Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα - συνέχεια

...Κι ακούστε τώρα ένα παραμύθι. Μου το διηγήθηκε ένα άλλο (όχι τόσο σοβαρό) νηπιαγωγάκι, καθ' οδόν από το σχολείο.
"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιππότης. Μεγάλος ιππότης. Ιππποτάρα, όμως. Και σαν σωστός ιππότης έπρεπε να πάει στον πόλεμο. Αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει, δεν του άρεσε καθόλου ο πόλεμος. Τι να κάνει; Αφού υπήρχανε κακοί! Πήγε λοιπόν στο Θεό, και του εξήγησε, καιι του ζήτησε να κάνει τους κακούς καλούς, ώστε να μη χρειάζεται να πάει να τους σκοτώσει."
Και ο Θεός τι έκανε;
"Τον άκουσε, κατάλαβε οτι είχε δίκιο. Κι έκανε τους κακούς καλούς, και ο ιππότης δεν χρειάστηκε να κάνει κανέναν πόλεμο"

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα

Νομίζω πάντοτε τα παιδιά ξάφνιαζαν τους μεγάλους με  τη σοφία τους. Οι μεγάλοι, πάλι, όταν πουν να δώσουν σημασία σε ότι λέει το παιδί τους, τα βρίσκουν όλα "σοφά", ή τουλάχιστον έξυπνα ή χαριτωμένα. Διαβάζω κατά καιρούς σε μπλόγκ μαμάδων διάφορα τέτοια, κυρίως αστείες ατάκες μικρών παιδιών (και ξεκαρδίζομαι, είναι η αλήθεια), και αναλογίζομαι κι εγώ τις δικές μας οικογενειακές ατάκες που κατά καιρούς θυμόμαστε όταν έχουμε κέφια ως οικογένεια, και τις ξαναλέμε ("μαμά πάμε σπίτι επιτέλους, θα κοιμηθώ πάνω μου"). Στα παιδιά αρέσει πολύ να τους θυμίζεις μερικά από αυτά που έλεγαν ως μικρά...

Αυτό τον καιρό, με την κρίση στην οποία υποκείμεθα εξαιτίας των τραπεζών, θυμήθηκα ένα περιστατικό που συνέβη πριν 10 χρόνια, όταν η χεβυμεταλλού νεράιδα ήταν ένα μικρό σοβαρό νηπιαγωγάκι. Κάπου πηγαίναμε και καθ' οδόν σταματήσαμε για να πληρώσουμε σε ένα ατμ ένα λογαριασμό πιστωτικής κάρτας. Μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο ο μπαμπάς της με ρώτησε "πού πάει ο μπαμπάς;" Και παραθέτω το διάλογο, που θυμάμαι σαν τώρα. "Να πληρώσει μια πιστωτική κάρτα, στην τράπεζα". "Δηλαδή;" "Εχεις παρατηρήσει που κάποιες φορές όταν αγοράζουμε κάτι δεν δίνουμε λεφτά, αλλά δείχνουμε μια πλαστική καρτούλα;" "Ναι" "Ε, μετά, στο τέλος του μηνός, πάμε στην τράπεζα και δίνουμε τα λεφτά στην τράπεζα." "Α." (Παύση) "Δηλαδή η τράπεζα έχει πολλά λεφτά, ε;" "Ε, ναι". "Αυτό δεν είναι σωστό". "Τι εννοείς;" "Οτι δεν κάνει να έχει πολλά λεφτά." "Γιατί;" "Δεν πρέπει ένας να έχει πάρα πολλά λεφτά, πρέπει όλοι να έχουμε από λίγα λεφτά, για να φτάνουν για όλους".

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η κουβέντα, γιατί ποτέ δεν είχαμε συζητήσει κάτι τέτοιο με τον μπαμπά της, και δεν φανταζόμουν να μάθαιναν πολιτική οικονομία στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας. Το είπε δε πολύ απλά, όχι με τον τόνο που παίρνουν τα παιδιά όταν ξέρουν οτι θα πούν μια εξυπνάδα ή θέλουν να σε εντυπωσιάσουν. Ενας λογικός και φυσικός συλλογισμός, απλά. Και σκέφτομαι πόσο συχνά (και πόσο πολύ) διαστρέφεται αυτή  η απλή φυσική συλλογιστική των νεαρών ανθρώπων περνώντας από το σύστημα εκπαίδευσης σχολείου και τρέχουσας κοινωνίας, και πόσο θα ήθελα να ζω σε ένα κόσμο που να κυβερνιέται από τέτοιες αρχές και λογικές.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Γιαγιάδες


Όπως υπάρχουν λογιών-λογιών μαμάδες, υπάρχουν λογιών-λογιών γιαγιάδες. Γιαγιάδες καλοκάγαθες ασπρομαλούσες με λευκό κότσο που πλέκουν ολημερίς και λένε παραμύθια πλάι στο τζάκι (και ζουν συχνότερα στα παραμύθια απ’ ότι στη ζωή), γιαγιάδες στυλάτες ξανθομαλλούσες με φροντισμένα νύχια και γόβες που πάνε τα εγγόνια τους στις παραστάσεις της Λυρικής, γιαγιάδες που ζουν στο χωριό και που βάζουν τα μωρά κατσικάκια μέσα στο σπίτι για «να μη χαλάσουν χατίρι στα παιδιά» και παίζουν όλοι μαζί, γιαγιάδες που εργάζονται σε γραφεία και διακοσμούν τον τοίχο τους με τις ζωγραφιές των εγγονών τους, γιαγιάδες που εργάζονται αμισθί ως μπέιμπυ-σίτερ στα εγγόνια τους, γιαγιάδες που φροντίζουν αλλονών εγγόνια επί πληρωμή, γιαγιάδες που πάνε σε διαδηλώσεις, γιαγιάδες που έχουν κότες και βάζουν μποστάνι, γιαγιάδες που φοράνε μαύρα και γιαγιάδες που φοράνε χαϊμαλιά, γιαγιάδες που πλέκουν βλέποντας τηλεόραση, γιαγιάδες που παίρνουν πτυχία συμβουλευτικής, γιαγιάδες που θέλουν να υποκαταστήσουν τις μαμάδες, γιαγιάδες που υποκαθιστούν τις (μετανάστριες) μαμάδες, γιαγιάδες που μαγειρεύουν ωραία και γιαγιάδες που προτιμούν να παραγγέλνουν φαγητό απέξω… Υπάρχουν γιαγιάδες που βάζουν όρια, αλλά οι περισσότερες δεν διανοούνται να χαλάσουν χατήρι στα εγγόνια τους, και γι αυτό αναπτύσσουν ιδιαίτερη σχέση ζεστασιάς, φροντίδας, συνωμοτικής (ενίοτε) αποδοχής. Το σίγουρο είναι ότι οι γιαγιάδες μας όπως κι αν είναι (ή ήταν) μας επηρεάζουν με τρόπους άλλοτε αντιληπτούς και συνειδητούς, άλλοτε αόρατους και ανεπαίσθητους.

