Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Οι ηρωίδες μου


Η μέρα της γυναίκας κάθε χρόνο με αγγίζει κατά ιδιαίτερο τρόπο – υπήρξαν εποχές που ο σύντροφός μου έφερνε τριαντάφυλλα στο σπίτι ("give us bread but give us roses" που έλεγε και το πρώτο εκείνο τραγούδι που καθιέρωσε την «ημέρα» αυτή), και υπήρξαν εποχές που έβγαινα με φίλες «να το γιορτάσουμε». Πάντα την ημέρα αυτή, κάτι έκανα. Κάτι ιδιαίτερο, γιατί για μένα είναι σημαντικό να τιμάται η γυναικεία φύση μέσα στον ανδροκρατούμενο κόσμο στον οποίο ζω. Πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου θέλοντας να είμαι αγόρι, μέσα σε μια οικογένεια που το θηλυκό ήταν τελείως υποβαθμισμένο (παρά το γεγονός ότι η μητέρα μου ήταν μια πολύ δυναμική προσωπικότητα). Εχω δύο κόρες, και θέλω να τους εμφυσήσω τον σεβασμό και την τιμή που τους πρέπει ως γυναίκες – να μην εκχωρούν την ιδιαίτερη δύναμή τους, να εκτιμούν τη γυναικεία φιλία, να γνωρίζουν την αξία τους ως ανθρώπινα όντα που γεννήθηκαν με  αυτό το (μάλλον πολύπαθο) φύλο. Η μία μου κόρη, μάλιστα, συνελήφθη ακριβώς την ημέρα αυτή!

Η ιστορία που διδασκόμαστε από τα βιβλία του σχολείου είναι γεμάτη με άντρες-ήρωες. Στην αρχαία ιστορία οι Αμαζόνες βρίσκονται εκεί ως ηττημένες από έναν άντρα-ήρωα, οι εταίρες εάν και εφόσον αναφέρονται έχουν το ρόλο (άλλου ενός) ανδρικού αξεσουάρ,  ο «μέγας» Αλέξανδρος φέρεται να είχε μόνο πατέρα (τον Φίλιππο) – στα σχολικά βιβλία πουθενά δεν αναφέρεται η Ολυμπιάδα (μύστις των Καβειρίων Μυστηρίων, όπου γνώρισε τον Φίλιππο και δέχτηκε να τον παντρευτεί), η Υπατία δεν υπάρχει πουθενά… Στη βυζαντινή ιστορία οι γυναίκες εμφανίζονται ως καλόγριες, εξουσιομανείς ή πόρνες (πάλι αντρικά αξεσουάρ) ή, στην καλύτερη περίπτωση ως εξιστορήτριες ανδρικών κατορθωμάτων. Στη νεώτερη ιστορία οι γυναίκες εξυμνούνται από τους σχολικούς ιστοριογράφους όταν αναλαμβάνουν αντρικούς ρόλους. Δεν είναι εύκολο για τα κορίτσια να βρουν ηρωίδες-πρότυπα που να τιμούν τη γυναικεία τους φύση.
Μέσα στα άλλα που έκανα φέτος για να τιμήσω την εντός μου γυναίκα, ήταν να κάτσω να σκεφτώ τις γυναίκες που επηρέασαν τη ζωή μου, τις γυναίκες που μου έδωσαν δύναμη και περηφάνια, τις δικές μου ηρωίδες. Τέσσερεις μου ήρθαν στο νου: η Τζέην Εϋρ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Πρού Σαρν (η ηρωίδα της Μαίρυ Γουέμπ στο «Ακριβό Φαρμάκι»), και η Κομμαντάντα Ραμόνα (η μεξικάνα μαχήτρια του EZLN).

Για την "Κόκκινη Ρόζα" μπορεί κανείς να διαβάσει και να βρεί πολλά στο διαδίκτυο και αλλού. Το 1986 η Μαργκαρίττε φον Τρόττα έκανε ταινία τη ζωή της, και μάλιστα βραβεύτηκε στις Κάννες  γι αυτήν. Η πρωταγωνίστρια είπε ότι ήταν η μοναδική μη-νευρωτική γυναίκα που έχει παίξει! Εχω δει την ταινία τουλάχιστον 10 φορές, κι έχω διαβάσει την αλληλογραφία της (ένας τόμος-τούβλο που με συντροφεύει χρόνια τώρα). Μέσα στο νου μου ενσάρκωνε πάντα την γυναίκα αγωνίστρια για τη κοινωνική δικαιοσύνη και την ειρήνη. Μέσα στη φυλακή (που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της) είχε φτιάξει κήπο, και καλλιεργούσε λουλούδια.  Ως θεωρητικός του μαρξισμού, ήταν βαθιά στοχάστρια, και η δύναμή της ήταν πρωτίστως η σκέψη και ο λόγος της. Πίστευε στη δύναμη της συλλογικότητας (που τότε ονομαζόταν «οι μάζες») και οι επισημάνσεις της σχετικά με το όφελος (και μη) του πολέμου είναι επώδυνα επίκαιρες και σήμερα.

Για την Ραμόνα επίσης μπορεί κανείς να βρεί αρκετές πληροφορίες: αναφέρεται ως η διοικήτρια των στρατιωτικών δυνάμεων που κατέλαβαν το Σαν Κριστομπάλ στην Τσιάπας την 1η Ιανουαρίου 1994 και «ξεκίνησαν» την Ζαπατιστική Επανάσταση. Μία μικροκαμωμένη Ινδιάνα ντυμένη με το παραδοσιακό χουιπίλ, με ζαπατίστικη μάσκα, που δεν μιλούσε καν (πολλά) ισπανικά, που διέτρεχε τα χωριά του νοτίου Μεξικού μιλώντας με γυναίκες και άντρες, αφυπνίζοντας συνειδήσεις και ενδυναμώνοντας καταπιεσμένους. Συνέγραψε τον "Επαναστατικό Νόμο για τις Γυναίκες", και δούλεψε ακούραστα μέχρι το τέλος της  ζωής της για τις γυναίκες του Μεξικού. Πέθανε κυριολεκτικά στο δρόμο. Πολλοί μεξικανοί σήμερα την θεωρούν κάτι σαν την Παναγία, και λένε ότι είχε «μπόλικο κομπιναιζόν» (ή μισοφόρι που λέγανε παλιά… αυτό που λέμε στα ελληνικά «αρχίδια» - αλήθεια, σκέφτομαι, σε πόσες γλώσσες το θάρρος και η δύναμη κατονομάζεται ως κατοχή ανδρικών γεννητικών οργάνων… ενώ στη ζωή μου, τουλάχιστον, περισσότερο θάρρος και δύναμη έχω δει από γυναίκες παρά από άντρες!) Εχω ένα μπλουζάκι με μία ζαπατίστρια με καλυμμένο πρόσωπο και κοτσίδες, και τα λόγια της Ραμόνα, που το αγαπώ πολύ. Για κάποιο ακατανόητο (από μένα) λόγο, η επαύριο της ημέρας που πέθανε ήταν μία μέρα περίεργου πένθους αλλά και πνευματικής αφύπνισης για μένα (όπως διαβάζω στο ημερολόγιο που κρατούσα τότε) παρότι δεν ήξερα και πολλά γι αυτήν ούτε φυσικά γνώριζα ότι πέθανε. Η Ραμόνα για μένα ενσαρκώνει τη δύναμη της δράσης: για την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την αξιοπρέπεια. Οι γυναίκες της Τσιάπας – και εγώ – της χρωστούμε πολλά.
Δύο αληθινές μαχήτριες για την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.

