Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Η γιορτή της Μητέρας


Εικόνες και σκέψεις διάφορες έρχονται στο νου μου.
Η μέλλουσα μαμά που έχασε τη ζωή της στον πλανήτη αυτό, μαζί με το αγέννητο μωρό της, πριν λίγες μέρες, εγκλωβισμένη στο χώρο εργασίας της. Η δική μου μητέρα, σπίτι της με σπασμένο χέρι, που μήνες, ίσως και χρόνια τώρα, δεν θέλει να με δει μπροστά της. Η μητέρα του συντρόφου μου, χρόνια πεθαμένη, που ήρθε στον ύπνο του χτες βράδυ «να μας φέρει ένα βάζο γλυκό» (όσο ήταν εν ζωή έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού σαν παραδοσιακή μαμά). Οι μαμάδες που ζουν στη φυλακή. Η Μήδεια. Τα παιδιά που ζουν μακριά από τη μαμά τους, στα ιδρύματα της Ελλάδας. Οι μαμάδες που τρέχουν τα παιδιά τους από καλλιστεία σε τηλεοπτικούς διαγωνισμούς και πάλι πίσω σε καλλιστεία, μεταφέροντάς τους τις δικές τους φιλοδοξίες διασημότητας. Η μαμά του Χαμί Νατζαφί που είδε το παιδί της να ανατινάζεται μπροστά στα μάτια της, έχοντας φύγει από τη χώρα της για να το προστατέψει από τον πόλεμο, και που σήμερα στέκεται δίπλα στη μικρή της κόρη που κινδυνεύει να χάσει ολότελα το φως της. Η συχωρεμένη τη γιαγιά μου, που κυβέρνησε τους γιούς της με τέτοια σιδηρά πυγμή που έζησε να δει το γιό της να αυτοκτονεί. Η μαμά μίας φίλης, ενενήντα και βάλε σήμερα, που έστειλε τα παιδιά της μακριά, στους δικούς της γονείς, (η φίλη μου έξι μηνών βρέφος τότε) προκειμένου να στεγάσει στο σπίτι της τις πολιτικές συγκεντρώσεις εκείνες που οδήγησαν στην επανάσταση της Κούβας. Οι φίλες εκείνες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά αλλά δεν τους έκατσε ποτέ, για χίλιους λόγους. Οι «μαμάδες-ΣΟΣ» από τα ομώνυμα Παιδικά Χωριά. Οι ανήλικες μαμάδες που επιμένουν να κρατήσουν τα παιδιά τους (και κάποιες το καταφέρνουν). Οι πολύτεκνες μαμάδες που εργάζονται.Οι πολύτεκνες μαμάδες που δεν εργάζονται. Οι υποχόνδριες μαμάδες, που παρα-ντύνουν τα παιδιά τους το χειμώνα, και τους κάνουν όλα τα εμβόλια. Οι μαμάδες που ζουν με κατάθλιψη. Οι μαμάδες που πιέζουν τα παιδιά τους να φέρουν καλούς βαθμούς στο σπίτι. Οι μαμάδες που δεν αποδέχονται τη σεξουαλικότητα των παιδιών τους εάν είναι αποκλίνουσα από τα συνήθη. Οι μαμάδες που προστατεύουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες των πράξεών τους. Οι μαμάδες που υιοθέτησαν παιδιά άλλων μαμάδων. Τα παιδιά που έγιναν μαμάδες και αναγκάστηκαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία. Η Μαρία – ως ανήλικη μητέρα ενός Μεγάλου Δασκάλου της ανθρωπότητας. Οι μαμάδες που, κουρασμένες, λένε παραμύθια στα παιδιά τους, και κοιμούνται πριν προλάβουν να τελειώσουν το παραμύθι. Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη, στην Αργεντινή, που φώναζαν πως ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που εγκαταλείπεις. Οι μαμάδες των παραμυθιών, που πεθαίνουν νέες και αφήνουν τις κόρες τους στα κακόβουλα χέρια των μητριών. Οι μαμάδες που καμαρώνουν όταν τα παιδιά τους παίρνουν καλύτερους βαθμούς από τους συμμαθητές τους. Η Λέλα Καραγιάννη, που προτίμησε να δει το γιό της να τον βασανίζουν οι Γερμανοί παρά να προδώσει τα μυστικά της Αντίστασης. Η μαμά της μαμάς μου, που ως κοπέλα έφτιαχνε καπέλα για να ζήσει, και ταξίδευε (με τι μέσον άραγε;) από την Καλαμάτα, μαζί με τις άλλες καπελούδες της Πελοποννήσου, για να πάρουν τσόχες από την Αθήνα, στη δεκαετία του 1930. Που περπάτησε από τους Αμπελόκηπους (τέρμα Μεσογείων) ως την Ακαδημίας με γοργό βήμα ως το νοσοκομείο (ήταν, λέει, εκεί που είναι σήμερα το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων) για να προλάβει να γεννήσει τη μαμά μου. Η μαμά εκείνη από την Ινδία, που είδα πρόσφατα σε φωτογραφία, που είχε στο ένα στήθος το μωρό της και στο άλλο ένα μωρό πιθηκάκι. Η εικόνα της Μητέρας Των Κόσμων του ζωγράφου Νίκολας Ρέριχ, που απεικονίζει τη Μητέρα σε φόντο κυανό, με λευκό πέπλο, μικρά λευκά «όντα» γύρω της και λευκόχρυση αύρα… Η Μεγάλη Μητέρα, που λατρεύεται ακόμη στη νοτιοδυτική Αγγλία… Η Θεά Κάλι της Ινδίας, με τα δεκάδες χέρια (μόνο όταν έγινα κι εγώ μαμά κατάλαβα γιατί η εν λόγω Θεά απεικονίζεται με πολλά χέρια: υπήρξαν πολλές στιγμές που τα δικά μου δύο δεν έφταναν για να καλύψω τις ανάγκες τριών παιδιών που ταυτόχρονα ήθελαν αγκαλιά, ζωγραφική, άλλαγμα πάνας, γάλα, κράτημα από το χέρι για να μην γλιστρήσουν, κτλ). Η μαμά εκείνη που αποχώρησε από τον κόσμο ακούγοντας τη γλυκειά φωνή της κόρης της να της τραγουδάει παλιά  αγαπημένα της τραγούδια...

Πόσες και πόσες εικόνες μαμάδων. Πόσες σκέψεις, κριτικές (πάντα κριτικάρουμε τις μαμάδες μας όταν δεν τις εξιδανικεύουμε άκριτα), πόσα συναισθήματα γεννούν αυτές οι εικόνες!

Αυτό είναι μάλλον η γιορτή της μητέρας για μένα – η ανίχνευση, η εξερεύνηση όλων αυτών των εικόνων, και των ανάμικτων συναισθημάτων που μας γεννούν…

Το μικρό ξωτικάκι, ο γιός μου, μου έφερε και ένα μικρούτσικο μπλοκάκι με ένα γατάκι επάνω, «για τη γιορτή σου μαμά, και για να σημειώνεις, να μην ξεχνάς».

