Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Δεκαπενταύγουστος

Οι τελετές σηματοδοτούν περάσματα. Γι αυτό εξάλλου κάνουμε και πάρτυ γενεθλίων, κι ας μην το καλοσυνειδητοποιούμε. Τα παλαιά χρόνια και σε διάφορες κοινωνίες υπήρχαν τελετές και γιορτές που τελούνταν και εορτάζονταν και είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα για την οικογένεια, τη φυλή, ή το λαό. Ο εορτασμός του Πάσχα στην Ελλάδα είναι μια τέτοια γιορτή, πανάρχαια, που κάθε θρησκεία που πέρασε από την περιοχή την έντυνε με τον δικό της θεό...
Μια τέτοια μέρα είναι για μας ο Δεκαπενταύγουστος. Δεν μεγάλωσα με καμιά Μαρία, ούτε είχα ιδιαίτερα θρησκευτική ανατροφή. Ισως επειδή υπήρχε η γιορτινή ατμόσφαιρα μέσα στο καλοκαίρι και ήταν όλοι μου οι φίλοι παρόντες στο χωριό που παραθερίζαμε, ίσως επειδή αργότερα είχα κάποιες "μεταφυσικές" εμπειρίες τις ημέρες πριν ή μετά, η μέρα αυτή ήταν πάντα ένα ορόσημο μέσα στο χρόνο. Ακόμα και μια χρονιά που βρέθηκα στην Αφρική τέτοια μέρα, πάλι σε γιορτινό τραπέζι βρέθηκα: η οικογένεια που με φιλοξενούσε γιόρταζε  την ανεξαρτησία της Ινδίας με απίστευτα εδέσματα, κρασί (έπιναν 1-2 φορές το χρόνο!) και προβολή της ταινίας "Γκάντι"! Τους είπα κι εγώ οτι κι εμείς γιορτάζουμε την αντίστοιχη θεά Κάλι (μας), και ήπιαμε λίγο παραπάνω.
Η μεγάλη μου κόρη ονομάστηκε Μαρία, από την αγαπημένη μου δασκάλα, και 'τάχθηκε' να γιορτάζει Δεκαπενταύγουστο. Και παρότι ιδιαιτέρως θρησκευόμενους δεν θα μας έλεγε κανείς, την ημέρα εκείνη πάμε στην εκκλησία και κοινωνούμε, σαν μια τελετή ετησίου "περάσματος"...
Στην αρχή στενοχωριόμαστε που η γιορτή της πέφτει καλοκαίρι και δεν μπορεί να γιορτάσει με τους φίλους της στο σχολείο, αλλά καθώς μεγάλωνε και έκανε παρέες στο χωριό που παραθερίζαμε, τα πάρτυ όλο και καλυτέρευαν. Την τελευταία χρονιά μας εκεί, μάλιστα, το πάρτυ ήταν ιδιαιτέρως ονειρικό, μέσα στον κήπο που φωτίζονταν μόνο με φαναράκια.


Το φετινό καλοκαίρι, παράξενο κι απροσδόκητο καθώς είναι, μας βρήκε στην Αθήνα: εμένα χωμένη στο ξεκαθάρισμα του σπιτιού, και τη νεαρά στην πατρική της γιαγιά μαζί με τα αδέλφια της (ζήτησα να είμαι μόνη για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα του σπιτιού και τα χαρτιά μου απερίσπαστη). Δυό-τρείς μέρες πριν, μου τηλεφωνεί και μου λέει οτι θέλει να έρθει από την παραμονή για να πάμε μαζί στην εκκλησία, και μετά  να ξαναπάει στη γιαγιά της να γιορτάσουν και εκεί. Ετσι κι έγινε.
Οταν ήρθε κοιμόμουν, κι όταν ξύπνησα  τη βρήκα να κοιμάται κι αυτή, καθιστή σ' έναν καναπέ στη δροσιά. Της έβαλα τα πόδια επάνω, και παρατήρησα πόσο βαριά είναι (μα τι περίμενα, το μωράκι των δεκαπέντε κιλών; αναρωτήθηκα) Ξυπνώντας την πήρα μαζί μου να ποτίσουμε τον κήπο μίας φίλης. Να πάμε μια βόλτα, μου λέει. Να πάμε, λέω. Καταλήξαμε χαλαρά στην πλατεία, μιλώντας και γελώντας. Να σε κεράσω παγωμένο γιαούρτι, μου πρότεινε. Και σκέφτηκα, ιδού: καταλαβαίνεις οτι το παιδί σου μεγάλωσε όταν σε κερνάει εκείνο, πλέον, για τη γιορτή του. Και συγκινήθηκα με τη σκέψη. Τα πήραμε στα χέρια, εγώ  το γιαουρτάκι μάνγκο, εκείνη το φραουλένιο smoothie, και διαλέξαμε ένα ήσυχο παγκάκι στην πλατεία. Μιλήσαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, κι ήταν τόσο γλυκιά η ατμόσφαιρα μεταξύ μας, κι αυτή  η γλύκα ήταν τόσο φυσική. Την παρατηρούσα, μεγάλη κοπέλα πια, με τα μεγάλα σκεπτόμενα μάτια και το ευγενικό της χαμόγελο, και μου φαινόταν ένα μεγάλο ζωντανό θαύμα. Ενα θαύμα που με τίμησε με την παρουσία του πλάι μου και είναι έτοιμο πια να ταξιδέψει για τα δικά του λιμάνια. Τεράστια περηφάνια και ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Η χαρά μιας τέτοιας  σχέσης ξεπερνά τα λόγια (κι έχει προ πολλού ξεπεράσει τη φαντασία μου). Γυρίσαμε χωρίς να  σταματήσουμε να μιλάμε και να γελάμε, (από άλλο δρόμο για να αποφύγουμε έναν γνωστό της που βαριόταν!) και το βράδυ χαζέψαμε εικόνες και φωτογραφίες από τους υπολογιστές μας.
...Το πρωί στο τσακ προλάβαμε τη θεία κοινωνία. Αφού έφυγε ο κόσμος καθίσαμε και χαζέψαμε την εικονογράφηση της εκκλησίας, η οποία γίνεται τμηματικά, σχολιάσαμε το χρώμα μωβ που πρέπει να αρέσει πολύ στον αγιογράφο (το βάζει παντού), μιλήσαμε  για χρώματα και νότες, και γυρίσαμε. Κι επειδή γιορτή χωρίς γλυκό δεν γίνεται, ξαναπήγαμε στην πλατεία, και με τον σύντροφό μου αυτή τη φορά, και φάγαμε τριπλή δόση γλυκού με παγωτό και γλυκό, με σαντιγί, σιρόπι καραμέλας, σοκολάτας, μπανάνας, με τρούφα, καραμελωμένους ξηρούς καρπούς, και αγάπη, πολλή αγάπη.
Αλλος ένας Δεκαπενταύγουστος-σταθμός.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Στο χακί;