Οι άλλες δυό μου ηρωίδες είναι αλλιώτικες. Κατ’ αρχήν είναι μυθιστορηματικές! Η μαχητικότητά τους δεν είναι πολύ ορατή ή αισθητή. Για άλλα πράγματα με εμπνέουν. Η «Τζέην Εϋρ» θεωρείται μία ιστορία προδομένης αγάπης, και είμαι σίγουρη ότι αναρίθμητα «άρλεκιν» έχουν γραφτεί στο μοτίβο της νεαρής γκουβερνάντας που ερωτεύεται το μεγαλύτερο σε ηλικία πλούσιο και μυστηριώδες αφεντικό της. Για μένα αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος της ιστορίας, σχεδόν «πρόφαση». Όταν ήμουν μικρή (πρωτοδιάβασα το βιβλίο στα 9-10 μου χρόνια) με τρόμαζε και συγχρόνως με προβλημάτιζε η παιδική της ηλικία στο ίδρυμα με την αγαπημένη της φίλη, και το πώς δεν έγινε ηττοπαθής, άβουλη και φοβική μετά από τέτοιες εμπειρίες. Γιατί η Τζέην Εϋρ μόνο άβουλη δεν ήταν! Στα τελευταία χρόνια της εφηβείας μου πρόσεξα ιδιαίτερα τη φάση εκείνη που φεύγει από το αρχοντικό εγκαταλείποντας τον αγαπημένο της, διαλέγει το μονοπάτι που ‘δεν γνωρίζει πού πηγαίνει’, παίρνει τους φόβους της κι ένα δεματάκι παραμάσχαλα, και περιπλανιέται στις ερημιές της βορείου Αγγλίας μόνη, απένταρη, αλλά όχι ουσιαστικά απελπισμένη. Στο δρόμο χάνει το δεματάκι και μένει με τους φόβους! Αφήνεται στη ροή, θα λέγαμε ίσως σήμερα. Μένει μόνη της μέσα στη φύση, κοιμάται κάτω από τα άστρα, περιπλανιέται μέχρις εξαντλήσεως. Η περιπλάνηση μέσα στη φύση «χωρίς σκοπό» πάντα με γοήτευε, και στα νιάτα μου το έκανα συχνά: μου αρέσει και σήμερα να κοιμάμαι κάτω από τα άστρα στις ερημιές, και ουδέποτε ένιωσα ότι διέτρεχα κάποιον κίνδυνο. Είχα συχνά την αίσθηση ότι «δεν έχω κανέναν συγγενή παρά μόνο την συμπαντική μητέρα: τη Φύση» ("Τζέην Εϋρ", κεφ. 27) και αφηνόμουν σε εκείνη. Αυτό με βοήθησε πολύ στον αυτοπροσδιορισμό μου.
Ως ενήλικη, η Τζέην Εϋρ μου «είπε» άλλα. Η ηρωίδα άκουγε ξεκάθαρα την εσωτερική της φωνή – που, όπως στους περισσότερους από μας, λέει πράγματα που πάνε κόντρα στη λογική και στο συναίσθημα – και την τιμούσε. Δεν «βολευόταν» με τη λογική και το συναίσθημα, δεν επιδίωκε την «εξασφάλιση» κι ας κινδύνευε η ίδια της η επιβίωση - ο εσωτερικός της μονόλογος (ειδικά όταν αποφασίζει να φύγει από τον αγαπημένο της) το αποκαλύπτει αυτό ξεκάθαρα. Δεν βολευόταν. Όταν η σχέση άρχισε να γίνεται συναισθηματικά κακοποιητική γι αυτήν, έφυγε. Παρέμεινε πιστή στις αρχές της και κυρίως στην εσωτερική της φωνή, και δεν έμεινε σε μία σχέση λιγότερο ικανοποιητική από όσο την ήθελε. Δεν έκανε εκπτώσεις και δεν έπαιξε το ρόλο του θύματος. Πήρε των ομματιών της, που λέμε. Και αργότερα, όταν της προτάθηκε να παντρευτεί και να πάει ως σύζυγος ιεραποστόλου στην Αφρική,  αποφάσισε ότι επρόκειτο για μία σχέση που δεν την κάλυπτε συναισθηματικά. Και πάλι είπε «άντε γειά». Όταν στο τέλος ξαναγύρισε στον αγαπημένο της, γύρισε τελικά σε μία σχέση επί ίσοις όροις, οικονομικά ανεξάρτητη και αυτάρκης, και έτσι μόνο δέχτηκε να παραμείνει.
Ξέρω τόσες και τόσες γυναίκες που κλαίγονται για τη σχέση τους (ότι είναι φυσικά, ηθικά, ή  συναισθηματικά κακοποιητική, ή «λιγότερη» των απαιτήσεών τους) και τρέμουν να πούν «αντίο» και να μείνουν μόνες τους, και να στηριχτούν στα δικά τους πόδια… Αυτό για μένα ήταν πάντα πολύ σημαντικό, το να μην κάνω «εκπτώσεις» (οι εκπτώσεις έχουν μέσα τους τις πτώσεις, που έλεγε παλιά μια φίλη μου) στις συντροφικές μου σχέσεις. Σημαντικότερο είναι – και θα συνεχίζει πάντα να είναι – να μπορώ να ακούω την εσωτερική μου φωνή (αυτή την «ήσυχη μικρή φωνή» που έλεγε η Εϊλήν Κάντυ, ιδρύτρια του Φίντχορν), να μην τη μπερδεύω με τις άλλες εντός μου φωνές (της κοινωνίας, της λογικής, του συναισθήματος, του συμφέροντος, κτλ) και να βρίσκω μέσα μου το σθένος να ακολουθώ τις επιταγές  της. Να μη «βολεύομαι». Αυτή είναι η δύναμη της εσωτερικής αυτάρκειας και της ηθικής ακεραιότητας που φαίνεται να πηγάζει από την εμπιστοσύνη στην εσωτερική φωνή, αυτόν τον τόσο προσωπικό εσωτερικό μας «νόμο».

Αυτή ακριβώς τη δύναμη επιδεικνύει και η τέταρτη ηρωίδα μου, η Πρού Σαρν. Το «Ακριβό Φαρμάκι» γράφτηκε έναν αιώνα περίπου μετά  τη «Τζέην Εϋρ», επίσης από γυναίκα (η οποία δεν χρειαζόταν πλέον να γράφει με ψευδώνυμο για να εκδώσει το βιβλίο της, όπως η συγγραφέας της «Τζέην»), και επίσης, θα έλεγε κανείς, είναι μία ιστορία αγάπης (αν και αυτή έχει στο τέλος «χάπυ έντ»). Η ηρωίδα δεν είναι απλά «ασχημούλα», έχει μία εκ γενετής παραμόρφωση, η οποία την κάνει από νωρίς να εσωστραφεί. Αυτή ακριβώς η εσωστρέφεια θα την κάνει αφενός να μάθει να γράφει και να διαβάζει, αφετέρου να ζήσει κάποιες από τις πλέον υπέροχες υπερβατικές εμπειρίες που έχουν περιγραφεί ποτέ σε μυθιστόρημα. Ο Αγγελος Σικελιανός, στην εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης, γράφει «υπάρχει μέσα σ’ αυτό το έργο ένα κεφάλαιο, ‘ η σοφίτα με τα μήλα’, που ασυζήτητα είναι από τις ωραιότερες κι ουσιαστικότερες σελίδες που γραφτήκανε ποτέ, για την αποκαλυπτική δύναμη της αληθινής σιωπής και τις δίχως αξιώσεις μοναξιάς μια ανθρώπινης ψυχής, απάνω στο Μυστικό της Ερωτικής Αιωνιότητας». Σ’ έναν πολύβουο κόσμο όπως ο σημερινός που καθημερινά βιώνουμε, η περιγραφή των θαυμάτων που συντελούνται στη σιωπή είναι πολύτιμη. Χτυπάει ένα καμπανάκι, άλλοτε γλυκό άλλοτε ενοχλητικό! Η ηρωίδα, επίσης, είναι για μένα μια  ενσάρκωση της ακεραιότητας, αυτής της «συμπαγούς καλωσύνης» που μπορεί να υπάρχει ασχέτως εξωτερικών συνθηκών. Και φυσικά της ομορφιάς που μπορεί να υπάρχει μέσα και πίσω από μία (εξωτερική) παραμόρφωση. Μέσα σ’ έναν κόσμο όπου η βιομηχανία καλλωπισμού έρχεται τρίτη σε κέρδη μετά τις βιομηχανίες σεξ και όπλων, η υπενθύμιση ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο στην επιδερμίδα μας είναι σημαντική. Θυμάμαι τότε που έλεγα το παραμύθι της Χιονάτης στις μικρές, που με ρώταγαν «αφού και η Χιονάτη και η μητριά της ήταν και οι δύο τόσο πολύ όμορφες, ποια ήταν η διαφορά τους, τι έκανε τη Χιονάτη πιο όμορφη από τη μητριά;» Και έβρισκα την ευκαιρία να πω ότι η ομορφιά που προέρχεται από την καλωσύνη κάνει τα μάτια να λάμπουν πιο λαμπερά, τελικά. (Ελπίζω αυτό να το θυμούνται και στην εποχή της εφηβικής ακμής!)

Τέσσερεις ηρωίδες, τέσσερεις πτυχές ζωής: ο στοχασμός, η βούληση, η δράση, η σιωπή. Και η ομορφιά της ψυχής να τα επιστεγάζει όλα.

Αυτό το κείμενο είναι μέρος ενός διαδικτυακού αφιερώματος στο οποίο συμμετέχουν γυναίκες, με θέμα τις ηρωίδες μας. Μέχρι τώρα συμμετέχουν οι

http://pollyannasdays.blogspot.gr/2013/03/1751-19102000.html
http://www.doratsirka1.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html
www.rubycloud.blogspot.com
www.esp0ir.wordpress.com
www.niemandsrose-niemandsrose.blogspot.com
www.jaquou.wordpress.com
http://www.kidscloud.gr
http://agrampelli.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html
https://awysiwyg.wordpress.com/2013/03/18/women/

φίλες συν-bloggers, θα θέλαμε να διαβάσουμε και για τις δικές σας ηρωίδες, οπότε αν αποφασίσετε να γράψετε κάτι, βάλτε μας κάπου ένα link...




Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Παιδική Φωτογραφία

 Είναι η αγαπημένη μου παιδική φωτογραφία. Την έχω βουτήξει, χρόνια τώρα, από οικογενειακό άλμπουμ που φυλάσσεται σε διπλοκλειδωμένο συρτάρι με δράκο. Είμαι εγώ, 4 Νοεμβρίου 1965 (ολίγων μηνών), στο κρεββάτι της μαμάς και του μπαμπά. Στο βάθος διαφαίνεται το καλαθάκι που κοιμόμουν – ή  δεν κοιμόμουν, όπως μου λέγανε, γιατί ήμουνα, λέει, πολύ δύσκολη στον ύπνο. Είναι η μοναδική φωτογραφία που δεν με κρατούν επιδεικτικά γονείς, θείες, ή παπουδογιαγιάδες, ή δεν είμαι παιχνίδι ανάμεσα στα παιχνίδια μου. Κάποιος μου έβαλε στο χέρι μία εφημερίδα κι εγώ την έπιασα και την περιεργάζομαι με τη χαρακτηριστική περιέργεια ενός μωρού. Το λιονταράκι πίσω μου φαντάζει τρομακτικό στα ενήλικα μάτια μου, αλλά το λάτρευα, λέει, ως βρέφος. Εχω κάποιες αναμνήσεις ολοζώντανες, κι από τη βρεφική μου ακόμα ηλικία. Κάποιες φορές πηγαίνω εκεί σε όνειρα, μιλάω σε μένα που είμαι μηνών ή ολίγων ετών, και με καθησυχάζω για τ’ αργότερα. Μεγαλώνοντας (και ενθυμούμενη τα όνειρα αυτά) άρχισα να  κάνω και συνειδητά «ταξίδια στο χρόνο»…


 Γεννήθηκα, λοιπόν, ένα απόγευμα που ο ήλιος τεμπέλιαζε ανάμεσα στον Δίδυμο και τον Καρκίνο, και ο γήινος πατέρας μου επιτηρούσε σε εξετάσεις αγγλικής γλώσσας. Η σελήνη. Σχεδόν γεμάτη, ήθελε λίγα ακόμα λεπτά να ανέβει στον ορίζοντα.