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Μέρος β' - οι μαμάδες του Γκιώνη

Αυτό που ασκεί πάντα μεγάλη επίδραση μέσα μου, κατά τη διάρκεια της μαγικής εβδομάδας, είναι οι μαμάδες (γιατί κυρίως μαμάδες συμμετέχουμε – μόνο φέτος είχαμε παραπάνω από έναν μπαμπά!) του γκιώνη. Η σχέση μαμάς παιδιού είναι πάντοτε ιδιάζουσα, πάντοτε μοναδική, και βέβαια εξαρτάται από την σχέση που έχει η ίδια η μαμά με τον εαυτό της. Για όσες από μας ευτύχησαν να έχουν μία μαμά υποστηρικτική και διαυγή στην αγάπη της, η σχέση με τον εαυτό μας είχε λιγότερα αγκάθια από όσες δεν υπήρξαμε τόσο τυχερές – για μας, τις όχι τόσο τυχερές, η σχέση μας με τον εαυτό μας πέρασε (και περνάει ακόμα!) από σαράντα κύματα προκειμένου να βρούμε μέσα μας τις ισορροπίες, την αυτοδυναμία, την αυτοαποδοχή, την αυτοπεποίθηση… Παρένθεση αυτό, αλλά σχετική.


Στο περιβάλλον των γνωστών, της οικογένειας, και της μικρής κοινωνίας του παιδικού σταθμού/νηπιαγωγείου/δημοτικού που μεγάλωσα τα παιδιά μου, ήμουν η «εναλλακτική», η «αλλιώτικη», η «περίεργη», και συχνά αυτή την οποία κουτσομπόλευαν οι γύρω πίσω από την πλάτη της. Η μαμά της πρώτης κολλητής της κόρης μου δεν την άφηνε να έρθει στο σπίτι (ως νηπιαγωγάκι, και μετά πρωτάκι) γιατί μίλησα, κάποτε, μπροστά στην κόρη της, για τις νεράιδες, και το πώς δεν επισκέπτονται τα ακατάστατα δωμάτια. Πέρα από όσα η σχετική νεραϊδοφιλολογία λέει σχετικά, ήταν τότε ένας καλός τρόπος να βάλω τη μικρή να συγυρίσει τα παιχνίδια της. Θεωρούσα, δε, πολύ φυσικό να μιλώ στα παιδιά μου για τη φύση και για τα «πνεύματα της φύσης», ή, κατ’ άλλους, τους αγγέλους της φύσης, που συχνά ονομάζουμε νεράιδες. Η εν λόγω μαμά, όμως, είχε σοβαρές ενστάσεις, ότι, λέει, διδάσκω στα παιδιά μου να έχουν ψευδαισθήσεις και να πιστεύουν σε ψέματα… Και αφού κάναμε μία μάλλον θεολογικού τύπου κουβέντα μία Κυριακή που οι κόρες μας είχαν πάει βόλτα με τους προσκόπους, αποφάσισε να μην ξαναφήσει την κόρη της να έρθει σπίτι μας. Πρόσφατα μία άλλη μαμά είπε στην κόρη της να προσέχει την παρέα με τη δική μου, γιατί με τέτοια μάνα ποιος ξέρει τι αρχές παίρνει το κορίτσι και πώς θα την επηρεάσει στη δική της ζωή. Η εν λόγω φιλενάδα (ετών 11 τότε) μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και ποιος ξέρει τι θα είπε για να με υπερασπιστεί στη μαμά της , και η μαμά της δήλωσε ότι εγώ ως άτομο ήμουν παντελώς ακατάλληλη για μητέρα!!! Ολο αυτό πιθανώς επειδή είχα κάποτε εκφράσει την άποψη ότι τα παιδιά στο σχολείο δεν βοηθιούνται να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τα ταλέντα τους, μάλλον χειραγωγούνται προκειμένου να γίνουν άβουλοι καταναλωτές και οπαδοί… Εκτοτε δεν ανοίγω κουβέντες περί εκπαίδευσης, παιδιών, ή πολιτικής μπροστά σε μαμάδες φιλενάδων και φίλων, προκειμένου τα παιδιά μου να μπορούν να χαίρονται τις παρέες τους χωρίς προσκόμματα! Αργησα, αλλά το έμαθα!

Στο γκιώνη, λοιπόν, γνώρισα κι άλλες «αλλιώτικες» μαμάδες. Χαλαρές, άφηναν χώρο στα παιδιά τους τα μεγαλύτερα, αλλά δεν στερούσαν την αγκαλιά και την προσοχή τους από τα μικρότερα. Μαμάδες που στήριζαν τα παιδιά τους να αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους και να την εκφράζουν με όποιον τρόπο ήθελαν: μία μαμά βοήθησε την κόρη της να κάνει τα μαλλιά της τζίβες ράστα, και την στηρίζει στην απόφασή της να είναι αυστηρά χορτοφάγος (δεν τρώει ούτε γαλακτοκομικά). Μία άλλη στηρίζει το γιό της που αποφάσισε να σταματήσει το σχολείο μετά το τέλος του γυμνασίου, για να ψάξει να βρεί τι θέλει να κάνει – ο νεαρός δοκιμάζει και εξερευνά, και παίζει τρία μουσικά όργανα με πάθος. Τι μπορώ να κάνω γι αυτόν; Μου λέει. Φυσικά ανησυχώ, αλλά από την άλλη, το μόνο που μπορώ να του δώσω απεριόριστα είναι η αγάπη και ο θαυμασμός μου. Σ’ αυτή την ηλικία το μόνο που μπορούν να δώσουν οι γονείς στα παιδιά τους και να μην πάει στράφι είναι ο απεριόριστος θαυμασμός και η αγάπη - μου είπε ένα βράδυ μετά το φαγητό, όταν μοιράστηκα μαζί της την ανησυχία μου για τις μικρές («που η οθόνη τους έχει φάει όλα τους τα ενδιαφέροντα, που δεν διψούν για τη γνώση, που κάθονται και βαριούνται και ξεφυλλίζουν χαζοπεριοδικά» κτλ κτλ)

Κανένας δεν μπορεί να δώσει συμβουλή για το παιδί του άλλου, στην πραγματικότητα, μόνο για τις εμπειρίες του και τις επιλογές του δικαιούται να μιλά κανείς στην ουσία. Εκείνη μοιράστηκε μαζί μου τα δικά της…



Μια άλλη, μαμά τριών υπέροχων πλασμάτων, μου είπε ένα πρωί στα πεταχτά ότι φέτος βλέπει τη μεγάλη μου πιο σταθερή, πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Εγώ πάλι αυτό δεν το είχα προσέξει, τη βλέπω κάθε μέρα, δεν βλέπω διαφορά μέσα στη ροή της καθημερινότητας… Μου εκμυστηρεύτηκε ότι τελευταία δεν πολυασχολείται (με την έννοια ότι δεν πολυανακατεύεται) με τη ζωή της κόρης της (14 ετών) και παρατηρεί ότι η κόρη της ανθίζει και πάει όλο και καλύτερα στα πάντα. Είναι σαν όπως όταν φυτεύεις ένα δέντρο, μου λέει. Το αφήνεις να μεγαλώσει, και δεν ξέρεις προς τα πού θα πάει και τι καρπούς θα σου βγάλει, απλά το ποτίζεις, και περιμένεις… Και θαυμάζεις το θαύμα της φύσης σε κάθε του νέο φυλλαράκι, σε κάθε του νέο ανθάκι.