Οι γιαγιάδες μου δεν έμοιαζαν σε τίποτα. Η μία μας έφυγε πριν 3 χρόνια, ένα μήνα πριν τα 95α της γενέθλια. Ηταν κάποια χρόνια κατάκοιτη, δεν άντεχε πια τον ήλιο και δεν έβγαινε πια έξω στη βεράντα ή  στον κήπο της. Η κοπέλα που την πρόσεχε μου έλεγε ότι αναπολούσε τις μέρες που  με είχε σπίτι της μικρή και με φρόντιζε. Μετά από μπόλικα εγκεφαλικά διατηρούσε ακόμα το νου της, και περίμενε να γυρίσει στο σπίτι της από το νοσοκομείο για να πεθάνει (ενώ όλοι περίμεναν και προτιμούσαν να φύγει ‘βολικά’ από το νοσοκομείο). Εφυγε  ήσυχα, 20 λεπτά αφότου έφτασε στο σπίτι. Ισχυρή προσωπικότητα, επιβαλλόταν δικτατορικά σχεδόν στην επικράτειά της (στους  γιούς της, οι νύφες  της και τα εγγόνια της δεν την πολυ-άντεχαν) και απαιτούσε. Δύσκολος άνθρωπος, με άκαμπτες αντιλήψεις, ήθελε να έχει τα πάντα υπό τον έλεγχό της. Μεγάλη κατάλαβα τον πόνο, την πίκρα και την ταλαιπωρία που την έκαναν να λειτουργεί έτσι… Σιγά-σιγά, από θραύσματα συνομιλιών από δω κι από κει, κατάφερα να συνθέσω την ιστορία της ζωής της: υλικό για μυθιστόρημα άλλων εποχών!

Η μητέρα της πέθανε πολύ νωρίς, και όταν ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε την πεντάχρονη μικρή την έστειλε στο χωριό: ένα μικρό, φτωχό, ορεινό χωριό της δυτικής Ηπείρου, μια βουνοκορφή μακριά από τα σύνορα με την Αλβανία. Δεν είχε μάλλον κανέναν επιβλέποντα ενήλικα να τη φροντίζει, όλο το χωριό (ήταν λίγο-πολύ συγγενείς) τη φρόντιζε. Μια νύχτα, λέει, με χιόνι ένα μέτρο, καθώς πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο μόνη της, παραπάτησε, χτύπησε, κι έχασε τις αισθήσεις της. Ωρες αργότερα την βρήκε κάποιος μισοθαμμένη μέσα  στο χιόνι, και έτσι επέζησε. Μερικά χρόνια αργότερα ήρθε και η μητριά με τη μικρή της κόρη στο χωριό, και η 7χρονη Ελένη αναγκάστηκε να τις υπηρετεί. Στα 10 ξαναγύρισε στην Αθήνα, πήγε και λίγο σχολείο, αλλά στα 13 της ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιον, ο οποίος την επανεγκατέστησε και πάλι στο χωριό… Ο παππούς μου στα νιάτα του δούλευε φούρναρης στην Πόλη: ερχόταν στην Ηπειρο για να «σπείρει παιδιά», που έλεγαν τότε, να φέρει χρήματα, και να ξαναφύγει. Η γιαγιά μου ζούσε με την πεθερά της, μεγαλώνοντας γιούς. Ενιωθε ότι η πεθερά της την καταδυνάστευε, βάζοντάς την  σε χειρότερη μοίρα από τους εγγονούς της, και ιδιαίτερα τον πρωτότοκο… Πέρασε περιπέτειες πολλές και δύσκολες, γέννησε 4 αγόρια (τον νεώτερο  στην Αθήνα), κι έμεινε χήρα το 1971. Ο ένας της γιός ξενιτεύτηκε στον Καναδά και πέθανε εκεί, ο άλλος της γιός αυτοκτόνησε στα 50-κάτι του. Ητανε αυστηρή, δεν χάριζε και δεν χαριζόταν σε κανέναν εκτός από τα εγγόνια της (και όχι πάντα), και είχε μέσα της μια μόνιμη πίκρα,  την οποία δεν την άντεχε κανείς για πολύ. Αντιπαθούσε, δε, σφοδρά, σαν κλασσική ελληνίδα πεθερά, τις νύφες της. Απέκτησε 3, οι δύο έφυγαν σε απόσταση ασφαλείας (μία στον Καναδά, η άλλη στη Φινλανδία) και η μητέρα μου επιβίωσε στην ίδια πόλη απλά επειδή έτυχε να είναι ίσης δυναμικότητας και πυγμής.

Τη  θυμάμαι να έχει κουνέλια και κότες (μετά το θάνατό της, ένας στριφνός γηραιός γείτονας μου είπε ότι πολύ παλιά είχε μέχρι και γουρούνια) κι έναν ανθηρό κήπο. Είχαμε πάντα αυγά, θυμάμαι, και πού και πού έσφαζε καμιά κότα για σούπα… Ο κήπος και το κοτέτσι ήταν η χαρά των παιδικών μου χρόνων. Θυμάμαι που κάποτε είχε κόψει μια βερυκοκιά, κι εγώ στενοχωρήθηκα, και κάλυψα τον κομμένο κορμό με λάσπη και ξαναβλάστησε… Εκείνη όμως ήθελε να φυτέψει κάτι άλλο εκεί, και τον ξανάκοψε, και έριξε πετρέλαιο επάνω, οπότε ξεράθηκε και μπόρεσε να την ξεριζώσει για να φυτέψει δεν-θυμάμαι-τι. Τα πρώτα μου μαθήματα κηπουρικής. Είχε μεταφέρει το χωριό στην πόλη (όλα αυτά που περιγράφω γίνονταν στο Χαλάνδρι) γιατί ήταν απλά  θέμα επιβίωσης. Σημειωτέον ότι στη γειτονιά υπάρχει άλλη μία γιαγιά (80-κάτι σήμερα) που καλλιεργεί το οικοπεδάκι δίπλα στο σπίτι της, κι έχει ακόμα κότες! Η γιαγιά της  οποίας το όνομα φέρω σήμερα, εκτός από την αγάπη της (την τόσο ιδιόρρυθμα εκφρασμένη) μου μετέδωσε την αγάπη για τη φύση, για τα ζώα και τα φυτά, και την αγάπη για την αυτάρκεια.

Εφτιαχνε υπέροχο λικέρ κεράσι, και πίττες. Όταν ήθελε να φτιάξει πίττα, άνοιγε φύλλο. Και δεν περιοριζόταν στο σπανάκι της αγοράς. Εβγαινε στη γειτονιά και μάζευε 4-5 ειδών χόρτα, και η πίττα μοσχομύριζε πεντανόστιμη. Λυπήθηκα που την άφησα να φύγει χωρίς να της  ζητήσω να μου μεταδώσει τη γνώση αυτή. Νομίζουμε πως τους δικούς μας ανθρώπους θα τους έχουμε πάντα κοντά μας, και καλά. Αργότερα πονούσε η μέση της και δεν μπορούσε να σκύψει, ούτε έβλεπε καλά για να μου δείξει. Μετά αποτραβήχτηκε, κι έφυγε. Μου άφησε όμως παρακαταθήκη την αγάπη αυτή… (τώρα πια έχω αγοράσει βιβλία με φωτογραφίες για την αναγνώριση των φυτών και των βρώσιμων χόρτων, και  τα παίρνω μαζί μου στις εξοχές, και πάντα σκέφτομαι «τι θα μάζευε η γιαγιά»).

