παιδιά της χρόνια στο χωριό της όταν ερχότανε το χιόνι. Μας ταξίδεψε στην Πρώτη Σερρών του 1960-70-κάτι, με εικόνες, γεύσεις, σκέψεις, συναισθήματα, ακόμα και τα κουτσομπολιά του χωριού! Η φιλενάδα μας γράφει υπέροχα, και μεταφέρει τα βιώματά της με σπάνια ευαισθησία. Η μικρή κόρη της οικοδέσποινας διάβασε την Χρυσομαλλούσα και τις Τρείς Αρκούδες.
Η σοβαρή μας νεράιδα, παρά την έμφυτη συστολή της μπροστά σε ακροατήριο, διάβασε το παραμύθι με τους τρείς αδελφούς και τους«κλήρους του θανάτου» που διαδραματίζει τόσο μεγάλο ρόλο στο έβδομο βιβλίο του Χάρυ Πόττερ. Ακόμα και οι ενήλικες που χλεύαζαν ως τότε τις ιστορίες του Χάρυ Πόττερ εξεπλάγησαν με το βάθος της ιστορίας ετούτης… (δεν σας τη λέω, να την ψάξετε!) Εγώ ήμουν ανάμεσα στο παραμύθι με την Ομορφη Βασιλίσσα και τη Μπάμπα Γιάγκα, και στο παραμύθι με τις τρείς φτωχές θυγατέρες και τον μάγο που τους κλέβει το σάκο με τα φλουριά (που κάποτε είχα ακούσει σε ένα χαλασμένο σιντί με ιρλανδέζικα παραμύθια). Σαν να είμαστε συνενοημένες, η φιλενάδα μας η βοτανολόγος (που είναι και ξαδέρφη μου πνευματική) επέλεξε τη Μπάμπα-Γιάγκα, κι εγώ κατέληξα στο ιρλανδέζικο παραμύθι…
 Ενας άλλος φίλος διάβασε κάποια εναλλακτικά θεατρικά κείμενα για το Χριστό, και ο καλός μου διάβασε την ιστορία της γέννησης του Χριστού όπως την είδε και την περιέγραψε ένας Αγγελος… Η μεγάλη κόρη της οικοδέσποινας μας διάβασε ένα κείμενο που κυκλοφορούσε πολύ στο ίντερνετ πέρσι και πρόπερσι, και αποδιδόταν στο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές (που το αποποιήθηκε τελικά) άκρως διδακτικό και συγκινητικό. Ο δε οικοδεσπότης αντί κειμένου μας έβαλε ν’ ακούσουμε ένα τραγούδι: το "Σπόρο που Ηθελε να Γίνει Δάσος" της (αγαπημένης) Νικολέττας Αναστασίου.
Σ’ αυτές τις βραδιές όλοι μας φέρνουμε από κάτι φαγώσιμο, αλλά η οικοδέσποινα φτιάχνει τη σπεσιαλιτέ της παρέας: κολοκυθόσουπα! Και αφού φάμε και πιούμε, κι εκεί κάπου (ή λίγο πριν) τα παιδιά αποκοιμηθούν στους καναπέδες, πιάνουμε το τραγούδι. Γιατί η παρέα έχει και τον κιθαρωδό της, που δεν πάει πουθενά χωρίς την κιθάρα του (και τις παρτιτούρες του!)… Νύχτα μαγική από κάθε άποψη!
Ετσι και φέτος. Μαζευτήκαμε στο ζεστό φιλόξενο σπίτι των Μεσογείων οι ίδιοι λίγοι φίλοι – μόνο που φέτος έλειπε  η μεγάλη κόρη του σπιτιού: η οποία παρότι μακριά έστειλε στη μαμά της με ημέηλ και sms τη φράση που ήθελε να διαβάσει σε όλους μας: «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Παρούσα φέτος ήταν η καλικαντζαρούλα μας (πέρσι είχε ξωμείνει στο μπαμπά της τέτοια μέρα). Διάλεξε να πει την Πεντάμορφη Βασιλίσσα, ή μάλλον να τη διαβάσει. Είναι, λέει, το αγαπημένο της παραμύθι. Χωρίς χρόνο να το κάνει πρόβα το διάβασε ωραία, prima vista, παρ’ όλες τις παράξενες λέξεις που περιείχε ( «ορμήνια», «σβηούσε», κτλ).
Και ο μικρός; Τρίτη δημοτικού, φέτος, είχε το φιλόδοξο σχέδιο να κάνει περίληψη το τρίτο κατά σειρά βιβλίο των Χρονικών της Νάρνια, το «αγόρι και τ’ άλογό του». Η καλή νεράιδα προσφέρθηκε να του κάνει γλωσσική επιμέλεια στην περίληψη, δουλειά που έγινε στο λάπτοπ της μικρής μέσα στο αυτοκίνητο καθ’ οδόν… Η αφήγηση του νεαρού με εντυπωσίασε: αφού διάβασε την περίληψη, συνέχισε να μιλά για την ιστορία σαν να ζούσε μέσα σ’ αυτήν, σαν να γνώριζε τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους από χρόνια… Κατάφερε να μας μπερδέψει όλους δεόντως με την παράθεση γεγονότων και ονομάτων και λεπτομερειών, και χρειάστηκε κάποιες «οριοθετικές» παρεμβάσεις από τους μεγάλους, που με καίριες ερωτήσεις κατάφεραν να τον ξαναφέρουν στο «τέλος» της ιστορίας…
Η οικοδέσποινα μας διάβασε δυό κείμενα που είχε γράψει για δύο θείες της που σημάδεψαν την παιδική της  ηλικία (κάτι σαν τις νεράιδες των παραμυθιών, μόνο πιο γήινες!) – μας συγκίνησε, μας έκανε να γελάσουμε, μας ταξίδεψε και πάλι ανάμεσα στο χτες και στο προχτές… Ο σύντροφός της διάβασε στίχους των Πινκ Φλόυντ, και ο κιθαρωδός μας διάβασε σκέψεις του που γράφει κατά καιρούς στο σημειωματάριό του. Η πνευματική  μου ξαδέρφη είχε βρεί μία ενδιαφέρουσα παλιά παραλλαγή της Ωραίας και του Τέρατος, όπου το δώρο που ζήτησε η μικρή  κόρη (η Ωραία) από τον πατέρα της ήταν ένα ανθισμένο κλαδί καρυδιάς, και όπου το Τέρας ήταν ένας γιγάντιος αρκούδος. Πάντα στο θέμα του πώς η αγάπη και η εμπιστοσύνη μεταμορφώνει τα δεδομένα και εξελίσσει τον άνθρωπο…
Η δική μου ιστορία βρέθηκε «τυχαία» στο ίντερνετ 2-3 μέρες πριν, και μιλούσε για το πώς ένας άνθρωπος πήγε στην υπηρεσία εκείνη που κατoχυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα για να «κατoχυρώσει» το όνομα του Θεού, και τι έγινε εκεί… (είναι μια μικρή ιστορία της Κλαρίσσα Πινκόλα Εστές, της συγγραφέως που έγραψε το θρυλικό “Women who Run with the Wolves”). Μου άρεσε γιατί ήταν σύντομη και ολίγον «κουφή», σαν ιστορία ζεν.
Μία φίλη μας που πέρσι δεν είχε φέρει κείμενο μόνο άκουσε τα δικά μας, έφερε ένα από τα αγαπημένα  της βιβλία, τις «σημειώσεις για τον Ηράκλειτο» του Ρατζνίς. Ανοιξε τυχαία μία σελίδα, και μας διάβασε ένα κομμάτι που μιλούσε για τη σχέση της κοινωνίας με την ατομικότητα του ανθρώπου. Διάβαζε ωραία, σαν να μας μιλούσε, ένα «ξεχασμένο» κάλεσμα για πολιτική ανυπακοή… Κατόπιν περάσαμε σε μία άλλη ατμόσφαιρα: η μεσαία κόρη της οικοδέσποινας «τσίμπησε» ένα κείμενο από αυτά που προηγουμένως έκανε  στο φροντιστήριο. "Ο ξεπεσμένος Δερβίσης", του Παπαδιαμάντη. Τι παράξενο. Κι εγώ, τη μέρα εκείνη μίλησα για το κείμενο αυτό, για το νάι (νέι το λέμε σήμερα). Αγαπημένο διήγημα,  αγαπημένο πνευστό. Το διάβασε με ελαφρά δυσκολία, μια που  η γλώσσα του συγγραφέα είναι παράξενη σε σχέση με την τρέχουσα ελληνική, αλλά το διάβασε αργά, ατμοσφαιρικά, τόσο που έβλεπες το καφενείο, τον δερβίση, τον σαλεπιτζή, τόσο που άκουγες σχεδόν τον μαγικό ήχο της ανατολίτικης φλογέρας μέσα από τα λόγια του συγγραφέα.
Η τελευταία ιστορία ήρθε από τον σύντροφό μου. Μια εβδομάδα τη γυρόφερνε στο νου του, στο τέλος την έγραψε, αν και δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Δύο εικόνες του σήμερα, δύο καταστάσεις που κατά κάποιον τρόπο γνωρίζει εκ του σύνεγγυς: από τη μία το πλούσιο σπίτι που «νοίκιασε» έναν Αγιο Βασίλη να έρθει να κάνει εφφέ και να δώσει τα ακριβά δώρα στα παιδιά της οικογένειας, και από την άλλη η οικογένεια ενός απλήρωτου ιδιωτικού υπαλλήλου, που γνώρισε τις λαϊκές συνελεύσεις του Συντάγματος, τα χαριστικά παζάρια, τις ολοένα και αυξανόμενες πρωτοβουλίες αλληλοβοήθειας μέσα στην πόλη. Μίλησε για τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη των δύο οικογενειών, τις πηγές όπου αντλούν χαρά, τη διαφορά των αξιών, την παλιά και τη νέα ενέργεια δηλαδή… Κάποιοι είχαν ψιλο-αποκοιμηθεί πια, η ώρα είναι περασμένη και σήμερα η μέρα ήταν εργάσιμη, αλλά 2-3 ακούγαμε την ιστορία όλοι αυτιά, γιατί είτε αναγνωρίζαμε τους εαυτούς μας, είτε χαιρόμαστε την περιγραφή.
Τα παιδιά (εκτός της σοβαρής νεράιδας, που φέτος ο ρόλος της περιορίστηκε στην επιμέλεια κειμένου του αδελφού της) είχαν όλα κοιμηθεί όταν καθίσαμε να φάμε την κολοκυθόσουπα. Η αυριανή μέρα ήτανε μέρα σχολείου, και είπα μέσα μου ότι εάν τα παιδιά δεν θέλουν, θα τα αφήσω να κοιμηθούν το πρωί, κι ας πάρουν απουσία. Η εμπειρία της αφήγησης και της ακρόασης τόσων διαφορετικών κειμένων ήταν σίγουρα πιο εκπαιδευτική από μία συνηθισμένη μέρα σχολείου. Οι κουβέντες γύρω από το τραπέζι είχαν μια γλυκειά οικειότητα και μια ζεστασιά καρδιάς. Είμαστε πολύ αλλιώτικοι μεταξύ μας οι μεγάλοι, αλλά αγαπιόμαστε, αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, κάνουμε χώρο μεταξύ μας για να  υπάρξουν άνετα και χωρίς τριβές οι διαφορετικότητές μας. Νιώθουμε ασφαλείς μες στη φιλία μας. Κι αυτό εκπαιδευτικό, σκέφτομαι. Πόσο συχνά άραγε νιώθουν έτσι τα παιδιά μέσα  στο σχολείο τους, μέσα στη σχολική τάξη; Η ώρα περνάει, δεν είμαστε μαθημένοι στο ξενύχτι οι μεγάλοι, και τα παιδιά δήλωσαν ότι θέλουν να πάνε σχολείο, άρα πρέπει να ξυπνήσουν. Μα δεν μπορούμε να το διαλύσουμε χωρίς τραγούδι. Εστω, ένα. Λέμε πέντε (ποτέ δεν μένουμε στο ένα!), και μαζευόμαστε. Βάζω παπούτσια στα παιδιά που είναι χυμένα στους καναπέδες, και τα σηκώνω βάζοντάς τους συγχρόνως και τα μπουφάν (οι απίστευτες δεξιότητες που αναπτύσσουν οι μαμάδες). Ευχές και φιλιά και αγκαλιές απ’ όλους για όλους, πριν βγούμε στο κρύο ψιλόβροχο να μπούμε στο αυτοκίνητο.