Οταν γεννήθηκε ο γιός μου κάποιος ηλικιωμένος συγγενής μου ευχήθηκε "με το καλό να  τον δεις και φαντάρο". Πάνω απ'το πτώμα μου, σκέφτηκα εγώ, κάνοντας την προσευχή μου να έχει μέχρι τότε καταργηθεί η υποχρεωτική θητεία, γιατί αλλιώς...

Αυτό θυμήθηκα όταν μου ζητήθηκε να γράψω κάτι στο διαδικτυακό αφιέρωμα για τη "γυναικεία ματιά του στρατιωτικού". 

Παλιά οι μαμάδες το είχαν καμάρι να ντυθεί ο γιός τους στο χακί. Εντάξει, ίσως όχι όλες. Υπήρχαν (και υπάρχουν) κι αυτές που ανησυχούν, και ψάχνουν τρόπους και "μέσα" να  υπηρετήσει ο κανακάρης τους σε κάποιο πόστο ή επιτελείο κοντά στο σπίτι τους, προκειμένου "να μην του λείψει τίποτα".
Από το τέλος της εφηβείας μου και μετά οι φίλοι μου άρχισαν να πηγαίνουν φαντάροι, και άρχισα να παρατηρώ το φαινόμενο. Θυμάμαι τα ατελείωτα γράμματα που ανταλλάσσαμε μ' ένα παιδί (καλοκαιρινό έρωτα) που πήγε φαντάρος στην αεροπορία της Καλαμάτας. Θυμάμαι να σκέφτομαι οτι αυτά που μου περιέγραφε με τον δικό του αρκετά άτεχνο τρόπο θα μπορούσαν να είναι υλικό μυθιστορήματος, τόσο εξωπραγματικά μου φαίνονταν. Οσο εξωπραγματική και η διεύθυνσή του: όχι χωριό τάδε, νομός τάδε, αλλά νούμερα και αρχικά που θα μπορούσαν να περιγράφουν αστεροειδείς και γαλαξίες μακρινούς.
Αυτές οι διευθύνσεις! Σαν να μην ήταν σε αληθινά μέρη της γήινης γεωγραφίας, σαν οι φίλοι μου να βρίσκονταν σε "άλλο τόπο" από κάθε άποψη. Και μάλλον βρίσκονταν.
Εχω γράψει πολλά γράμματα σε φίλους στο στρατό, κι έχω λάβει άλλα τόσα. Ισως έφταιγε το οτι εκφράζομαι καλύτερα με  το γραπτό λόγο, ίσως το οτι μου αρέσει τόσο να διαβάζω, ίσως το οτι μου έλεγαν συχνά σε εξόδους τους (ή μετά  την απόλυσή τους) οτι τα γράμματά μου τους κρατούσαν σώας τας φρένας σαν μια πνοή αέρα από τον "έξω κόσμο".
Είχα φίλους που "υπηρέτησαν" στο γενικό επιτελείο, στον Εβρο, σε περίεργα φυλάκια σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου, σε αποθήκες πυρομαχικών έξω από την Κομοτηνή, ένας διατέλεσε και φύλακας (και εργάτης, και παρέα στον ηγούμενο) ενός μοναστηριού  της Φθιώτιδας εάν θυμάμαι καλά. Ακουγα ιστορίες για δεκανείς, λοχαγούς και ταγματάρχες (ποτέ δεν έμαθα επακριβώς τα της στρατιωτικής ιεραρχίας), αστείες ιστορίες για τη δυσκολία να αφομοιώσουν τη νέα  ορολογία (τη γλώσσα του στρατοπέδου), ιστορίες για καψόνια που έκαναν την ευαισθησία μου για τα ανθρώπινα  δικαιώματα να φρικιάσει, ιστορίες για ανθρώπους από διαφορετικούς τόπους που μοιράζονταν τον ίδιο θάλαμο, ιστορίες για την επιβολή της πειθαρχίας και του σεβασμού στην ιεραρχία, ιστορίες για δεκαοχτάχρονα που αυτοκτονούσαν στη σκοπιά... Ολα διαπνέονταν από μια βαριά αίσθηση βίας και παραλόγου, μια σκοτεινιά  που έμοιαζε να χρωματίζει τις  ψυχές σχεδόν όλων μου των φίλων και γνωστών που έκαναν θητεία στον ελληνικό στρατό. 
Κι επειδή νιώθω την υποχρέωση να γράψω κάτι πιο συγκεκριμένο: κάποτε υπήρξα αρραβωνιασμένη με έναν άνθρωπο που μετά από διάφορες περιπλανήσεις ανά την ελληνική επικράτεια ως φαντάρος, εξαιτίας του πτυχίου και της ειδικότητάς του (τεχνητή νοημοσύνη) βρέθηκε να επιχειρεί να μηχανοργανώσει το γενικό επιτελείο στρατού. Την εποχή εκείνη ήταν ο μοναδικός στο πόστο αυτό, το οποίο ήταν και αξιοζήλευτο (κοιμόταν στο σπίτι του, δεν έκανε σκοπιές, είχε ωράριο γραφείου). Συναναστρεφόταν άτομα υψηλά στη στρατιωτική  ιεραρχία, και είχε να μου διηγείται διάφορες ιστορίες χαζές, σκοτεινές, και ευτράπελες. Παρά το αξιοζήλευτο της θέσης και της δουλειάς του ήταν  συχνά βαρύς και δύσθυμος, και το απέδιδε  στην επικρατούσα ατμόσφαιρα του γραφείου. Ενα πρωί που πηγαίναμε με  το αυτοκίνητο προς το επιτελείο, παρατήρησε οτι μπροστά μας βρισκόταν ένας από τους "μεγάλους" του γραφείου του. "Αυτός μπροστά μας είναι ο τάδε", μου είπε, "που σου έχω πει". Μου κίνησε το ενδιαφέρον και τον παρατήρησα. Τρομακτική φυσιογνωμία. "Γκεσταπόφατσα", του λέω, "σαν εσατζής ένα πράγμα". "Αχώνευτος, ναι", μου λέει, "αλλά είσαι και λίγο υπερβολική όπως πάντα!" Το συμβάν ξεχάστηκε. Τη φάτσα δεν την ξέχασα, βέβαια. Μήνες αργότερα, όταν πλέον η θητεία του είχε λήξει, μου είπε "θυμάσαι αυτόν που αποκάλεσες γκεσταπόφατσα; ε, είχες δίκιο, έμαθα οτι ήτανε βασανιστής στη χούντα, από τους διάσημους μάλιστα".