Δεν με άφησε ποτέ να ασχοληθώ με τον κήπο – ήταν ο δικός της κήπος, κι εγώ δεν είχα θέση εκεί. Για τη γιαγιά μου είχα θέση σε κάποιο σχολείο ή πανεπιστήμιο μόνο, μια που για εκεί με πρόοριζε ο πατέρας μου – και η επιθυμία του πατέρα ήταν νόμος για εκείνην, τελεία και παύλα. Ετσι έζησε, εξάλλου. Ακόμα και όταν «αποσύρθηκε από τα εγκόσμια» μένοντας κατάκοιτη, στο όνειρό μου την έβλεπα να κάνει βόλτες και να επιθεωρεί τον κήπο της, να σκαλίζει εδώ και να ξεχορταριάζει απαλά εκεί, λέγοντάς μου με την παρουσία της ότι ο κήπος είναι ακόμα δικός της κι ας μην μπορεί να βρίσκεται εκεί με το υλικό της σώμα! Μια μέρα πριν το οριστικό φευγιό της από το σώμα ήρθε και πάλι στον ύπνο μου και μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτό που ήθελε από μένα ήταν να φυτεύω τον κήπο, ναι, και να βάζω τα λουλούδια που της άρεσαν: νεραγκούλες, βιολέττες, τουλίπες, μανουσάκια.

Η άλλη γιαγιά, πάλι, άλλη ιστορία. Ταλαιπωρημένη και αυτή από την πατριαρχία, αλλά η ζωή της ήταν πιο χαρούμενη. Κόρη ενός εμπόρου μετανάστη από τη Σμύρνη, έζησε τα εφηβικά της χρόνια στην Καλαμάτα, σε σπίτι με κήπο, μαζί με τα’ αδέλφια της που ακολούθησαν στα αχνάρια του πατέρα. Στα 16 της ήταν ήδη εργαζόμενη κοπέλλα: καπελλού που έραβε αριστουργήματα για τις κυρίες της εποχής. Είχε, λέει, μάλιστα, ταξιδέψει ως την Αθήνα με τις άλλες καπελλούδες της Πελοποννήσου για να αγοράσουν τσόχες, και θυμάται που έμειναν τρία βράδια σε οικοτροφείο θηλέων. Μιλάμε για την δεκαετία του 1930… Θεωρείτο μεγάλη καλλονή στην εποχή της (την έλεγαν «η λευκή ορτανσία» μου είχε εξομολογηθεί κάποτε ο παππούς), και μετά από ερωτικό φλερτ (μέσω επιστολών, όπως επέτασσε η εποχή) παντρεύτηκε τον παππού μου στα 18. Εκείνος ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερός της,  ήδη είχε τελειώσει τη Σχολή Τηλεγραφητών στην Ξάνθη, και εργαζόταν στα Ταχυδρομεία. Σπάνιος νέος  για την ομορφιά του κι αυτός, δεν κάπνιζε, και ήξερε όλους τους ευρωπαϊκούς χορούς. Ηταν ένας γάμος από έρωτα, και παρόλους τους απίστευτους  καυγάδες τους (η κυρά-Θάλεια – έτσι τη φώναζαν όλοι – είχε πνεύμα ανεξάρτητο και χειραφετημένο, ήξερε τις ικανότητές της, ήταν και δυναμική) τους θυμάμαι πάντα σαν ζευγάρι που αγαπιώνταν βαθιά.

Με  την εμπειρία και το ταλέντο της έραβε εκείνη τα ρούχα  των παιδιών της (έκανε πέντε), και είχαν να το λένε το πώς ξεσήκωνε τα φιγουρίνια της εποχής και τα παιδιά της (και η ίδια) ήταν πάντα ντυμένα στην τελευταία λέξη  της  μόδας. Ζούσαν στην οδό Αρκαδίας, στους Αμπελοκήπους, και αργότερα στην Αγία Παρασκευή (το σπίτι τους ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτησία του ΙΚΑ και παραμένει ακόμα στην ίδια μορφή μέσα  σε χορταριασμένο οικόπεδο, Μεσογείων και Πατρόκλου),και τα παιδιά τους πήγαιναν σε ιδιωτικό σχολείο. Πέρασαν την Κατοχή με στερήσεις αλλά όχι με πείνα, μια που είχαν διατηρήσει την επαφή τους με το χωριό, και είχαν λάδι και σταφίδες. Για τις εγκυμοσύνες της η γιαγιά μου είχε πάει μία και μοναδική φορά στο γιατρό. Όταν την έπιαναν οι πόνοι, απλά πήγαινε και γεννούσε. Όταν την έπιασαν οι πόνοι για να γεννήσει τη μητέρα μου, λέει, άφησε τον μεγάλο στη γειτόνισσα, και περπάτησε από την Αρκαδίας μέχρι την Ακαδημίας που ήταν το νοσοκομείο (στο τωρινό Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων), και γέννησε. Δεν είχε άλλο τρόπο να πάει, και μόλις που πρόλαβε…

Στην Αθήνα της δεκαετίας του 50 και του 60, τα  αγαθά ήταν λίγα (και κακής ποιότητας) και προνόμιο ακόμα λιγότερων. Η γιαγιά μου με τις φίλες της είχαν ανακαλύψει «τους Αμερικάνους». Ηταν συνήθως οικογένειες στρατιωτικών που στέλνονταν στις εδώ Βάσεις (στις «Βάσεις του Θανάτου» που λέγαμε ως εξεγερμένα νειάτα στη δική μου εποχή) για ένα, δύο, ή περισσότερα χρόνια, έφερναν την οικοσκευή τους με έξοδα του Αμερικάνικου στρατού στην Ελλάδα, αλλά έπρεπε να την μετακομίσουν με δικά τους έξοδα πίσω, οπότε πουλούσαν τα πράγματά τους. Κουζίνες, ψυγεία, κρεββάτια, παιχνίδια, βιβλία, ρούχα, μπιμπελό, όλα προς πώληση. Η γιαγιά μου αγόραζε (το σπίτι της ήταν ασφυκτικά γεμάτο από χιλιάδες πανέμορφα αντικείμενα τα οποία χάνονταν μέσα στον απίστευτο συνωστισμό), και ενίοτε πουλούσε σε γνωστές και φίλες, προκειμένου να έχει δικά της χρήματα. Επεδίωκε πάντα να είναι οικονομικά ανεξάρτητη, δεν ήθελε «να δίνει λογαριασμό» σε κανέναν, η ανεξαρτησία και η αυτοδιάθεση ήταν αξίες ζωής γι αυτήν. Θυμάμαι κάποτε που σηκώθηκε και έφυγε ένα πρωί, λέγοντας απλά στον παππού μου ότι θα πάει για μια βδομάδα στην Ιταλία! Της άρεσαν οι βόλτες, και μόλις έπιανε λεφτά στα χέρια της τα φύλαγε για ταξίδια. Εμένα  μ’ έπαιρνε κάθε χρόνο και πηγαίναμε στην Εκθεση Θεσσαλονίκης, να δούμε την έκθεση, αλλά να δούμε και τις φιλενάδες της. Και όταν ήτανε η σειρά  της να με κρατήσει, ως παιδί, σπάνια μέναμε στο σπίτι, μπαίναμε στο λεωφορείο και πηγαίναμε στο Κεφαλάρι, στη Γλυφάδα, ή  στο Διόνυσο.