Και έτσι γιορτάζουμε τον ερχομό του χειμώνα.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Μιλάμε για τους φόβους μας;

Εδώ και δυόμιση χρόνια στην Ελλάδα "βρέχει φόβο". Οσοι έχουν την ατυχία να παρακολουθούν τηλεόραση έχουν εμποτιστεί για τα καλά με το συναίσθημα αυτό... Η κοινωνία που ζούμε "περνάει κρίση", και αυτό καθρεφτίζεται ολοκάθαρα στις αλλαγές που συμβαίνουν: άνθρωποι χάνουν εισοδήματα και πόρους επιβίωσης, εργασία, πατρίδα, και μαζί μ' αυτά την αυτοεκτίμησή τους, την πίστη τους, τη χαρά τους. Και τα παιδιά δεν μένουν αμέτοχα. Στο παρακάτω ταινιάκι τα παιδιά μίας έκτης δημοτικού μιλούν για τους φόβους τους - οι περισσότεροι έχουν να κάνουν με την "κρίση" και την επιβίωση, με την προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Πάντα μου αρέσουν οι ταινίες που βγαίνουν από τα χέρια των παιδιών, όταν τα παιδιά παίρνουν την κάμερα και το μικρόφωνο και μιλούν με τη δική τους (αυθεντική και αληθή) φωνή. Αφενός είναι εμψυχωτικό για τα ίδια, αφετέρου είναι εκπαιδευτικό για τους (λεγόμενους) μεγάλους - εμάς δηλαδή. 

Απολαύστε την!


Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο Μπαζάρ για Ξεblogάρισμα!