 Η δοκιμασία που πέρασαν οι περισσότεροι φίλοι μου ως φαντάροι, είτε το εξέφραζαν καθαρά είτε όχι, ήταν το πώς θα διατηρούσαν την ακεραιότητα και την οργάνωση της προσωπικότητάς τους μέσα σε συνθήκες συντριπτικής πίεσης και βίας. Οι περισσότεροι δεν έμειναν αλώβητοι, γύρισαν πίσω με ψυχικές βλάβες (που στις περισσότερες περιπτώσεις γιατρεύτηκαν μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια), και διαστροφές νοοτροπίας (που κάποιοι κουβαλούν χρόνια μετά στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή), π.χ. τα δικαιώματα των παλαιότερων επάνω στους νεοτερους, η ανισότητα, η άκριτη αποδοχή των κανόνων μιας ιεραρχίας, η  υποταγή στην εξουσία του ιεραρχικά ανώτερου κι ας αντιβαίνει τις ηθικές τους αρχές... Ιδίως όσοι πήγαν νέοι στο στρατό χαράχτηκαν βαθιά από το έρεβος, τη σκληρότητα, και το παράλογο του όλου πράγματος, κι έφυγαν ψυχικά σακατεμένοι, τόσο που δεν γνωρίζονταν πια από τις παρέες τους. Αλλαζαν τα μάτια τους, άλλαζε η μιλιά τους.

Εχοντας δει όλα αυτά, πώς θα μπορούσα να μείνω αδιάφορη στη "μοίρα" αυτή των αγοριών; Δεν είμαι αντίθετη στη βίωση της όποιας κακουχίας ή ταλαιπωρίας προκειμένου να σωθούν ζωές, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη και η αξιοπρέπεια. Η ζωή δεν είναι εύκολη, και συχνά ενέχει περιπέτειες που μας κουράζουν και μας κοστίζουν σε χρόνο και υγεία. Αρκεί το κίνητρό μας να είναι υγιές, αρκεί το κίνητρό μας να είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ενότητα των ανθρώπων. Αρκεί το κίνητρό μας να πηγάζει από την ανάγκη της καρδιάς μας (και όχι από την εντολή κάποιου "ανώτερου" από εμάς  στην ιεραρχία). Αρκεί το κίνητρό μας να πηγάζει από τον σεβασμό μας προς τον συνάνθρωπο, τον εαυτό μας, ή τη φύση (και όχι από τον φόβο της όποιας τιμωρίας). 

Οταν γεννήθηκε ο γιός μου αποφάσισα οτι θα του δώσω τη δυνατότητα να μην πάει στο στρατό: είτε προτρέποντάς  τον να φύγει από τη χώρα, είτε να επωμιστεί τον βαρύ ρόλο του αρνητή  της  στράτευσης, είτε με την κλασική (και δύσκολη) μέθοδο του "τρελλόχαρτου". 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα τις μαμάδες κάποιων από τους φίλους μου που  φούσκωναν από περηφάνια όταν έβλεπαν το γιό τους  ντυμένο στρατιωτικά, και φωτογραφίζονταν πλάι του στο πρώτο επισκεπτήριο μετά τη "βασική εκπαίδευση". Ούτε ποτέ θα τις καταλάβω, νομίζω.