Όπως πολλοί τότε, έτσι κι εκείνη είχε ελπίσει βαθιά κι είχε πιστέψει στο «Γέρο της Δημοκρατίας», και με  τη Χούντα ασφυκτιούσε. Είναι μάλλον θαύμα το ότι δεν την είχαν συλλάβει εκείνο τον καιρό, γιατί τη θυμάμαι να βρίζει τον Παπαδόπουλο και να εξαίρει τον Παπανδρέου δημόσια, μέσα  στα λεωφορεία, γενομένης συζητήσεως! Δεν χώνεψε ποτέ τον Καραμανλή. Κατέβαινε πάντα στις πορείες του Πολυτεχνείου, από πολύ πριν καθιερωθούν στον πολύ κόσμο. Με τη γιαγιά μου πήγα στην πρώτη μου πορεία, πρώτη λυκείου με κοπάνα απ’ το σχολείο, και φυσικά οι γονείς μου δεν το ξέρουν ακόμα! (Αν ποτέ διαβάσουν αυτό το κείμενο θα το μάθουν!) Στη μεγάλη εκείνη προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, που όλη η οικογένεια έβλεπε από την τηλεόραση (η γιαγιά απούσα), την είδαμε σκαρφαλωμένη σε μία στάση στο Σύνταγμα. Νομίζω κράταγε και πράσινο μπαλόνι! Ηταν ήδη 60-κάτι ετών.

Πριν από ένα χρόνο και κάτι μήνες έχασε τον παππού μου, 99 ετών παρά κάτι μήνες, και αυτό κλόνισε όλο τον κόσμο της: είχαν ζήσει μαζί πάνω από 70 χρόνια, έρωτα, παιδιά, πόλεμο, εγγόνια, ταξίδια, δισέγγονα, ιστορίες αμέτρητες. Του θύμωσε, φυσικά, που έφυγε πρώτος, γιατί ποτέ  δεν άντεχε να μένει μόνη της για πολύ, ειδικά  στο σπίτι. Λίγο μετά το μνημόσυνο έπεσε από μία καρέκλα (πάντα επιδιδόταν στα ακροβατικά, το ΚΑΤ την ήξερε καλά) κι έσπασε το κεφάλι της, αλλά αυτό ήταν όλο. Τώρα ζει στην κόρη της, σε μια παράξενα  συγκινητική κατάσταση. Το πρόσωπό της έχει ξαναστρογγυλέψει, και θυμίζει θλιμμένο μωρό στη μορφή και στην ψυχή.

Αυτό το κείμενο κάπου πρέπει να τελειώσει. Οι ιστορίες των γιαγιάδων μου είναι ατελείωτες, όμως. Καθώς γράφω τις νιώθω να έρχονται κοντά μου – η γιαγιά μου η Ελένη έχει γαληνέψει πια και είναι μία διακριτική παρουσία – και να  μου θυμίζουν κι άλλες  ιστορίες και σκηνές και καταστάσεις… Σα να μου ψιθυρίζουν «γράψε κι αυτό, κι αυτό». Ετσι γράφτηκε το κείμενο αυτό. Με απέραντη ευγνωμοσύνη στις δύο απίθανες γιαγιάδες μου, που σφράγισαν τη ζωή μου η καθεμιά με τους δικούς της τρόπους. Και ξέρω ότι με το δικό τους τρόπο είναι κι οι δυό περήφανες για μένα τώρα πια.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Χειμερινό Ηλιοστάσιο


"για το χειμώνα είναι καλύτερη μια λυπητερή ιστορία, γεμάτη ξωτικά και καλικάντζαρους"
(Σαίξπηρ "Η Χειμωνιάτικη Ιστορία")

