Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Τι έχουμε για φαγητό, μαμά;

Εχω φτιάξει παστίτσιο. Είναι από τα λίγα φαγητά που αγαπούν και τα τρία μου παιδιά εξίσου. Αν τα ρωτήσω «τι φαγητό να φτιάξω αύριο», και τα τρία θα αναφωνήσουν «παστίτσιο!» 9 στις 10 φορές. Εγγυημένη συνταγή, τσεκαρισμένα πράγματα…

Γυρνώντας στο σπίτι από δουλειά ένα απόγευμα, λοιπόν, ήσυχη ότι τα παιδιά μου έχουν το αγαπημένο τους φαγητό στο τραπέζι, εντυπωσιάζομαι που βλέπω τη μεγάλη να πηγαίνει προς το περίπτερο. Η εγγύτητα του περιπτέρου είναι μέγας διαφθορέας για τη διατροφή μας, και βλέποντάς την ξέρω ότι πάει να πάρει κάτι σε πατατάκια, σοκοφρέτα, κάτι πονηρό τελοσπάντων. Σταματάω, τη χαιρετάω, και της λέω «πού πας;» «στο περίπτερο», μου λέει. «Τι θες να πάρεις από το περίπτερο;» Σιωπή. Επιμένω. «Τι πάς να πάρεις από το περίπτερο κορίτσι μου;» Σιωπή. Ενοχη σιωπή. Και ξεσπάει «μπάφους, τσιγάρα, και προφυλακτικά!» Σοκ και δέος στο ακροατήριο. «Τι;» καταφέρνω να ψελλίσω. Το επαναλαμβάνει. Και προσθέτει «τι θες να σου πω ρε μαμά; Ότι θα πάρω πατατάκια; Να με πρήξεις πάλι με την υγιεινή διατροφή;»

Δεν τα κατάφερα να θυμώσω (έτσι μου παίρνουν τον αέρα τ’ άτιμα) γιατί μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό το «μπάφους τσιγάρα και προφυλακτικά», και γελούσα για μέρες. Αν εξαιρέσουμε τα τσιγάρα, δε, για τα άλλα δύο είχε μάλλον ασαφή εικόνα σχετικά με τη χρήση τους. Δεν θυμάμαι εάν τελικά τα πήρε τα πατατάκια ή όχι, γιατί ήρθε και έφαγε παστίτσιο…

Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που λάτρευε τη ζάχαρη και το κρέας και μισούσε τα όσπρια. Με μία μητέρα που δεν συμπαθούσε καθόλου τη μαγειρική. Για καλή μου τύχη, λάτρευε τα φρούτα, οπότε δεν βγήκα τελείως food junkie. Είχα την τύχη να φύγω στην αρχή της εφηβείας μου από την Ελλάδα και την πολύ στενή οικογένεια, και να δοκιμάσω κι άλλες κουζίνες, να δω κι άλλων ανθρώπων τις διατροφικές συνήθειες, να σκεφτώ λιγάκι περισσότερο το θέμα της διατροφής. Εχω φάει τα πάντα: από μακντόναλτνς μέχρι σούπα από φτερό καρχαρία, και από αγριογούρουνο μέχρι τηγανητά φύκια. Με το πέρασμα του χρόνου, με την έρευνα, το διάβασμα, και κυρίως με την εμπειρία (τι με κάνει να νιώθω καλά, πώς και πότε, τι με αρρωσταίνει, τι με βαραίνει, κτλ) έμαθα να τρέφομαι και να ακούω το σώμα μου όλο και καλύτερα. Υπήρξα χορτοφάγος για κάποια χρόνια, πειραματίστηκα με διαφόρων ειδών νηστείες. Για πολλά πολλά χρόνια περνούσα ώρες μέσα στα σουπερμάρκετ διαβάζοντας ετικέτες τροφίμων για να αποφασίσω αν θα πάρω αυτό ή το άλλο προϊόν. Εμαθα σε τι αντιστοιχούν κάποια από τα περίφημα «Ε», διάβασα λίγη χημεία εδώ, λίγη μεταφυσική από κει, άρχισα να ενημερώνομαι για πιο αθώες μεθόδους καλλιέργειας της γης… Και φυσικό ήταν όλα αυτά να τα «κουβαλήσω» μαζί μου όταν έγινα μητέρα. «Γραφική» μητέρα, όπως έλεγαν αρκετοί από τον περίγυρό μου, μάλιστα! Τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής του πρώτου μου παιδιού ήμουν πολύ αυστηρή: αυστηρή με τους γύρω, παππούδες μα κυρίως γιαγιάδες και θείες που είχαν άποψη για το τι πρέπει να τρώει το παιδί («το παιδί πρέπει να τρώει απ’ όλα» έλεγαν και ξανάλεγαν, εννοώντας ότι «το παιδί πρέπει να τρώει ότι του δώσουμε») με αποτέλεσμα να γίνομαι κακιά με όλους… Όχι ότι με πείραξε, δηλαδή, αλλά δυσκόλεψε κατά πολύ τη ζωή μου. Αρχισα να χάνω το παιχνίδι όταν ξεκίνησα να αφήνω τα παιδιά μου στις γιαγιάδες τους, οι οποίες δεν είχαν τον παραμικρό σεβασμό για τις απόψεις και τις συνήθειές μου. Και πάλι, βέβαια, στο σπίτι επικρατούσαν οι δικοί μου κανόνες, τους οποίους εξηγούσα και ξαναεξηγούσα και πάλι από την αρχή, αντικρούοντας υπομονετικά τη λογική και τη συλλογιστική της γιαγιάς (την οποία είχε εξίσου σθεναρά προσπαθήσει να εμφυσήσει στα εγγόνια της). Υπήρχε ένας αδήλωτος πόλεμος ανάμεσα στη μητέρα και στη γιαγιά, που αρχικά εκδηλώθηκε με τη διατροφή των παιδιών, και σταδιακά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία.

Αλλά να ξαναπάμε στη διατροφή. Με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνουμε ότι όχι μόνο χρειάζεται να προσέχουμε το είδος της τροφής που τρώμε (φασολάκια ή κρουασάν, π.χ.), αλλά και την προέλευσή του (από την Ελλάδα ή από την Ιταλία, από την Καλαμάτα ή από τη Βοιωτία), τον τρόπο που έχει καλλιεργηθεί ή παρασκευαστεί (συμβατική ή βιολογική καλλιέργεια)… Και όχι μόνο. Γνωρίζοντας όλο και καλύτερα τα φυτά και την καλλιέργειά τους, διαπιστώνει κανείς ότι καλά τα παραπάνω, αλλά έχει επίσης σημασία και το ποιος το καλλιεργεί, πόσο χρόνο και φροντίδα έχει επενδύσει στην καλλιέργεια αυτή… Άλλο το μαρούλι που καλλιεργήθηκε συμβατικά στο Μαραθώνα, άλλο το μαρούλι που καλλιεργήθηκε βιολογικά στη Βοιωτία, και άλλο το μαρούλι που έσπειρες και φρόντισες και πότισες και παρακολούθησες την ανάπτυξή του στον κήπο ή στη ζαρντινιέρα σου. Υπήρξα τυχερή γιατί βρέθηκα κοντά σε ανθρώπους που μιλούσαν και προβληματίζονταν για όλα αυτά, παρακολούθησα και σχετικά μαθήματα «εναλλακτικής γεωπονικής», και συμμετείχα σε ένα πρότυπο εγχείρημα (που συνεχίζεται ακόμα, αλλά στο οποίο δεν συμμετέχω λόγω χρόνου πια) όπου μία ομάδα ανθρώπων της πόλης των Αθηνών αποφάσισε να παραγγέλνει αγροτικά προϊόντα κατευθείαν από τους βιο-παραγωγούς. Αφενός έρχονταν φθηνότερα γιατί αποφεύγονταν οι μεσάζοντες, αφετέρου ήξερες ποιος παράγει τα κεράσια σου, ποιος τους γίγαντες Πρεσπών, ποιος τις γλυκοπατάτες. Κάποιοι έρχονταν με τα προϊόντα τους κατευθείαν στο χώρο που στέγαζε το εγχείρημα, κάποιοι τα έστελναν με μεταφορικές εταιρείες, και όποτε έρχονταν Αθήνα μας επισκέπτονταν, κάποιους επισκεπτόμαστε εμείς στα χωριά και στα χωράφια τους, φιλικά, για να βοηθήσουμε στη συγκομιδή ή απλά για τη γνωριμία. Η τροφή μας είχε πλέον αποκτήσει ταυτότητα, υπόσταση. Ηταν (ή έτσι μας φαινόταν) πιο νόστιμη. Παρατήρησα επίσης οτι η ποιότητα είχε αντίστροφη σχέση με την ποσότητα: όταν είχαμε ποιοτικότερη τροφή χρειαζόμαστε μικρότερες ποσότητες για να χορτάσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, που δοκιμάζουμε να καλλιεργούμε  τα σαλατικά μας στον κήπο.