Δύο μαμάδες έχουν επιλέξει να μην στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο καν, και να κάνουν homeschooling. Απόφαση που θέλει γερό φιλοσοφικό υπόβαθρο και τσαγανό για τα Ελληνικά δεδομένα. Απόφαση που θα δυσκολεύονταν να πάρουν και οι πλέον έντονα φιλελεύθεροι γονείς, και οι πλέον υπέρμαχοι της ελευθεριακής εκπαίδευσης (που, εξ οσων γνωρίζω, επιλέγουν μοντεσσοριανά ή βάλντορφ-στάινερ συστήματα για τα παιδιά τους – στην προσχολική αγωγή, τουλάχιστον, που υπάρχουν στην Ελλάδα). Τα παιδιά τους δεν πήγαν ποτέ για πολύ καιρό σε συμβατικό σχολείο – οι μαμάδες τους ήταν (και είναι) εν πολλοίς και δασκάλες τους, στα περισσότερα πεδία γνώσης («μαθήματα», τα λέμε, στο σχολείο). Τα παιδιά αυτά έχουν γνώσεις, δεξιότητες, και μια χαρά κοινωνικότητα, και δεν υστερούν σε τίποτα από τα άλλα παιδιά που πάνε σχολείο. Ζούνε απλά μία αλλιώτικη ζωή, και έχουν μία τελείως διαφορετική σχέση με τη γνώση, η οποία και δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως και γνωριμίας. Οι άνθρωποι που αντιτίθενται στο λεγόμενο homeschooling (ή, unschooling) έχουν πολλά να πούν για την κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από το σχολείο, και για το πώς η εκπαίδευση στο σπίτι στερεί από τα παιδιά αυτή την τόσο σημαντική εμπειρία και δεξιότητα. Εγώ, πάντως, εάν δεν το ήξερα, δεν θα μπορούσα να τα «ξεχωρίσω» από τα υπόλοιπα παιδιά που φοιτούν κανονικά στο ελληνικό σχολείο από άποψη κοινωνικότητας…


Υπάρχει και η φαινομενικά αντίθετη όψη: η μαμά που στο νου της έχει μόνο την εκπαιδευτική εμπειρία που θα αποκομίσει το παιδί της από την κάθε δραστηριότητα, και επικεντρώνεται στις γνώσεις που έχει να δώσει στο παιδί της, με τρόπο που συχνά εμένα μου φαίνεται ψυχαναγκαστικός. Για εκείνη το «παιχνίδι για το παιχνίδι» έρχεται σε δεύτερη μοίρα εάν δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σκοπό για το παιδί. Και γι αυτή τη μαμά έχει χώρο ο γκιώνης. Είναι η πολυσχιδής, η οργανωτική, η διαβασμένη, και όλοι τη θαυμάζουμε γι αυτό.


Εμένα, πάλι, οι ωραιότερες στιγμές μου μέσα στην εβδομάδα ως μαμά, ήταν όταν κάτι βραδάκια αργά, που μέσα στο σπίτι είχε φώτα, φασαρία, και μουσικές, βγαίναμε με τον τετράχρονο γιό μου στο σκοτάδι του κήπου για να ακούσουμε το γκιώνη. Πάντοτε μας έκανε τη χάρη να έρθει και να τον ακούσουμε όποτε βγαίναμε, κι αυτό ήταν η μαγική μας ώρα. Καθόμαστε σιωπηλά σε ένα από τα παγκάκια του κήπου, πέρα το Μεγάλο Σπίτι έλαμπε από τα φώτα και τις φωνές, και περιμέναμε. Σε λίγη ώρα ξεκίναγε το «γκιών» - πέντε δευτερόλεπτα παύση, και πάλι «γκιών», και πάλι παύση, και πάλι «γκιών». Από τα 4 του ο νεαρός έμαθε να ακούει το γκιώνη μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Εκτοτε το ζητάει. Ξέρει ότι με τη μαμά δεν θα παίξει μπάλα ή αυτοκινητάκια ή σπαθιά ή επιτραπέζια (η μαμά αυτά τα βαριέται φριχτά). Θα βγεί όμως βόλτες για κοχύλια στη θάλασσα, για εξερεύνηση στο βουνό, ή για να ακούσει τα νυχτοπούλια το βραδάκι. Με τις κόρες μου πάλι τρελλαίνομαι να κουβεντιάζω και να συνωμοτώ. Άλλη φάση αυτή. Ο γκιώνης δεν δίνει και πολλές ευκαιρίες, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται. Εχουμε κουβεντιάσει αρκετά μαζί, και όταν έρχεται η ώρα της παρέας οι κορούλες μου λακίζουν από τη μαμά και ζουν τις φιλίες τους με άλλα παιδιά, των οποίων οι μαμάδες μοιάζουν λίγο περισσότερο με τη δική τους, κι έτσι έχουν λιγότερη ανάγκη να κρύψουν τη διαφορετικότητά τους για να γίνουν αποδεκτές.

Η υπερπροστασία δεν παίζει στο γκιώνη. Αμα δεν εμπιστεύεσαι το παιδί σου, δύσκολο να το αφήσεις να τα βγάλει πέρα «μόνο του» (χωρίς την υπερπολύτιμη παρουσία σου) στο κτήμα. Από τη πρώτη κιόλας χρονιά, τα κοριτσάκια με το που γνωρίστηκαν λιγάκι μεταξύ τους ζήτησαν να κοιμούνται μαζί στο τίπι. Αργότερα το τίπι έγινε το στέκι των εφήβων, και τα μικρά κοιμόντουσαν στην επάνω αίθουσα όλες μαζί, με τους υπνόσακκούς τους, στο πάτωμα. Είχε πλάκα. Επρεπε να θεσπίσουμε όρια και κανόνες για τις ώρες ύπνου (το κάναμε και φέτος, στην απόγνωσή μας όταν τις βλέπαμε να σέρνονται την επόμενη μέρα) και τις ώρες κοινής ησυχίας, γιατί ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία κι αυθαιρεσία, σημαίνει χώρος να είσαι ο εαυτός σου και να επιτρέπεις και στους άλλους να έχουν τον ίδιο ακριβώς χώρο…