To ξεblogάρισμα διοργανώνει στις 3 και 4 Δεκεμβρίου το χριστουγεννιάτικο μπαζάρ του για την ενίσχυση των απόρων κρατουμένων και των παιδιών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας. Στο μπαζάρ που θα πραγματοποιηθεί στο Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30 στο Μεταξουργείο, θα διατεθούν σε πολύ χαμηλές τιμές χριστουγεννιάτικα, χειροποίητα είδη δώρων, παραδοσιακά προϊόντα, βιβλία και ρούχα. Επίσης μεταχειρισμένα ρούχα με 2 ευρώ, καινούργια βρεφικά και παιδικά σετ με 3 ευρώ, χειροποίητα κεριά με 2 ευρώ κ.ά. Οι ώρες λειτουργίας θα είναι το Σάββατο από τις 11,30 το πρωί ως τις 8 το βράδυ και την Κυριακή από τις 11 το πρωί ως τις 5 το απόγευμα. Στη διάρκεια του μπαζάρ θα συλλέγουμε είδη πρώτης ανάγκης για τις φυλακισμένες και τα παιδάκια: Σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σερβιέτες, χαρτί υγείας, απορρυπαντικό για πλύσιμο ρούχων, υγρό καθαρισμού χώρου, σαπούνια, τηλεκάρτες. Περισσότερες πληροφορίες στο http://xeblogarisma.blogspot.com/

 Το ξεblogάρισμα είναι μια ομάδα bloggers που ξεκίνησε την δράση της πριν από 4 περίπου χρόνια με σκοπό τη βοήθεια και την οικονομική ενίσχυση των παιδιών 0-3 ετών που κρατούνται μαζί με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας. Το πλαίσιο υποστήριξης, μαζί με τα 20 περίπου παιδάκια και τις μαμάδες τους, περιλαμβάνει επίσης και τις 90 και πλέον άπορες φυλακισμένες. Οι εθελοντές του ξεblogαρίσματος πραγματοποιούν συχνές αποστολές ειδών πρώτης ανάγκης στον Ελεώνα και διοργανώνουν εκδηλώσεις με τα έσοδα των οποίων καλύπτουν άμεσες ανάγκες των παιδιών και των απόρων. Επίσης, συμμετέχουν οικονομικά σε αποφυλακίσεις, στηρίζουν το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των φυλακών, ενθαρρύνουν την εθελοντική προσφορά μαθημάτων δημιουργικής απασχόλησης και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων μέσα στις φυλακές και ευαισθητοποιούν τον κόσμο από το blog τους.
 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Συγκίνηση, περηφάνια, θαυμασμός


Ως μαμά, ποτέ δεν έχω νιώσει περήφανη (αλλά ούτε  και μη-περήφανη) για τους μεγάλους βαθμούς ή για τους επαίνους από δασκάλους και καθηγητές. Γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει υποκειμενική διάσταση των πραγμάτων, ξέρω πόσο συμβατικά μετριέται η επίδοση στο σχολείο και πόσο η υποκειμενικότητα και οι πρότερες εμπειρίες επηρεάζουν την κρίση των ανθρώπων. Ετσι εξάλλου λειτουργώ κι εγώ η ίδια, κι από αυτή τη θέση γράφω πάντα.

Είναι φορές, λοιπόν, που  τα παιδιά μου με εκπλήσσουν και νιώθω περήφανη, πολύ περήφανη γι αυτά. Χτες-προχτές είχαν εκλογές για το 15-μελές στο γυμνάσιο της μεγάλης. Τώρα το κορίτσι αυτό είναι σε μία ηλικία που το βάρος της προσοχής πέφτει στις σχέσεις της με τους ανθρώπους, στην εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, και στην ενδοσκόπηση. Είναι αυτή η κλειστή (για τους ενήλικες) περίοδος, που ο έφηβος απαντά μονολεκτικά (εάν δεήσει και σου απαντήσει, δηλαδή), που οι φίλοι και οι φίλες έχουν τον πρώτο λόγο στη ζωή της, που το σχολείο (και η μάθηση εν γένει) είναι απλά το φόντο όπου εκτυλίσσεται η κύρια δράση της  ζωής…

Αργά το βράδυ (μετά από διάφορες πρόβες στα ρούχα, και σχετικό ψάξιμο στις  μετεωρολογικές  προβλέψεις) μου είπε ότι θα βάλει υποψηφιότητα για τις εκλογές. Ηταν πολύ αργά και θεώρησα σοφότερο να μη ρωτήσω το γιατί και το πώς, και το άφησα… Η σκέψη μου ήταν ότι μπορεί να θέλει να «ρίξει» κάποιον που της αρέσει, ή κάτι τέτοιο. Την επόμενη το πρωί (μαύρο χάραμα) που την πήγαινα στη στάση, μου εξέφρασε την ανησυχία της ότι ναι μεν είχε πολλά να πει (για το νόημα των εκλογών, για το νόημα της εκπροσώπησης κτλ) αλλά δεν ήξερε πώς να αρχίσει και από πού. Σημειωτέον ότι είναι ένα εξαιρετικά ντροπαλό και λιγόλογο πλάσμα έτσι κι αλλιώς. Μέχρι να έρθει το πούλμαν δεν προλάβαμε να πούμε και πολλά λοιπόν. Γυρνώντας σπίτι έκανα τη σχετική συζήτηση με τον καλό μου, και του μίλησα για τον προβληματισμό μου σχετικά με το γιατί έβαλε υποψηφιότητα η νεαρά. Α, μου λέει, εμένα μου τα είπε! Το πρώτο της μέλημα, λέει, είναι να ακουστεί η φωνή της, να «αποκτήσει φωνή» μέσα στο σχολείο. Το δεύτερο είναι, λέει, ότι δυό χρόνια τώρα παρατηρεί ότι στο 15-μελές μπαίνουν κυρίως παιδιά της τρίτης, και τα παιδιά της πρώτης και της δευτέρας δεν εκπροσωπούνται, δεν ακούγονται οι δικές τους απόψεις. Και θέλει να δώσει βήμα και φωνή ακριβώς στα πρωτάκια και στα δευτεράκια που δεν ακούγονται. Αλλά δεν περιμένει, λέει, ότι θα βγεί γιατί δεν είναι ούτε ρήτορας ούτε πολύ γνωστή ή δημοφιλής.
Εκεί που νόμιζα ότι ήθελε απλά να ρίξει γκόμενο, η νεαρά είχε στόχο (και αυτογνωσία) μάλλον σοβαρότερα από τον μέσο έλληνα πολιτικό. Την ίδια μέρα που ορκιζόταν μία μη-εκλεγμένη κυβέρνηση στην Ελλάδα, ένα παιδί έβαλε υποψηφιότητα «για να δώσει φωνή σ’ αυτούς που δεν έχουν». Και παιδί μου να μην ήταν, πάλι περήφανη θα ένιωθα.