Σε φάση μαζικού κατακλυσμού από μαζικά καλλιεργημένες ή παρασκευασμένες «σκουπιδοτροφές», είχαμε την τύχη ένα μέρος της τροφής μας να προέρχεται από ανθρώπους που σέβονταν τη γη, ανθρώπους που γνωρίζαμε με τα ονόματά τους, ανθρώπους που αγωνίζονταν με τον δικό τους τρόπο για την υγεία και την αξιοπρέπεια, ανθρώπους με μεράκι να σώσουν τις ντόπιες ποικιλίες λαχανικών και φρούτων… Ένα μέρος της τροφής μας. Γιατί βέβαια δεν μπορείς να εξαναγκάσεις ένα παιδί που δέχεται πιέσεις από τους συνομηλίκους του να μη φάει πατατάκια ή χαζο-κρουασάν, ή να μην πιεί αναψυκτικά… Ναι μεν στο σπίτι μας δεν έμπαιναν συχνά «σκουπίδια», αλλά εκεί έξω ο κόσμος είναι γεμάτος, και δεν μπορούσα να ζήσω σε μία γυάλα (όπως πολύ σύντομα διαπίστωσα) ούτε εγώ ούτε τα παιδιά! Οπότε συμβιβάστηκα σε μία συνειδητή ισορροπία, η οποία συνεχίζει να είναι σε διαρκή διαπραγμάτευση… Είχα τη φαιενή ιδέα να εμπλέξω νωρίς τα παιδιά  μου στην παρασκευή της τροφής τους, και είμαστε όλοι πολύ περήφανοι για τα γλυκά και τα ντιπ που φτιάχνουν τα κοριτσάκια μας, το ψωμί που ζυμώνει ο καλός μου, τη βοήθεια που πρόθυμα δίνει ο νεαρός σε όποια φάση του ζητηθεί. Το λέμε, το επισημαίνουμε, το εκτιμάμε - όταν οι φίλοι μας επαινούν για τη νοστιμιά του κέικ  δεν παραλείπουμε να πούμε οτι το "χτύπησε" ο καλικάντζαρος, ή το ανακάτεψε το ξωτικούλι, ή οτι το τάδε συστατικό ήταν έμπνευση της νεράιδας. Ξέρουμε όλοι οτι η αγάπη και η φροντίδα κάνει τα πάντα νοστιμότερα. Και (λέω εγώ) θρεπτικότερα. Οχι μόνο για το σώμα, αλλά και για την ψυχή.

Για μένα δεν φτάνει να είναι ένα προϊόν βιολογικό ή ελεύθερο από μεταλλαγμένα. Ένα φρούτο, ένα λαχανικό ή μία πίττα δεν είναι μόνο μόρια και κύτταρα, δεν είναι μόνο ύλη. Είναι και ενέργεια που επηρεάζεται από χίλια δυό πράγματα: από το ποιος και πού το καλλιέργησε, ποιος και με τι διάθεση άνοιξε το φύλλο ή ανακάτεψε τη γέμιση. Στα παιδιά μου αρέσει η «Πολίτικη Κουζίνα»: πρόσφατα μου είπε ο καλικάντζαρος ότι της αρέσει η σκηνή που ο νεαρός πρωταγωνιστής με τη στολή του προσκοπισμού μαγειρεύει για δυό γυναίκες (προφανώς η σκηνή στον οίκο ανοχής), και γενικά όλες οι σκηνές όπου οι άνθρωποι μαγειρεύουν. Θυμάμαι το ‘Δείπνο της Μπαμπέτ’, μία νουβέλα της Κάρεν Μπλίξεν, που πριν 20-τόσα χρόνια είχε γίνει ταινία. Εκεί η Μπαμπέτ, μαγειρεύοντας ένα απίθανο γεύμα, ανοίγει τις από χρόνια κλειστές καρδιές των συνδαιτημόνων. Αργότερα, στο «Σαν νερό σε καυτή σοκολάτα» (μυθιστόρημα εξαντλημένο –και χαμένο από τη βιβλιοθήκη μου - εδώ και χρόνια) η ηρωίδα μεταγγίζει όλες τις διαθέσεις και τις προθέσεις της στην τροφή που παρασκευάζει. Η τροφή επηρεάζει όχι μόνο το σώμα μας, αλλά και την ψυχή μας. Το σώμα μας επηρεάζεται όχι μόνο από τα μόρια της τροφής που εισέρχεται σ’ αυτό, αλλά και από τις ψυχικές μας διαθέσεις, και τις σκέψεις μας.

Τρεφόμαστε όχι μόνο από τα ζαρζαβατικά και τα εκλαίρ, αλλά και από τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας, από τις εικόνες και τα κείμενα που μας περιβάλλουν, από τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας και τις ιδεολογίες που υιοθετούμε. Ισως γι αυτό δεν είμαι πια τόσο αυστηρή στην απόλυτη τήρηση διατροφικών κανόνων με τα παιδιά μου (με τις επιρροές της κοινωνίας έτσι όπως έχουν, με ξεπερνάει κατά πολύ). Προσπαθώ να επικεντρώνομαι στα αναγνώσματα και τα ακροάματα, στις μεταξύ τους σχέσεις και φιλίες, στην έκφραση της αγάπης, στον αμοιβαίο σεβασμό… Όταν σέβεσαι τη φύση γι αυτό που σου δίνει, όταν σέβεσαι τον κόπο και τη φροντίδα του ανθρώπου που παρασκευάζει την τροφή σου, όταν αυτό που καταναλώνεις σε κάνει να χαίρεσαι, και το απολαμβάνεις, τότε αυτό που τρώς σου κάνει περισσότερο καλό παρά κακό. Οτι κι αν είναι αυτό (ή σχεδόν). Ετσι μας ταίριαξε πολύ η "προσευχή" ενός αγαπημένου φίλου, και  επιμένω να τη λέω κάθε που καθόμαστε να φάμε όλοι μαζί: "ευχαριστούμε όλα τα πλάσματα που συμμετείχαν (και θυσιάστηκαν - αν έχουμε κάτι ζωικό) σε αυτό το γεύμα, ευχαριστούμε για την αφθονία που υπάρχει σήμερα στο τραπέζι μας". Και, για να το "δέσω" με την προσωπική μου πεποίθηση ότι όλα αυτά πηγάζουν από την αγαθοποιό δύναμη του σύμπαντος (που για λόγους συντομίας την λέμε "Θεό"), συμπληρώνω και το αίτημα να ευλογηθεί η τροφή μας "από τον Θεό". Στην αρχή ξεκίνησα να κατονομάζω τα "πλάσματα": τις κότες που έκαναν τ' αυγά, τις αγελάδες και τα πρόβατα που έδωσαν το γάλα τους για το τυρί μας, τον ήλιο και τη βροχή που βοήθησαν το στάρι να μεγαλώσει, τον φούρναρη που έψησε το ψωμί, τις ντοματιές που έκαναν τις ντομάτες... Στην αρχή ξένισε αρκετά τα παιδιά, αλλά σε λίγες εβδομάδες το συνήθισαν, το έμαθαν, και το ακούνε. Είναι μία υπενθύμιση κι αυτό. Αυτό που χρειάζεται είναι να είμαστε συνειδητοί και ειλικρινείς – όπως και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής μας, εξάλλου.