Το άλλο που δεν παίζει στο γκιώνει είναι ο φόβος για τα μικρόβια και η σιχασιά. Τρώμε όλοι μαζί, τα μικρότερα παιδιά είναι μονίμως στα χώματα, μοιραζόμαστε κοινές τουαλέττες και μπάνια (το σπίτι είναι μία έπαυλις του 1850, όχι ξενοδοχείο!) τις οποίες καθαρίζουμε εκ περιτροπής όποιος έχει βάρδια τη συγκεκριμένη μέρα. Μαθαίνουμε να σεβόμαστε το χώρο και τους διπλανούς μας χωρίς να έχουμε πολύ υψηλές απαιτήσεις «κλινικής» καθαριότητας (κλασική νεύρωση αστής νοικοκυράς, νομίζω!) αλλά χωρίς να βάζουμε και τον εαυτό μας ή τα παιδιά μας σε κίνδυνο λόγω ελλιπούς υγιεινής… Όλα με μέτρο, όλα με ισορροπία. Δύσκολο πράγμα η ισορροπία και το μέτρο, βέβαια. Στο γκιώνη αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Παρατηρώ ότι μετά από κάθε γκιώνη η αυτογνωσία μου έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα, και χαίρομαι γι αυτό (έστω και αν δεν χαίρομαι πάντα γι αυτά που μπορεί να βλέπω στον εαυτό μου!)
Για μένα η εβδομάδα του γκιώνη δεν είναι διακοπές – έστω και εάν εντάσσεται στις μέρες των διακοπών μου από τη δουλειά! Είναι διακοπή. Διακοπή από την αστική καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας που εγώ τουλάχιστον ζω. Διακοπή από τις τυπικές ανθρώπινες σχέσεις απόστασης που συντηρούμε στη γειτονιά, στη δουλειά, με το «σόι». Διακοπή από τον καταναγκασμό που επέλεξε η κοινωνία ότι «πρέπει» να κάνεις προκειμένου να εξασφαλίσεις τα προς το ζην, να «προοδεύσεις» στη ζωή, να δημιουργήσεις. Στον κύκλο των γονέων από τα σχολεία των παιδιών μου, η λέξη «δημιουργώ» αναφέρεται πάντα στην περιουσία, στην απόκτηση ακινήτων ή άλλων υλικών αγαθών. Εχει πάντα έννοια οικονομική, ποτέ καλλιτεχνική ή πνευματική. Στον Γκιώνη τα πράγματα αλλάζουν. Μία μοναδική εβδομάδα το χρόνο, αλλά – αλλάζουν!

Μέσα σε μία εβδομάδα, αλλάζουμε και μεις. Και κουβαλάμε, σε χώρο εντός μας ιερό αυτή την αλλαγή, και γίνεται μαγιά για την υπόλοιπη ζωή μας…

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Μια καρδιά για τα παιδιά - Γκιώνης 2010 - μέρος α'

Άλλη μία εβδομάδα του γκιώνη έφτασε στο τέλος της…



Εξήντα άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, μαζί από το πρωί ως το βράδυ, μοιραστήκαμε χαμόγελα, καθήκοντα, δραστηριότητες, γεύματα, μουσικές. Τα παιδιά μας (εκτός από τα πολύ μικρά) στις σκηνές και στο τίπι, με τις δικές τους παρέες… Πολύβουο το σπίτι με τους μεγάλους και τα πεντάχρονα, και οι σκηνές των μεγαλύτερων παιδιών πεδίο μάχης προσωπικών συγκρούσεων. Ολο το κτήμα ένας αθάνορας ζυμώσεων. Δύσκολα μου φάνηκε φέτος. Περισσότερο από άλλες χρονιές, όλοι μας σαν να κουβαλάγαμε τη δυσαρμονία και τον εκνευρισμό της «έξω» κοινωνίας που έπρεπε να ηρεμήσει, να βρεί τη θέση του, να καθαρθεί πριν καταφέρουμε να φτιάξουμε την «κόλλα» που κάθε χρόνο κάνει την εβδομάδα ξεχωριστή για όλους τους συμμετέχοντες…



Φέτος ήρθαν μαζί μου μόνο τα κορίτσια. Ενιωσα μια ανακούφιση που είχα ξεφύγει από τα καθήκοντα της «μαμάς μικρού παιδιού», και ανέπνεα άλλον αέρα. Γι αυτό κι αποφάσισα να απασχολήσω ένα μικρούλι ενώ η μαμά του παρακολουθούσε μάθημα διαλογισμού. Ζόρικο το μωρό μιας μαμάς θυμωμένης και κουρασμένης από την απουσία του συντρόφου της, ο νεαρούλης (20 μηνών) μόλις συνειδητοποίησε ότι η μαμά του δεν ήταν «εκεί» άρχισε να κοπανάει με δύναμη το κεφάλι του πάνω στην ξύλινη πόρτα. Αυτό το άκουγα, μα δεν το είχα ξαναδεί, και ταράχτηκα βαθιά. Βούτηξα το μικρό στην αγκαλιά μου, που μέχρι τότε αλώνιζε παντού, και πήρα το μονπάτι για τη θάλασσα. Σε ένα σπίτι δύο μοναχικά σκυλιά-φύλακες ήθελαν παρέα. Ο μικρός ξεθάρρεψε βλέποντάς με να τους απλώνω το χέρι κι αυτά να το γλείφουν, και άπλωσε κι αυτός το δικό του. Γέλασε με χαρά στην πρώτη γλειψιά. Στη θέα της θάλασσας ηρέμησε, και κάθισε ήσυχα στην αγκαλιά μου. Χαζεύαμε μαζί τα κύματα για αρκετή ώρα σε σιωπή. Ησύχασε η ψυχή του, ηρέμησε το σώμα του, και τον πήρε σχεδόν ο ύπνος. Ξύπνησε μόνο με τη φωνή των σκυλιών που ζήταγαν και πάλι την προσοχή μας καθώς επιστρέφαμε από το μονοπάτι. Στο σπίτι, η μαμά του είχε τελειώσει το διαλογισμό, αλλά μάλλον δεν είχε βιώσει τα ευεργετικά του αποτελέσματα, γιατί τα νεύρα της εξακολουθούσαν να είναι τσιτωμένα. Διέγνωσα την κατάθλιψη που φέρνει η κόπωση και η μοναξιά, συναισθήματα γνώριμα, ζοφερά, και απευκτέα… Της είπα ότι νύσταζε, αλλά δεν με πίστεψε, μια που «τέτοια ώρα δεν κοιμάται ποτέ». Στενοχωρήθηκα, γιατί σκέφτηκα ότι η κόπωση και ο θυμός της δεν της επέτρεπαν να αφουγκραστεί τα μηνύματα του παιδιού της που ζήταγε απεγνωσμένα την αγκαλιά της… Αλλά διάλεξαν ο ένας τον άλλον, μου είπε μια φωνή στο πλάι μου. Εχουν να μάθουν πολλά ο ένας από τον άλλον. Απλά θα παιδευτούν, όπως παιδεύτηκες κι εσύ… Είχε δίκιο η παλιά φιλενάδα, φυσικά, και με επανέφερε στη θέση μου.


Μετά τους φαινομενικά ατέρμονους καυγάδες ποιοι θα κοιμηθούν σε ποιες σκηνές (και όχι μόνο), που λύθηκαν με μηδενική σχεδόν παρέμβαση μεγάλων, τα κοριτσάκια ησύχασαν, και ήρθαν στο εργαστήρι που θα φτιάχναμε καρδιές. Στο εργαστήρι αυτό είχα σκοπό να πω την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα δύο γυναικών, που η μία έφτιαχνε στην άλλη καρδιές κάθε Δευτέρα, και συνεχίζει και τώρα, μετά το θάνατο της αγαπημένης της… προς στιγμήν στάθηκα, διερωτώμενη πώς θα μιλήσω στα μικρά κοριτσάκια για έναν έρωτα που είναι τόσο ασυνήθιστος (κάποιοι θα έλεγαν και απορριπτέος!) στην κοινωνία μας! Αλλά αποφάσισα να μην αλλάξω την ιστορία, εξάλλου είχα το βιβλίο στα χέρια μου για να τους δείξω – στο φινάλε, για την αγάπη ήθελα να μιλήσω, για την αγάπη που δεν έχει χρώμα, φύλο, ηλικία, εθνικότητα… Για την Αγάπη – τελεία. Που είναι φτιαγμένη από όλα τα υλικά του Σύμπαντος. Να παραποιήσω την ιστορία και να την κάνω ετερόφυλη; Οι παραποιήσεις δεν μου πάνε σαν χαρακτήρα, και ένιωθα πως θα αδικούσα και τις δύο γυναίκες και τον μεγάλο έρωτα που γέννησε τόση τέχνη. Πήρα μια βαθιά ανάσα, λοιπόν, και είπα όλη την ιστορία, από την αρχή ως το τέλος που δεν είναι τέλος γιατί συνεχίζεται, γιατί η επιζώσα φτιάχνει καρδιές κάθε Δευτέρα εις μνήμην της αγαπημένης της, και τις φωτογραφίζει, και τις στέλνε ηλεκτρονικά σε όποιον της το ζητήσει. Υπέροχες εικόνες που αποπνέουν αγάπη αγάπη αγάπη και φαντασία. Και έτσι, μια ωραία ερωτική ιστορία μετατράπηκε σε τραγωδία η οποία ξανά μετατράπηκε σε τέχνη, και τώρα δίνει έμπνευση και ελπίδα και στήριξη – γιατί τα έσοδα του βιβλίου δίνονται σε ένα ινστιτούτο έρευνας για τον καρκίνο του μαστού…