 Κάποτε μου είχε πεί η γιαγιά μου οτι δεν ήμουν σαν τα άλλα νεογέννητα. Εγώ, λέει δεν κοιμόμουνα, είχα τα μάτια ορθάνοιχτα και κοίταζα γύρω μου καλά-καλά. Μας παρατηρούσες πολύ προσεκτικά, σα νά’θελες να μας γνωρίσεις, μου είπε. Παρότι οι αναμνήσεις μου είναι κατά τι θολές, θυμάμαι έντονα να ψάχνω γύρω μου τα πρόσωπα να βρώ γνώριμες φάτσες...

 Λένε κάτι χαζά οι άνθρωποι, οτι ας πούμε τα μωρά, τα παιδιά, δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν. Συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί βεβαίως, όπως ξέρουν όλοι, όταν ερχόμαστε στη γή ξεχνάμε. Ξεχνάμε γιατί ήρθαμε, ξεχνάμε από πού ήρθαμε, έχουμε ξεχάσει τι ήρθαμε να κάνουμε – αυτό το πρώτο κλάμα του μωρού είναι σαν τελετουργικό που σηματοδοτεί το κλείσιμο της μνήμης, το τέλος της επίγνωσης. Και άντε μετά να τα ξανάβρεις!

 Απεκδυόμαστε πολλά κατά την κάθοδό μας,  τη βασική μας μνήμη τις ικανότητές μας - και αυτό γίνεται  απότομα. Ψήγματα μνήμης, όμως, αναλαμπές υπάρχουν πολλές όσο είμαστε μικροί (σε γήινα χρόνια) που τελικά ξεφτίζουν και χάνονται νωρίτερα ή αργότερα. Οι περισσσότεροι γήινοι έχουν ξεχάσει την καταγωγή τους πριν κλείσουν τα έξι τους χρόνια. Οχι οτι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: κάποιες ψυχές κρατούν γερά,  άλλες ξεχνάνε γρηγορότερα. Ετσι, λοιπόν, τα παιδιά γνωρίζουν περισσότερα, γιατί είναι πιο φρέσκια η μνήμη τους. Αλλά ιδού, στους περισσότερους μεγάλους έχει χαθεί ακόμα και η ικανότητα να το αναγνωρίζουν.

            Οι αναμνήσεις μου είναι περίεργες: εικόνες, όνειρα που έβλεπα, σκέψεις που έκανα, λόγια που άκουγα – μερικά πράγματα τόσο έντονα, σα να συνέβησαν προχτές, άλλα συγκεχυμένα, άλλα που δεν χρειάζεται να προσπαθήσω για να θυμηθώ, μ’ακολουθούνε σαν περίεργα φυλαχτά σ’όλη μου τη ζωή.

            Μου άρεσε πάντα να διαβάζω.


Το κείμενο αυτό έρχεται να προστεθεί (κάπως καθυστερημένα λόγω τεχνικών δυσκολιών) σε ένα διαδικτυακό αφιέρωμα που εμπνεύστηκε ο φιλανάγνωσος Βιβλιοθηκάριος  http://www.vivliothekarios.blogspot.gr/ , και συμμετέχουν οι: 
 http://tsalapetinos.blogspot.gr/ 
 http://katerinatoraki.blogspot.gr/ 
 http://www.baxalon.gr/index.php/grafoume/itemlist/user/47-devaaleema 
 http://rubycloud.blogspot.gr/ 
 http://pollyannasdays.blogspot.gr/ 
 http://fvasileiou.wordpress.com/ 
 http://silia.wordpress.com/ 
 http://kynokefaloi.blogspot.gr/ 
:http://www.kidscloud.gr/ 
 http://redkangaroo.wordpress.com/ 
 http://breezesound.blogspot.gr/ 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Οι μάνες...

Μετά τις ειδήσεις του προπερασμένου Σαββάτου δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Ετσι νιώθω, τουλάχιστον. Σαν κάτι μέσα μου να έσπασε όταν έμαθα για τους βασανισμούς των τεσσάρων νεαρών που συνελήφθησαν στην Κοζάνη. Νέοι ενήλικες, που οπλοφορούσαν (αλλά δεν χρησιμοποίησαν τα όπλα τους), που πήγαν να ληστέψουν μία τράπεζα όχι για να επιβιώσουν υλικά αλλά για λόγους ιδεολογίας. Νεαροί ιδεολόγοι που κατέφυγαν σε μία πράξη βίας, η οποία όμως είχε θύματα μόνο τους ίδιους. Νεαροί που πήραν την ευθύνη τους απέναντι στην κοινωνία τόσο σοβαρά που ενήργησαν δραστικά, και πήραν έντιμα και γενναία την ευθύνη των πράξεών τους. Ετσι "διάβασα" εγώ την είδηση, έτσι λειτούργησε στο συναίσθημα και στη σκέψη μου.
Το οτι η δράση τους ήταν μία πράξη βίας, μία ληστεία, δεν με "συγκλόνισε". Καθημερινά γίνομαι θύμα ληστείας από το κράτος (με την αυξημένη φορολογία, την υποβάθμιση των υπηρεσιών τις οποίες έχω ήδη προπληρώσει με τους φόρους και τις κρατήσεις, και την καθημερινή επιβεβαίωση της οικονομικής κακοδιαχείρισης των ιθυνόντων). Καθημερινά  υφίσταμαι τη βία της εξουσίας, κι αν έχω καταργήσει την τηλεόραση στο σπίτι μας είναι ακριβώς για να μετριάσω τις ποσότητες βίας που δεχόμαστε σαν οικογένεια. Απλά  δεν αντέχω άλλη βία να μπαίνει στο σπίτι. Ο Γκάντι υπήρξε το μοναδικό ίνδαλμα που είχα ποτέ στη ζωή μου από παιδί.
Απ' ότι φαίνεται (ξανά και ξανά στο πέρασμα του χρόνου) η απόφαση σχετικά με την τηλεόραση ήταν σωστή. Από φίλους έμαθα για τη σκύλευση των παραμορφωμένων προσώπων των βασανισμένων νεαρών από τα τηλεοπτικά κανάλια, για τις ατέλειωτες "αναλύσεις" και σχολιασμούς σχετικά με την ταξική καταγωγή των νεαρών, και για τις μομφές εναντίον των γονέων, ειδικά των μανάδων τους. Τόσοι και τόσοι διερωτήθηκαν δημοσίως (μέσα από τις στήλες τους, ή το βήμα που τους δίνουν τα διάφορα μμε) "τί είδους γονείς κατασκευάζουν τρομοκράτες;" "πώς είναι η παιδική ηλικία ενός παιδιού που μετέπειτα εξελίσσεται σε τρομοκράτη;" (Οχι απαραίτητα με αυτές τις λέξεις, αλλά το νόημα ήταν αυτό).
(Εδώ θα κάνω μία παρένθεση: Η λέξη "τρομοκράτης" παλαιότερα με μπέρδευε. Τρομοκράτης είναι κάποιος που τρομοκρατεί, κάποιος που ενσπείρει τον φόβο και τον τρόμο: με τις πράξεις και τα λόγια του, προφανώς. Οταν ήμουνα μικρή τρομοκράτες λέγανε τους αεροπειρατές, οι οποίο απειλούσαν ανθρώπους με τα φονικά τους όπλα (απειλούσαν δηλαδή το βασικό ένστικτο της επιβίωσης) και εξέτρεπαν αεροπλάνα από την κανονική τους πορεία να πάνε αλλού γι αλλού (αγαπημένοι προορισμοί οι αραβικές χώρες, εάν θυμάμαι καλά). Εξαιτίας του συναισθηματικού φορτίου που έχει να κάνει με το θάνατο, η λέξη τρομοκράτης χρησιμοποιείται περίεργα. Κάτι μας κάνει μέσα μας. Οταν την ακούω ή τη διαβάζω αναλογίζομαι ακριβώς αυτό: ποιός με τρομοκρατεί; πώς με τρομοκρατεί; με τι ακριβώς με απειλεί; πώς ωφελείται αυτός με τον δικό μου φόβο ή τρόμο;
Συνειδητοποίησα λοιπόν οτι περισσότερο με τρομοκρατούν οι γιατροί που (ελέω ειδικότητας σαν άλλοι θεοί) δεν σέβονται τα δικαιώματά μου ως ασθενούς παρά με τρομοκράτησε ποτέ η ύπαρξη της "17ης Νοέμβρη" - περισσότερο με τρομοκρατούν οι οπλισμένοι με ρόπαλα, αυτόματα, και ασπίδες νεαροί αστυνομικοί σε μία διαδήλωση παρά οι οργισμένοι τύποι που πετάνε μάρμαρα - περισσότερο με τρομοκρατεί η ιδέα οτι μπορεί να μείνουμε άστεγοι ως οικογένεια επειδή η εφορία θεωρεί οτι βγάζω περισσότερα από όσα δηλώνω (και πώς να αποδείξω οτι δεν είμαι ελέφαντας; αφού υπάρχει εξαρχής κακοπιστία) παρά το οτι τρία παληκαράκια πήγαν να ληστέψουν μία τράπεζα για την ιδεολογία τους... παρατηρώ επίσης πόσο τρομοκρατημένοι είναι από το 2010 οι φίλοι μας που παρακολουθούν ειδήσεις στην τηλεόραση... Κλείνει η παρένθεση).
Για τις μανάδες των "τρομοκρατών", λοιπόν, που έγινε τόσος πολύς λόγος αυτές τις τελευταίες μέρες. Μπαίνω στα παπούτσια τους, που λένε, και φαντάζομαι τον πόνο και την αγωνία τους στην είδηση οτι το παιδί τους (αρτι ενηλικιωθέν) συνελήφθη για ληστεία και οπλοφορία. Γνωρίζοντας πώς νιώθω εγώ όταν βλέπω μία γρατζουνιά ή μια μελανιά στα πόδια ή στα χέρια των παιδιών μου (κάτι το ποδόσφαιρο, κάτι οι γάτες, κάτι από δω κάτι από κει...) και φρικάρω, και σπεύδω με κρεμούλες, βάλσαμα και γιατροσόφια να απαλύνω το τραύμα και να ανακουφίσω τον πόνο, μπορώ ίσως να φανταστώ κάτι από τη φρίκη την ανησυχία και τον πόνο που ένιωσαν οι μαμάδες των νεαρών αναρχικών βλέποντας τα παραμορφωμένα από τα χτυπήματα πρόσωπα των παιδιών τους.
Είδαμε τα πονεμένα και παραμορφωμένα πρόσωπα. Τι είδους παραμόρφωση, όμως, πρέπει να έχει ένας άνθρωπος μέσα του για να προκαλέσει τέτοια παραμόρφωση στο πρόσωπο ενός συνανθρώπου του; Πόσο πόνο πρέπει να έχει συσσωρεύσει, και από πού, για να προκαλέσει τέτοιο πόνο ηθελημένα, σε ένα άλλο άνθρωπινο όν;
Εμαθα οτι υπήρξε και μία γυναίκα με  ένα πανώ (έξω από το αστυνομικό τμήμα; έξω από τα δικαστήρια; κάπου) που έγραφε κάτι του στυλ "και οι μπάτσοι έχουν μανάδες".
Και είπα: μάλιστα! Και οι μπάτσοι έχουν μανάδες, όπως και οι βασανιστές. Για τις μαμάδες αυτές, όμως, ουδείς λόγος. Ελάχιστοι διερωτήθηκαν τί είδους μάνες είναι αυτές που "παράγουν"  βασανιστές, τι είδους παιδική ηλικία θα πρέπει να έχουν κάποιοι άνθρωποι για να διεξάγουν ή να συμμετέχουν σε βασανιστήρια. Πώς ήταν η οικογένειά τους; Από ποιά κοινωνική τάξη προέρχονται; Τι, τελοσπάντων, έκαναν τόσο λάθος οι γονείς στην ανατροφή τους ώστε να τους βγεί το παιδί τους βασανιστής; 
Βασανιστής είναι κάποιος όταν προκαλεί ηθελημένα πόνο στον συνάνθρωπό του. Στον αδύναμο (θεσμικά ή σωματικά) συνάνθρωπό του, ο οποίος μάλιστα δεν μπορεί (εξαιτίας των δεδομένων συνθηκών) να αντιδράσει ή να προστατευτεί. Λέμε οτι οι βασανιστές είναι "κτήνη", υπονοώντας οτι έχουν χάσει το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρωπιάς τους, την ενσυναίσθηση και τη συμπόνοια. Τα κτήνη,  βέβαια, ουδέποτε προκαλούν παραπάνω πόνο από όσο χρειάζεται για να σκοτωθεί το θήραμά τους ώστε να μπορούν να τραφούν από αυτό. Η βία των ζώων σχετίζεται με την επιβίωση. Η ηθελημένη βία των ανθρώπων;
Εικάζω οτι η ηθελημένη βία των ανθρώπων σχετίζεται με την εξουσία, με την παρουσία ή την απουσία της. Εικάζω, γιατί ούτε ψυχολόγος ούτε  εγκληματολόγος είμαι. Απλά διερωτώμαι τι λάθος μπορεί κάποιος να κάνει στην ανατροφή του παιδιού του ώστε το παιδί του να αρέσκεται να προκαλεί φυσικό πόνο στους συνανθρώπους του... Αναρωτιέμαι πώς νιώθουν οι μάνες των βασανιστών. Φοβούνται τα παιδιά-τέρατα που έβγαλαν; Ντρέπονται γι αυτά; Τα θαυμάζουν; Συνειδητοποιούν οτι είναι τέρατα; Και όταν το συνειδητοποιούν, τι κάνουν;
Ενα ξέρω μόνο: δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Η σκοτεινή όψη