Δεν μαλώνω πλέον τα παιδιά μου όταν πλακώνονται στα μπισκότα ή στα τσιπς. Εάν βρίσκονται στο ντουλάπι (που σημαίνει κατά κανόνα ότι κάποιος μεγάλος τα έχει φέρει και βρίσκονται εκεί) με τι μούτρα θα τα υποχρεώσω να υφίστανται τους πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου; Θα μιλήσω για μέτρο, θα μιλήσω για τη σωστή ώρα, ναι. Από καιρού εις καιρόν παραγγέλνουμε και πίτσες στο σπίτι. Και σουβλάκια τρώμε ενίοτε. Δεν τα έχω καταφέρει να αποφεύγω τα βρώμικα δια παντός. Υποκύπτω. Αλλά πώς θα απαγορεύσω κάτι στα παιδιά μου που σε μένα το επιτρέπω; Και αν αναγνωρίζω μέσα μου την ανάγκη να καταναλώσω σοκολάτα, για παράδειγμα, γιατί να μην αναγνωρίσω την αντίστοιχη ανάγκη και στα παιδιά μου; Είναι λεπτές κι ευαίσθητες οι ισορροπίες, και δεν τα καταφέρνω πάντα, και δεν ξέρω καν αν κάνω «το σωστό». Το σίγουρο είναι ότι προσπαθώντας να παρέχω σωστή τροφή για τα παιδιά μου (σε κάθε επίπεδο) τρέφομαι καλύτερα κι εγώ η ίδια.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Μαμαδίστικη θεραπευτική



Βαρύς ο πόνος και ο αναστεναγμός. Όχι, δεν γράφω λαϊκό άσμα. Ημέρες δύσκολες και νύχτες ξάγρυπνη η κόρη, με πόνους άσχετους που μαρτυρούν ζόρι ψυχής, ξεκλέβει ύπνο ανήσυχο, ρηχό, τα απογεύματα. Φόβοι ανομολόγητοι καθώς ένα απ’ τα σταθερά σημεία της ζωής της καταρρέει, το σύστημα υφίσταται κλυδωνισμούς επώδυνους και επικίνδυνους. «Μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά»; Προσπαθεί να ανιχνεύσει σταθερές αξίες; Να αυτοπροσδιοριστεί μέσα στην κινούμενη άμμο της εφηβείας; Να ψηλαφήσει τα όρια τα δικά της και των άλλων; Να διαχειριστεί το χώρο, το χρόνο, τις φιλίες, τις αγάπες, τις σχέσεις με τα’ αδέλφια, με το μπαμπά και τη σύντροφό του, με τη μαμά και τον σύντροφό της; Κάτι απ’ αυτά, όλα μαζί, ή άλλα που μου διαφεύγουν.
Πρώτες βοήθειες της ψυχής τ’ ανθοϊάματα. Να ‘ναι καλά ο Δρ Μπάχ εκεί που βρίσκεται. Πόσες φορές τον έχω ευχαριστήσει νοερά. Παράλληλα μές στη μικρή τσαγιέρα βάζω λιγάκι χαμομήλι, φύλλα κανέλλας, βαλεριάνα και αστεροειδές γλυκάνισο, με βάμμα από σπαθόχορτο και ανθοϊαμα μποράντζας. Και λίγο μέλι από ρείκι. Στις πρώτες δυό γουλιές το πρόσωπό της χαλαρώνει και χαμογελά. Κανένας δεν μου έδωσε τη συνταγή. Μόνη της ήρθε, την ώρα που έπλενα τα πιάτα προσέχοντας μην κάνω θόρυβο και ταράξω περισσότερο τον ήδη ταραγμένο ύπνο της. Η ντροπαλή μου κόρη σπάνια μιλά. Ότι χρειάζεται να ξέρω το μαθαίνω σιωπηλά από την έκφραση του προσώπου της, τον τρόπο που κάθεται, τον τόνο της φωνής της όταν μιλά περί ανέμων και υδάτων, το πώς αφήνεται στην αγκαλιά μου κι ας είναι πλέον έφηβη. Οι ώρες περνούν. Πίνει το μίγμα κάνοντας τα μαθήματα της επομένης. Πριν κοιμηθεί βάζω τα χέρια στο κεφάλι και στο ηλιακό της πλέγμα, διοχετεύοντας ενέργεια γαλήνης, ελπίδας, καθαρμού. Ο ύπνος της βαθύς και ήρεμος απόψε, ξυπνά καλά και με χαμόγελο. Τα λουλουδάκια έκαναν το θαύμα τους και πάλι.

 

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Για τη Συνέλευση στο Σύνταγμα



Δεν τα καταφέρνω να είμαι στη συνέλευση για πολλές ώρες, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη φυσική και την οικογενειακή μου κατάσταση, οπότε όντας στο σπίτι Κυριακή πρωί, γράφω αυτά που θα ήθελα να πω…

Ως πρώην εκπαιδευτικός και νυν μαμά...

Φτάσαμε «εδώ που φτάσαμε» (να ψηφίζουμε ανθρώπους ψεύτες κι άχρηστους κι ανίκανους να μας εκπροσωπούν, να πιστεύουμε άκριτα αυτά που ακούμε στις ειδήσεις της τηλεόρασης, να υιοθετούμε αβασάνιστα απόψεις «ειδικών», να είμαστε καταναλωτές προϊόντων μαζικά κι ανήθικα κατασκευασμένων, κτλ) εξαιτίας της εκπαίδευσης που λάβαμε  στα σχολειά μας. Αφενός. Αφετέρου, εξαιτίας της πεποίθησής μας (ημών και όλων των ενηλίκων των πριν από μας) ότι «οι μεγάλοι ξέρουν καλύτερα».

Χαιρόμαστε (και θαυμάζουμε, και κάποιοι από μας συγκινούμαστε) από το γεγονός ότι αυτή η συνέλευση είναι «τόσο πολιτισμένη»: ότι δηλαδή ο καθένας παίρνει το λόγο και ακούγεται ισότιμα από όλους, ότι κι αν λέει, όποιος κι αν είναι, χωρίς χλευασμούς, χωρίς χάβρα, με σεβασμό τόσο στον ίδιο όσο και στη διαδικασία. Πόσο συχνά επιτρέπουμε κάτι τέτοιο μέσα στην οικογένειά μας; Πόσο συχνά κάνουμε οικογενειακές συνελεύσεις όπου να ακούμε τα παιδιά μας με τον ίδιο σεβασμό που απαιτούμε από εκείνα να ακούνε εμάς; Πόσο συχνά εμπλέκουμε τα παιδιά μας στη λήψη των οικογενειακών αποφάσεων; Πόσο συχνά γίνεται αυτό μέσα στα σχολεία μας;

Για τις οικογένειες δεν μπορώ να πω, η κάθε μία έχει τα δικά της «ήθη και έθιμα»… Απλά εικάζω ότι δεν υπάρχουν και πολλές οικογένειες που το κάνουν – είτε επειδή δεν υπάρχει ο χρόνος, είτε επειδή  η νοοτροπία των γονέων δεν το επιτρέπει.
Για τα σχολεία, όμως, είμαι σίγουρη. Δούλεψα σε σχολεία στο παρελθόν, και σήμερα έχω παιδιά που φοιτούν στο δημοτικό και στο γυμνάσιο…  Τα παιδιά από την πρώτη δημοτικού (τελευταία και από το νηπιαγωγείο…) διδάσκονται να δέχονται ως αυθεντία το δάσκαλο (ή τη δασκάλα), και ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτά που λέει το σχολικό βιβλίο.  Αδιαμφισβήτητη  αλήθεια την οποία πρέπει να «μάθουν απέξω» προκειμένου να έχουν καλές σχέσεις με τον/την εκπαιδευτικό, και προκειμένου να προαχθούν από τη μία τάξη στην άλλη και τελικά να σπουδάσουν… Η γνώση είναι κονσερβαρισμένη σε βιβλία εγκεκριμένα από την τρέχουσα εξουσία, και οτιδήποτε άλλο είναι εκτός. Είναι η περίφημη «ύλη» του αναλυτικού σχολικού προγράμματος.
Τα παιδιά δεν εθίζονται στην έρευνα, ούτε  στην ανακάλυψη, ούτε στην κριτική. Τα παιδιά μας δεν ενθαρρύνονται να είναι δημιουργικά, ούτε να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους (ειδικά η φαντασία και η δημιουργικότητα σκοτώνονται μεθοδικά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, σας διαβεβαιώ, το παρατηρώ χρόνια αυτό το φαινόμενο). Τα παιδιά μας δεν ενθαρρύνονται να αυτοοργανώνονται, παρά τα περίφημα μαθητικά συμβούλια, κτλ, και να παίρνουν αποφάσεις ουσιαστικές. Οι μαθητικές κοινότητες και οι περίφημες "εκλογές" τους είναι μία παρωδία στις πλείστες των περιπτώσεων. Τα παιδιά ξέρουν από πολύ μικρά ότι τις σοβαρές αποφάσεις τις παίρνουν άλλοι γι αυτούς, «για το καλό τους». Ετσι μεγαλώνουν και γίνονται παθητικοί ενήλικες, χωρίς φαντασία, χωρίς δημιουργικότητα οι περισσότεροι, με το φόβο της εξουσίας, έχοντας εθιστεί να πιστεύουν ότι «οι άλλοι» έχουν την αυθεντία της γνώσης… Η, μεγαλώνουν με τη φιλοδοξία να αποκτήσουν αυτοί, πλέον, την αυθεντία της γνώσης, της εξουσίας, κτλ. Και κατόπιν να συμπεριφερθούν ανάλογα.