Στο αφιέρωμα αυτό συμμετέχουν  anagennimeni.wordpress.com  iphimedea.blogspot.com  

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα - συνέχεια

...Κι ακούστε τώρα ένα παραμύθι. Μου το διηγήθηκε ένα άλλο (όχι τόσο σοβαρό) νηπιαγωγάκι, καθ' οδόν από το σχολείο.
"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιππότης. Μεγάλος ιππότης. Ιππποτάρα, όμως. Και σαν σωστός ιππότης έπρεπε να πάει στον πόλεμο. Αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει, δεν του άρεσε καθόλου ο πόλεμος. Τι να κάνει; Αφού υπήρχανε κακοί! Πήγε λοιπόν στο Θεό, και του εξήγησε, καιι του ζήτησε να κάνει τους κακούς καλούς, ώστε να μη χρειάζεται να πάει να τους σκοτώσει."
Και ο Θεός τι έκανε;
"Τον άκουσε, κατάλαβε οτι είχε δίκιο. Κι έκανε τους κακούς καλούς, και ο ιππότης δεν χρειάστηκε να κάνει κανέναν πόλεμο"

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα

Νομίζω πάντοτε τα παιδιά ξάφνιαζαν τους μεγάλους με  τη σοφία τους. Οι μεγάλοι, πάλι, όταν πουν να δώσουν σημασία σε ότι λέει το παιδί τους, τα βρίσκουν όλα "σοφά", ή τουλάχιστον έξυπνα ή χαριτωμένα. Διαβάζω κατά καιρούς σε μπλόγκ μαμάδων διάφορα τέτοια, κυρίως αστείες ατάκες μικρών παιδιών (και ξεκαρδίζομαι, είναι η αλήθεια), και αναλογίζομαι κι εγώ τις δικές μας οικογενειακές ατάκες που κατά καιρούς θυμόμαστε όταν έχουμε κέφια ως οικογένεια, και τις ξαναλέμε ("μαμά πάμε σπίτι επιτέλους, θα κοιμηθώ πάνω μου"). Στα παιδιά αρέσει πολύ να τους θυμίζεις μερικά από αυτά που έλεγαν ως μικρά...

Αυτό τον καιρό, με την κρίση στην οποία υποκείμεθα εξαιτίας των τραπεζών, θυμήθηκα ένα περιστατικό που συνέβη πριν 10 χρόνια, όταν η χεβυμεταλλού νεράιδα ήταν ένα μικρό σοβαρό νηπιαγωγάκι. Κάπου πηγαίναμε και καθ' οδόν σταματήσαμε για να πληρώσουμε σε ένα ατμ ένα λογαριασμό πιστωτικής κάρτας. Μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο ο μπαμπάς της με ρώτησε "πού πάει ο μπαμπάς;" Και παραθέτω το διάλογο, που θυμάμαι σαν τώρα. "Να πληρώσει μια πιστωτική κάρτα, στην τράπεζα". "Δηλαδή;" "Εχεις παρατηρήσει που κάποιες φορές όταν αγοράζουμε κάτι δεν δίνουμε λεφτά, αλλά δείχνουμε μια πλαστική καρτούλα;" "Ναι" "Ε, μετά, στο τέλος του μηνός, πάμε στην τράπεζα και δίνουμε τα λεφτά στην τράπεζα." "Α." (Παύση) "Δηλαδή η τράπεζα έχει πολλά λεφτά, ε;" "Ε, ναι". "Αυτό δεν είναι σωστό". "Τι εννοείς;" "Οτι δεν κάνει να έχει πολλά λεφτά." "Γιατί;" "Δεν πρέπει ένας να έχει πάρα πολλά λεφτά, πρέπει όλοι να έχουμε από λίγα λεφτά, για να φτάνουν για όλους".

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η κουβέντα, γιατί ποτέ δεν είχαμε συζητήσει κάτι τέτοιο με τον μπαμπά της, και δεν φανταζόμουν να μάθαιναν πολιτική οικονομία στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας. Το είπε δε πολύ απλά, όχι με τον τόνο που παίρνουν τα παιδιά όταν ξέρουν οτι θα πούν μια εξυπνάδα ή θέλουν να σε εντυπωσιάσουν. Ενας λογικός και φυσικός συλλογισμός, απλά. Και σκέφτομαι πόσο συχνά (και πόσο πολύ) διαστρέφεται αυτή  η απλή φυσική συλλογιστική των νεαρών ανθρώπων περνώντας από το σύστημα εκπαίδευσης σχολείου και τρέχουσας κοινωνίας, και πόσο θα ήθελα να ζω σε ένα κόσμο που να κυβερνιέται από τέτοιες αρχές και λογικές.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Γιαγιάδες