Δεν ξέρω εάν το έχετε αντιληφθεί ή αξιολογήσει, αλλά οι γονείς είμαστε καταπιεσμένα όντα (με τι φόντα θα καταπιέζαμε άλλωστε τα παιδιά μας εάν εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζαμε  την καταπίεση από πρώτο χέρι;). Και δεν είναι μόνο τα παιδιά μας που μας καταπιέζουν (βάζουν κι αυτά το χεράκι τους θαυμάσια). Είναι κυρίως η κυρίαρχη κουλτούρα - που απαρτίζεται από όλους μας, γονείς και μη, από τους πάσης φύσεως "ειδικούς", από όλα και όλους που μας περιβάλλουν. Τόσο κυρίαρχη, τόσο πανταχού παρούσα, τόσο μέσα στο πετσί μας, που είναι αθέατη. Είναι όλα αυτά τα στερεότυπα που υπάρχουν σχετικά με το τι σημαίνει γονεϊκότητα, σχετικά με το πόσο υπέροχο είναι να είσαι γονέας, πόσο ευγενές είναι "να γίνεσαι θυσία" για τα παιδιά σου, πόσο γλυκό είναι ν' ακούς το "μαμά" ή το "μπαμπά", πώς πρέπει να μεγαλώνεις τα παιδιά σου, τι κολατσιό να τους δίνεις για το σχολείο, κτλ. Ενα σωρό πρέπει. Αλλά το "πρέπει" είναι βία: συνηθισμένη, αποδεκτή, επιβεβλημένη, θεσμοθετημένη από ένα σωρό αυθεντίες, αλλά βία. Σου λέει τι να κάνεις όταν δεν θέλεις να το κάνεις (παραβιάζει τη βούλησή σου), σου λέει πώς να είσαι, με άλλα λόγια οτι έτσι όπως είσαι δεν είναι ούτε καλό ούτε σωστό.
Κανένας δεν σου λέει για την κούραση, την απλή, ωμή κούραση, ψυχική και σωματική, του να φροντίζεις ανθρώπους μέρα-νύχτα, "καθημερινή και σχόλη" που λέγανε παλιά. Η κούραση φθείρει, διαβρώνει και τις ωραιότερες σχέσεις - αλλά  διακοπές από τη γονεϊκότητα δεν προβλέπονται. Δεν ξέρω πολλούς γονείς που να πηγαίνουν τα παιδιά "στη γιαγιά" χωρίς ενοχές (που "τα αφήνουν") και χωρίς να πρέπει να δουλέψουν υπερωρίες μετά για να επαναφέρουν τα παιδιά πάλι στα ίσια τους (στους κανόνες επιβίωσης της οικογένειας) μετά τις (αναμενόμενες) υπερβολές των παπούδων. Δεν ξέρω πολλούς γονείς που να μην πρέπει να σφίξουν τα δόντια αγόγγυστα όταν για 10η συνεχή φορά μέσα στην εβδομάδα το 3χρονο κολλήσει τα έπιπλα (με κόλλα) μεταξύ τους, ή χύσει το ρύζι, ή σπάσει την κεραία του ασύρματου... Η όταν για 4η φορά μέσα στον ίδιο χρόνο το 8χρονο κολλήσει πάλι ψείρες (ειδικά οι ψείρες είναι ο προσωπικός μου επαναλαμβανόμενος εφιάλτης). Και δεν φτάνει που έχεις τη διαδικασία του ξεψειρίσματος (ζόρικη, με χημικά ή χωρίς, ώρες καθημερινής ορθοστασίας με το χτενάκι, πλύσιμο των πάντων στους 60 βαθμούς, κτλ) έχεις και την άφωνη κατάκριση των τριγύρω (μαμάδων, πεθερικών, γνωστών, άλλων γονέων) οτι "δεν τηρείς τους κανόνες υγιεινής" οτι "δεν πλένεστε στο σπίτι" οτι τελοσπάντων "εσύ φταίς"...
Είναι η τυραννία των ενοχών που μπαίνουν στα κρυφά, ακόμα και όταν ξέρεις οτι έχεις κάνει ότι καλύτερο σου επέτρεψαν οι δυνάμεις σου να μαζέψεις το σπίτι όταν έρχονται φίλοι των παιδιών ή δικοί σου κι ακόμα έχει σκόνες ή ατακτοποίητα παιχνίδια (πάντα ξεφεύγουν τ' άτιμα) ή ασιδέρωτα ρούχα ή άπλυτα πιάτα. Αυτά  τα πρέπει της καλής νοικοκυράς και μάνας, που εγκαθίστανται μέσα στο υποσυνείδητο από γενιές "καλών νοικοκυρών" και "καλών μητέρων" (και υπενθυμίζονται ανηλεώς από μαμάδες, θειάδες, πεθερές, και υστερικές φιλενάδες). Μέσα σ' αυτά, να βάλω και τα πανταχού παρόντα μαμαδοσάιτ που "διαφημίζουν" το "δωμάτιο της Λιλίκας και του Γιαννάκη" ως υπόδειγμα παιδικού δωματίου... που προφανώς πρόκειται για δωμάτιο παιδιού-φαντάσματος ή παιδιού-ρομπότ, γιατί δεν φαίνεται κατοικημένο από φυσιολογικό παιδί με σάρκα-οστά-φαντασία-κινητικότητα-προσωπικά γούστα. Κάθε λαϊφσταλίστικο σάιτ ή  περιοδικό που  σέβεται τ' όνομά του  έχει φωτογραφίες από αντίστοιχα παιδικά δωμάτια, φωτογραφίες μακιγιαρισμένων ντυμένων στην τρίχα μαμάδων που κρατούν ή  παίζουν με τα καθαρά γελαστά παιδιά τους (άντε, να είναι κάποιο πασαλλειμένο με μαρμελάδα, για τη χαριτωμενιά του πράγματος). Φωτογραφίες κομμένες και ραμένες για να εδραιώσουν καλύτερα την καταπίεση των γονέων. Οσο "τρεφόμαστε" οι γονείς από τέτοιες εικόνες πάντα μειονεκτικά  θα νιώθουμε, πάντα "λιγότεροι" των προσδοκιών της κοινωνίας (η οποία εκφράζεται μέσω αυτών των εικόνων).
Στους γονείς δεν επιτρέπεται ο θυμός, ειδικά απέναντι στα παιδιά τους. Ναι, φυσικά, μπορεί να καταλήξει σε χειροδικία, σε κακοποίηση, σε πράξεις που αργότερα ο ίδιος ο γονιός θα μετανιώσει. Πλην όμως, υπάρχει. Μέσα σε μια χαοτική καθημερινότητα όπου πρέπει πιθανώς να κάνεις υπερωρίες ή/και δεύτερη δουλειά για να επιβιώσεις, ή μπορεί να μην έχεις και καθόλου δουλειά ή εισόδημα και να πρέπει πάλι να επιβιώσεις, όπου πρέπει να ξοδέψεις ενέργεια για πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, μαγείρεμα, σκέψη για την επιβίωση, φροντίδα για τη σχέση σου με τον/την σύζυγο, πλύσιμο πιάτων, καθάρισμα σπιτιού, διαδρομές για δουλειά/εξωσχολικά μαθήματα παιδιού/ψώνια, φροντίδα για διάβασμα, κτλ κτλ κτλ, ένα "μαμάαα" σε λάθος στιγμή, μπορεί να σε κάνει να θέλεις να αρπάξεις το παιδί