Αυτή η νοοτροπία δεν μπορεί να συντηρήσει επανάσταση, ακόμα κι αν θα ήταν δυνατό να τη δημιουργήσει!

Αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα σήμερα είναι εξαιρετικά σημαντικό, και πρέπει να συνεχιστεί. Οι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι όλο και πληθαίνουν, το βλέπουμε από τους αριθμούς που αυξάνονται στην πλατεία καθημερινά, υπερβαίνοντας τη σχολική και οικογενειακή τους παιδεία και ανατροφή. Αισθάνομαι  ευγνώμων στα παιδιά που οργανώνουν ομάδες εργασίας, ξενυχτώντας, περιφρουρώντας, εργαζόμενοι και εργαζόμενες σκληρά για να δώσουν παρόν και παράδειγμα. Σας ευχαριστώ από καρδιάς.

Εάν θέλουμε όμως  επανάσταση που να διαρκέσει στο χρόνο, εάν θέλουμε να δούμε τον κόσμο να αλλάζει αληθινά, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το σπίτι και την οικογένειά  μας. Να μην περιμένουμε να νομοθετηθεί η «ελευθεριακή» εκπαίδευση. Να την ξεκινήσουμε εμείς οι ίδιοι. Να διδαχτούμε από αυτή τη συνέλευση πώς να ακούμε τα δικά μας παιδιά. Να τα ενθαρρύνουμε να ερευνούν,  να  μην τους δίνουμε έτοιμες αλήθειες, να μην το παίζουμε αυθεντίες. Είτε ως γονείς είτε ως δάσκαλοι.
Χτες μίλησε ένας δάσκαλος στη συνέλευση, και είπε πως πρέπει το μήνυμα της συνέλευσης να μεταφερθεί και (έστησα κι εγώ αυτί…) στη δική του συνέλευση, των διδασκόντων, του συλλογικού τους οργάνου… απογοητεύτηκα, να πω την αλήθεια. Περίμενα πώς και πώς να ακούσω ότι ο δάσκαλος αυτός θα ήθελε να μεταφέρει τη μήνυμα της συνέλευσσης στα παιδιά «του», στην τάξη του στο σχολείο! Εκεί πρέπει να πάει το μήνυμα… Οι μεγάλοι εύκολα παίρνουν το μετρό να κατέβουν στο Σύνταγμα. Τα παιδιά, όμως;
Αμα  συνεχίζουμε να εκπαιδεύουμε τους νέους με  αυθεντίες και παθητικότητα, μην περιμένουμε αλλαγή. Εμείς εδώ (οι μεγάλοι) είμαστε λίγοι, η σκέψη μας δεν έχει τη φρεσκάδα και την ευρηματικότητα ενός παιδιού. Αφήστε δε που μεγαλώνουμε και πρέπει να δώσουμε  τη σκυτάλη στους νεώτερους (να μην καταντήσουμε σαν τους υπερήλικες πολιτικούς μας).

Δεν μπορούμε πιθανώς όλοι να κατασκηνώσουμε  στο  Σύνταγμα, ή στην όποια άλλη πλατεία. Μπορούμε όμως όλοι να δουλέψουμε  για την επανάσταση. Δίνοντας σεβασμό και λόγο σε ένα παιδί, εκπαιδεύοντάς το να ερευνά, να μην πιστεύει άκριτα ότι ακούει, ότι διαβάζει, ότι μαθαίνει στο σχολείο. Αφήνοντας χώρο στα παιδιά να αυτοοργανώνονται χωρίς εμάς πάνω από το κεφάλι τους, να βρίσκουν λύσεις για τα δικά τους προβλήματα χωρίς να λειτουργούμε εμείς σαν σωτήρες… Ας είμαστε απλά διακριτικοί και υποστηριστικοί των δικών τους αποφάσεων. Διδάσκοντας στα παιδιά το διάλογο, τη διεκδίκηση και το σεβασμό των δικαιωμάτων τους. 

Ας τα διδάξουμε με το δικό μας παράδειγμα σήμερα.


Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Γέννα στο σπίτι

Η Χουφτίτσα ήρθε στο σπίτι μας (μέσα στη χούφτα μου) πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, μία φοβισμένη μαύρη χνουδόμπαλλα, κοντά σε έναν κάδο στο μετρό του Χαλανδρίου. Τρυφερή και πολύ θηλυκή, αγάπησε την ηρεμία και τη σιγουριά που απέπνεε ο σύντροφός μου, και καθόταν ώρες δίπλα του όσο αυτός έγραφε στον υπολογιστή είτε κοιτώντας τον στα μάτια όταν μιλούσε, είτε απλά κοιμώμενη. Δεν ήθελε αγκαλιές, δεν ήθελε πολλά χάδια, ήθελε μόνο να κάθεται πλάι σε κάποιον που «καθόταν ήσυχα». Εβγαινε στον κήπο και κυνηγούσε πεταλούδες ανάμεσα στα λουλούδια (την ώρα που ο άλλος μας γάτος κυνηγούσε ποντίκια, σαύρες, και πουλιά), ανέβαινε στην ελιά με τη χάρη σκίουρου και μας παρατηρούσε από ψηλά που κάναμε κηπουρική.

Τους τελευταίους τρείς μήνες την παρατηρούσαμε που φούσκωνε, που άλλαζε η συμπεριφορά της επιζητώντας περισσότερα χάδια και αγκαλιές (ακόμα και από τον ρέμπελο στειρωμένο αρσενικό μας γάτο), που καθόταν περισσότερες ώρες μέσα στο σπίτι. Επικοινωνούσε πιο ξεκάθαρα τις ανάγκες της πια. Μέλλουσα μαμά.

Από τότε που ενηλικιώθηκα είχα πάντα γάτες. Ζώντας μαζί τους τόσα χρόνια τις θεωρώ μεγάλες δασκάλες. Από τις γάτες έμαθα να παρατηρώ προσεκτικά γύρω μου, από τις γάτες έμαθα να ελαττώνω τους ρυθμούς μου και να μπορώ να κάθομαι «ήσυχα» παρατηρώντας τελικά τον εαυτό μου, από τις γάτες έμαθα την έννοια της παύσης και της δράσης, την τρυφερότητα και τη σκληρότητα της φύσης, από τις γάτες έμαθα να τιμώ τη μητρότητα.