Τα κοριτσάκια με άκουγαν μαγεμένα και συγκινημένα, ανάμεσά τους και οι κόρες μου και ένα πεντάχρονο αγόρι. Φυλλομετρούσαν το βιβλίο με τις 100 καρδιές, “Monday hearts for Madalene”, και στέκονταν μία στην μία καρδιά μία στην άλλη, με μικρά επιφωνήματα, και «κοίτα εδώ, μια καρδιά από οδοντόβουρτσες!» «κοίτα μία με κεράσια»! Η μοναδική ενήλικη ήταν μία φίλη, καλλιτέχνις κι αυτή, στην οποία αργότερα εξέφρασα την ανησυχία μου μήπως σόκαρα τις μικρές… Εκείνη είπε πως όχι, πως η φυσικότητα με την οποία είπα την ιστορία και η έμφαση που έδωσα στην ουσία της αγάπης δεν θα μπορούσε να κάνει κανέναν να νιώσει άσχημα…



Ζήτησα λοιπόν από τις συμμετέχουσες και τον μοναδικό συμμετέχοντα να βγούν στον κήπο και να φτιάξουν καρδιές, από οποιαδήποτε υλικά τους άρεσαν, τους ενέπνεαν, από οποιαδήποτε υλικά έβρισκαν, τελοσπάντων. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε.



και η καρδιά των μαγείρων της ημέρας εκείνης...

Το ωραίο ήταν ότι και μετά το τέλος του πρωινού εργαστηρίου, κάποια παιδιά συνέχισαν να φτιάχνουν καρδιές. Κάτι από την αγάπη που ενώνει και συνέχει το Σύμπαν είχε εγκατασταθεί πλέον και μέσα τους, γιατί οι τσακωμοί καταλάγιασαν, έπαιζαν, μιλούσαν, τραγουδούσανε μαζί – πολύ μετά την ώρα που πήγαινε η όποια μαμά είχε βάρδια το βράδυ για να τσεκάρει ότι είναι όλοι στις σκηνές και στους υπνόσακκούς τους, σκεπασμένοι κι ήσυχοι… Ετσι έμαθα, από "αξιόπιστες πηγές"!

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

13 χρόνια μαμά...

13 χρόνια μαμά σήμερα. Σε κάθε γενέθλια θυμάμαι και την αντίστοιχη γέννα. Τα παιδιά μου πάντα με ρωτάνε, μαμά πώς ήταν όταν γεννήθηκα, πες μου την ιστορία. Τη λέω και την ξαναλέω, και λες και την ακούνε με νέα αυτιά κάθε φορά, και βλέπω ότι το χαίρονται.

Η ιστορία της πρώτης μου γέννας, λοιπόν, όπως τη θυμάμαι (και τη σκέφτομαι) σήμερα.

Ηθελα πάντα να γεννήσω στο σπίτι, έχοντας μία δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα (και στην αναγκαιότητα) των νοσοκομείων όσον αφορά τις φυσιολογικές γέννες. Μέχρι δε τις τελευταίες ώρες, η εγκυμοσύνη μου ήταν καλή, και όλα έβαιναν φυσιολογικά. Υπήρχε μία γιατρός, παλιά φίλη και φεμινίστρια, η οποία με παρακολουθούσε, και τελευταία, ψάχνοντας, βρήκα μία εκπληκτική, ψαγμένη μαία, να με βοηθήσει να γεννήσω στο σπίτι. «Όλα καλά». Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Ενώ ξεκίνησα να γεννάω στο σπίτι, κατέληξα στο νοσοκομείο, γιατί το μωρό ανεβοκατέβαινε, κι εγώ υποπτεύτηκα ότι την κρατούσε επάνω ο ομφάλιος λώρος. Ηταν μία σειρά από αισθήσεις/διαισθήσεις μου που αποδείχθηκαν όλες απολύτως ακριβείς – αλλά που δεν τις έλαβε κανείς (μα κανείς!) υπόψη, με αποτέλεσμα να γίνουν αμέτρητα ιατρικά λάθη, να δώσω μάχη για τη ζωή μου, και σήμερα να μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι και οι δυό μας ζούμε από θαύμα!!!

Επίσης να μπορώ να λέω μετά βεβαιότητος πλέον ότι γνωρίζω ΤΙ είναι και ΠΩΣ είναι η κόλαση, γιατί έζησα 7 μέρες εκεί. Και εννοώ το ιδιωτικό μαιευτήριο όπου γέννησα το πρώτο μου παιδί. Εζησα όλη τη φρίκη του να σε γεμίζουν φάρμακα που σου κάνουν παρενέργειες, εσύ να τις νιώθεις αλλά αυτοί να μην σε πιστεύουν, του να μην σέβονται ούτε την προσωπικότητα ούτε την ιδιαιτερότητά σου ως άνθρωπο και ως οργανισμό – επειδή εκείνοι ως «επιστήμονες» (γιατροί, ειδικοί) «ξέρουν καλύτερα». Τι ξέρουν, δηλαδή – ξέρουν ότι γράφουν τα βιβλία τους, τα γραμμένα από άντρες με τις γνωστές κοινωνικές προκαταλήψεις που βαφτίζονται επιστήμη και εκλαμβάνονται ως ιερές αλήθειες, τα οποία εξετάζουν το σώμα ως αυτόνομο μηχάνημα αποκομένο από την ψυχή και το πνεύμα… και βέβαια, ότι ισχύει για τον άνθρωπο-μητέρα, εκειμέσα, ισχύει και για τον άνθρωπο-παιδί. Λέω ότι έζησα 7 μέρες στην κόλαση γιατί έζησα 7 μέρες σε έναν χώρο που με αντιμετώπιζαν και εμένα και το παιδί μου ως πράγμα, ως αντικείμενο προς αντιμετώπιση, με παντελή έλλειψη σεβασμού… Μεγάλο μάθημα ζωής αυτό, που μου πήρε χρόνια να το χωνέψω και να θεραπεύσω το τραύμα που υπέστη η ψυχή μου από την όλη εμπειρία.