σου απ' το μαλλί και να το πετάξεις από το παράθυρο. Κρατιέσαι, και απλά ουρλιάζεις "ΤΙ?" ή, κάνεις κάτι αυτοκαταστροφικό (τσιγάρο, μπουνιά στον τοίχο, ή απλά το "καταπίνεις" - γιατί κι αυτό  αυτοκαταστροφικό είναι, μια που συσπά το στομάχι, δηλητηριάζει το συκώτι, κτλ). Ο θυμός είναι συναίσθημα μη επιτρεπτό, γιατί υπάρχει άλλο ένα "πρέπει" εδώ: οι γονείς  πρέπει να είναι μόνο "καλοί" (ευχάριστοι, γλυκείς, ανεκτικοί) με τα παιδιά τους. Ο θυμός είναι από μόνος του ακανθώδης, όχι μόνο σαν θέμα. Κυριολεκτικά βγάζουμε αγκάθια. Ενα φυτό βγάζει αγκάθια για να προστατευτεί, για να επιβιώσει. Ετσι και μεις. Μόνο που δεν επιτρέπεται να βγάζουμε αγκάθια απέναντι στα παιδιά μας, εξάλλου δεν απειλούν την επιβίωσή μας (εμείς επιλέξαμε να γίνουμε γονείς, ήταν μία ώριμη απόφαση στους περισσότερους από μας, οπότε οφείλουμε να υποστούμε αγόγγυστα και τις συνέπειές της)... 
Η μήπως την απειλούν; Αναρωτιέμαι. Δεν απειλείται η επιβίωση (και η ψυχική υγεία) ενός ανθρώπου όταν έχει φτάσει στα μέχρι τότε έσχατα όρια της φυσικής και ψυχικής του αντοχής και κάποιος του ζητά "και κάτι ακόμα"; Κι ας είναι το κάτι ακόμα "κοίτα να δεις που ζωγράφισα ένα απίθανο σκαθάρι". Υπάρχουν ώρες που ή καταρρέεις ή  εκρήγνυσαι. Και έρχεται η συστημική καταπίεση των γονέων και σου λέει "δεν πρέπει, είσαι μητέρα" ("η μητέρα οφείλει... μπλα-μπλά-μπλά"). Και να 'σου οι ενοχές, η ντροπή, και η μυστική αυτομαστίγωση, ο φόβος  της τρέλλας. Πολλές μητέρες (μαζί κι εγώ) φοβούνται οτι τρελλαίνονται όταν νιώθουν έτσι. Πολλές μητέρες δεν τολμούν καν να το εξομολογηθούν στον εαυτό τους (πόσο μάλλον σε μια φίλη). Το "σκουπίζουν κάτω απ' το χαλί", ή το θάβουν. Και κάτι που θάβεται μπορεί να γίνει σπόρος - και να βλαστήσει, να βγάλει καρπούς. Μάλλον δύσμορφους και τρομερούς, στην προκειμένη περίπτωση. Πολλές μητέρες τολμούν να το εξομολογηθούν σε μία επαγγελματία της ψυχικής υγείας - να άλλη μια κρυμένη παγίδα! Λόγω της εκπαίδευσης που λαμβάνει, ο μέσος επαγγελματίας της ψυχικής υγείας επιδιώκει να κάνει τον θεραπευόμενο/η να συμβιβαστεί με την υπάρχουσα πραγματικότητά του, να ταιριάξει στα ειωθότα, να γίνει, τελικά ευχαριστημένος με το πώς έχουν τα πράγματα στη ζωή του, υποδεικνύοντάς του/της "πως να το βλέπει θετικά". Η κοινωνία μας δεν αντέχει τη βίωση της θλίψης, και η διαχείριση του πόνου είναι συχνότατα το να τον αρνούμαστε (συχνά ο πόνος και η θλίψη μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για μεγάλες αλλαγές, οι οποίες όμως δεν βολεύουν κανέναν, και γι αυτό τις αποφεύγουμε). Η "θετική σκέψη" όταν γίνει συνταγή και εμμονή μπορεί να γίνει εξίσου τυραννική με την "αρνητική", και να μεταμορφωθεί σε αμείλικτη παγίδα.
Ολα αυτά  που γράφω σκιαγραφούν μία εικόνα δυσάρεστη, δύσκολη. Το σκοτάδι μας φοβίζει (ποτέ δεν ξέρουμε τι υπάρχει "εκειμέσα"). Χρησιμοποιώ, θα μπορούσε κάποιος να πει, έντονες, ακραίες λέξεις. Τολμώ όμως να τα γράψω γιατί αποτελούν μέρος μίας πραγματικότητας, που αν θέλουμε να  είμαστε ειλικρινείς ως γονείς δεν μπορούμε να παραβλέπουμε. Ο γονεϊκός ρόλος δεν είναι μόνο αγάπες και λουλούδια. Καμία σχέση δεν είναι μόνο αυτό. Πίσω από το φως υπάρχει και η σκιά. Μπορούμε να της γυρνάμε την πλάτη και να κάνουμε οτι δεν υπάρχει, ή  οτι εμείς δεν υποκείμεθα σ' αυτήν (πάω στοίχημα οτι κάποιες μαμάδες διαβάζοντας τα παραπάνω γραφόμενα θα νιώσουν ακόμα και προσβεβλημένες, θα νιώσουν οτι δεν τις αφορούν). Στον κόσμο που ζούμε, πάντως, ότι έχει φως έχει και τη σκιά του κι αυτό είναι φυσικός νόμος.
Η καταπίεση των γονέων δημιουργεί καταπιεσμένα παιδιά. Η ενοχοποίηση των γονέων τους κάνει ενοχοποιητικούς τους ίδιους. Τα πρέπει γεννούν πρέπει. Η βία γεννά βία. Αλλά η κοινωνία μας δεν αντέχει άλλη.
Ποιά είναι η λύση; Δεν ξέρω εάν υπάρχει μία λύση. Προσεγγίσεις, ίσως, γιατί βαδίζουμε σε δρόμους νέους, αχαρτογράφητους εν πολλοίς. Μπορούμε  να κλείσουμε τα μάτια και τ' αυτιά μας στο κυρίαρχο "λαϊφστάιλ" - αυτό προϋποθέτει μια γερά δομημένη προσωπικότητα, σίγουρη για τον εαυτό της, και πόσοι/ες από μας τη διαθέτουμε; (Χμ)  Μπορούμε να ενθαρρύνουμε και να ενδυναμώνουμε τους φίλους μας γονείς όταν εκφράζουν τις δύσκολες αλήθειες τους, να προσφέρουμε την αγκαλιά μας στο  κλάμα της απόγνωσής τους όταν μας εξομολογούνται οτι τη δύσκολη στιγμή χαστούκισαν το παιδί τους. Χωρίς κριτική. (Κι αυτό δύσκολο). Μπορούμε να αγαπήσουμε λιγάκι περισσότερο τον εαυτό μας, και να του δίνουμε πού και πού κανένα εύσημο για το πόσο καλά τα έχουμε καταφέρει ως τώρα. (Αυτό μου φαίνεται ακόμα πιο δύσκολο). Εξάλλου δεν υπάρχει γονέας σ' αυτό τον κόσμο που να μην αγαπάει τα παιδιά του στην πραγματικότητα. Οι συνθήκες είναι που μας κουράζουν, μας φέρνουν σε απόγνωση, μας τσακίζουν, και συννεφιάζουν τον ήλιο της αγάπης μας. Αυτές είναι που πρέπει ν' αλλάξουν. Λέω, εγώ, τώρα...