Γέννησαν πολλές γάτες στο σπίτι μου (κάποιες, μάλιστα, προτίμησαν το κρεββάτι και το πουπουλένιο μου πάπλωμα, βυθίζοντας συχνά σε απελπισία τη μαμά μου και τον κύριο που έχει το τοπικό στεγνοκαθαριστήριο) και έχω πολλές ιστορίες που θα μπορούσα να διηγηθώ από γατομαμάδες. Σε κάποιες γέννες ήμουν παρούσα, σε κάποιες απλά ανακάλυπτα τη νέα οικογένεια μέσα στον κάλαθο των απλύτων, ή σε κάποια ντουλάπα ή συρτάρι, ή σε κάποια ξεχασμένη κούτα στη βεράντα. Οι γάτες πάντα διάλεγαν με μεγάλη περίσκεψη το χώρο που θα γεννούσαν, ανάλογα με τη σχέση τους μαζί μου, με τις διαθέσιμες κρυψώνες, τη ζέστη, την εγγύτητα με την κουζίνα, με το αν κυκλοφορούσε αρσενικός γάτος στο σπίτι, κτλ. Κάποιες ήθελαν την απομόνωση, γεννούσαν μόνες τους ήσυχα και απλά, και σου έδιναν να καταλάβεις χωρίς περιστροφές ότι ήσουν ανεπιθύμητη. Κάποιες άλλες ανήγγειλαν την επικείμενη γέννα, ζητώντας συμπαράσταση από απόσταση ή από κοντά. Η Κλεοπάτρα, με τα πράσινα μάτια τα περιγραμμένα με μαύρο, φώναξε για συμπαράσταση το γατάκι της συγκατοίκου της, και γέννησε κρατώντας το παιδί της άλλης στην αγκαλιά της και γουργουρίζοντας. Η μαμά του η Σουήτυ είχε μπερδευτεί και θορυβηθεί συγχρόνως, νομίζοντας ότι «η άλλη» της έκλεψε το παιδί! Το μικρό (ένα σωμόν αρσενικό που αργότερα βαφτίστηκε Χούμους) έμεινε μαζί με την Κλεοπάτρα για λίγες ώρες αφότου γεννήθηκαν τα μωρά και μετά ήρθε και το μάζεψε η δική του μαμά, και το πήγε στη δική της φωλιά. Δεν ξαναπλησίασε τη φωλιά της Κλεοπάτρας παρά μόνο πολύ αργότερα, όταν είχαν μεγαλώσει τα μωρά της, για να παίξει μαζί τους! Κάποτε η πλέον άγρια γάτα της γειτονιάς (που δεν πλησιαζότανε με τίποτα) νιαούριζε γοερά στην πίσω πόρτα του σπιτιού. Μόλις άνοιξα να δω τι συμβαίνει, ετράπη σε φυγή αφήνοντας πίσω της ένα πλαστικό σακουλάκι δεμένο σφιχτά κόμπο. Με γάντια το άνοιξα, και μέσα είχε ένα νεογέννητο γατί υγρό και γλιτσερό με αίματα. Κατάλαβα. Βρήκα ένα μικρό χαρτόκουτο, ακούμπησα το μωρό έξω από την πόρτα, κι έφυγα (ήταν τριήμερο 25ης Μαρτίου, έφευγα εκδρομή). Δυό μέρες μετά βρήκα μωρό και μαμά στο χαρτόκουτο, εκεί στο κεφαλόσκαλο της πίσω σκάλας. Το μωρό ήταν ένα κάτασπρο φουντωτό πλάσμα που δεν με φοβόταν καθόλου, σε αντίθεση με τη μαμά, η οποία απομακρυνόταν μόλις με έβλεπε.

Παρατηρούσα τις σχέσεις της μαμάς με τα μωρά της καθώς μεγάλωναν, την απόλυτη αφοσίωση στην αρχή, τη φροντίδα, την εκπαίδευση των μικρών στο σκαρφάλωμα, στη δολοφονία των ποντικιών, στο κυνήγι των πουλιών, στη διεκδίκηση του χώρου και της τροφής, στην χειραφέτηση τελικά των μικρών από τη μαμά… Παρατηρούσα τη συμπεριφορά των γάτων με τα άρρωστα μωρά: μη έχοντας τρόπο να τα θεραπεύσουν απλά τα εγκαταλείπουν να πεθάνουν. Ακούγεται σκληρό, αλλά κρύβει μία εξαιρετική σοφία: προστατεύει τα υγιή γατάκια αφενός από τον κίνδυνο της μόλυνσης, αφετέρου εξασφαλίζοντάς τους περισσότερη τροφή και άρα περισσότερες ευκαιρίες για επιβίωση. Για χρόνια με στενοχωρούσε αυτό, και περιέθαλπα εγκαταλειλημμένα γατάκια που έβρισκα και «δεν τα ήθελε» η μαμά τους, αποδίδοντας το ανθρώπινο συναίσθημα και ταπεινό κίνητρο της εγκατάλειψης στη μαμά γάτα… Ποτέ μου δεν κατάφερα να κρατήσω στη ζωή τέτοιο γατάκι για παραπάνω από μερικές μέρες. Οι γάτες ήξεραν.


Ηταν μία διαδικασία που επαναλαμβανόταν με αρκετές παραλλαγές, γιατί και οι γάτες έχουν τις δικές τους ξεχωριστές προσωπικότητες (ότι κι αν λένε οι θεολόγοι και οι διάφοροι θεωρητικοί της μεταφυσικής). Παρατηρούσα τη χροιά της φωνής όταν φώναζε μία γάτα τα παιδιά της και όταν ήθελε να τα προστατέψει από επικείμενο εχθρό, θαύμαζα τη μαχητικότητα ακόμα και των πιο μικρόσωμων και αδύνατων μαμάδων όταν επρόκειτο για την προστασία των μωρών (ποτέ δεν είδα μαμά γάτα να αποτυγχάνει τα τρέψει σε φυγή και τον πιο μεγαλόσωμο και νταή γάτο). Όλα με μία άνεση, χαλαρότητα, και απόλυτη φυσικότητα. Και με αυτή τη χάρη την τόσο ξεχωριστή των αιλουροειδών…

Θεωρούσα λοιπόν ότι ήμουν προετοιμασμένη για τη γέννα της Χουφτίτσας. Με είχε εντυπωσιάσει βέβαια το ότι δεν είχε μεριμνήσει καθόλου για το πού θα γεννούσε, δεν είχε βρεί φωλιά, και αναρωτιόμουν πώς τελικά θα διαχειριζόταν τη γέννα και τα μωρά της. Το πρωί εκείνης της Παρασκευής η Χουφτίτσα ήταν ανήσυχη, και ήθελε την αγκαλιά του καλού μου. Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόση σιγουριά αποπνέει ένας άντρας που έχει βρεί και ενστερνιστεί τη θηλυκιά του φύση, και πώς τα ζώα ανταποκρίνονται στο καλό, το υγιές και το αληθές. Σ΄ αυτό που είναι η αγάπη, τελικά.

Γρήγορα-γρήγορα άδειασα τη ντουλάπα μου, και εγκατέστησα την επίτοκο. Αλλά αυτή δεν ήθελε να φύγουμε από κοντά της. Ανήσυχη και φοβισμένη, μου θύμισε άνθρωπο. Στις εξωθήσεις μέχρι που φώναξε και αγρίεψε, και δάγκωσε άγρια το χέρι που μέχρι τότε τη χάιδευε (και το οποίο κράταγε κοντά της με το πόδι της). Μέσα στο φόβο και στη σύγχυσή της κατέβηκε από τη ντουλάπα και γέννησε το μεσαίο της γατάκι στο πάτωμα, και μετά το άφησε εκεί. Πρώτη φορά έβλεπα επίτοκη γάτα σε τέτοια αναστάτωση. Ο αγαπημένος μου δεν έφυγε στιγμή από δίπλα της. Δύο ώρες, τρία γατάκια. Όλα σε αποχρώσεις μαύρο-γκρί, τόσο που μέσα στη ντουλάπα δεν ξεχώριζες απολύτως τίποτα. Ησύχασε, έπλυνε τα μωρά της με τον ιδιαίτερο τρόπο των αιλουροειδών, και χαλάρωσε. Μέσα στη ντουλάπα μου είχαμε πλέον την τιμή να στεγάζουμε μια νέα οικογένεια.