Ένα από τα νέα οικογενειακά μας έθιμα είναι να μαζευόμαστε με φίλους τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, και να διαβάζουμε ιστορίες. Ο καθένας μας (ασχέτως ηλικίας) καλείται να φέρει ένα κείμενο να μοιραστεί με τους υπόλοιπους… Ένα δικό του, ή κάτι που βρήκε γραμμένο – να το διαβάσει, ή να το αφηγηθεί.
Μαζευόμαστε, λοιπόν, στο σπίτι των φίλων μας (που έχουν κι αυτοί τρία παιδιά), με άλλους 4-5 φίλους, καθόμαστε γύρω από το τζάκι, πίνουμε ζεστό κρασί με μπαχαρικά και φρούτα, και ξεκινάμε. Ο αφηγητής κάθεται σε μία ιδιαίτερη πολυθρόνα με ένα φωτάκι από πάνω, και τα φώτα χαμηλώνουν.
Πέρσι ξεκίνησε ο μικρούλης της παρέας. Δευτέρα δημοτικού, και μας απήγγειλε το ποιηματάκι που μάθαιναν στην πρώτη «αν όλα τα παιδιά της γης πιανόνταν χέρι-χέρι…» Ανετος, και με την επίγνωση ότι αυτό είναι ένα «οικουμενικό» όραμα. Η οικοδέσποινα μας διάβασε ένα δικό της κείμενο με αναμνήσεις από τα παιδιά της χρόνια στο χωριό της όταν ερχότανε το χιόνι. Μας ταξίδεψε στην Πρώτη Σερρών του 1960-70-κάτι, με εικόνες, γεύσεις, σκέψεις, συναισθήματα, ακόμα και τα κουτσομπολιά του χωριού! Η φιλενάδα μας γράφει υπέροχα, και μεταφέρει τα βιώματά της με σπάνια ευαισθησία. Η μικρή κόρη της οικοδέσποινας διάβασε την Χρυσομαλλούσα και τις Τρείς Αρκούδες.
Η σοβαρή μας νεράιδα, παρά την έμφυτη συστολή της μπροστά σε ακροατήριο, διάβασε το παραμύθι με τους τρείς αδελφούς και τους«κλήρους του θανάτου» που διαδραματίζει τόσο μεγάλο ρόλο στο έβδομο βιβλίο του Χάρυ Πόττερ. Ακόμα και οι ενήλικες που χλεύαζαν ως τότε τις ιστορίες του Χάρυ Πόττερ εξεπλάγησαν με το βάθος της ιστορίας ετούτης… (δεν σας τη λέω, να την ψάξετε!) Εγώ ήμουν ανάμεσα στο παραμύθι με την Ομορφη Βασιλίσσα και τη Μπάμπα Γιάγκα, και στο παραμύθι με τις τρείς φτωχές θυγατέρες και τον μάγο που τους κλέβει το σάκο με τα φλουριά (που κάποτε είχα ακούσει σε ένα χαλασμένο σιντί με ιρλανδέζικα παραμύθια). Σαν να είμαστε συνενοημένες, η φιλενάδα μας η βοτανολόγος (που είναι και ξαδέρφη μου πνευματική) επέλεξε τη Μπάμπα-Γιάγκα, κι εγώ κατέληξα στο ιρλανδέζικο παραμύθι…
 Ενας άλλος φίλος διάβασε κάποια εναλλακτικά θεατρικά κείμενα για το Χριστό, και ο καλός μου διάβασε την ιστορία της γέννησης του Χριστού όπως την είδε και την περιέγραψε ένας Αγγελος… Η μεγάλη κόρη της οικοδέσποινας μας διάβασε ένα κείμενο που κυκλοφορούσε πολύ στο ίντερνετ πέρσι και πρόπερσι, και αποδιδόταν στο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές (που το αποποιήθηκε τελικά) άκρως διδακτικό και συγκινητικό. Ο δε οικοδεσπότης αντί κειμένου μας έβαλε ν’ ακούσουμε ένα τραγούδι: το "Σπόρο που Ηθελε να Γίνει Δάσος" της (αγαπημένης) Νικολέττας Αναστασίου.
Σ’ αυτές τις βραδιές όλοι μας φέρνουμε από κάτι φαγώσιμο, αλλά η οικοδέσποινα φτιάχνει τη σπεσιαλιτέ της παρέας: κολοκυθόσουπα! Και αφού φάμε και πιούμε, κι εκεί κάπου (ή λίγο πριν) τα παιδιά αποκοιμηθούν στους καναπέδες, πιάνουμε το τραγούδι. Γιατί η παρέα έχει και τον κιθαρωδό της, που δεν πάει πουθενά χωρίς την κιθάρα του (και τις παρτιτούρες του!)… Νύχτα μαγική από κάθε άποψη!
Ετσι και φέτος. Μαζευτήκαμε στο ζεστό φιλόξενο σπίτι των Μεσογείων οι ίδιοι λίγοι φίλοι – μόνο που φέτος έλειπε  η μεγάλη κόρη του σπιτιού: η οποία παρότι μακριά έστειλε στη μαμά της με ημέηλ και sms τη φράση που ήθελε να διαβάσει σε όλους μας: «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Παρούσα φέτος ήταν η καλικαντζαρούλα μας (πέρσι είχε ξωμείνει στο μπαμπά της τέτοια μέρα). Διάλεξε να πει την Πεντάμορφη Βασιλίσσα, ή μάλλον να τη διαβάσει. Είναι, λέει, το αγαπημένο της παραμύθι. Χωρίς χρόνο να το κάνει πρόβα το διάβασε ωραία, prima vista, παρ’ όλες τις παράξενες λέξεις που περιείχε ( «ορμήνια», «σβηούσε», κτλ).
Και ο μικρός; Τρίτη δημοτικού, φέτος, είχε το φιλόδοξο σχέδιο να κάνει περίληψη το τρίτο κατά σειρά βιβλίο των Χρονικών της Νάρνια, το «αγόρι και τ’ άλογό του». Η καλή νεράιδα προσφέρθηκε να του κάνει γλωσσική επιμέλεια στην περίληψη, δουλειά που έγινε στο λάπτοπ της μικρής μέσα στο αυτοκίνητο καθ’ οδόν… Η αφήγηση του νεαρού με εντυπωσίασε: αφού διάβασε την περίληψη, συνέχισε να μιλά για την ιστορία σαν να ζούσε μέσα σ’ αυτήν, σαν να γνώριζε τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους από χρόνια… Κατάφερε να μας μπερδέψει όλους δεόντως με την παράθεση γεγονότων και ονομάτων και λεπτομερειών, και χρειάστηκε κάποιες «οριοθετικές» παρεμβάσεις από τους μεγάλους, που με καίριες ερωτήσεις κατάφεραν να τον ξαναφέρουν στο «τέλος» της ιστορίας…
Η οικοδέσποινα μας διάβασε δυό κείμενα που είχε γράψει για δύο θείες της που σημάδεψαν την παιδική της  ηλικία (κάτι σαν τις νεράιδες των παραμυθιών, μόνο πιο γήινες!) – μας συγκίνησε, μας έκανε να γελάσουμε, μας ταξίδεψε και πάλι ανάμεσα στο χτες και στο προχτές… Ο σύντροφός της διάβασε στίχους των Πινκ Φλόυντ, και ο κιθαρωδός μας διάβασε σκέψεις του που γράφει κατά καιρούς στο σημειωματάριό του. Η πνευματική  μου ξαδέρφη είχε βρεί μία ενδιαφέρουσα παλιά παραλλαγή της Ωραίας και του Τέρατος, όπου το δώρο που ζήτησε η μικρή  κόρη (η Ωραία) από τον πατέρα της ήταν ένα ανθισμένο κλαδί καρυδιάς, και όπου το Τέρας ήταν ένας γιγάντιος αρκούδος. Πάντα στο θέμα του πώς η αγάπη και η εμπιστοσύνη μεταμορφώνει τα δεδομένα και εξελίσσει τον άνθρωπο…
Η δική μου ιστορία βρέθηκε «τυχαία» στο ίντερνετ 2-3 μέρες πριν, και μιλούσε για το πώς ένας άνθρωπος πήγε στην υπηρεσία εκείνη που κατoχυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα για να «κατoχυρώσει» το όνομα του Θεού, και τι έγινε εκεί… (είναι μια μικρή ιστορία της Κλαρίσσα Πινκόλα Εστές, της συγγραφέως που έγραψε το θρυλικό “Women who Run with the Wolves”). Μου άρεσε γιατί ήταν σύντομη και ολίγον «κουφή», σαν ιστορία ζεν.
Μία φίλη μας που πέρσι δεν είχε φέρει κείμενο μόνο άκουσε τα δικά μας, έφερε ένα από τα αγαπημένα  της βιβλία, τις «σημειώσεις για τον Ηράκλειτο» του Ρατζνίς. Ανοιξε τυχαία μία σελίδα, και μας διάβασε ένα κομμάτι που μιλούσε για τη σχέση της κοινωνίας με την ατομικότητα του ανθρώπου. Διάβαζε ωραία, σαν να μας μιλούσε, ένα «ξεχασμένο» κάλεσμα για πολιτική ανυπακοή… Κατόπιν περάσαμε σε μία άλλη ατμόσφαιρα: η μεσαία κόρη της οικοδέσποινας «τσίμπησε» ένα κείμενο από αυτά που προηγουμένως έκανε  στο φροντιστήριο. "Ο ξεπεσμένος Δερβίσης", του Παπαδιαμάντη. Τι παράξενο. Κι εγώ, τη μέρα εκείνη μίλησα για το κείμενο αυτό, για το νάι (νέι το λέμε σήμερα). Αγαπημένο διήγημα,  αγαπημένο πνευστό. Το διάβασε με ελαφρά δυσκολία, μια που  η γλώσσα του συγγραφέα είναι παράξενη σε σχέση με την τρέχουσα ελληνική, αλλά το διάβασε αργά, ατμοσφαιρικά, τόσο που έβλεπες το καφενείο, τον δερβίση, τον σαλεπιτζή, τόσο που άκουγες σχεδόν τον μαγικό ήχο της ανατολίτικης φλογέρας μέσα από τα λόγια του συγγραφέα.
Η τελευταία ιστορία ήρθε από τον σύντροφό μου. Μια εβδομάδα τη γυρόφερνε στο νου του, στο τέλος την έγραψε, αν και δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Δύο εικόνες του σήμερα, δύο καταστάσεις που κατά κάποιον τρόπο γνωρίζει εκ του σύνεγγυς: από τη μία το πλούσιο σπίτι που «νοίκιασε» έναν Αγιο Βασίλη να έρθει να κάνει εφφέ και να δώσει τα ακριβά δώρα στα παιδιά της οικογένειας, και από την άλλη η οικογένεια ενός απλήρωτου ιδιωτικού υπαλλήλου, που γνώρισε τις λαϊκές συνελεύσεις του Συντάγματος, τα χαριστικά παζάρια, τις ολοένα και αυξανόμενες πρωτοβουλίες αλληλοβοήθειας μέσα στην πόλη. Μίλησε για τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη των δύο οικογενειών, τις πηγές όπου αντλούν χαρά, τη διαφορά των αξιών, την παλιά και τη νέα ενέργεια δηλαδή… Κάποιοι είχαν ψιλο-αποκοιμηθεί πια, η ώρα είναι περασμένη και σήμερα η μέρα ήταν εργάσιμη, αλλά 2-3 ακούγαμε την ιστορία όλοι αυτιά, γιατί είτε αναγνωρίζαμε τους εαυτούς μας, είτε χαιρόμαστε την περιγραφή.
Τα παιδιά (εκτός της σοβαρής νεράιδας, που φέτος ο ρόλος της περιορίστηκε στην επιμέλεια κειμένου του αδελφού της) είχαν όλα κοιμηθεί όταν καθίσαμε να φάμε την κολοκυθόσουπα. Η αυριανή μέρα ήτανε μέρα σχολείου, και είπα μέσα μου ότι εάν τα παιδιά δεν θέλουν, θα τα αφήσω να κοιμηθούν το πρωί, κι ας πάρουν απουσία. Η εμπειρία της αφήγησης και της ακρόασης τόσων διαφορετικών κειμένων ήταν σίγουρα πιο εκπαιδευτική από μία συνηθισμένη μέρα σχολείου. Οι κουβέντες γύρω από το τραπέζι είχαν μια γλυκειά οικειότητα και μια ζεστασιά καρδιάς. Είμαστε πολύ αλλιώτικοι μεταξύ μας οι μεγάλοι, αλλά αγαπιόμαστε, αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, κάνουμε χώρο μεταξύ μας για να  υπάρξουν άνετα και χωρίς τριβές οι διαφορετικότητές μας. Νιώθουμε ασφαλείς μες στη φιλία μας. Κι αυτό εκπαιδευτικό, σκέφτομαι. Πόσο συχνά άραγε νιώθουν έτσι τα παιδιά μέσα  στο σχολείο τους, μέσα στη σχολική τάξη; Η ώρα περνάει, δεν είμαστε μαθημένοι στο ξενύχτι οι μεγάλοι, και τα παιδιά δήλωσαν ότι θέλουν να πάνε σχολείο, άρα πρέπει να ξυπνήσουν. Μα δεν μπορούμε να το διαλύσουμε χωρίς τραγούδι. Εστω, ένα. Λέμε πέντε (ποτέ δεν μένουμε στο ένα!), και μαζευόμαστε. Βάζω παπούτσια στα παιδιά που είναι χυμένα στους καναπέδες, και τα σηκώνω βάζοντάς τους συγχρόνως και τα μπουφάν (οι απίστευτες δεξιότητες που αναπτύσσουν οι μαμάδες). Ευχές και φιλιά και αγκαλιές απ’ όλους για όλους, πριν βγούμε στο κρύο ψιλόβροχο να μπούμε στο αυτοκίνητο.