Εγώ, λοιπόν, έδωσα τη μάχη μου, επέζησα against the odds (για να μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις λέξεις)… Και το μωρό; Το μωρό έκανα τρείς μέρες να το δω. Αργότερα έμαθα τη δική της ιστορία. Από το ζόρισμα το πολύ, με το που βγήκε από την κοιλιά μου (με «επείγουσα» καισαρική, οριακά πάντα στο χρόνο) τους έχεσε και τους κατούρησε όλους! Πάραυτα! Αγριεμένη φυσιογνωμία, μαλλί κατάμαυρο κι ατίθασο, πανκ, έκλαιγε διαρκώς μέχρι που το έφεραν σε μένα, τρείς μέρες αργότερα. Ταϊσμένο, βέβαια, όπως όλα τα μωρά (και βέβαια το έκανα μεγάλο θέμα ΚΑΙ αυτό), αλλά παρ’ όλο που δεν πεινούσε «τεχνικά», έπιασε το στήθος μου με πάθος κι άρχισε να θηλάζει. Και τότε ησύχασε. Για πρώτη φορά.

Επρεπε να επιμείνω για να μου φέρνουν το μωρό όποτε εκείνο ξυπνούσε και πεινούσε («μα αυτό ξυπνάει μέσα στη νύχτα!» ήταν η καθημερινή επωδός), έπρεπε να επιμείνω πολύ για να μην το ταϊζουν γάλα σκόνη («μα, είστε από καισαρική, μπορεί να μην έχετε γάλα» άλλη κλασσική ατάκα, όπου την τρίτη φορά που την άκουσα είπα πλέον «κυρία μου δεν βρίσκεστε μέσα στο βυζί μου, αφήστε εμένα να το αποφασίσω αυτό!») έπρεπε να δίνω μάχη για να μου επιτρέπουν να το κρατάω στο στήθος παραπάνω από τα ενδεικνυόμενα (από ποιόν, άραγε; Από τις γαλακτοβιομηχανίες, υποπτεύομαι) «τρία λεπτά από το ένα στήθος και τρία λεπτά από το άλλο»… Αυτό, πια, είναι μόνιμη πολιτική των μαιών των ιδιωτικών μαιευτηρίων, και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος από αυτόν για να πάθεις μαστίτιδα και να σου κοπεί το γάλα – λέω για τη μαμά, μια που για το παιδί δεν γνωρίζει κανείς να μας πει «επιστημονικά» τι παθαίνει όταν το αποκόπτουν τόσο βίαια, με το ρολόι, από το μοναδικό πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει το σώμα του και την ψυχή του στη φάση της ανάπτυξης που βρίσκεται…

Θυμάμαι ένα βράδυ, που το μωρό με τα ατίθασα μαλλιά είχε αποκοιμηθεί μπρούμυτα στο στήθος μου, εγώ μισοξαπλωμένη ανάσκελα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, από τις ελάχιστες στιγμές που είμαστε και οι δύο ήρεμες, γαλήνιες, και χαρούμενες, αυτή η (πρωτόγνωρη για μένα τότε) γλυκειά αίσθηση του να έχεις ένα μωρό να κοιμάται επάνω σου… Και μπαίνει ένας παιδίατρος, για «επίσκεψη», για «έλεγχο» του νεογνού, και μου λέει με περισπούδαστο και επιτιμητικό ύφος «κυρία μου, πώς το έχετε έτσι μπρούμυτα το παιδί; Είναι επικίνδυνο! Πρέπει να το βάλετε μέσα στην κούνια του, στο πλάι, αμέσως!» Και πήγε να σηκώσει τη μικρή, να την βάλει στο «πυρεξάκι» του μαιευτηρίου. Εκεί ξύπνησε η ύαινα (και όλα τα ζώα της ζούγκλας μαζί!) μέσα μου, και άκουσε πολλά για την ικανότητα παρατήρησης που είναι αναγκαία για έναν γιατρό που σέβεται τον εαυτό του, για την ημιμάθειά του, για την αδιακρισία του, για την έλλειψη σεβασμού προς μία μητέρα κι ένα παιδί που κοιμούνται ήσυχα και τους ενοχλεί, για, για, για). Για καλή του τύχη, δεν ξύπνησε το μωρό, γιατί θα άκουγε περισσότερα. Επίσης για καλή μας τύχη, δεν μας ξαναεπισκέφθηκε ο ίδιος (πού να τολμήσει!) Η αλήθεια είναι ότι με το να είμαι διεκδικητική των δικαιωμάτων μου και του μωρού (των αυτονότητων, των βασικών, αυτών που καλύπτονται από τις διεθνείς συμβάσεις μιλάμε τώρα, όχι τίποτα το εξεζητημένο) δεν είχαμε πολλές-πολλές επισκέψεις από το προσωπικό… Είχε πάρει το αυτί μου και το καταπληκτικό «στη Λ. πας, με ορό; Βοήθειά σου!» από τη μία μαία στην άλλη!

Το μωρό ήταν η αντιστάρ του ορόφου: έκλαιγε γοερά και ηχηρά όποτε βρισκόταν μακριά μου, και τα μαλλιά της αρνούνταν «να στρώσουν» παρόλες τις προσπάθειες των νοσηλευτριών και των μαιών που χτένιζαν τα μωράκια πριν τα φέρουν στις μαμάδες, να τα δουν και οι μπαμπάδες και οι συγγενείς «φροντισμένα», «καλοχτενισμένα». Κάποια στιγμή μου αποκαλύφθηκε ότι προσπάθησαν να της δώσουν γάλα με μπιμπερό (παρά τις δικές μου εντολές) και η μικρή τους το έφτυσε στη μούρη!!! Αυτό μου το είπαν για να μου δώσουν να καταλάβω «πόσο τζαναμπέτικο είναι αυτό το μωρό» και αποκαλύφθηκαν ότι πήγαν να του δώσουν μπιμπερό!!!

Καθόταν ήσυχα μόνο στο μπαμπά της, και ηρεμούσε μόνο στη μαμά της. Και – πού να το ξέραμε, τότε – κοιμόταν μόνο με μουσική ροκ-εν-ρολ…

Αυτά ακούγονται δύσκολα και ζοφερά, για αρχή μίας νέας ζωής - και ήταν! Αλλά  σήμερα, όταν μιλάμε γι αυτά, μάλλον καλαμπουρίζουμε για το "αναρχικό" μωρό που έχεσε και κατούρησε "το κατεστημένο" και πήρε το αίμα  της μαμάς του πίσω, και που έφτυσε το ξένο γάλα στα μούτρα της καημένης της νοσηλεύτριας που δεν άντεχε να το ακούει να ουρλιάζει, ταράζοντας τη μαύρη νύχτα, γιατί ήθελε τη μαμά της... Κι επειδή συχνά τώρα πια γίνεται λόγος για τα μαλλλιά και την κόμμωση της νεαρής κυρίας, γίνονται και ουκ ολίγες αναφορές στο πανκ μαλλί του νεογνού!!! Και αποδεικνύεται ξανά και ξανά στη ζωή μας οτι τα πράγματα είναι όπως τα βλέπουμε...




Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Μία εβδομάδα μαγική, ο Γκιώνης...