Στο σπίτι αυτό έχουμε ζήσει (σαν οικογένεια) τις γέννες δύο γάτων και δύο σκύλων. Ο ενθουσιασμός και η περιέργεια των παιδιών ήταν πάντα δεδομένα. Και οι φίλοι που μας επισκέπτονταν, με τα παιδιά τους ήταν συναρπασμένοι με τα μωρά ζωάκια (όσοι δεν σιχαίνονταν και δεν έτρεχαν να αυτοαποστειρωθούν πάραυτα). Τούτη εδώ η γέννα της Χουφτίτσας μας έφερε άλλο ένα στοιχείο: σε μένα τη συγκίνηση, στα παιδιά το ενσυνείδητο νοιάξιμο, τη φροντίδα. Μου έφερε στο νου τη δική μου πρώτη γέννα (που ξεκίνησε στο σπίτι), τοκετούς φιλενάδων που γέννησαν στο σπίτι τους με τους δικούς τους, και θυμήθηκα σκέψεις μου πρότερες για το πόσο σημαντικό είναι να εμπιστεύεσαι τη φύση που είναι το σώμα σου, το τι σημαίνει να εμπιστεύεται μία γυναίκα τη φύση της… Ότι για να την εμπιστεύεται πρέπει να την αναγνωρίζει και να την εκτιμά, κι αυτό είναι δύσκολο, γιατί η γυναικεία φύση υποτιμάται και διαστρέφεται ποικιλοτρόπως… Ζηλεύω πολλές φορές τις γάτες που τέτοια θέματα δεν έχουν: είναι αυτό που είναι χωρίς ναι μεν αλλά. Απλά και φυσικά. Γεννάνε όπου επιλέξουν και βολεύονται, μεγαλώνουν τα μικρά τους χωρίς αξιώσεις «ευχαριστιών» για τις «θυσίες» τους, τα εκπαιδεύουν όπως ξέρουν, τους βάζουν όρια χωρίς ενοχές, ούτε συγκρίνονται μεταξύ τους ποια τα ανατρέφει καλύτερα, τίνος ο γιός έπιασε περισσότερα ποντίκια ή βγήκε πρώτος σε γατοκαυγά. Τηρουμένων των αναλογιών, πάντα, γιατί εμείς δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε έτσι απλά και φυσικά; Δεν θα ήταν καλύτερη η ζωή μας; Δεν θα είμαστε πιο ευτυχείς;

Η περασμένη εβδομάδα ήταν η Ανοιχτή Εβδομάδα Σεβασμού στη Γέννα, αλλά ποιος το ήξερε; Κάθε μέρα υπήρχαν εκδηλώσεις σε όλες τις περιοχές της Αθήνας. Δεν έχω μάθει τι συμμετοχή είχε, ή ποιά ήταν η προβλεπόμενη συμμετοχή γενικά… Μέσω ίντερνετ διαδόθηκε, σε κύκλους που ήταν έτσι κι αλλιώς υποψιασμένοι, ανάμεσα σε ψαγμένες μαμάδες και ανοιχτόμυαλους επαγγελματίες. Δυστυχώς ετούτη εδώ η ανάρτηση άργησε πολύ για να ενημερώσει εγκαίρως (μία από τις δυσκολίες της μητρότητας είναι και η πολυδιάσπαση, που δεν σε αφήνει να συγκεντρωθείς σε ένα πράγμα για παραπάνω από ένα τέταρτο-μισάωρο… και πολύ λέω!) Αλλά επειδή η γνώση είναι μεγάλη υπόθεση, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα που δεν πολυσυμφέρει το κατεστημένο να γνωρίζουμε, καλό είναι να διαχέεται (έστω και λίγο καθυστερημένα).

Σχετικοί σύνδεσμοι

http://wiki.naissance.asso.fr/uploads/Enca/OpenWRC2011.pdf

http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/ORGANIZERSOFEVENTS

http://wiki.naissance.asso.fr/uploads/Enca/MoviesOpenWRC2011n.pdf

http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/MyPage

ENCA Hellas: http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/Greece







Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Βλέφαρό μου σφαλιστό...


Ενα νανούρισμα, ίσως το πιο τρυφερό πού έχω ακούσει...

Come sleep and take her
Wrap her up in silk
May the ladder of her dreams be wide
and made of milk and honey

Eyelid shut
oh my lucky one
do not awake
Oh Star of Dawn
fear naught

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην Ελλάδα

...είναι η κλοπή της παιδικής ηλικίας.

Ισως να κλέβουμε την παιδική ηλικία των παιδιών μας επειδή μας την έκλεψαν κι εμάς, αλλά τι σημασία έχει; Επειδή κολλήσαμε εμείς μία ασθένεια πρέπει να την κολλήσει και ο διπλανός μας;

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ελάχιστους ισορροπημένους και ευτυχισμένους ενήλικες. Δεν λέω, όλοι έχουμε τις ώρες και τις μέρες που μελαγχολούμε, και πενθούμε, και οργιζόμαστε και δυσκολευόμαστε. Ετσι είναι η ζωή. Πώς το διαχειριζόμαστε όλο αυτό, όμως, εκεί παίζεται το παιχνίδι.

Όταν στερούμαστε την παιδική μας ηλικία, δεν μπορεί, κάπου θα μας βγεί! Θα μείνει μέσα μας ένα κενό, κι επειδή στη φύση κενό δεν νοείται, με κάτι θα σπεύσουμε να το γεμίσουμε – όχι απαραίτητα συνειδητά, υποσυνείδητα γίνονται συνήθως αυτές οι δουλειές. Κάπου θα σκαλώνουμε στην υπόλοιπη ζωή μας – όπως όταν έχεις κενά στα μαθηματικά ή στα αρχαία, που αν δεν τα αναπληρώσεις, ποτέ δεν θα μπορέσεις ουσιαστικά να προχωρήσεις, και το κενό θα συσσωρεύεται και θα μεγαλώνει μέχρι να το αντιμετωπίσεις. Αλλοι γεμίζουν το κενό τους με τα υλικά αποκτήματα – κόττερα, αυτοκίνητα, σπίτια, χρυσό στην Ελβετία, ότι μπορεί κανείς. Αλλοι με τίτλους – πρόσφατα βρέθηκα σε κοινωνική εκδήλωση όπου μοιράζονταν απίστευτοι τίτλοι και παράσημα: ο μέγας λογοθέτης, ο άρχων χαρτουλάριος, ο ύπατος άρχων, ο άρχων χαρτοφύλαξ, ο μέγας ταξιάρχης του αγίου τάδε… Αλλοι γεμίζουν το κενό με κοινωνική αναγνώριση, άλλοι με την προσκόλληση σε έναν τρόπο ζωής, άλλοι φλερτάρουν με το θάνατο (παρακινδυνευμένα σπόρ, πολεμικοί ανταποκριτές…) Ολοι μας κάτι βρίσκουμε. Και άμα δεν βρούμε κάτι τέτοιο, ή αν το κενό είναι μεγάλο, και δεν μας φτάνει η επιλογή μας, κάνουμε παιδιά!

Νόμιζα ότι υπήρξα άτυχη στο ότι η παιδική και εφηβική μου ηλικία ήταν χρωματισμένες από την φιλοδοξία των γονιών μου «να αριστεύσω», με ότι αυτό σήμαινε. Ηταν περήφανοι για μένα όταν έφερνα μεγάλους βαθμούς, ήταν περήφανοι για μένα όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο επίσης με «καλό βαθμό». Τώρα βλέπω τα νέα παιδιά στο λύκειο που ζουν μεταξύ σπιτιού φροντιστηρίου και σχολείου, με πολύ μεγαλύτερο άγχος από ότι είχα εγώ (που ήμουν αμετανόητα αντιδραστική και "πνεύμα αντιλογίας"), έχοντας «αφήσει γι αργότερα» τις αγάπες τους: τη μουσική, τη ζωγραφική, τις παρέες, την ενασχόληση με τα κοινά… Εγώ άφησα πίσω το χορό. Και είναι όπως το λέει ο Χρ. Ιωαννίδης στο βίντεο – μερικά πράγματα πρέπει να γίνουν τότε που πρέπει. Αργότερα δεν γίνονται. Γιατί - απλά δεν γίνονται. Γιατί η ζωή κυλά με τις δικές της ανάγκες, ροές, και συγκυρίες. Όπως λέει ένα αγγλικό ρητό, ο χρόνος και η παλίρροια δεν περιμένουν κανέναν!