Και έτσι γιορτάζουμε τον ερχομό του χειμώνα.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Μιλάμε για τους φόβους μας;

Εδώ και δυόμιση χρόνια στην Ελλάδα "βρέχει φόβο". Οσοι έχουν την ατυχία να παρακολουθούν τηλεόραση έχουν εμποτιστεί για τα καλά με το συναίσθημα αυτό... Η κοινωνία που ζούμε "περνάει κρίση", και αυτό καθρεφτίζεται ολοκάθαρα στις αλλαγές που συμβαίνουν: άνθρωποι χάνουν εισοδήματα και πόρους επιβίωσης, εργασία, πατρίδα, και μαζί μ' αυτά την αυτοεκτίμησή τους, την πίστη τους, τη χαρά τους. Και τα παιδιά δεν μένουν αμέτοχα. Στο παρακάτω ταινιάκι τα παιδιά μίας έκτης δημοτικού μιλούν για τους φόβους τους - οι περισσότεροι έχουν να κάνουν με την "κρίση" και την επιβίωση, με την προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Πάντα μου αρέσουν οι ταινίες που βγαίνουν από τα χέρια των παιδιών, όταν τα παιδιά παίρνουν την κάμερα και το μικρόφωνο και μιλούν με τη δική τους (αυθεντική και αληθή) φωνή. Αφενός είναι εμψυχωτικό για τα ίδια, αφετέρου είναι εκπαιδευτικό για τους (λεγόμενους) μεγάλους - εμάς δηλαδή. 

Απολαύστε την!


Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο Μπαζάρ για Ξεblogάρισμα!



To ξεblogάρισμα διοργανώνει στις 3 και 4 Δεκεμβρίου το χριστουγεννιάτικο μπαζάρ του για την ενίσχυση των απόρων κρατουμένων και των παιδιών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας. Στο μπαζάρ που θα πραγματοποιηθεί στο Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30 στο Μεταξουργείο, θα διατεθούν σε πολύ χαμηλές τιμές χριστουγεννιάτικα, χειροποίητα είδη δώρων, παραδοσιακά προϊόντα, βιβλία και ρούχα. Επίσης μεταχειρισμένα ρούχα με 2 ευρώ, καινούργια βρεφικά και παιδικά σετ με 3 ευρώ, χειροποίητα κεριά με 2 ευρώ κ.ά. Οι ώρες λειτουργίας θα είναι το Σάββατο από τις 11,30 το πρωί ως τις 8 το βράδυ και την Κυριακή από τις 11 το πρωί ως τις 5 το απόγευμα. Στη διάρκεια του μπαζάρ θα συλλέγουμε είδη πρώτης ανάγκης για τις φυλακισμένες και τα παιδάκια: Σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σερβιέτες, χαρτί υγείας, απορρυπαντικό για πλύσιμο ρούχων, υγρό καθαρισμού χώρου, σαπούνια, τηλεκάρτες. Περισσότερες πληροφορίες στο http://xeblogarisma.blogspot.com/