Τις προάλλες ο μικρός (τρίτη δημοτικού) είχε αγώνα ποδοσφαίρου, και από τη φροντίδα του ξύπνησε ώρες νωρίτερα. Ημέρα Σάββατο, και όλη η οικογένεια χαίρεται το ότι δεν έχει πρωινό εγερτήριο («μη με ξυπνάς απ’ τις έξι πριν  ακόμα η μέρα να φέξει» κτλ), αλλά ο νεαρός είναι σε υπερδιέγερση. Ξέρει ότι η μαμά θα ξυπνήσει καμιά ώρα πριν τον αγώνα για να φτιάξει πρωινό κτλ. αλλά αυτός δεν κρατιέται! Χωρίς να ξυπνήσει κανέναν, έβαλε κορνφλέικς στο μπωλάκι του, αλλά διαπίστωσε ότι το γάλα είχε σχεδόν τελειώσει. Κοίταξε τα λεφτά που είχε, ήταν κάτω από ένα ευρώ. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ντύθηκε, κατέβηκε και βρήκε ψιλά στο πορτοφολάκι που έχουμε για διόδια, φανάρια, κτλ. Συμπλήρωσε την τιμή του γάλατος, και πήγε και αγόρασε ένα λίτρο από το περίπτερο της γειτονιάς. Και έκατσε κι έφαγε το πρωινό του. Οι υπόλοιποι ξυπνήσαμε όπως είπα, μιά ώρα και κάτι πριν τον αγώνα – ώρα που έφτανε για να πάρω γάλα, να φτιάξω πρωινό, και να τον πάω στο γήπεδο… Αλλά  αυτός ήταν ήδη, αθόρυβα κι υπομονετικά, έτοιμος!

Ξέρω ότι στην ηλικία του, σε άλλες εποχές και άλλα μέρη, τα παιδιά έκαναν (και κάνουν) περισσότερα πράγματα, και αναλάμβαναν (και αναλαμβάνουν) περισσότερες πρωτοβουλίες, κάποια εργάζονται κιόλας σκληρά… Αλλά δεν μπορώ να μην συγκρίνω με το δικό μου μέτρο: στην ηλικία του εγώ κάποτε αποφάσισα να πάω να δω την (ίδιας ηλικίας) ξαδέρφη μου (2-3 χιλιόμετρα μακριά, στο ίδιο προάστειο), βρήκα χρήματα για ταξί, περπάτησα μέχρι την πλατεία που είχε πιάτσα (ένα τέταρτο με τα πόδια), πήρα το ταξί (που δεν μου πήρε λεφτά λόγω του νεαρού  της ηλικίας μου!!!) και πήγα. Πήρα και τηλέφωνο τους γονείς μου (που ήταν στη δουλειά εκείνη την ώρα) και τους ενημέρωσα… Ηρθαν και με πήραν πάραυτα, φρικαρισμένοι και με φωνές, κι έφαγα τόσο πολύ ξύλο που δεν θέλω να το θυμάμαι πια (μέχρι πριν ένα χρόνο ένας θείος μου, ογδοηκοντούτης πια, το θυμόταν και είχε να το λέει, πώς τόλμησα να κάνω κάτι τέτοιο παιδάκι πράμα). Θέλω να πω, τέτοια πράγματα δεν ενθαρρύνονταν όταν εγώ ήμουν μικρή, κι απ’ ότι συζητάω με άλλες  μαμάδες, ούτε και τώρα…

Το καλικαντζαράκι, πάλι, είναι αλλιώς: με συγκινεί, και τη θαυμάζω. Με όλη τη διπλωματική ευγένεια που τη διακρίνει, δεν διστάζει να κοπανάει κανονιές του τύπου: «Λες για μας ότι είμαστε εθισμένοι με το ίντερνετ, αλλά κι εσύ δεν πάς πίσω! Μη σου πω ότι μας ξεπερνάς κιόλας!» Η, παλαιότερα, όταν τσακωνόμαστε με τον πατέρα της στεκόταν ανάμεσά μας με σταυρωμένα χέρια, και: «Σταματήστε να τσακώνεστε! Τι παράδειγμα νομίζετε ότι μας δίνετε! Τι μας λέτε μετά να μην τσακωνόμαστε εμείς;» Με πολλή φυσικότητα, χωρίς καμία επιθετικότητα, έτσι απλά. Οσο απλά μου είπε κάποτε που γκρίνιαζα για το βάρος μου «μαμά δεν είσαι χοντρή, είσαι μαμά».
Όταν έμαθε να φτιάχνει κρέπες το καλοκαίρι, σηκωνόταν (από μόνη της) νωρίτερα από όλους, για να έχει έτοιμες τις κρέπες για το πρωινό της οικογένειας. Η ήσυχη φροντίδα της για τα μικρά πράγματα, για τους ανθρώπους και τα ζώα, για τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, με συγκινεί βαθιά. Θαυμάζω τη δημιουργικότητα και τη θεατρική της εκφραστικότητα – ειδικά όταν κάνει μιμήσεις ημών των ιδίων, και (εσχάτως) και των καθηγητών της  στο σχολείο. Τι καταπληκτικό χάρισμα να κάνεις τον άλλον να γελάει με την καρδιά του! Θαυμάζω την καλαισθησία της, που εκφράζεται με χίλιους και έναν τρόπους: από τη ζωγραφική και τις κατασκευές της, την τάξη στη ντουλάπα της, μέχρι το απίστευτο γούστο της  στα ρούχα – ότι ρούχο έχω αγοράσει με δική της παραίνεση, ή συμβουλή, ή επικύρωση γούστου με κολακεύει αφάνταστα (εννοείται ότι εκείνη παίρνω μαζί μου όταν πάω να ψωνίσω ρούχα!). Μία Κοκό Σανέλ στο σπίτι, σε συνδυασμό με μια Κατίνα Παξινού, με ολίγη Γιαγιά Ντάλτον μέσα στο μείγμα. Θαυμάζεις και τρομάζεις, όλα σε ένα!

Γράφοντας (και σκεπτόμενη) για όλα αυτά εξερευνώ παράλληλα και  τη φύση των δικών μου συναισθημάτων. Κάνω διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά μου; Τι σημαίνει θαυμάζω; Τι σημαίνει είμαι περήφανη; Σε τι ανταποκρίνεται μέσα μου το κάθε παιδί, τι μου βγάζει; Τρείς διαφορετικοί άνθρωποι, τρείς διαφορετικοί καθρέφτες, τρείς διαφορετικές όψεις του εαυτού μου, τρείς διαφορετικοί κόσμοι. (Κι εγώ ένας, τέσσερεις). Τα ιεραρχώ όλα  αυτά, ή τα σέβομαι και τα τιμώ  το ίδιο; Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους γονείς να «προτιμούν» (να προ-τιμούν) το ένα τους παιδί έναντι των άλλων, ή πάλι να το υποτιμούν; Κι ας μην το παραδέχονται ούτε και στον εαυτό τους πολλές φορές…