Παρατηρώ τα παιδιά μου όταν βαριούνται. Βαριούνται το σχολείο, τα σχολικά πράγματα. Καμιά φορά, παίρνει η μπάλλα και κάτι που κάτω από άλλες συνθήκες θα το έβρισκαν ενδιαφέρον, αλλά επειδή δίνεται μέσα από το σχολείο (που το έχουν κατατάξει μέσα τους ως «βαρετό») το απορρίπτουν εκ προοιμίου. Βαριούνται τον διδακτισμό όπου τον βρουν, όσο καλά κρυμμένος και να είναι… Κι εγώ ως παιδί τον βαριόμουν, αλλά ιδού, τον αναπαράγω κι εγώ ασυνείδητα πολλές φορές! Τι είναι η βαρεμάρα; Ένα βάρος. Ένα «θα ήθελα να ήμουν αλλού να κάνω άλλα πράγματα». Ένα διαρκές ταξίδι από το παρελθόν στο μέλλον, χωρίς στάση στο «ανιαρό» παρόν. Αυτή είναι μία νοοτροπία που διαμορφώνεται στο δημοτικό, και στο γυμνάσιο έχει ήδη παγιωθεί. Ολοι οι φιλόσοφοι, όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι, οι μύστες της ανθρωπότητα λένε «ζήσε στο παρόν», «έσο παρών στο παρόν». Κάποιοι από μας τους μεγάλους περνάνε χρόνια σε φιλοσοφικές σχολές, σε σεμινάρια αυτοβελτίωσης, σε σχολές πολεμικών τεχνών, ή στο ντιβάνι του αναλυτή, για να μάθουμε να μπορούμε να ζούμε «τη στιγμή»… Κάτι που ως παιδιά δεν χρειαζόμαστε κανέναν να μας το διδάξει, το κάναμε από μόνοι μας! Αλλά παρενέβησαν οι «μεγάλοι» και το εκπαιδευτικό τους σύστημα, και το ξεχάσαμε! Χάσαμε την επαφή μας με το παρόν. Κάποιοι από μας έχουμε χάσει την επαφή με το τι θέλουμε, τι μας ευχαριστεί, τι μας γεμίζει… Και ιδού πώς έρχονται οι καταθλίψεις (ίσως όχι όλες, αλλά είναι μία σίγουρη και αλάθητη οδός!) Αυτό θέλουμε και για τα παιδιά μας;

Το βίντεο αυτό όταν το είδα προ ημερών μου έφτιαξε τη μέρα. Νιώθω πάντα ευγνώμων όταν ανάβει φως μες στο σκοτάδι!



Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Μια μέρα χωρίς ρεύμα

Όπως έγραφα σε προηγούμενη ανάρτηση, δεν έγινε ακόμα η καταιγίδα που θα αφήσει ανέπαφο το ηλεκτρικό μας!

Βράδυ Καθαράς Δευτέρας προς Τρίτη ο άνεμος άρχισε να λυσσομανάει από νωρίς. Η κακοκαιρία που προβλεπόταν. Στα κρεββάτια μας από νωρίς, μια που την επομένη είχε βάρβαρο πρωινό ξύπνημα, οι μεγάλοι δεν κλείσαμε μάτι. Σφύριζε άγρια ο αέρας, έτριζε, ακούγονταν παράξενοι τρομακτικοί κρότοι, κι ευχόμουν τα παιδιά να κοιμούνται για να μην τρομάζουν. Σκληρή παγωμένη βροχή που εναλλασσόταν με χιόνι, κι αέρας, αέρας βίαιος, καταιγιστικός. Αυτό είναι καταιγίδα, σκεφτόμουν. Είχαμε δει στο δελτίο καιρού ότι θα χιόνιζε, ότι θα το ‘στρωνε, και τα παιδιά περίμεναν με αγωνία, αλλά πριν κοιμηθούν τα πράγματα ήταν απογοητευτικά εξαιτίας της βροχής… Χιονίζει, χιονίζει, έλεγαν πού και πού, κοιτώντας νιφάδες και σταγόνες ανάκατα στα φώτα του δρόμου. Εμένα δεν μου αρέσει έτσι, είπε ο καλικάντζαρος – εμένα μου αρέσει όταν χορεύουν οι νιφάδες! Οι γάτες μας ζήτησαν να βγούν έξω. Με βαριά καρδιά τις αφήσαμε.

Ο ύπνος ήταν αγχώδης. Οι βραδινές καταιγίδες με κάνουν και σκέφτομαι τους άστεγους, τους μοναχικούς διαβάτες, τα αδέσποτα, τους χωρίς θέρμανση, τους φυλακισμένους, τα μπουμπούκια ή τους καρπούς (ανάλογα την εποχή) που καταστρέφονται… Σκέφτομαι τα δέντρα που σπάνε, τα ζώα των δασών που ψάχνουν καταφύγιο… Σκέψεις που γενικώς δεν ευνοούν τον ύπνο. Ούτε ο σύντροφός μου κοιμόταν, το κατάλαβα. Δεν ήθελα όμως να μιλήσω, μήπως και είναι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και του χαλάσω κι εκείνου τον ύπνο (την επομένη μου εκμυστηρεύτηκε ότι σκεφτόταν ακριβώς τα ίδια!). Είχα και ανησυχία για τις γάτες μας… Πρέπει να με είχε πάρει ο ύπνος, όταν συνειδητοποίησα ένα φως. Σηκωθήκαμε και οι δύο. Ηταν το φωτάκι έκτακτης ανάγκης που είχαμε βάλει να φορτίζει στην πρίζα μας. Επεσε το ρεύμα, και ήταν 5 το πρωί. Τα παιδιά κοιμόνταν. Βγήκαμε στη βεράντα να φωνάξουμε τις γάτες, μα τίποτα. Αγωνία για τη Χουφτίτσα και τον Μακουήν. Η θύελλα κρατούσε γερά, τα δέντρα δεν χόρευαν αλλά χαστουκίζονταν από τον άνεμο και τη βροχή. Αποφασίσαμε να μη στείλουμε τα παιδιά σχολείο, κλείσαμε τα ξυπνητήρια και τα παντζούρια, και ξαναπέσαμε.

Ένα-ένα ξύπνησαν αργότερα τα παιδιά, διερωτώμενα γιατί δεν τα ξυπνήσαμε να πάνε σχολείο. Να πω την αλήθεια, δεν ξέρω γιατί δεν τα έστειλα. Ισως λειτούργησε το προστατευτικό ένστικτο της μαμάς, που σαν τρομαγμένο ζωάκι κάθεται στη ζεστή φωλιά όταν ξεσπάει καταιγίδα στο δάσος, δεν ξέρω. Βρίσκω μέσα μου κάτι τέτοια πράγματα, κατά καιρούς, που δεν επιδέχονται λογική εξήγηση, δεν «στέκουν» με το νου και τα δεδομένα της πραγματικότητας (θα μπορούσα να τα ντύσω ζεστά και να τα πάω σχολείο σαν κάθε μέρα, και τα τρία, όπως πήγαν και οι μισοί τους συμμαθητές ας πούμε). Τέλοσπάντων!

Πρώτο μέλημα ημών των μεγάλων, να δούμε τι γίνεται με τη ΔΕΗ, πότε θα έρθει το ηλεκτρικό. Η ΔΕΗ δεν απαντούσε, κανείς στη γειτονιά δεν φαινόταν να ξέρει τίποτα. Δεύτερο μέλημα, να φτιάξουμε πρωινό. Ανάψαμε το τζάκι. Τα σπίτια στους 5 ανέμους σαν το δικό μας κρυώνουν γρήγορα! Σχεδόν σε κάθε τι που έλεγαν ή ζητούσαν τα παιδιά είχαμε να αντιτάξουμε ‘δεν έχουμε ρεύμα’. Τελικά φάγαμε τη χτεσινή λαγάνα με βούτυρο, τυρί, και μέλι, αλλά χωρίς τίποτα ζεστό. Χωρίς ίντερνετ, υπολογιστή, ή τηλέφωνο (τα κινητά μας δεν είχαν και πολλή μπαταρία, το σταθερό ήταν στην πρίζα), και με εστία θερμότητας σε ένα δωμάτιο του σπιτιού, καθίσαμε όλοι μαζί – με τα βιβλία μας, κάποια παιχνίδια, κάποιες κουβέντες. Τα δυό μικρά ήθελαν κουβέντα και ομαδικό παιχνίδι, οι τρείς μεγάλοι ήθελαν να καθίσουν ήσυχα να διαβάσουν τα βιβλία τους (οι δύο) και να ζωγραφίσει (η μία). Τα δύο μικρά δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους, δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να παίξουν κάτι ήσυχο μαζί (περνούν φάση σύγκρουσης). Οι μεγάλοι δυσανασχετούσαμε, θέλαμε να βυθιστούμε ο καθένας στον κόσμο του… Κάποιος θα καταπιεζόταν, δεν γινόταν αλλιώς. Η γκρίνια γκρεμίζει κάστρα (και νεύρα). Κέρδισαν οι μικροί. Στο μεταξύ είχε έρθει η ώρα για φαϊ, αλλά το ρεύμα δεν φαινόταν πουθενά, και η ΔΕΗ δεν μας έκανε τη χάρη. Το τζάκι έκαιγε διαρκώς. Αποφάσισα να πάω στο τοπικό σούπερ-μάρκετ να πάρω γκαζάκι και άλλα χρειαζούμενα, και επί τη ευκαιρία να ρωτήσω ξανά στη γειτονιά τι συμβαίνει. Μπουφάν, σκουφί, γάντια, γαλότσες, κι ο αέρας να μη σταματάει να ξυρίζει. Στο σούπερ-μάρκετ τα μισά φώτα ήταν κλειστά.