 Το ξεblogάρισμα είναι μια ομάδα bloggers που ξεκίνησε την δράση της πριν από 4 περίπου χρόνια με σκοπό τη βοήθεια και την οικονομική ενίσχυση των παιδιών 0-3 ετών που κρατούνται μαζί με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας. Το πλαίσιο υποστήριξης, μαζί με τα 20 περίπου παιδάκια και τις μαμάδες τους, περιλαμβάνει επίσης και τις 90 και πλέον άπορες φυλακισμένες. Οι εθελοντές του ξεblogαρίσματος πραγματοποιούν συχνές αποστολές ειδών πρώτης ανάγκης στον Ελεώνα και διοργανώνουν εκδηλώσεις με τα έσοδα των οποίων καλύπτουν άμεσες ανάγκες των παιδιών και των απόρων. Επίσης, συμμετέχουν οικονομικά σε αποφυλακίσεις, στηρίζουν το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των φυλακών, ενθαρρύνουν την εθελοντική προσφορά μαθημάτων δημιουργικής απασχόλησης και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων μέσα στις φυλακές και ευαισθητοποιούν τον κόσμο από το blog τους.
 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Συγκίνηση, περηφάνια, θαυμασμός


Ως μαμά, ποτέ δεν έχω νιώσει περήφανη (αλλά ούτε  και μη-περήφανη) για τους μεγάλους βαθμούς ή για τους επαίνους από δασκάλους και καθηγητές. Γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει υποκειμενική διάσταση των πραγμάτων, ξέρω πόσο συμβατικά μετριέται η επίδοση στο σχολείο και πόσο η υποκειμενικότητα και οι πρότερες εμπειρίες επηρεάζουν την κρίση των ανθρώπων. Ετσι εξάλλου λειτουργώ κι εγώ η ίδια, κι από αυτή τη θέση γράφω πάντα.

Είναι φορές, λοιπόν, που  τα παιδιά μου με εκπλήσσουν και νιώθω περήφανη, πολύ περήφανη γι αυτά. Χτες-προχτές είχαν εκλογές για το 15-μελές στο γυμνάσιο της μεγάλης. Τώρα το κορίτσι αυτό είναι σε μία ηλικία που το βάρος της προσοχής πέφτει στις σχέσεις της με τους ανθρώπους, στην εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, και στην ενδοσκόπηση. Είναι αυτή η κλειστή (για τους ενήλικες) περίοδος, που ο έφηβος απαντά μονολεκτικά (εάν δεήσει και σου απαντήσει, δηλαδή), που οι φίλοι και οι φίλες έχουν τον πρώτο λόγο στη ζωή της, που το σχολείο (και η μάθηση εν γένει) είναι απλά το φόντο όπου εκτυλίσσεται η κύρια δράση της  ζωής…

Αργά το βράδυ (μετά από διάφορες πρόβες στα ρούχα, και σχετικό ψάξιμο στις  μετεωρολογικές  προβλέψεις) μου είπε ότι θα βάλει υποψηφιότητα για τις εκλογές. Ηταν πολύ αργά και θεώρησα σοφότερο να μη ρωτήσω το γιατί και το πώς, και το άφησα… Η σκέψη μου ήταν ότι μπορεί να θέλει να «ρίξει» κάποιον που της αρέσει, ή κάτι τέτοιο. Την επόμενη το πρωί (μαύρο χάραμα) που την πήγαινα στη στάση, μου εξέφρασε την ανησυχία της ότι ναι μεν είχε πολλά να πει (για το νόημα των εκλογών, για το νόημα της εκπροσώπησης κτλ) αλλά δεν ήξερε πώς να αρχίσει και από πού. Σημειωτέον ότι είναι ένα εξαιρετικά ντροπαλό και λιγόλογο πλάσμα έτσι κι αλλιώς. Μέχρι να έρθει το πούλμαν δεν προλάβαμε να πούμε και πολλά λοιπόν. Γυρνώντας σπίτι έκανα τη σχετική συζήτηση με τον καλό μου, και του μίλησα για τον προβληματισμό μου σχετικά με το γιατί έβαλε υποψηφιότητα η νεαρά. Α, μου λέει, εμένα μου τα είπε! Το πρώτο της μέλημα, λέει, είναι να ακουστεί η φωνή της, να «αποκτήσει φωνή» μέσα στο σχολείο. Το δεύτερο είναι, λέει, ότι δυό χρόνια τώρα παρατηρεί ότι στο 15-μελές μπαίνουν κυρίως παιδιά της τρίτης, και τα παιδιά της πρώτης και της δευτέρας δεν εκπροσωπούνται, δεν ακούγονται οι δικές τους απόψεις. Και θέλει να δώσει βήμα και φωνή ακριβώς στα πρωτάκια και στα δευτεράκια που δεν ακούγονται. Αλλά δεν περιμένει, λέει, ότι θα βγεί γιατί δεν είναι ούτε ρήτορας ούτε πολύ γνωστή ή δημοφιλής.
Εκεί που νόμιζα ότι ήθελε απλά να ρίξει γκόμενο, η νεαρά είχε στόχο (και αυτογνωσία) μάλλον σοβαρότερα από τον μέσο έλληνα πολιτικό. Την ίδια μέρα που ορκιζόταν μία μη-εκλεγμένη κυβέρνηση στην Ελλάδα, ένα παιδί έβαλε υποψηφιότητα «για να δώσει φωνή σ’ αυτούς που δεν έχουν». Και παιδί μου να μην ήταν, πάλι περήφανη θα ένιωθα.

Τις προάλλες ο μικρός (τρίτη δημοτικού) είχε αγώνα ποδοσφαίρου, και από τη φροντίδα του ξύπνησε ώρες νωρίτερα. Ημέρα Σάββατο, και όλη η οικογένεια χαίρεται το ότι δεν έχει πρωινό εγερτήριο («μη με ξυπνάς απ’ τις έξι πριν  ακόμα η μέρα να φέξει» κτλ), αλλά ο νεαρός είναι σε υπερδιέγερση. Ξέρει ότι η μαμά θα ξυπνήσει καμιά ώρα πριν τον αγώνα για να φτιάξει πρωινό κτλ. αλλά αυτός δεν κρατιέται! Χωρίς να ξυπνήσει κανέναν, έβαλε κορνφλέικς στο μπωλάκι του, αλλά διαπίστωσε ότι το γάλα είχε σχεδόν τελειώσει. Κοίταξε τα λεφτά που είχε, ήταν κάτω από ένα ευρώ. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ντύθηκε, κατέβηκε και βρήκε ψιλά στο πορτοφολάκι που έχουμε για διόδια, φανάρια, κτλ. Συμπλήρωσε την τιμή του γάλατος, και πήγε και αγόρασε ένα λίτρο από το περίπτερο της γειτονιάς. Και έκατσε κι έφαγε το πρωινό του. Οι υπόλοιποι ξυπνήσαμε όπως είπα, μιά ώρα και κάτι πριν τον αγώνα – ώρα που έφτανε για να πάρω γάλα, να φτιάξω πρωινό, και να τον πάω στο γήπεδο… Αλλά  αυτός ήταν ήδη, αθόρυβα κι υπομονετικά, έτοιμος!