Ένα είναι το ηθικό δίδαγμα για μένα: ότι είναι απίστευτο δώρο να ζεις με παιδιά. Καθώς σαν άνθρωποι ζούμε το εδώ και το τώρα, η αντίληψή μας είναι περιορισμένη, και δεν έχουμε τη δυνατότητα να δούμε την «ευρύτερη εικόνα» της εξέλιξης των πραγμάτων. Βολευόμαστε και με τα στερεότυπα, επίσης. Τα παιδιά ξεβολεύουν τις αντιλήψεις μας, κι αυτός είναι ο τρόπος που μας κρατούν πάντα νέους. Ζώντας με παιδιά, μαθαίνεις να περιμένεις το απρόσμενο (και να το διαχειρίζεσαι κιόλας), μαθαίνεις να μη βγάζεις εύκολα συμπεράσματα: ένα παιδί μπορεί να ψοφάει για αγκαλίτσες και νανουρίσματα, και παράλληλα να μαζεύει χαρτζηλίκι και να παραγγέλνει τούρτα-έκπληξη για τη δασκάλα του από το ζαχαροπλαστείο χωρίς να το πει σε κανέναν. Μία έφηβη μπορεί να συζητάει ώρες στο φέισμπουκ για γκομενικά, και παράλληλα να φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει αυτούς που δεν έχουν φωνή. Ένα κορίτσι μπορεί να φοβάται τους σκοτεινούς δρόμους της γειτονιάς, αλλά να μη διστάζει να μιλήσει την τσουχτερή της αλήθεια στους μεγάλους. Μπορεί να φαίνεται το πιο εύθραυστο και τρυφερό πλάσμα στον κόσμο, και από την άλλη να μη διστάζει να βουτήξει με το κεφάλι σε νέες περιπέτειες και αλλαγές ζωής…

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Οταν το παιδί επιλέγει...


Με μεγάλωσαν να χαίρομαι να είμαι «καλό παιδί». Την εποχή εκείνη αυτό σήμαινε, βασικά, ήσυχο και υπάκουο: στους γονείς που πάντα «ήξεραν καλύτερα», στους δασκάλους στο σχολείο, στο γιατρό. Ο λόγος των εχόντων εξουσία ήταν «νόμος», και «έτσι έπρεπε». Τα κατάφερα όσο μπόρεσα – αρκετά ώστε ν’  απαρνηθώ αρκετά στοιχεία της εσώτερης φύσης μου (της «Ψυχής» μου), και όχι αρκετά ώστε να νιώθω συχνότατα την απόρριψη γονέων και δασκάλων για την ανυπακοή μου. Μεγαλώνοντας σε ηλικία αναγκάστηκα να μεγαλώσω εγώ πια τον εαυτό μου εκ νέου, σαν να ήμουν εγώ η ίδια το «παιδί μου», με σεβασμό στην ιδιαίτερη φύση και στα χαρίσματά μου (χαρίσματα που ουδέποτε έτυχαν αποδοχής ή σεβασμού από το κοντινό μου περιβάλλον όταν ήμουν μικρή). Επρεπε να σκύψω με αγάπη, να ερευνήσω, ν’ ανακαλύψω, να μάθω, και ν’ αποδεχθώ: εμένα…

Με τη διαδικασία όλη αυτή κατά νου, αποφάσισα ότι  εγώ τα παιδιά μου θα τα βοηθήσω – αν όχι να «βρούν» τον εαυτό τους, τουλάχιστον να τον αποδεχτούν… Αποφάσισα ότι δεν θα προσπαθήσω να τους επιβάλλω απόψεις, γούστα, επιλογές, δρόμους ζωής κτλ, ότι θα βάλω μεν όρια αλλά  δεν θα τα «πνίξω» στα ‘μη’… Ωραίες αποφάσεις, υπέροχες θεωρίες, ακούγονται και ψυχολογικά και παιδαγωγικά και πολιτικά ορθές, όλα καλά… Διάβασα τόνους τόμων, συζήτησα, ρώτησα, «έμαθα» ένα σωρό πράγματα. Οσο δε ήμουν άτεκνη η ίδια, έκανα και μικρές διαλέξεις σε φίλους γονείς για το πώς πρέπει να μεγαλώνουν τα παιδιά τους (σύνδρομο που το βλέπει κανείς σε αρκετούς άτεκνους ή/και άκρως εγκεφαλικούς ανθρώπους που πιστεύουν στις θεωρίες και στους κανόνες).

Όταν όμως φτάσεις να κάνεις παιδιά, όλα αλλάζουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω έρχονται σε απίστευτες αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις: από τη μία οι υπέροχες θεωρίες και αποφάσεις τις οποίες υπηρετούν, από την άλλη οι καταβολές τους (κοσμοθεωρίες, πεποιθήσεις άκριτες, προσωπικότητα), το κρυφτούλι που τους παίζει το υποσυνείδητό τους, οι επιταγές της κοινωνίας, οι συμβουλές των «ειδικών», η διαβρωτική επίδραση του σχολείου… Μένει κανείς, λοιπόν, ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του και το παιδί του, τον καθρέφτη του, και καλείται να συνάψει μία σχέση μαζί του. Ναι, αλλά  το παιδί δεν είναι μόνο καθρέφτης μας, είναι και ένας ξεχωριστός άνθρωπος, μία ξεχωριστή ψυχή με το δικό της «πρόγραμμα», τη δική της ιστορία, το δικό της προορισμό, τα δικά της μαθήματα ζωής. Και πάλι, ωραίο αυτό – στα λόγια, στη θεωρία.

Ελα όμως να τα εφαρμόσεις στην πράξη (εδώ σε θέλω κάβουρα).

Όλα πάνε θαυμάσια μέχρι την ώρα που το παιδί αρχίζει να θέλει πράγματα που αντιτίθενται στις δικές σου επιλογές (αυτό αρχίζει να συμβαίνει κι από πολύ μικρή ηλικία, μόνο που δεν το πολυπροσέχουμε!). Πιστεύεις, ας πούμε, στη μη-βία (και το εφαρμόζεις), αλλά το παιδί σου γουστάρει να  παίζει με όπλα και σπαθιά. Και καλά εσύ δεν του  αγοράζεις όπλα και σπαθιά, αλλά όλο και θα βρεθούν φίλοι και συγγενείς που θα τα κάνουν δώρο. Και άντε, τα απαγορεύεις (ή  τα εξαφανίζεις, ή κάνεις το σχετικό κήρυγμα περί πολέμου, μη-βίας, κτλ κτλ). Δεν μπορεί, κάπου θα τα βρεί! Άλλο (αφορά τις μαμάδες κοριτσιών κυρίως): οι μπάρμπι. Τα κοριτσάκια τις λατρεύουν, αλλά υπάρχουν αρκετές γνωστές μου μαμάδες που θεωρούν ότι οι κούκλες αυτές δεν είναι επιζήμιες μόνο για το περιβάλλον, αλλά και για τα τρέχοντα πρότυπα θηλυκότητας - που οφείλουν να αλλάξουν εάν θέλουμε τα κοριτσάκια μας να μεγαλώσουν αγαπώντας το σωματότυπό (και τον εαυτό) τους ως έχει… Και πάλι, μπορεί η μαμά να τις απαγορεύσει, αλλά τι γίνεται με τον υπόλοιπο περίγυρο; (Γνωρίζω και μπαμπά που αγόρασε μπάρμπι στην κόρη του κόντρα στις επιλογές κι ευαισθησίες της συζύγου του). Αυτά τα δύο είναι τα πιο στερεοτυπικά παραδείγματα, φυσικά. Εκτός από τα όπλα υπάρχουν και τα τέρατα (από τρανσφόρμερς, παλιά τα πόκεμον, μέχρι γκορμίττι), και εκτός από τις μπάρμπι υπάρχουν πλείστα όσα κοριτσίστικα παιχνίδια που προάγουν τρόπους ζωής με τους οποίους μπορεί κάποιος να μην συμφωνεί… Για να μην πω για τα διάφορα πάσης φύσεως/μεγέθους/λειτουργίας ηλεκτρονικά…