Φάγαμε κοτόπουλο ψητό του σούπερ-μάρκετ, φέτα, ελιές, τυριά και λαγάνα μπροστά στη φωτιά. Μετά το φαγητό, άλλη μία βόλτα έξω με τον καλικάντζαρο, να βρούμε κανένα γείτονα να ρωτήσουμε (η ΔΕΗ ακόμα σε σιωπή). Αυτή τη φορά είμαστε τυχερές, και μάθαμε από άρτι αφιχθείσα γειτόνισσα ότι είχε πέσει ένας στύλος και η ΔΕΗ τον επισκεύαζε από νωρίς. Περίεργες, πήγαμε να δούμε. Το θέαμα απίστευτο. Ενας τσιμεντένιος στύλος κομμένος ψηλά, σαν οδοντογλυφίδα ή σαν σπίρτο, με όλο του τον οπλισμό να εξέχει σα γυμνά νεύρα, ένας καινούργιος δίπλα του μόλις να έχει στηθεί (το τσιμέντο δεν είχε πήξει ακόμα) και τα καλώδια του σπασμένου στύλου να τα συγκρατεί ένας γερανός της ΔΕΗ. Κατάλαβα ότι είχαμε μέλλον ακόμα, παρότι ο τεχνικός μας είπε ότι σε τρείς ώρες θα έχουμε πάλι ρεύμα…

Στο σπίτι όλη η οικογένεια μαζεμένη στο τζάκι. Δεν είχε τη γιορτινή ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων ή άλλων γιορτών, που μαζευόμαστε ‘για να είμαστε μαζί και να περάσουμε καλά’. Ηταν κάτι αλλιώτικο, μάλλον καταναγκαστικό, υπήρχε εκνευρισμός και βαρεμάρα. Εγώ συνέχισα να θέλω να ζωγραφίσω, αλλά αντ’ αυτού έφτιαξα τσάι στο νέο γκαζάκι. Η βιβλιοσκώληκας νεράιδα συνέχισε να θέλει να διαβάσει το βιβλίο της, και έριχνε τσαντισμένα βλέμματα τριγύρω. Ο σύντροφός μου έριχνε κλεφτές ματιές στις σημειώσεις του και παρατηρούσε τα τεκταινόμενα με βλέμμα ανεξιχνίαστο. Τα μικρά το χαβά τους. Να πούμε αστείες ιστορίες, να παίξουμε παιχνίδια ερωτήσεων, κάτι να κάνουμε όλοι μαζί πια!

Μετά από διαβουλεύσεις έριξα την ιδέα για αυτοκινητάδα – κάτι που δεν χαιρετίζεται με μεγάλο ενθουσιασμό από τα παιδιά μου γενικά. Μούγκρισαν, αλλά συμφώνησαν (η θέα του χιονιού είναι μέγα δέλεαρ). Βάλαμε ένα μεγάλο χλωρό ξύλο να καίει, και φύγαμε. Οι αλάνες και τα ξέφωτα της παλιάς Πεντέλης κάτασπρες και γεμάτες κόσμο που έπαιζε χιονοπόλεμο, και έφτιαχνε χιονάνθρωπους. Προσπαθώντας να βγούμε λιγάκι παραέξω, ο δρόμος ήταν κλειστός από την αστυνομία. Βρεθήκαμε σε ένα ωραίο αδιέξοδο, όμως. Βγήκαμε και παίξαμε μέχρι να παγώσουμε, και μετά βουρ πάλι μέσα στη ζέστη του αυτοκινήτου! Κάπου εκεί έπιασε επιτέλους ο καλός μου γραμμή στη ΔΕΗ. Στο γενικό τηλεφωνικό κέντρο έκτακτων αναγκών η τηλεφωνήτρια δεν ήταν ενημερωμένη για την περιοχή μας, μας διαβεβαίωσε όμως ότι μέχρι το βράδυ όλες οι βλάβες θα έχουν αποκατασταθεί! Τι ώρα, άραγε, να ήταν «το βράδυ», αναρωτηθήκαμε. Στο μεταξύ φτάσαμε πάλι σπίτι και ζεστάναμε παγωμένα χεράκια και ποδαράκια, και πάλι κουρνιάσαμε στη φωτιά. Το φως είχε πλέον πέσει. Ανάψαμε κεριά, λάμπες με μπαταρίες (του ικέα) τη λάμπα εκτάκτου ανάγκης, φαναράκια διάφορα που τα ανάβουμε συνήθως τα βράδια του καλοκαιριού… Το υπόλοιπο σπίτι όλο και κρύωνε.

Άλλη μια βόλτα να δούμε την πορεία των εργασιών στον πεσμένο στύλο. Δυό άνθρωποι ήταν ανεβασμένοι ψηλά και κάτι στερέωναν. Ητανε συναρπαστικό να βλέπεις το προσεκτικό κατέβασμά τους από τα ύψη. Με το απίστευτο κρύο αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν άλλοι ψηλά στον αέρα που ξύριζε, άλλοι κάτω στις λάσπες και στα σίδερα. Ενιωσα θαυμασμό και ευγνωμοσύνη συγχρόνως. Το φορτίο του στύλου σε καλώδια και ασφάλειες είχε μεταφερθεί από το γερανό επάνω στον καινούργιο στύλο, και τέλειωναν (έτσι μου φάνηκε) οι τελευταίες τεχνικές λεπτομέρειες. Πλάι μας μαζεύτηκε ο ανδρικός πληθυσμός της γειτονιάς, μη έχοντας κι αυτοί τι να κάνουν, ανησυχώντας για το ρεύμα.

Πίσω στο σπίτι, αποφάσισα να φτιάξω άλλο ένα ζεστό στο γκαζάκι. Το ημίφως στο σαλόνι μαζί με τη φωτιά ενέπνευσαν επιτέλους μια πιο ομαδική ατμόσφαιρα. Τα παιδιά αποφάσισαν να παίξουν σε παντομίμα τίτλους ταινιών. Γέλιο, γέλιο, γέλιο, διαβουλεύσεις, ψου-ψου-ψου, μαντική και θεατρική αγωγή συγχρόνως! Αφού εξαντλήσαμε τις ταινίες πιάσαμε τίτλους ελληνικών τραγουδιών. Και μετά πιάσαμε το τραγούδι. Κάπου στις εννιάμιση το βράδυ ήρθε επιτέλους το ρεύμα. Εμείς όμως στο μεταξύ είχαμε γίνει ένα αγκαλιασμένο κουβάρι στον καναπέ, ζεσταίνοντας ο ένας τον άλλον, έχοντας περάσει ένα δωδεκάωρο διαρκώς μαζί, στον ίδιο χώρο, με όλη τη γκάμα των συναισθημάτων από εκνευρισμό έως τρυφερότητα μεταξύ μας, οι πέντε, μόνοι. Το μόνο που δεν συζητήσαμε ήταν το πόσο εξαρτημένοι είμαστε από τον ηλεκτρισμό, αλλά ίσως αυτό να μη χρειαζότανε συζήτηση. Το ζήσαμε. Αναμετρηθήκαμε ο ένας με τον άλλον και ο καθένας με τον εαυτό του. Σα να περάσαμε μία μέρα εκτός χρόνου.

(Για καλή τύχη των παιδιών, η επομένη μέρα είχε στρωμένο χιόνι, και τα σχολειά της Αττικής ήταν κλειστά! Μικρές διακοπές στη μέση του χειμώνα.)