Όπως υπάρχουν λογιών-λογιών μαμάδες, υπάρχουν λογιών-λογιών γιαγιάδες. Γιαγιάδες καλοκάγαθες ασπρομαλούσες με λευκό κότσο που πλέκουν ολημερίς και λένε παραμύθια πλάι στο τζάκι (και ζουν συχνότερα στα παραμύθια απ’ ότι στη ζωή), γιαγιάδες στυλάτες ξανθομαλλούσες με φροντισμένα νύχια και γόβες που πάνε τα εγγόνια τους στις παραστάσεις της Λυρικής, γιαγιάδες που ζουν στο χωριό και που βάζουν τα μωρά κατσικάκια μέσα στο σπίτι για «να μη χαλάσουν χατίρι στα παιδιά» και παίζουν όλοι μαζί, γιαγιάδες που εργάζονται σε γραφεία και διακοσμούν τον τοίχο τους με τις ζωγραφιές των εγγονών τους, γιαγιάδες που εργάζονται αμισθί ως μπέιμπυ-σίτερ στα εγγόνια τους, γιαγιάδες που φροντίζουν αλλονών εγγόνια επί πληρωμή, γιαγιάδες που πάνε σε διαδηλώσεις, γιαγιάδες που έχουν κότες και βάζουν μποστάνι, γιαγιάδες που φοράνε μαύρα και γιαγιάδες που φοράνε χαϊμαλιά, γιαγιάδες που πλέκουν βλέποντας τηλεόραση, γιαγιάδες που παίρνουν πτυχία συμβουλευτικής, γιαγιάδες που θέλουν να υποκαταστήσουν τις μαμάδες, γιαγιάδες που υποκαθιστούν τις (μετανάστριες) μαμάδες, γιαγιάδες που μαγειρεύουν ωραία και γιαγιάδες που προτιμούν να παραγγέλνουν φαγητό απέξω… Υπάρχουν γιαγιάδες που βάζουν όρια, αλλά οι περισσότερες δεν διανοούνται να χαλάσουν χατήρι στα εγγόνια τους, και γι αυτό αναπτύσσουν ιδιαίτερη σχέση ζεστασιάς, φροντίδας, συνωμοτικής (ενίοτε) αποδοχής. Το σίγουρο είναι ότι οι γιαγιάδες μας όπως κι αν είναι (ή ήταν) μας επηρεάζουν με τρόπους άλλοτε αντιληπτούς και συνειδητούς, άλλοτε αόρατους και ανεπαίσθητους.

Οι γιαγιάδες μου δεν έμοιαζαν σε τίποτα. Η μία μας έφυγε πριν 3 χρόνια, ένα μήνα πριν τα 95α της γενέθλια. Ηταν κάποια χρόνια κατάκοιτη, δεν άντεχε πια τον ήλιο και δεν έβγαινε πια έξω στη βεράντα ή  στον κήπο της. Η κοπέλα που την πρόσεχε μου έλεγε ότι αναπολούσε τις μέρες που  με είχε σπίτι της μικρή και με φρόντιζε. Μετά από μπόλικα εγκεφαλικά διατηρούσε ακόμα το νου της, και περίμενε να γυρίσει στο σπίτι της από το νοσοκομείο για να πεθάνει (ενώ όλοι περίμεναν και προτιμούσαν να φύγει ‘βολικά’ από το νοσοκομείο). Εφυγε  ήσυχα, 20 λεπτά αφότου έφτασε στο σπίτι. Ισχυρή προσωπικότητα, επιβαλλόταν δικτατορικά σχεδόν στην επικράτειά της (στους  γιούς της, οι νύφες  της και τα εγγόνια της δεν την πολυ-άντεχαν) και απαιτούσε. Δύσκολος άνθρωπος, με άκαμπτες αντιλήψεις, ήθελε να έχει τα πάντα υπό τον έλεγχό της. Μεγάλη κατάλαβα τον πόνο, την πίκρα και την ταλαιπωρία που την έκαναν να λειτουργεί έτσι… Σιγά-σιγά, από θραύσματα συνομιλιών από δω κι από κει, κατάφερα να συνθέσω την ιστορία της ζωής της: υλικό για μυθιστόρημα άλλων εποχών!

Η μητέρα της πέθανε πολύ νωρίς, και όταν ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε την πεντάχρονη μικρή την έστειλε στο χωριό: ένα μικρό, φτωχό, ορεινό χωριό της δυτικής Ηπείρου, μια βουνοκορφή μακριά από τα σύνορα με την Αλβανία. Δεν είχε μάλλον κανέναν επιβλέποντα ενήλικα να τη φροντίζει, όλο το χωριό (ήταν λίγο-πολύ συγγενείς) τη φρόντιζε. Μια νύχτα, λέει, με χιόνι ένα μέτρο, καθώς πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο μόνη της, παραπάτησε, χτύπησε, κι έχασε τις αισθήσεις της. Ωρες αργότερα την βρήκε κάποιος μισοθαμμένη μέσα  στο χιόνι, και έτσι επέζησε. Μερικά χρόνια αργότερα ήρθε και η μητριά με τη μικρή της κόρη στο χωριό, και η 7χρονη Ελένη αναγκάστηκε να τις υπηρετεί. Στα 10 ξαναγύρισε στην Αθήνα, πήγε και λίγο σχολείο, αλλά στα 13 της ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιον, ο οποίος την επανεγκατέστησε και πάλι στο χωριό… Ο παππούς μου στα νιάτα του δούλευε φούρναρης στην Πόλη: ερχόταν στην Ηπειρο για να «σπείρει παιδιά», που έλεγαν τότε, να φέρει χρήματα, και να ξαναφύγει. Η γιαγιά μου ζούσε με την πεθερά της, μεγαλώνοντας γιούς. Ενιωθε ότι η πεθερά της την καταδυνάστευε, βάζοντάς την  σε χειρότερη μοίρα από τους εγγονούς της, και ιδιαίτερα τον πρωτότοκο… Πέρασε περιπέτειες πολλές και δύσκολες, γέννησε 4 αγόρια (τον νεώτερο  στην Αθήνα), κι έμεινε χήρα το 1971. Ο ένας της γιός ξενιτεύτηκε στον Καναδά και πέθανε εκεί, ο άλλος της γιός αυτοκτόνησε στα 50-κάτι του. Ητανε αυστηρή, δεν χάριζε και δεν χαριζόταν σε κανέναν εκτός από τα εγγόνια της (και όχι πάντα), και είχε μέσα της μια μόνιμη πίκρα,  την οποία δεν την άντεχε κανείς για πολύ. Αντιπαθούσε, δε, σφοδρά, σαν κλασσική ελληνίδα πεθερά, τις νύφες της. Απέκτησε 3, οι δύο έφυγαν σε απόσταση ασφαλείας (μία στον Καναδά, η άλλη στη Φινλανδία) και η μητέρα μου επιβίωσε στην ίδια πόλη απλά επειδή έτυχε να είναι ίσης δυναμικότητας και πυγμής.