Δεν είναι μόνο τα παιχνίδια, φυσικά. Τι γίνεται με τη μουσική; Μεγαλώνεις το παιδί σου με Μότσαρτ, Χατζηδάκι και τα συναφή, και στην τρίτη δημοτικού ζητάει σιντί της Παπαρίζου/Ρουβά/Βανδή/Χατζηγιάννη, στην πέμπτη ζητάει Avril Lavigne/ Jonas Brothers/Απολλο 13, στην έκτη ζητάει  System of a Down, ΑC/DC, Μegadeth… Και πάει λέγοντας. Δεν τα παραλέω – όλα αυτά έχουν ακουστεί μέσα στο σπίτι μας, με την ταλαίπωρη μαμά (εμένα!) να θεωρεί ότι η μεγαλύτερη θυσία που κάνει για τα παιδιά της είναι να ανέχεται μουσικές που δεν γουστάρει…
Περνάς μία ζωή αντιπαθώντας τα ομαδικά σπορ (και ειδικά το ποδόσφαιρο), και έρχεται ο γιός σου και δεν μιλάει για τίποτα άλλο! Η, σου αρέσουν τα μακριά μαλλιά στα αγοράκια, και ο γιός σου ζητάει από τον κουρέα να τον κάνει σαν αμερικάνο πεζοναύτη.
Μεγαλώνεις το παιδί σου με εκδρομές και εξερευνήσεις στη φύση, και στην πέμπτη δημοτικού ζητάει στάρμπαξ και γκούντιζ (και συνεχίζει και αργότερα!). Μεγαλώνεις την κορούλα σου με πολύχρωμα φουστανάκια και από την έκτη δημοτικού φοράει μαύρα από πάνω έως κάτω (στην τρίτη γυμνασίου δέχεται έως και τα γκρί, «και άμα σ’  αρέσει»). Διαβάζεις στα παιδιά σου «υψηλή λογοτεχνία», και έρχονται σπίτι εφηβάκια τρελλαμένα με το «Λυκόφως»… Η λίστα δεν έχει τέλος. Είναι προσωπική, φυσικά, γιατί τα γούστα και τα πιστεύω του καθενός είναι προσωπικά, αλλά υπάρχει.

Για μένα ήθελε κότσια να αποδεχτώ κάποια από τα παραπάνω, και άλλα ακόμα που δεν ξέρω εάν έχει νόημα να αναφέρω (είναι πολλά!). Νιώθω να αμφισβητούνται οι αξίες μου, οι αξίες στις οποίες βάσισα (και βασίζω) τη ζωή μου, αξίες με τις οποίες έχω ταυτιστεί. Αυτό με ξεβολεύει (η πιο ήπια λέξη που μπορώ να χρησιμοποιήσω). Ισως, σκέφτομαι, δεν βοηθάει και πολύ το να ταυτίζεσαι - με οτιδήποτε...

Δεν έχω βάψει ποτέ τα νύχια μου, αλλά οι κόρες μου έχουν συλλογή από μανό. Και κάνουν και συνδυασμούς! Αντιπαθώ τα κοριτσίστικα περιοδικά τύπου «κατερίνα» και «σούπερ» (προάγουν αξίες με τις οποίες εγώ διαφωνώ κάθετα) αλλά όσες σχετικές διαλέξεις και να έχω κάνει, συνεχίζω να τα βρίσκω μέσα στο σπίτι. Θεωρώ ότι η μουσική είναι εκ των ων ουκ άνευ για την καλλιέργεια του ανθρώπου, αλλά τα παιδιά μου βαριούνται να μελετήσουν.
Όπως πολύ  συχνά οι μαμάδες, καλούμαι να κάνω τη νοσοκόμα και το γιατρό: έλα που τα παιδιά μου δεν θέλουν πάντοτε να γιατρευτούν με τους τρόπους που θέλω εγώ! Στη μία δεν αρέσουν τα αφεψήματα, η άλλη αντιπαθεί τις κάψουλες… (ο τρίτος όντας μικρός ακόμα δεν προβάλει ακόμα αντιστάσεις, αλλά το περιμένω).

…Προσπαθώ να μεγαλώνω τα παιδιά μου για να έχουν λόγο και φωνή, να έχουν άποψη, επιλογές, να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και να είναι όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα να ακολουθούν τις επιλογές τους, με μόνο την απολύτως αναγκαία παρέμβαση (για λόγους προστασίας) από μένα. Χωρίς πίεση. Λέω. Φυσικά αυτό το «απολύτως αναγκαία παρέμβαση για λόγους προστασίας» χωράει πολύ  νερό, πολλή φιλοσοφία, πολλή αυθαιρεσία, και πολλά λάθη. Τι σημαίνει «αναγκαία», τι σημαίνει «παρέμβαση», τι σημαίνει «προστασία» και τι σημαίνει "πίεση" - το περιεχόμενο των λέξεων αλλάζει από άνθρωπο σε άνθρωπο από ηλικία σε ηλικία, και από μέρα σε μέρα καμιά φορά, ανάλογα με τη συνειδητότητα… Προσπαθώ να σέβομαι τις επιλογές των παιδιών μου, κι ας ξεβολεύομαι, κι ας με ταράζουν συθέμελα κάποιες φορές (πρόσφατα η μεσαία μου κόρη αποφάσισε να μείνει με το μπαμπά της- αυτό κι αν ήταν πρόκληση)!

Δεν ξέρω εάν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή μου. Α, και υποπτεύομαι ότι καθώς μεγαλώνουν, θα δυσκολεύει κι άλλο…



Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Διαβαστεροί...


Φέτος το καλοκαίρι διαβάσαμε πολύ. Ολοι μας. Στο σπίτι όπου περάσαμε το μεγαλύτερο μέρος των διακοπών μας κουβαλήσαμε κάπου τέσσερεις τσάντες βιβλία - λογοτεχνία κατά κύριο λόγο, φιλοσοφία, ψυχολογία, κάτι από ιατρική, κάτι από μουσική... Ενα από τα περβάζια του σπιτιού είχε γίνει "παιδική" βιβλιοθήκη. Οι συζητήσεις μας συχνά είχαν να κάνουν με τους ήρωες των μυθιστορημάτων που διαβάζαμε. Νάρνια ο μικρός, Χάρυ Πόττερ η μεσαία, γκόθικ διάφορα η μεγάλη... Οι ενήλικες μάλλον παίξαμε σ' όλα τα είδη!



...Και για μπάνιο πηγαίναμε καθημερινά, και φίλους βλέπαμε, και κουβέντες κάναμε, και βόλτες πήγαμε. Για κάποιο λόγο είχαμε πάντα βιβλία υπό μάλης ή μέσα στις τσάντες μας! Κορόιδευα μάλιστα το καλικαντζαράκι οτι κρατούσε τον γιγάντιο 7ο τόμο του Χάρυ Πόττερ ως ευαγγέλιο, παντού.