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Παιχνίδια με φίλους

"Εγώ δεν μπορώ να καλέσω σπίτι τους φίλους μου!" μου λέει ο 10χρονος γιός μου σήμερα, μετά από εκτενή κουβέντα σχετικά με το γιατί προτιμά να παίζει με τους φίλους του στα δικά τους σπίτια και όχι στο δικό μας. 
Σοκ και δέος στο ακροατήριο. Μετά τις δικές μου εμπειρίες ως παιδί, που δεν επιτρεπόταν να καλέσω φίλους στο σπίτι εάν δεν ήταν (το σπίτι) σε κατάσταση να δεχτεί τουλάχιστον τον πρόεδρο της δημοκρατίας (που ποτέ δεν ήταν, με δύο ατίθασα παιδιά και δύο γονείς που εργάζονταν πολλές ώρες), φροντίζω να μην αρνούμαι ποτέ τις προτάσεις των παιδιών μου να φέρουν φίλους στο σπίτι κι ας μην είναι το τελειότερο σπίτι από άποψη τάξης ή  καθαριότητας. Η αλήθεια είναι πως το σπίτι μας είναι μονίμως σε μια κατάσταση δημιουργικού χάους, αλλά πάντα βρίσκεις χώρο να καθίσεις (εάν είσαι μεγάλος) ή/και να παίξεις (εάν είσαι παιδί), πάντα υπάρχουν τσάγια, μια πίτα ή κάποιο κέρασμα διαθέσιμα. Από παιχνίδια, δε, άλλο τίποτα (δεν χωράμε πια εδωμέσα).
"Μα γιατί;" Δεν ήθελε αρχικά να μου πει. Αλλη τόση κουβέντα. Με τα πολλά, το ξεφούρνισε. "Είμαι ο μόνος που δεν έχω ηλεκτρονικά παιχνίδια, και τι να παίξω με τους φίλους μου; Ο κήπος μας είναι φυτεμένος, δεν έχουμε χώρο ούτε για μπάλα να παίξουμε." Λέγκο; Κατασκευές; "Οι φίλοι μου δεν έχουν δημιουργικότητα, και βαριούνται με τέτοια, ποιός παίζει με τέτοια ρε μαμά; Μόνο εγώ" Ταινίες;  "αυτοί βλέπουν κάτι μεταγλωττισμένα παιδικά, δεν προλαβαίνουν να διαβάζουν τους υπότιτλους" Επιτραπέζια; "Βαριούνται, σου λέω". 
Πάνε 3-4 χρόνια που απαγόρευσα "δια ροπάλου" στους γονείς μου να αγοράζουν ηλεκτρονικά παιχνιδογκατζετάκια στα παιδιά μου, γιατί τα έβλεπα απορροφημένα με τις ώρες σε κάτι που μου φαινόταν επικίνδυνα μαλθακό για το μυαλό και το σώμα τους. "Μα αυτά μας ζήτησαν για τα γενέθλιά τους", έλεγαν και οι δύο (χαζοπαπούς - χαζογιαγιά) "θα τους χαλάσουμε το χατήρι;" Και γινόμουν, φυσικά, έξαλλη με το επιχείρημα. "Δηλαδή εάν σας ζητούσαν ναρκωτικά, εσείς θα τους τα παίρνατε για να μην τους χαλάσετε το χατήρι;" έλεγα. Και με κοιτούσαν εμβρόντητοι, γιατί με το μυαλό της προηγούμενης γενιάς που κάθε τι τεχνολογικό σήμαινε και πρόοδο, δεν μπορούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Εξάλλου, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια κρατούν τα παιδιά σε μια ησυχία - ούτε φωνάζουν, ούτε μαλώνουν (ειδικά εάν έχει το καθένα το δικό του), ούτε καταστρέφουν το σπίτι, ούτε τραβάνε τα μουστάκια του γάτου, ούτε ερωτήσεις κάνουν, ούτε τους τοίχους χρωματίζουν, ούτε πασπατεύουν τα γεννητικά τους όργανα, ούτε μετατρέπουν το δωμάτιο σε ημι-βομβαρδισμένο τοπίο, ούτε ζητάνε βόλτες κάθε τρείς και πέντε. Μια χαρά. Ησυχα, διαχειρίσιμα, και βολικά. Οπως μπροστά στην τηλεόραση.
Και καλά, τα κοριτσάκια, έχουν και το επικοινωνιακό: ακόμα και χωρίς ηλεκτρονικά στα χέρια, βρίσκουν τι να κάνουν. Μιλάνε. Λένε, λένε, και τι δε λένε, ιστορίες κι ιστορίες. Κουτσομπολιό. Μεγάλη επικοινωνιακή δεξιότητα το κουτσομπολιό, κι ας το περιφρονούμε. Τα κοριτσάκια σπάνια βαριούνται όταν βρίσκονται μεταξύ τους, ακόμα και χωρίς χειροπιαστό αντικείμενο παιχνιδιού. Τα αγοράκια, όμως;
Μια φίλη μου περιέγραψε τα παιχνίδια του 15χρονου γιού της με το φίλο του (τον οποίο φιλοξενούσαν για τις διακοπές των Χριστουγέννων) "καθόντουσαν στον ίδιο χώρο, ο καθένας μπροστά σε μια οθόνη, και κάθε μία μιάμιση ώρα σηκώνονταν, πιάνονταν στα χέρια, πάλευαν λιγάκι βγάζοντας γενικά κάτι άναρθρους ήχους, και άλλαζαν οθόνη". Σκέφτομαι και ένα αγοράκι που είχε έρθει την Πρωτομαγιά στον Αστικό Αγρό, σε ώρα που υπήρχαν παιδιά όλων των ηλικιών, και των δύο φύλων, σε διάφορες φάσεις παιχνιδιού ή αράγματος και γενικής σαχλαμάρας, κι αυτό είχε καθίσει σε μία καρέκλα και ασχολιόταν με το άι-παντ. Κάποια παιδιά τον πλησίασαν, χάζεψαν το νέο παιχνίδι, 1-2 "κόλλησαν", αλλά σύντομα και αυτά τα τράβηξε το γενικό κλίμα της ανοιξιάτικης γιορτής (ο μικρός, εξάλλου, σύντομα έφυγε). Στην "κατασκήνωση Ιασώ" που πήγαμε φέτος στον Ολυμπο, απαγορεύονταν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Κάποια παιδιά (δυό αδέλφια, 9 και 11 ετών) είχαν φέρει, και είχαν κάνει μία μικρή φράξια σε μια σκηνή, όπου είχαν κλειστεί κι έπαιζαν κάποιες ώρες πριν τα ανακαλύψουμε. Φυσικά είχαν παρασύρει και τον δικό μου μαζί με τους φίλους του. Η μαμά τους θεώρησε φυσιολογικό να τους επιτρέψει να τα φέρουν μαζί τους, επειδή "βαριούνται στη διαδρομή, κι όταν βαριούνται τσακώνονται, και τι να κάνουν τα καημένα ολόκληρο ταξίδι" (Θεσσαλονίκη - Καλλιπεύκη, 2μιση ώρες). Τα δυό αδέλφια ήταν εξαιρετικά επιθετικά απέναντι στους  υπεύθυνους ενήλικες της κατασκήνωσης, και στην αρχή μάλιστα δεν μας έλεγαν ούτε τα ονόματά τους, ούτε ποιά ήταν η μαμά τους! Προτείναμε εξερεύνηση στο δάσος, κυνήγι σκαθαριών και άλλων ζουζουνιών, μπάλα, πινγκ-πονγκ, κατασκευές (όλες αυτές οι δραστηριότητες ήταν σε εξέλιξη την ώρα που γινόταν η κουβέντα), αλλά με τίποτα δεν άλλαζαν τα "παιχνίδια πολέμου" που είχαν στα ηλεκτρονικά τους... "βαριέμαι" ήταν η μόνιμη επωδός.
Φυσικά κάθε παιδί (όπως και κάθε ανθρώπινο όν επάνω στον πλανήτη) είναι διαφορετικό, με διαφορετικές ανάγκες, χαρίσματα, δεξιότητες, προτιμήσεις και δυσκολίες. Το δικό μου παιδί ντρέπεται που διαφέρει από τους φίλους του  στο σχολείο (διαθέτει μόνο δύο εμ-πι-θρί), στενοχωριέται που στο σπίτι του "η μαμά δεν μαζεύει το χαμό που άφησαν πίσω τους τα παιδιά", τον ενοχλεί που ο κήπος μας δεν είναι πυλωτή πολυκατοικίας ή γκαζόν (έχει 10 είδη βοτάνων, λαχανικά, θάμνους, σπορεία, κομπόστ) και δεν μπορεί να παίξει με τους φίλους του ποδόσφαιρο... "και τι άλλο να κάνω με τους φίλους μου ρε μαμά, αφού κανένας δεν κάνει κατασκευές και δεν παίζει επιτραπέζια".
Η ερώτηση παραμένει. Και περιμένει διερεύνηση, εάν όλα αυτά τα σούπερ-ταλαντούχα αγοράκια για τα οποία καυχιώνται οι μαμάδες των φίλων του γιού μου παίζουν κάτι άλλο στο σπίτι τους εκτός από ηλεκτρονικά... 