Τη  θυμάμαι να έχει κουνέλια και κότες (μετά το θάνατό της, ένας στριφνός γηραιός γείτονας μου είπε ότι πολύ παλιά είχε μέχρι και γουρούνια) κι έναν ανθηρό κήπο. Είχαμε πάντα αυγά, θυμάμαι, και πού και πού έσφαζε καμιά κότα για σούπα… Ο κήπος και το κοτέτσι ήταν η χαρά των παιδικών μου χρόνων. Θυμάμαι που κάποτε είχε κόψει μια βερυκοκιά, κι εγώ στενοχωρήθηκα, και κάλυψα τον κομμένο κορμό με λάσπη και ξαναβλάστησε… Εκείνη όμως ήθελε να φυτέψει κάτι άλλο εκεί, και τον ξανάκοψε, και έριξε πετρέλαιο επάνω, οπότε ξεράθηκε και μπόρεσε να την ξεριζώσει για να φυτέψει δεν-θυμάμαι-τι. Τα πρώτα μου μαθήματα κηπουρικής. Είχε μεταφέρει το χωριό στην πόλη (όλα αυτά που περιγράφω γίνονταν στο Χαλάνδρι) γιατί ήταν απλά  θέμα επιβίωσης. Σημειωτέον ότι στη γειτονιά υπάρχει άλλη μία γιαγιά (80-κάτι σήμερα) που καλλιεργεί το οικοπεδάκι δίπλα στο σπίτι της, κι έχει ακόμα κότες! Η γιαγιά της  οποίας το όνομα φέρω σήμερα, εκτός από την αγάπη της (την τόσο ιδιόρρυθμα εκφρασμένη) μου μετέδωσε την αγάπη για τη φύση, για τα ζώα και τα φυτά, και την αγάπη για την αυτάρκεια.

Εφτιαχνε υπέροχο λικέρ κεράσι, και πίττες. Όταν ήθελε να φτιάξει πίττα, άνοιγε φύλλο. Και δεν περιοριζόταν στο σπανάκι της αγοράς. Εβγαινε στη γειτονιά και μάζευε 4-5 ειδών χόρτα, και η πίττα μοσχομύριζε πεντανόστιμη. Λυπήθηκα που την άφησα να φύγει χωρίς να της  ζητήσω να μου μεταδώσει τη γνώση αυτή. Νομίζουμε πως τους δικούς μας ανθρώπους θα τους έχουμε πάντα κοντά μας, και καλά. Αργότερα πονούσε η μέση της και δεν μπορούσε να σκύψει, ούτε έβλεπε καλά για να μου δείξει. Μετά αποτραβήχτηκε, κι έφυγε. Μου άφησε όμως παρακαταθήκη την αγάπη αυτή… (τώρα πια έχω αγοράσει βιβλία με φωτογραφίες για την αναγνώριση των φυτών και των βρώσιμων χόρτων, και  τα παίρνω μαζί μου στις εξοχές, και πάντα σκέφτομαι «τι θα μάζευε η γιαγιά»).

Δεν με άφησε ποτέ να ασχοληθώ με τον κήπο – ήταν ο δικός της κήπος, κι εγώ δεν είχα θέση εκεί. Για τη γιαγιά μου είχα θέση σε κάποιο σχολείο ή πανεπιστήμιο μόνο, μια που για εκεί με πρόοριζε ο πατέρας μου – και η επιθυμία του πατέρα ήταν νόμος για εκείνην, τελεία και παύλα. Ετσι έζησε, εξάλλου. Ακόμα και όταν «αποσύρθηκε από τα εγκόσμια» μένοντας κατάκοιτη, στο όνειρό μου την έβλεπα να κάνει βόλτες και να επιθεωρεί τον κήπο της, να σκαλίζει εδώ και να ξεχορταριάζει απαλά εκεί, λέγοντάς μου με την παρουσία της ότι ο κήπος είναι ακόμα δικός της κι ας μην μπορεί να βρίσκεται εκεί με το υλικό της σώμα! Μια μέρα πριν το οριστικό φευγιό της από το σώμα ήρθε και πάλι στον ύπνο μου και μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτό που ήθελε από μένα ήταν να φυτεύω τον κήπο, ναι, και να βάζω τα λουλούδια που της άρεσαν: νεραγκούλες, βιολέττες, τουλίπες, μανουσάκια.