Όταν άκουσα το κάλεσμα του Γκιώνη έβγαινα από μία κατάθλιψη διαρκείας, που με είχε κλείσει μέσα στο σπίτι με τρία παιδιά - χωρίς φως, χωρίς όραμα, με τις υπάρχουσες δομές και επιλογές ζωής να έχουν καταρρεύσει μέσα στην ψυχή μου. Κάπου βαθιά, ή μακριά, δεν ξέρω αχνόπαιζε το αμυδρό φως ενός νεανικού οράματος για μία «άλλη» ζωή. Μία ζωή χαράς, μοιράσματος, παιδικών γέλιων, δημιουργικότητας, αυτοδιάθεσης, ελευθερίας, αναζήτησης.

«Τυχαία» μου έφτασε ένα ημέηλ που για τα τότε δεδομένα μου έγραφε συγκεχυμένα πράγματα, για μία «Οικία» στην Αίγινα, για τον «ήχο της σιωπής ανάμεσα στα ‘γκιών’», ότι ήταν ανοιχτό σε οικογένειες, ότι περιλάμβανε ώρες κεραμεικής, διαλογισμού, περιπάτων, τέτοια. Ο τότε σύζυγος δεν το είδε με καλό μάτι. «Πάρε τα παιδιά και πηγαίνετε», μου είπε, εννοώντας ότι εκείνος δεν θα κρατούσε επ’ ουδενί τα παιδιά για μία εβδομάδα προκειμένου να πάω κάπου εγώ για να ξελαμπικάρω. Και φυσικά ούτε κουβέντα για να μας διευκολύνει (να μας πάει μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο, π.χ. μια που είμαστε τόσοι, κι εγώ τότε δεν οδηγούσα…) Ηταν το κάλεσμα τόσο ισχυρό, όμως, που δεν αποθαρρύνθηκα. Η ιδέα, παρότι καθόλου ξεκάθαρη, με είχε συναρπάσει.


…παρά τις αντικειμενικές μου δυσκολίες, λοιπόν, εμφανίστηκα ένα απομεσήμερο στην Οικία Καραπάνου με 3 παιδιά και τα διπλάσια μπαγκάζια… Ένα τεράστιο σπίτι του περασμένου ή προπερασμένου αιώνα, με κήπους ήμερους και άγριους τριγύρω, ένα μεγάλο τραπέζι, σκαλάκια που κατέβαιναν προς έναν μεγαλύτερο κήπο με φοίνικες, και έρημο… Ησυχο… Ψυχή πουθενά. Κάπου είδα έναν νέο να ξεχορταριάζει, πλησίασα και του μίλησα. Σύντομα ήρθε μια γυναίκα, με κάτι μάτια θάλασσες πρωινές, κι ένα χαμόγελο τόσο καλωσοριστικό, που αμέσως την αγάπησα.

Αφού βγάλαμε τα παπούτσια μας, προχωρήσαμε στα ενδότερα του Μεγάλου Σπιτιού, και ανεβήκαμε τη σκάλα. Θα μέναμε στο μεσαίο επάνω δωμάτιο, ένα τεράστιο φωτεινό δωμάτιο με τρία κρεββάτια, ένα ράντζο, κι ένα τεράστιο μπαλκόνι που έβλεπε στον κήπο και στη θάλασσα. Τα πατώματα ξύλινα και αγυάλιστα, λευκοί τοίχοι, και μικρές ζωγραφιές αγγέλων από παστέλ, σαν παιδικά σχέδια, παλιό ψηλοτάβανο σπίτι. Αφήσαμε τα πράγματά μας (είχαμε πάρει από δύο τσάντες ο καθένας, δηλαδή ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στα χέρια μας, κι εγώ κρατούσα την μία τσάντα του τρίχρονου αγοριού – άσκηση στο πώς να κάνουμε ορθολογική εκτίμηση των αναγκών μας και να επιλέξουμε σωστά…) και βγήκαμε να κάνουμε βόλτες στο κτήμα.

Η γυναίκα με τα θαλασσινά μάτια ήδη είχε οδηγήσει τη μεγάλη κόρη (9 χρόνων τότε) στο τίπι, την ινδιάνικη σκηνή, όπου τα παιδιά ήδη έπαιζαν θεατρικά παιχνίδια με σκοπό να μας παρουσιάσουν τις αυτοσχεδιαστικές τους ιστορίες αργότερα, στη βραδινή μας συνάντηση στο αλώνι. Δεν ήξερα κανέναν, θα ήμουν τόσο εγώ όσο και τα παιδιά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με πτοούσε αυτό, δεν με φόβιζε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα που με συνάρπαζαν, όπως και η ιδέα μίας εβδομάδας κοινοτικής ζωής με άλλους ανθρώπους…

Δεν ξέρω γιατί στέκομαι τόσο πολύ στις πρώτες εντυπώσεις μου της πρώτης φοράς. Ολες οι επερχόμενες εβδομάδες του Γκιώνη ήταν συναρπαστικές και διαφορετικές, αλλά εκείνη η πρώτη φέγγει σαν φάρος στο νου μου, ήταν καθοριστική για μένα τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν μητέρα. Ηξερα οτι δεν ήμουν πια μόνη στις αξίες της ζωής μου...

Η κάθε μέρα αυτής της πρώτης μαγικής εβδομάδας ήταν κάτι ξεχωριστό, μια αλλιώτικη περιπέτεια. Διαλογισμός για όσους ήθελαν και μπορούσαν κάθε πρωί, μετά κεραμεική, μετά φαγητό, το απόγευμα κουβέντες, δραστηριότητες διάφορες, ή βόλτες απρογραμμάτιστες σε μέρη μαγικά. Τις δουλειές τις μοιράσαμε από την πρώτη μέρα όλοι οι συμμετέχοντες – μαγείρεμα, λάντζα, καθαριότητα, φύλαξη παιδιών – για τις μαμάδες με παιδάκια που χρειάζονταν φύλαξη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ανακούφιση μίας μαμάς (τη δεύτερη χρονιά) με ένα παιδάκι είκοσι μηνών που κατάφερε και κοιμήθηκε ένα μεσημέρι, έχοντας εξασφαλίσει τη φύλαξη του μωρού από μία ομαδούλα τεσσάρων παιδιών ηλικίας 8-11 ετών. Και τη χαρά του μωρού που βρήκε τόσο συναρπαστική παρέα, και τη χαρά (και ευρηματικότητα) της ομάδας που είχε στην ευθύνη της κάτι τόσο σημαντικό.


Το ωραίο ήταν ότι υπήρχε τόπος και χώρος για όλους, πλήρης ελευθερία και σεβασμός σε μεγάλους και παιδιά – οι κανόνες διαμορφώνονταν από κοινού για να λύσουν προβλήματα που ανέκυπταν, χωρίς καταναγκασμούς ή ψυχαναγκασμούς, χαλαρά και με πολλή κουβέντα. Ο παράδεισος των παιδιών και των (κουρασμένων – και όχι μόνο) μεγάλων. Γιατί δεν μείναμε άγνωστοι για πολύ: τα παιδιά, με τη γνωστή τους προσαρμοστικότητα (ακόμα και τα πιο ντροπαλά, όπως η νεράιδα) βρήκαν παρέες και παιχνίδια, και κυρίως βρήκαν τη χαρά τους μέσα στην ελευθερία κινήσεων που τους επέτρεπε ο χώρος, ανενόχλητα από τα «μη» των μεγάλων…