Ηταν όμως κάποιες ήσυχες, μαγικές ώρες στο σπίτι, όπου ο καθένας είχε πιάσει τη γωνιά του και διάβαζε απορροφημένος... Ζούσαμε  βυθισμένοι στους φανταστικούς κόσμους μας, κι όμως απολαμβάναμε τη συντροφιά ο ένας του άλλου. 



Οταν τα παιδιά ήταν μικρότερα, το μεγάλο μου παράπονο ήταν οτι δεν προλάβαινα να  διαβάσω: διάβαζα  στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο κρεββάτι λίγα λεπτά πριν με πάρει ο ύπνος, κάποιες ευλογημένες ώρες που κοιμόντουσαν.... Πάντα σε κλεμένο χρόνο, πάντα λιγότερο από όσο ποθούσε η ψυχή μου!  Υπήρξαν εποχές που είχα ξεχάσει πώς είναι να διαβάζεις όση ώρα θες με ησυχία. Υπήρξαν εποχές που ονειρευόμουν καλοκαίρια σαν ετούτο, όπου όλη η οικογένεια θα μοιράζεται τη χαρά του γραπτού λόγου, θα προσέχει φράσεις και εκφράσεις, θα σχολιάζει και θα αναλύει χαρακτήρες και πλοκές, όπου θα λέγαμε ο ένας στον άλλον "μόλις το τελειώσεις, σειρά έχω εγώ", ή "μαμά, πρέπει να το διαβάσεις αυτό, πρέπει!" ή "μμμ, ενδιαφέρον φαίνεται τούτο εδώ"... 



Φέτος το καλοκαίρι ήτανε μία απόδειξη οτι τα  όνειρά μας γίνονται πραγματικότητα, αρκεί να έχουμε υπομονή!

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Το Ταξίδι της Ψυχής


Ένα από τα βιβλία που διάβασα φέτος και που θέλω να μοιραστώ εδώ ήταν το «Ταξίδι της Ψυχής» - έτσι θα μετέφραζα το Soul Trek της Ελίζαμπεθ Χάλλετ. Δεν πρόκειται για το οποιοδήποτε ταξίδι μιάς κάποιας  ψυχής, ούτε για θεολογική πραγματεία. Ο υπότιτλος διασαφηνίζει “Meeting our children on the way to birth” (συναντώντας τα παιδιά μας πριν γεννηθούν).

Η συγγραφέας θέτει ερωτήσεις - δεν τις απαντά. Υπάρχει ζωή πριν τη γέννηση; Από πού «ερχόμαστε»; Πώς γίνεται η επικοινωνία μεταξύ ενός ανθρώπου που ζει και κινείται στον πλανήτη μας με έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί; Διαλέγουμε τους γονείς μας; Εάν ναι, τι συμβαίνει με τα παιδιά που υιοθετούνται; Και τι συμβαίνει με τα έμβρυα που αποβάλλονται; Μπορεί μία σύλληψη να είναι συνειδητή; Πότε «μπαίνει» η ψυχή μέσα στο σώμα του εμβρύου;

Το βιβλίο πραγματεύεται όλα αυτά τα θέματα, και πολλές ακόμα λεπτότερες εκφάνσεις τους – μέσα από συνεντεύξεις και προσωπικές ιστορίες. Πάνω από 185 γονείς συνέβαλαν στο βιβλίο αυτό, το οποίο γράφτηκε εξαιτίας του ότι κατά τη συγγραφή ενός άλλου βιβλίου με θέμα το πώς αλλάζει η συνειδητότητα των ανθρώπων μέσα στον πρώτο τους χρόνο ως γονείς, η συγγραφέας «σκόνταφτε» διαρκώς σε εμπειρίες γονέων που είχαν επικοινωνία με το παιδί τους ως έμβρυο αλλά και νωρίτερα. Ετσι το βιβλίο αυτό είναι μία καλά δομημένη συρραφή πολλών ιστοριών που αν μη τι άλλο δίνουν εναύσματα για σκέψη: ερχόμαστε άραγε σ’ αυτή τη ζωή από μία άλλη κατάσταση ύπαρξης; Ερχόμαστε τυχαία, ή σε μία συγκεκριμένη οικογένεια; Εχουμε επιλογή; Οι γονείς έχουν επιλογή;

Ολες οι ιστορίες μιλούν για τον σύνδεσμο γονέα και παιδιού, κάτι που στους περισσότερους από μας μπορεί να μην είναι συνειδητό το γιατί υπάρχει, και άλλοι πιθανόν από μας να το αποδίδουν στη «φύση» των πραγμάτων (είναι κάτι το «φυσικό» ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά τους, γιατί να το σκαλίζουμε; Θα έλεγαν). Κάποιοι γονείς μιλούν για την επικοινωνία που είχαν με τα παιδιά τους πριν από την σύλληψή τους (ακόμα και χρόνια πριν!), άλλοι μιλούν για την επικοινωνία τους με την ψυχή του εμβρύου που ήδη κυοφορούνταν. Αλλοτε η επικοινωνία αυτή ήταν με τη μορφή ονείρων, άλλοτε οραμάτων, άλλοτε «τηλεπαθητικά», σαν «μεταβίβαση σκέψης», άλλοτε υπήρχε και εικόνα, ή αίσθηση εικόνας… Σημειωτέον ότι οι περισσότεροι γονείς που μοιράζονται τις προγεννητικές τους ιστορίες επικοινωνίας δεν είχαν προηγουμένως τέτοιες εμπειρίες, ούτε η θρησκευτική ή άλλη παιδεία τους τους είχε προετοιμάσει για μία τέτοια εμπειρία. Ελάχιστοι είχαν εμπειρίες «διαμέσου» προηγουμένως. Ο σκεπτικιστής αναγνώστης θα μπορούσε να βρεί πολλά κενά, πολλά παράδοξα, πολλές αλληλοσυγκρουόμενες εμπειρίες ανάμεσα στις ιστορίες αυτές, φυσικά. Και το μόνο που θα είχε να του αντιτάξει κανείς ως αντίλογο θα ήταν η ρήση του Αμλετ «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και στη γη από όσα μπορεί να ονειρευτεί η φιλοσοφία μας».

Οι δικές μου εμπειρίες επικοινωνίας με τα αγέννητα παιδιά μου ήταν λίγες και πενιχρές σε σχέση με αυτές που περιγράφονται στο βιβλίο. Κάποιες, μάλιστα, μόνο εκ των υστέρων τις αντελήφθην ως τέτοιες! Λέγοντας «λίγες και πενιχρές» δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία τους, ούτε τη βαθιά επίδραση που είχαν μέσα μου. Καμιά φορά δυό λόγια ή μία εικόνα που «απαντούν» σε σκέψεις, ανησυχίες, ή προβληματισμούς είναι αρκετά, φαίνεται, για να εδραιώσουν τη βεβαιότητα ότι η ψυχή που θα στεγαστεί στο κυοφορούμενο έμβρυο είναι «παλιός γνώριμος».