Η άλλη γιαγιά, πάλι, άλλη ιστορία. Ταλαιπωρημένη και αυτή από την πατριαρχία, αλλά η ζωή της ήταν πιο χαρούμενη. Κόρη ενός εμπόρου μετανάστη από τη Σμύρνη, έζησε τα εφηβικά της χρόνια στην Καλαμάτα, σε σπίτι με κήπο, μαζί με τα’ αδέλφια της που ακολούθησαν στα αχνάρια του πατέρα. Στα 16 της ήταν ήδη εργαζόμενη κοπέλλα: καπελλού που έραβε αριστουργήματα για τις κυρίες της εποχής. Είχε, λέει, μάλιστα, ταξιδέψει ως την Αθήνα με τις άλλες καπελλούδες της Πελοποννήσου για να αγοράσουν τσόχες, και θυμάται που έμειναν τρία βράδια σε οικοτροφείο θηλέων. Μιλάμε για την δεκαετία του 1930… Θεωρείτο μεγάλη καλλονή στην εποχή της (την έλεγαν «η λευκή ορτανσία» μου είχε εξομολογηθεί κάποτε ο παππούς), και μετά από ερωτικό φλερτ (μέσω επιστολών, όπως επέτασσε η εποχή) παντρεύτηκε τον παππού μου στα 18. Εκείνος ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερός της,  ήδη είχε τελειώσει τη Σχολή Τηλεγραφητών στην Ξάνθη, και εργαζόταν στα Ταχυδρομεία. Σπάνιος νέος  για την ομορφιά του κι αυτός, δεν κάπνιζε, και ήξερε όλους τους ευρωπαϊκούς χορούς. Ηταν ένας γάμος από έρωτα, και παρόλους τους απίστευτους  καυγάδες τους (η κυρά-Θάλεια – έτσι τη φώναζαν όλοι – είχε πνεύμα ανεξάρτητο και χειραφετημένο, ήξερε τις ικανότητές της, ήταν και δυναμική) τους θυμάμαι πάντα σαν ζευγάρι που αγαπιώνταν βαθιά.

Με  την εμπειρία και το ταλέντο της έραβε εκείνη τα ρούχα  των παιδιών της (έκανε πέντε), και είχαν να το λένε το πώς ξεσήκωνε τα φιγουρίνια της εποχής και τα παιδιά της (και η ίδια) ήταν πάντα ντυμένα στην τελευταία λέξη  της  μόδας. Ζούσαν στην οδό Αρκαδίας, στους Αμπελοκήπους, και αργότερα στην Αγία Παρασκευή (το σπίτι τους ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτησία του ΙΚΑ και παραμένει ακόμα στην ίδια μορφή μέσα  σε χορταριασμένο οικόπεδο, Μεσογείων και Πατρόκλου),και τα παιδιά τους πήγαιναν σε ιδιωτικό σχολείο. Πέρασαν την Κατοχή με στερήσεις αλλά όχι με πείνα, μια που είχαν διατηρήσει την επαφή τους με το χωριό, και είχαν λάδι και σταφίδες. Για τις εγκυμοσύνες της η γιαγιά μου είχε πάει μία και μοναδική φορά στο γιατρό. Όταν την έπιαναν οι πόνοι, απλά πήγαινε και γεννούσε. Όταν την έπιασαν οι πόνοι για να γεννήσει τη μητέρα μου, λέει, άφησε τον μεγάλο στη γειτόνισσα, και περπάτησε από την Αρκαδίας μέχρι την Ακαδημίας που ήταν το νοσοκομείο (στο τωρινό Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων), και γέννησε. Δεν είχε άλλο τρόπο να πάει, και μόλις που πρόλαβε…

Στην Αθήνα της δεκαετίας του 50 και του 60, τα  αγαθά ήταν λίγα (και κακής ποιότητας) και προνόμιο ακόμα λιγότερων. Η γιαγιά μου με τις φίλες της είχαν ανακαλύψει «τους Αμερικάνους». Ηταν συνήθως οικογένειες στρατιωτικών που στέλνονταν στις εδώ Βάσεις (στις «Βάσεις του Θανάτου» που λέγαμε ως εξεγερμένα νειάτα στη δική μου εποχή) για ένα, δύο, ή περισσότερα χρόνια, έφερναν την οικοσκευή τους με έξοδα του Αμερικάνικου στρατού στην Ελλάδα, αλλά έπρεπε να την μετακομίσουν με δικά τους έξοδα πίσω, οπότε πουλούσαν τα πράγματά τους. Κουζίνες, ψυγεία, κρεββάτια, παιχνίδια, βιβλία, ρούχα, μπιμπελό, όλα προς πώληση. Η γιαγιά μου αγόραζε (το σπίτι της ήταν ασφυκτικά γεμάτο από χιλιάδες πανέμορφα αντικείμενα τα οποία χάνονταν μέσα στον απίστευτο συνωστισμό), και ενίοτε πουλούσε σε γνωστές και φίλες, προκειμένου να έχει δικά της χρήματα. Επεδίωκε πάντα να είναι οικονομικά ανεξάρτητη, δεν ήθελε «να δίνει λογαριασμό» σε κανέναν, η ανεξαρτησία και η αυτοδιάθεση ήταν αξίες ζωής γι αυτήν. Θυμάμαι κάποτε που σηκώθηκε και έφυγε ένα πρωί, λέγοντας απλά στον παππού μου ότι θα πάει για μια βδομάδα στην Ιταλία! Της άρεσαν οι βόλτες, και μόλις έπιανε λεφτά στα χέρια της τα φύλαγε για ταξίδια. Εμένα  μ’ έπαιρνε κάθε χρόνο και πηγαίναμε στην Εκθεση Θεσσαλονίκης, να δούμε την έκθεση, αλλά να δούμε και τις φιλενάδες της. Και όταν ήτανε η σειρά  της να με κρατήσει, ως παιδί, σπάνια μέναμε στο σπίτι, μπαίναμε στο λεωφορείο και πηγαίναμε στο Κεφαλάρι, στη Γλυφάδα, ή  στο Διόνυσο.