Ξέρω ότι στην ηλικία του, σε άλλες εποχές και άλλα μέρη, τα παιδιά έκαναν (και κάνουν) περισσότερα πράγματα, και αναλάμβαναν (και αναλαμβάνουν) περισσότερες πρωτοβουλίες, κάποια εργάζονται κιόλας σκληρά… Αλλά δεν μπορώ να μην συγκρίνω με το δικό μου μέτρο: στην ηλικία του εγώ κάποτε αποφάσισα να πάω να δω την (ίδιας ηλικίας) ξαδέρφη μου (2-3 χιλιόμετρα μακριά, στο ίδιο προάστειο), βρήκα χρήματα για ταξί, περπάτησα μέχρι την πλατεία που είχε πιάτσα (ένα τέταρτο με τα πόδια), πήρα το ταξί (που δεν μου πήρε λεφτά λόγω του νεαρού  της ηλικίας μου!!!) και πήγα. Πήρα και τηλέφωνο τους γονείς μου (που ήταν στη δουλειά εκείνη την ώρα) και τους ενημέρωσα… Ηρθαν και με πήραν πάραυτα, φρικαρισμένοι και με φωνές, κι έφαγα τόσο πολύ ξύλο που δεν θέλω να το θυμάμαι πια (μέχρι πριν ένα χρόνο ένας θείος μου, ογδοηκοντούτης πια, το θυμόταν και είχε να το λέει, πώς τόλμησα να κάνω κάτι τέτοιο παιδάκι πράμα). Θέλω να πω, τέτοια πράγματα δεν ενθαρρύνονταν όταν εγώ ήμουν μικρή, κι απ’ ότι συζητάω με άλλες  μαμάδες, ούτε και τώρα…

Το καλικαντζαράκι, πάλι, είναι αλλιώς: με συγκινεί, και τη θαυμάζω. Με όλη τη διπλωματική ευγένεια που τη διακρίνει, δεν διστάζει να κοπανάει κανονιές του τύπου: «Λες για μας ότι είμαστε εθισμένοι με το ίντερνετ, αλλά κι εσύ δεν πάς πίσω! Μη σου πω ότι μας ξεπερνάς κιόλας!» Η, παλαιότερα, όταν τσακωνόμαστε με τον πατέρα της στεκόταν ανάμεσά μας με σταυρωμένα χέρια, και: «Σταματήστε να τσακώνεστε! Τι παράδειγμα νομίζετε ότι μας δίνετε! Τι μας λέτε μετά να μην τσακωνόμαστε εμείς;» Με πολλή φυσικότητα, χωρίς καμία επιθετικότητα, έτσι απλά. Οσο απλά μου είπε κάποτε που γκρίνιαζα για το βάρος μου «μαμά δεν είσαι χοντρή, είσαι μαμά».
Όταν έμαθε να φτιάχνει κρέπες το καλοκαίρι, σηκωνόταν (από μόνη της) νωρίτερα από όλους, για να έχει έτοιμες τις κρέπες για το πρωινό της οικογένειας. Η ήσυχη φροντίδα της για τα μικρά πράγματα, για τους ανθρώπους και τα ζώα, για τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, με συγκινεί βαθιά. Θαυμάζω τη δημιουργικότητα και τη θεατρική της εκφραστικότητα – ειδικά όταν κάνει μιμήσεις ημών των ιδίων, και (εσχάτως) και των καθηγητών της  στο σχολείο. Τι καταπληκτικό χάρισμα να κάνεις τον άλλον να γελάει με την καρδιά του! Θαυμάζω την καλαισθησία της, που εκφράζεται με χίλιους και έναν τρόπους: από τη ζωγραφική και τις κατασκευές της, την τάξη στη ντουλάπα της, μέχρι το απίστευτο γούστο της  στα ρούχα – ότι ρούχο έχω αγοράσει με δική της παραίνεση, ή συμβουλή, ή επικύρωση γούστου με κολακεύει αφάνταστα (εννοείται ότι εκείνη παίρνω μαζί μου όταν πάω να ψωνίσω ρούχα!). Μία Κοκό Σανέλ στο σπίτι, σε συνδυασμό με μια Κατίνα Παξινού, με ολίγη Γιαγιά Ντάλτον μέσα στο μείγμα. Θαυμάζεις και τρομάζεις, όλα σε ένα!

Γράφοντας (και σκεπτόμενη) για όλα αυτά εξερευνώ παράλληλα και  τη φύση των δικών μου συναισθημάτων. Κάνω διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά μου; Τι σημαίνει θαυμάζω; Τι σημαίνει είμαι περήφανη; Σε τι ανταποκρίνεται μέσα μου το κάθε παιδί, τι μου βγάζει; Τρείς διαφορετικοί άνθρωποι, τρείς διαφορετικοί καθρέφτες, τρείς διαφορετικές όψεις του εαυτού μου, τρείς διαφορετικοί κόσμοι. (Κι εγώ ένας, τέσσερεις). Τα ιεραρχώ όλα  αυτά, ή τα σέβομαι και τα τιμώ  το ίδιο; Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους γονείς να «προτιμούν» (να προ-τιμούν) το ένα τους παιδί έναντι των άλλων, ή πάλι να το υποτιμούν; Κι ας μην το παραδέχονται ούτε και στον εαυτό τους πολλές φορές…

Ένα είναι το ηθικό δίδαγμα για μένα: ότι είναι απίστευτο δώρο να ζεις με παιδιά. Καθώς σαν άνθρωποι ζούμε το εδώ και το τώρα, η αντίληψή μας είναι περιορισμένη, και δεν έχουμε τη δυνατότητα να δούμε την «ευρύτερη εικόνα» της εξέλιξης των πραγμάτων. Βολευόμαστε και με τα στερεότυπα, επίσης. Τα παιδιά ξεβολεύουν τις αντιλήψεις μας, κι αυτός είναι ο τρόπος που μας κρατούν πάντα νέους. Ζώντας με παιδιά, μαθαίνεις να περιμένεις το απρόσμενο (και να το διαχειρίζεσαι κιόλας), μαθαίνεις να μη βγάζεις εύκολα συμπεράσματα: ένα παιδί μπορεί να ψοφάει για αγκαλίτσες και νανουρίσματα, και παράλληλα να μαζεύει χαρτζηλίκι και να παραγγέλνει τούρτα-έκπληξη για τη δασκάλα του από το ζαχαροπλαστείο χωρίς να το πει σε κανέναν. Μία έφηβη μπορεί να συζητάει ώρες στο φέισμπουκ για γκομενικά, και παράλληλα να φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει αυτούς που δεν έχουν φωνή. Ένα κορίτσι μπορεί να φοβάται τους σκοτεινούς δρόμους της γειτονιάς, αλλά να μη διστάζει να μιλήσει την τσουχτερή της αλήθεια στους μεγάλους. Μπορεί να φαίνεται το πιο εύθραυστο και τρυφερό πλάσμα στον κόσμο, και από την άλλη να μη διστάζει να βουτήξει με το κεφάλι σε νέες περιπέτειες και αλλαγές ζωής…