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι κατά τον 5ο μήνα της πρώτης μου κύησης, σε έναν πολύ όμορφο διαλογισμό/προσευχή, ένιωσα μία σαφή αλλαγή στην ενέργεια – ξαφνικά υπήρχε και κάποιος άλλος, πολύ κοντινός μου άνθρωπος που διαλογιζόταν μαζί μου. Ανοιξα τα μάτια μου, αλλά ούτε στο δωμάτιο ούτε στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς άλλος. Αναρωτήθηκα ‘ποιος’, και η απάντηση ήρθε από την κοιλιά μου, άφωνα, με μία μικρή κίνηση: ‘εγώ’! Από τότε πάντοτε διαλογιζόταν και προσευχόταν μαζί μου (τώρα, το μόνο που κάνει με θρησκευτική ευλάβεια είναι να βάφει και να διακοσμεί με αυτοκολλητάκια τα νύχια της!) Κάποτε, πριν το υπερηχογράφημα εκείνο που θα έδειχνε το φύλο της (το οποίο μου είχε προειπωθεί σε όνειρο, αλλά εγώ δεν το πίστεψα), την είδα στον ύπνο μου ως παιδάκι ενάμιση έτους, και τη ρώτησα αν είναι αγοράκι ή κοριτσάκι. Με κοίταξε με ύφος απίστευτα πειρακτικό, σα να μου έλεγε «αφού το ξέρεις, τι ρωτάς χαζομάρες» και μου είπε  με φωνή ενήλικου: «πάντως είμαι γαλάζιο»! Πού να ήξερα, τότε, ότι εννοούσε την απόχρωση της αύρας της!
Η μεσαία μου κόρη, λίγες μέρες μετά τη σύλληψή της, καθώς έβαλα το χέρι μου στην κοιλιά μου, μου είπε νοερά «ήρθα κι εγώ!» Το θυμήθηκα κανά-δυό χρόνια αργότερα, όταν τρέχοντας ή μπουσουλώντας ερχόταν ανάμεσά μας στο κρεββάτι, κι έλεγε με νάζι και δυναμισμό συγχρόνως «ήρθα κι εγώ!». Ο τρόπος ήταν γνώριμος και χαρακτηριστικός!
Άλλη αντίστοιχη ανάμνηση έχω από την τρίτη μου κύηση, όπου ρώτησα το μωρό ποιος είναι. «τι ποιος είμαι; Είμαι ο αδελφός της …» και είπε το όνομα της μεγάλης κόρης. Επέμεινα εγώ «ναι, αλλά ποιος;» «Ενας ιππότης από τα παλιά» μου απάντησε, και τον ένιωσα να μου κλείνει το μάτι. Όταν γεννήθηκε είχε μία απίστευτα ευγενική φυσιογνωμία, που σίγουρα δεν θύμιζε την εικόνα που είχα για τους σκληροτράχηλους μεσαιωνικούς ιππότες. Ξαναθυμήθηκα τη φράση αυτή όταν, μόλις τριάμιση ετών, περπατούσαμε με τις αδελφές του και κάποιες φίλες σε μονοπάτι με πολλές φυλλωσιές, και επέμενε να κρατήσει τα κλαδιά μέχρι να περάσει και η τελευταία από μας, και μετά να ακολουθήσει ο ίδιος!

Στο βιβλίο, δεν έχουν μόνο οι μέλλουσες μαμάδες εμπειρίες επικοινωνίας με τα παιδιά τους πριν τη γέννα, έχουν και οι μπαμπάδες – ο μπαμπάς των δικών μου παιδιών άκουγε συχνά τη μεγάλη να παίζει πιάνο και να τραγουδάει. Δεν την άκουσα ποτέ, πάντως σήμερα η μουσική της ευφυία. και η φωνή της είναι από τα ιδιαίτερα χαρίσματά της.

Εμπειρίες επικοινωνίας φαίνεται να έχουν και οι γονείς που υιοθετούν παιδιά. Θεωρώ ότι κατά την ίδια λογική που δεν φαίνεται να είναι τυχαίος ο ερχομός μίας συγκεκριμένης ψυχής σε μία συγκεκριμένη οικογένεια με ‘φυσικό’ τρόπο, έτσι δεν είναι τυχαίο το ποια παιδιά έρχονται σε μία οικογένεια εξ υιοθεσίας. Το βιβλίο το επισημαίνει αυτό, πάλι μέσα από ιστορίες γονέων που υιοθέτησαν παιδιά. Κάποτε μέσα σε ένα λεωφορείο υπήρξα ωτακούστρια σε μία ιστορία που έλεγε μία γυναίκα σε μία άλλη – για χρόνια δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει, και κάποια στιγμή τεκνοποίησε η νύφη ή η κουνιάδα της, η οποία απεβίωσε πριν το μωρό κλείσει χρόνο. Μη υπαρχούσης άλλης πρόθυμης θετής μαμάς στην οικογένεια, ανέλαβε το μωρό η αφηγήτρια. Όταν το κοριτσάκι έγινε τριών-τεσσάρων ετών της είπε με μεγάλη σοβαρότητα «εγώ πάντα σε σένα ήθελα να έρθω, αλλά η κοιλίτσα σου δεν μπορούσε να με κρατήσει, και έτσι ήρθα στην…» (είπε το όνομα της βιολογικής της μητέρας) «και έτσι κατάφερα να έρθω κοντά σου». Η γυναίκα είχε προηγουμένως διαβεβαιώσει τη συνομιλήτριά της ότι δεν είχαν πει στο παιδί ότι η ίδια δεν ήταν η φυσική του μητέρα!

Το βιβλίο δεν δίνει απαντήσεις, δεν πρεσβεύει κάποια θεωρία/δόγμα/θεολογία έναντι κάποιας άλλης. Δίνει μόνο ιστορίες που γεννούν περισσότερες απορίες, αλλά  συγχρόνως (και παραδόξως) είναι κατατοπιστικές και ανακουφιστικές. Λένε το ‘τι’ αλλά όχι το ‘γιατί’ ή το ‘πώς’. Η κάθε ιστορία και εμπειρία είναι μοναδική, παρότι κάποιες φαίνεται να συγκλίνουν σε κάποια δεδομένα (π.χ. το ότι τα παιδιά δεν έρχονται τυχαία σε τυχαίες οικογένειες). Φυσικά και αυτό, το «μη-τυχαίο» γεννά πάμπολλα εύλογα ερωτήματα (π.χ. πώς επιλέγουν κάποια παιδιά να γεννηθούν σε οικογένειες κακοποιητικές ή παραμελητικές, όπου οι γονείς μπορεί να είναι χρήστες ουσιών ή έχουν μία οποιαδήποτε άλλη αντικοινωνική συμπεριφορά). Παρότι δεν δίνονται απαντήσεις, όμως, και μόνο η ανάγνωση των αφηγήσεων αυτών και ο προβληματισμός σχετικά με τα θέματα αυτά διευρύνει τη συνειδητότητα και πιθανώς εκλεπτύνει και την αντίληψή μας – πολλές φορές με τέτοιους τρόπους γεννιέται μέσα μας η αναζήτηση της πνευματικότητας…


ΥστερόΓραφο:
Θα ήταν ίσως ωραίο και ενδιαφέρον να συλλέγαμε και στην Ελλάδα ιστορίες προγεννητικής επικοινωνίας, έστω να τις μοιραζόμαστε διαδικτυακά, ακόμα και να τις εκδίδαμε σε μορφή βιβλίου. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές, κι έχουν πολλά να μας διδάξουν.