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

"για καλό σκοπό"


Ο χώρος ήταν "ότι έπρεπε". Μεγάλος, κεντρικός, φωτεινός, και κοντά σε μετρό. Ευγενική προσφορά του περιοδικού "Αρδην". Την Παρασκευή το βράδυ φορτώσαμε μέχρι σκασμού 4  αυτοκίνητα από την αποθήκη στα Πατήσια: κούτες με βιβλία, ρούχα, κρεμάστρες, μικροαντικείμενα, ράφια, παπούτσια, σιντί και ντιβιντί (τα αυτοκίνητα ήδη περιείχαν λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, χειροτεχνίες, τσιπουρόμελο, αγουρέλαιο, τάβλες, υλικά συσκευασίας και αναρίθμητα άλλα χρειαζούμενα σε ένα παζάρι). Δύσκολο να παρκάρεις στην Ξενοφώντος (και το πάρκινγκ από κάτω πανάκριβο). Κάποιοι αφού ξεφόρτωσαν, πάρκαραν μέχρι και 2 χιλιόμετρα μακριά, και απλά περπάτησαν.
Μέσα στο χώρο ένας οργασμός εργασιών και κινητικότητας: σκούπες, φαράσια, σκάλες ανοιγμένες, υφάσματα που απλώνονταν σε τραπέζια και τοίχους... Ο χώρος υπό κατασκευή, είχε ένα "industrial" ύφος, με καλώδια να κρέμονται και τοίχους γυμνούς σε σημεία, τάβλες και εργαλεία στις άκρες και στα δύο μεσαία κουτιά. Αλλοτε η αυτο-οργάνωση απέδιδε, άλλοτε βρισκόταν σε αδιέξοδο και κατέληγε σε διπλή δουλειά και ερωτήσεις πέρα-δώθε. Υπήρχε κέφι, βιασύνη, κούραση, χαρά, μικροπαρεξηγήσεις, έμπνευση, γκρίνια, χαμόγελα, άγχος - όλα. Οι έχοντες εμπειρία από "πιο οργανωμένα παζάρια" δυσανασχετούσαν και "έψαχναν τους υπεύθυνους", και οι υπόλοιποι απλά αυτενεργούσαν σε συνενόηση με τους διπλανούς τους. Από τις 5 το απόγευμα οι πρώτοι, και οι τελευταίοι έφυγαν στις 12 τα μεσάνυχτα. Μαζί με την ομάδα "ξεμπλογκάρισμα" θα εκτίθονταν έργα των κρατουμένων γυναικών, καθώς και έργα από τα εργαστήρια της "επανόδου" και ο χώρος μοιράστηκε ωραία. Οπως πάντα τον τελευταίο καιρό, δεν έλειψε η βοήθεια και από τους εθελοντές των "Δρόμων Ζωής" με τα υλικά, το κέφι, και την τεχνογνωσία τους. Και το παζάρι στήθηκε.





Οι αναρίθμητες κούτες βιβλίων (όλα δωρεές από ευγενικούς ανθρώπους) μπήκαν σε τάξη και τιμολογήθηκαν, τα λικεράκια, οι μαρμελάδες, τα τσίπουρα στολίστηκαν, το ίδιο τα ντιζαϊνάτα κεραμεικά και οι καρτούλες-κολλάζ, μαζί με το "γιουσουρούμ", τα ρούχα και τις τσάντες. Η φίλη μιας φίλης δώρισε τα ρούχα μίας αγαπημένης εκλιπούσας θείας, vintage κομμάτια ραμένα στο χέρι, μέσα σε μια καλοδιατηρημένη παλιομοδίτικη βαλίτσα ντυμένη με διακοσμημένο χαρτί. Μιά άλλη φίλη δώρισε τα κοσμήματα που της είχαν χαρίσει οι πρώην εραστές της, για να ελευθερώσει χώρο και να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες αναμνήσεις τους. Ολα τα αντικείμενα βρήκαν τη θέση τους στο ράφι του παζαριού, στη γκαρνταρόμπα και στις μπιζουτιέρες των ενδιαφερόμενων.



Οι κρατούμενες, όπως πάντα, ζωγράφισαν



Και η "Επάνοδος" με τους εργαζόμενους και τους ακούραστους εθελοντές της είχε τα δικά της χειροτεχνήματα, κάποια από τα οποία έβλεπες και εν τη γενέσει τους από τα ακούραστα χεράκια της κυρίας


Πέρα από τον όποιο "καλό σκοπό" για τον οποίο γίνεται ένα παζάρι, ή μια οποιαδήποτε κίνηση ευαισθητοποίησης των συμπολιτών μας, αυτό που μένει νομίζω μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που συμμετέχουν είναι μία ωραία αίσθηση συντροφικότητας: βρίσκεσαι, μιλάς, εργάζεσαι μαζί με ανθρώπους που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα βρισκόσουν (άλλες γειτονιές, άλλες παρέες, άλλες κοινωνικές τάξεις, άλλα χούγια γενικώς). Οι σχέσεις είναι ελεύθερες - αν δεν σου αρέσει κάτι σηκώνεσαι και φεύγεις, κι αν μείνεις, μένεις συνειδητά. Δεν δεσμεύεσαι από τίποτα άλλο εκτός από την ελεύθερη βούλησή σου και τη συνείδησή σου. Βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο σκοπό, που κινούνται από την ίδια φλόγα - κι ας είναι τόσο αλλιώτικοι από σένα.  Μπορεί στην πορεία να ανακαλύψεις κοινά ενδιαφέροντα ή φίλους ή εμπειρίες, μπορεί και όχι. Μοιράζεσαι τα χαμόγελα ενός κοινού "αγώνα", κι αυτό είναι πολύ γλυκό κι ενδυναμωτικό συγχρόνως. Είναι σίγουρα ένα από τα στοιχεία που μας κρατάνε ανθρώπους.


Και επειδή μ' αυτά και μ' εκείνα παρέλειψα να πω για ποιό παζάρι συζητώ, ιδού:

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ενα απόγευμα με την Patricia Oriti

Γι αυτή τη δασκάλα είχα ακούσει πολλά. Αγαπημένες φίλες μου πήγαιναν και ξαναπήγαιναν στα μαθήματά της κάθε που ερχόταν στην Ελλάδα, κι είχαν να λένε πόσο τις βοηθούσε και τις απελευθέρωνε. Για διάφορους λόγους (που είχαν να κάνουν με τον προγραμματισμό του χρόνου και την οικονομική μου κατάσταση) δεν είχα καταφέρει ποτέ να την ακούσω, παρότι η εκπαίδευση ήταν μέσα  στα ενδιαφέροντά μου, και πάντα έψαχνα να εμπλουτίσω τις γονεϊκές μου ικανότητες με νέα εργαλεία. Η Πατρίσια Ορίτι είναι δασκάλα του Μοντεσσοριανού συστήματος, μαμά και γιαγιά, και μιλά σε γονείς και εκπαιδευτικούς σχετικά με την ανάπτυξη και τις ανάγκες των παιδιών σε διάφορες ηλικίες, σύμφωνα με τις θεωρίες της Μαρίας Μοντεσσόρι όπως επιβεβαιώνονται και από την δική της πείρα. Το θέμα της είναι κυρίως τι μπορεί να κάνει κάποιος ως γονέας, στο σπίτι, για να βελτιώσει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών σε κάθε φάση της ανάπτυξής τους.

Φέτος υπήρξα τυχερή και τα κατάφερα να πάω να την ακούσω ένα απόγευμα να μιλά για τα παιδιά του δημοτικού, για τα στάδια της ανάπτυξής τους, για τις νοητικές και υπαρξιακές τους ανάγκες, και για κάποιες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Αυτή  τη στιγμή έχω ένα παιδί στο δημοτικό, και σκέφτηκα οτι πέρα από την περιέργειά μου για τη γυναίκα αυτή, θα έβαζα σε τάξη τις σκέψεις μου σχετικά με αυτό το στάδιο ανάπτυξης, και θα έφευγα με νέες γνώσεις... Σημειωτέον οτι τα δυό μικρότερα παιδιά μου είχαν πάει σε μοντεσσοριανό νηπιαγωγείο, και παλιότερα είχα μελετήσει ότι υπήρχε στα ελληνικά σχετικά με την μοντεσσοριανή εκπαίδευση (που φυσικά μου άρεσε!).

Ο χώρος που έγινε η ομιλία με προδιέθεσε πολύ γλυκά: όμορφα και έξυπνα φτιαγμένα έπιπλα από φυσικά υλικά, και γύρω-γύρω βοηθήματα (υλικά) μοντεσσοριανής εκπαίδευσης: οι γνωστές χάντρες μέσα στα συρματάκια με τις οποίες τα παιδιά ασκούνται στα μαθηματικά, οι ξύλινοι χάρτες-πάζλ για τη γεωγραφία, τα τελάρα όπου τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μαθαίνουν να δένουν κόμπους και φιόγκους και να κουμπώνουν κουμπιά, κτλ. Είχα χρόνια να τα δώ αυτά, και ξύπνησαν μέσα μου μια γλυκειά νοσταλγία μαζί με την (άλλοτε επίμονη) σκέψη "γιατί να μην μαθαίνουν όλα τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο;"

Η Πατρίσια ήταν μιά γλυκειά, μικροκαμωμένη, κομψή, ζεστή και γελαστή γκριζομάλλα γιαγιά. Μιλούσε άνετα χωρίς πολλές-πολλές σημειώσεις, άφηνε τη ροή των νοημάτων και της ενέργειας να την καθοδηγήσει περισσότερο, με άριστη συνεργασία παύσεων και νοηματικών ενοτήτων με τη διερμηνέα της, τη Μαρία. Με εντυπωσίασε η σιγουριά με την οποία πατούσε στις γνώσεις της, και η άνεσή της να αφηγείται προσωπικά παραδείγματα από τη ζωή της δικής της οικογένειας. Αυτό το τελευταίο το θεωρώ δύσκολο: οι άνθρωποι που δίνουν προσωπικά παραδείγματα είτε είναι υπερβολικά φειδωλοί (αφενός για να μην "εκτίθενται", αφετέρου για να μη χαρακτηριστούν οτι περιαυτολογούν), είτε περιαυτολογούν (δηλαδή αυτοπροβάλλονται μέσα απ' αυτά, σου δίνουν μια αίσθηση του "κοίτα πόσο φοβερός είμαι που το κάνω αυτό"). Η Πατρίσια βρισκόταν χαλαρά επάνω στη χρυσή τομή, κι αυτό έκανε την ομιλία της ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. 