Οι μεγάλοι, πάλι, μοιραστήκαμε τις ιστορίες μας, τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας, το μαγείρεμα και τη λάντζα, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας γύρω από το τραπέζι, γύρω από τη φωτιά το βράδι, καθισμένοι στο «σαλονάκι» ένα άλλο βράδυ, με τσάγια, καφέδες, κρασάκια, γυναίκες και άντρες (αυτοί ομολογουμένως ήταν λίγοι!) να ανοίγουμε τις καρδιές μας με χαμόγελο και χιούμορ. Γιατί γελάσαμε πολύ – πάντα γελάμε, δηλαδή, μαζί… Κάποια στιγμή κάναμε μαζί και «γιόγκα του γέλιου» και γελάσαμε ακόμα περισσότερο! Ο καθένας και η καθεμία μας ένιωθε σημαντικό μέρος αυτής της ιδιότυπης «παρέας», αυτού του εγχειρήματος, και κανείς και καμία μας δεν νιώσαμε ανεπιθύμητοι, ή απορριπτέοι, ή υπό κριτική. Μία χρονιά, μάλιστα, το είπε πολύ ωραία ένα παιδί 14 χρόνων, στον κύκλο κλεισίματος στο τέλος της εβδομάδας: ένιωσα, λέει, ότι υπήρχε σεβασμός και αποδοχή από όλους για όλους. Και πόσο θα ήθελε να ήταν έτσι η κάθε μέρα και το σχολείο...


Κάθε χρόνο ο Γκιώνης εξελίσσεται. Βαθαίνει σαν εμπειρία, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τους «μικρούς», που μεγαλώνουν μαζί του. Παιδιά που τα ξέραμε από νήπια είναι τώρα στη μέση του δημοτικού, και παιδιά που τελείωναν το δημοτικό είναι τώρα στο λύκειο. Παιδιά που έμεναν μαζί με τους γονείς τους στα δωμάτια της Οικίας, μένουν τώρα σε σκηνές στο κτήμα και αυτό-οργανώνονται και συμμετέχουν ενεργά στις βάρδιες (μαγείρεμα – λάντζα – φύλαξη μικρότερων παιδιών). Χτεσινά παιδιά μας έκαναν μάθημα οριγκάμι, με τέτοια επιτυχία που χρειάστηκε να το επαναλάβουν γιατί ο κόσμος δεν χώραγε στο εργαστήρι κεραμεικής… Και όλοι μας παίζαμε μετά με βατραχάκια από χαρτί που προσπαθύσαμε να τα κάνουμε να πηδήξουν!

Το Σαββατόβραδο πριν την τελική Κυριακή γίνεται πάντα ένα μεγάααααλο πάρτυ, όπου από «παράδοση» οι έφηβοι δίνουν συναυλία ροκ, παρουσιάζονται χορογραφίες, και ακολουθεί χορός τρελλός μέχρι τελικής πτώσεως. Την πρώτη χρονιά αυτά έγιναν απρογραμμάτιστα (από τους μεγάλους). Τα κοριτσάκια είχαν βρεί μεταξύ τους μουσική και κάνανε συλλογικές χορογραφίες τις οποίες παρουσίασαν στα έκπληκτα μάτια μας (των μαμάδων και μπαμπάδων τους) και οι έφηβοι έχοντας κάνει πρόβες σε (σχεδόν) ηχομονωμένο γκαράζ, μας έπαιξαν ροκ στο μισοσκόταδο… Το χαρήκαμε τρελλά. Εκτοτε το οργανώνουμε, βέβαια, και κάθε χρόνο όλο και κάτι μαγικό προκύπτει. Μία χρονιά μας «ράντισε χρυσόσκονη» μία κοπέλλα χορεύοντας χορό της κοιλιάς (ακόμα και ο τετράχρονος – τότε – γιός μου έμεινε ξύπνιος για να τη δει, παρότι νύσταζε από ώρες πριν!), μία άλλη φορά έδωσε παράσταση μία κοπέλλα, η οποία τελείωσε με το τραγούδι «θα ελπίζω τα’ανέλπιστα γιατί υπάρχουνε, ζούνε, θα ελπίζω τα’ ανέλπιστα για να ‘ρθούν να με βρούνε». Η μουσική της παράξενη, μελωδίες των τσιγγάνων της Κεντρικής Ευρώπης με στίχους δικούς της, φοβόμαστε ότι δεν θα αρέσει στους εφήβους μας (με τα δικά τους εφηβικά γούστα στη μουσική) αλλά οι φόβοι μας διαλύθηκαν όταν είδαμε τα μαγεμένα πρόσωπά τους να λάμπουν στο μισοσκόταδο της νύχτας που έπεφτε ακούγοντάς την…


Τι να πρωτογράψω για το Γκιώνη, είναι τόσα πολλά.

Πήγα ξένη, κι απέκτησα μία νέα μεγάλη οικογένεια. Με όλες τις ηλικίες μέσα, από μωρά έως γιαγιάδες. Είδα την κοινοτική ζωή σε δράση, στα καλύτερά της. Είδα στην πράξη πόσα πράγματα μαθαίνει κανείς όταν αφεθεί ελεύθερος να επιλέξει τι θα μάθει και πώς (ως εκπαιδευτική διαδικασία είναι μάλλον η καλύτερη που έχω βιώσει, σε κάθε επίπεδο). Εμαθα πώς είναι να μοιράζεσαι όχι (μόνο) το έχειν σου αλλά και το είναι σου, και αυτό να είναι μία διαδικασία που σε εμπλουτίζει και σε ανεβάζει, και σου δίνει ελπίδα για τον κόσμο, για τη ζωή.




Πέρσι οι έφηβοι μας τραγούδησαν ένα τραγούδι, στο κλείσιμο της εβδομάδας...
Ακούστε το

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Μαμάδες στη φυλακή;

...Ναι, κι όμως. Δεν θα γράψω τίποτα για το καταπληκτικό δικαστικό και σωφρονιστικό μας σύστημα, ούτε ειδικός είμαι, ούτε νόημα έχει.
Απλά αντιγράφω το δελτίο τύπου μίας τρυφερής ομάδας που δραστηριοποιείται για τις έγκλειστες μωρομάνες.

Πασχαλινό bazaar για τα παιδιά κάτω των τριών ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και για τις άπορες των γυναικείων φυλακών Ελαιώνα Θήβας. Αντικείμενα τέχνης, έργα των φυλακισμένων γυναικών, βιβλία, ρούχα και πολλά άλλα θα διατίθενται σε συμβολικές τιμές.


Το «ξεblogάρισμα» είναι μια παρέα blogger που εδώ και πάνω από δυο χρόνια ασχολούνται έμπρακτα με τις ανάγκες των παιδιών και των άπορων γυναικών που ζουν στις γυναικείες φυλακές Θηβών, στέλνοντάς τους είδη πρώτης ανάγκης, διοργανώνοντας party/bazaar και ευαισθητοποιώντας τον κόσμο μέσα από τα blog τους.



Παράλληλα με το bazaar θα συλλέγονται είδη όπως: πάνες, παιδικά ρούχα (έως 3 ετών) παιχνίδια, ήδη προσωπικής υγιεινής κ.ά.


Πρόγραμμα: Σάββατο 13 και Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 από τις 11.00 μ.μ έως τις 20.00 μ.μ. στο CABARET VOLTAIRE, Μαραθώνος 30 - Μεταξουργείο.






Περισσότερες πληροφορίες: xeblogarisma.blogspot.com