Σαν καλή μαθήτρια κράτησα σημειώσεις και γράφω εν συντομία αυτά που θεώρησα πιο σημαντικά, επειδή για κάθε θέμα που άγγιξε θα μπορούσα να αφιερώσω κάλλιστα μία ανάρτηση... 

Σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης, λοιπόν, (η πρώτη 0-6, η δεύτερη 6-12, η τρίτη 12-18) τα παιδιά παίρνουν αποστάσεις από τη στενή οικογένεια, και στη ζωή τους αρχίζουν να μετρούν οι γνώμες των ομηλίκων τους. Στην πραγματικότητα εξερευνούν τις έννοιες της κοινωνίας, της κοινωνικής ένταξης, των ρόλων του ηγέτη και του ακόλουθου, την έννοια της διαπραγμάτευσης, του πώς είναι (και πώς να είναι) κανείς με τους φίλους του. Ειδικά τα παιδιά των 9-12 ετών αρέσκονται να "ντύνονται" διάφορες προσωπικότητες, προκειμένου να δουν πώς αισθάνεται κάποιος που είναι έτσι, ή σκέφτεται αλλιώς, ή  φέρεται αλλιώτικα (σε μικρότερες ηλικίες τα παιδιά αρέσκονται να ντύνονται με στολές διάφορες και να παίζουν, όπως ξέρει κάθε μαμά που δεν κρύβει τα αποκριάτικα στο πατάρι μετά τις απόκριες!).

Το πολύ σημαντικό, για μένα, είναι το οτι σ' αυτή την ηλικία τα παιδιά αναπτύσσουν ένα αληθινό πάθος για το σωστό και το ηθικό. Μιλούν για το δίκιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό - και θέλουν να γνωρίζουν τα όρια μεταξύ  αυτών. Γι αυτό συχνά έρχονται και μας "μαρτυράνε" το τι έκαναν τα αδέλφια τους: η ψυχή τους θέλει να γνωρίζει "ήταν καλό αυτό που έκανε; δεν ήταν; πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή;" Τα παιδιά περιμένουν να καθοδηγηθούν από τους ανθρώπους που αγαπούν και σέβονται. 

Μέσα στην προσπάθειά τους να ανιχνεύσουν το καλό και το ηθικό, και να εμπνευστούν από αυτό, αναπτύσσουν το θαυμασμό προς τους ήρωες. Δυστυχώς στις μέρες μας "ήρωες" είναι οι διασημότητες (ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, πολιτικοί), οπότε καλό είναι να τους μιλάμε για ανθρώπους που έδειξαν αληθινό ηρωισμό, δικαιοσύνη, αυταπάρνηση, ακεραιότητα, θάρρος. Η ψυχή των παιδιών στο στάδιο αυτό της ανάπτυξης διψά για υψηλά ιδεώδη και μεγάλες ιδέες. 

Εδώ σκέφτομαι οτι το σχολείο μας δίνει σχηματικά και μόνο  τους αγωνιστές του '21 και τους στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου, χωρίς να γίνεται εμβάθυνση στην έννοια του ηρωισμού και των αξιών πέρα από την υπεράσπιση της πατρίδας... και βέβαια δεν μας μιλά για άλλους ανθρώπους που επέδειξαν υψηλά ιδεώδη στην ανθρωπότητα, όπως ο Γκάντι, η Μητέρα  Τερέζα, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, κ.α.

Σε αυτή την ηλικία αναπτύσσεται επίσης και η αίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στους άλλους - του αντίκτυπου που έχουν οι πράξεις μας στις ζωές των συνανθρώπων μας. Αναπτύσσεται η ενσυναίσθηση. Τώρα είναι η ώρα να μιλήσουμε στα παιδιά μας για το σεβασμό στη ζωή, το σεβασμό στο περιβάλλον, την φροντίδα του πλανήτη, την "οικολογική συνείδηση" όπως λέμε.

Ο λόγος μας είναι ο δεσμός μας με το παιδί. Τα παιδιά εκτιμούν την ειλικρίνεια, είναι και τα ίδια πολύ ειλικρινή, και στη συνάντησή τους μαζί μας χτίζουν την δική τους ακεραιότητα: ο λόγος μας πρέπει να είναι αφενός «συμβόλαιο» αφετέρου να υποστηρίζεται από τις πράξεις μας και τη ζωή μας. Σ’ αυτή την ηλικία τα παιδιά μισούν τις χλιαρότητες και το ναι-μεν-αλλά, οπότε πρέπει να κάνουμε πράξη τα λόγια μας. Εχουν ισχυρό αίσθημα δικαίου, και απαιτούν από εμάς τους μεγάλους να είμαστε ακέραιοι: δίκαιοι και ειλικρινείς, με υψηλά ιδανικά.  Εξαρτώνται από εμάς, από την ηρεμία και τις αξίες μας για να δουν την προοπτική των πραγμάτων...

Μέσα στα πλαίσια αυτά, στην ηλικία αυτή τα παιδιά δεν πολυδέχονται τα όρια που θεωρούν αυθαίρετα. Απαιτούν εξηγήσεις. Είναι η ηλικία της αυθάδειας, γιατί τα παιδιά αντιμιλάνε και αντιδρούν σε όρια/απαγορεύσεις/απαιτήσεις που δεν θεωρούν σωστές (αν και δεν μπορούν πάντα να το εκφράσουν σωστά ή κομψά)… Δεν πρόκειται όμως απαραίτητα για αυθάδεια αλλά για απορία που απορρέει από ηθική διερεύνηση. Οπότε τα όρια πρέπει να εξηγούνται με ηρεμία και σαφήνεια, και να πηγάζουν από το σύστημα αξιών της οικογένειας. Πρέπει πάντα να ρωτάμε τον εαυτό μας «γιατί βάζω όριο εδώ; Από ποια ανάγκη ή αξία πηγάζει;» Με άλλα λόγια σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης είναι που τα παιδιά βάζουν τα θεμέλια της ηθικής τους προσωπικότητας, η οποία "πατάει" επάνω στις δικές μας προσωπικές και κοινωνικές αξίες.

Το ζήτημα είναι, θέλουμε τα παιδιά μας να αποκτήσουν αυτό που λέμε "ηθική προσωπικότητα";  Πόσο πιστεύουμε οτι "στον κόσμο αυτό που ζούμε" μετράνε οι ηθικές αξίες; Και αν το παιδί μας το πούνε "μαλάκα" επειδή δεν φρόντισε πρωτίστως το προσωπικό του συμφέρον αλλά έκανε αυτό που πίστευε οτι ήταν το σωστό; Καθημερινά βλέπουμε οτι "επιτυγχάνουν" οι επιτήδειοι, ανήθικοι, ψεύτες και κλέφτες. Στην Ελλάδα σήμερα η έννοια της ακεραιότητας και της ηθικής φαίνεται να έχει εκλείψει στον δημόσιο βίο τουλάχιστον, όπως στον ιδιωτικό φαίνεται πως η πίστη στις ανθρώπινες αξίες και η ελπίδα είναι αγαθά εν ανεπαρκεία. Πώς να τα εμφυσήσουμε στα παιδιά μας;

Πρέπει να τα βρούμε πρώτα μέσα μας. Οταν κάποια μαμά ρώτησε την Πατρίσια κάτι σχετικό, εκείνη είπε πως μπορούμε να πούμε στα παιδιά μας οτι κρίσεις υπήρξαν σε πολλές ιστορικές περιόδους, αλλά οτι οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν τρόπους να τα καταφέρνουν να επιβιώσουν, μια που οι κρίσεις  και οι δυσκολίες πάντα ξυπνούσαν την αγωνιστικότητα και την δημιουργικότητα μέσα στον άνθρωπο... Η ελπίδα βρίσκεται πανταχού παρούσα, εάν θέλουμε να κοιτάξουμε προσεκτικά και να τη δούμε.

 Αυτό που μου έμεινε από την ομιλία της Πατρίσια, πέρα από την γλυκειά και ήρεμη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η παρουσία και τα λεγόμενά της, και πέρα από τις πρακτικές συμβουλές σχετικά με το τι να κάνουμε με τα παιδιά στο σπίτι, είναι οτι τα παιδιά έχουν βαθειά ανάγκη από σταθερές και υψηλές ηθικές αξίες. Οτι αυτές οι αξίες χτίζονται σ' αυτό το δεύτερο στάδιο. Και οτι περιμένουν να τις πάρουν πρωτίστως από την οικογένειά τους. Η δική μου ελάχιστη εμπειρία λέει, δε, οτι τα παιδιά  ανιχνεύουν θαυμάσια μέσα μας την αλήθεια μας, είτε την εκφράζουμε είτε όχι, και ανιχνεύουν με ακρίβεια την ακεραιότητά μας. Αυτή την ακεραιότητα (μικρή, μεσαία, μεγάλη, όποια είναι) παίρνουν σαν μπούσουλα για να ζήσουν τη ζωή τους, με τις αξίες μας πορεύονται. Και αυτό, όσο νά 'ναι, με φοβίζει.