Όπως πολλοί τότε, έτσι κι εκείνη είχε ελπίσει βαθιά κι είχε πιστέψει στο «Γέρο της Δημοκρατίας», και με  τη Χούντα ασφυκτιούσε. Είναι μάλλον θαύμα το ότι δεν την είχαν συλλάβει εκείνο τον καιρό, γιατί τη θυμάμαι να βρίζει τον Παπαδόπουλο και να εξαίρει τον Παπανδρέου δημόσια, μέσα  στα λεωφορεία, γενομένης συζητήσεως! Δεν χώνεψε ποτέ τον Καραμανλή. Κατέβαινε πάντα στις πορείες του Πολυτεχνείου, από πολύ πριν καθιερωθούν στον πολύ κόσμο. Με τη γιαγιά μου πήγα στην πρώτη μου πορεία, πρώτη λυκείου με κοπάνα απ’ το σχολείο, και φυσικά οι γονείς μου δεν το ξέρουν ακόμα! (Αν ποτέ διαβάσουν αυτό το κείμενο θα το μάθουν!) Στη μεγάλη εκείνη προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, που όλη η οικογένεια έβλεπε από την τηλεόραση (η γιαγιά απούσα), την είδαμε σκαρφαλωμένη σε μία στάση στο Σύνταγμα. Νομίζω κράταγε και πράσινο μπαλόνι! Ηταν ήδη 60-κάτι ετών.

Πριν από ένα χρόνο και κάτι μήνες έχασε τον παππού μου, 99 ετών παρά κάτι μήνες, και αυτό κλόνισε όλο τον κόσμο της: είχαν ζήσει μαζί πάνω από 70 χρόνια, έρωτα, παιδιά, πόλεμο, εγγόνια, ταξίδια, δισέγγονα, ιστορίες αμέτρητες. Του θύμωσε, φυσικά, που έφυγε πρώτος, γιατί ποτέ  δεν άντεχε να μένει μόνη της για πολύ, ειδικά  στο σπίτι. Λίγο μετά το μνημόσυνο έπεσε από μία καρέκλα (πάντα επιδιδόταν στα ακροβατικά, το ΚΑΤ την ήξερε καλά) κι έσπασε το κεφάλι της, αλλά αυτό ήταν όλο. Τώρα ζει στην κόρη της, σε μια παράξενα  συγκινητική κατάσταση. Το πρόσωπό της έχει ξαναστρογγυλέψει, και θυμίζει θλιμμένο μωρό στη μορφή και στην ψυχή.

Αυτό το κείμενο κάπου πρέπει να τελειώσει. Οι ιστορίες των γιαγιάδων μου είναι ατελείωτες, όμως. Καθώς γράφω τις νιώθω να έρχονται κοντά μου – η γιαγιά μου η Ελένη έχει γαληνέψει πια και είναι μία διακριτική παρουσία – και να  μου θυμίζουν κι άλλες  ιστορίες και σκηνές και καταστάσεις… Σα να μου ψιθυρίζουν «γράψε κι αυτό, κι αυτό». Ετσι γράφτηκε το κείμενο αυτό. Με απέραντη ευγνωμοσύνη στις δύο απίθανες γιαγιάδες μου, που σφράγισαν τη ζωή μου η καθεμιά με τους δικούς της τρόπους. Και ξέρω ότι με το δικό τους τρόπο είναι κι οι δυό περήφανες για μένα τώρα πια.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Χειμερινό Ηλιοστάσιο


"για το χειμώνα είναι καλύτερη μια λυπητερή ιστορία, γεμάτη ξωτικά και καλικάντζαρους"
(Σαίξπηρ "Η Χειμωνιάτικη Ιστορία")

Ένα από τα νέα οικογενειακά μας έθιμα είναι να μαζευόμαστε με φίλους τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, και να διαβάζουμε ιστορίες. Ο καθένας μας (ασχέτως ηλικίας) καλείται να φέρει ένα κείμενο να μοιραστεί με τους υπόλοιπους… Ένα δικό του, ή κάτι που βρήκε γραμμένο – να το διαβάσει, ή να το αφηγηθεί.
Μαζευόμαστε, λοιπόν, στο σπίτι των φίλων μας (που έχουν κι αυτοί τρία παιδιά), με άλλους 4-5 φίλους, καθόμαστε γύρω από το τζάκι, πίνουμε ζεστό κρασί με μπαχαρικά και φρούτα, και ξεκινάμε. Ο αφηγητής κάθεται σε μία ιδιαίτερη πολυθρόνα με ένα φωτάκι από πάνω, και τα φώτα χαμηλώνουν.
Πέρσι ξεκίνησε ο μικρούλης της παρέας. Δευτέρα δημοτικού, και μας απήγγειλε το ποιηματάκι που μάθαιναν στην πρώτη «αν όλα τα παιδιά της γης πιανόνταν χέρι-χέρι…» Ανετος, και με την επίγνωση ότι αυτό είναι ένα «οικουμενικό» όραμα. Η οικοδέσποινα μας διάβασε ένα δικό της κείμενο με αναμνήσεις από τα παιδιά της χρόνια στο χωριό της όταν ερχότανε το χιόνι. Μας ταξίδεψε στην Πρώτη Σερρών του 1960-70-κάτι, με εικόνες, γεύσεις, σκέψεις, συναισθήματα, ακόμα και τα κουτσομπολιά του χωριού! Η φιλενάδα μας γράφει υπέροχα, και μεταφέρει τα βιώματά της με σπάνια ευαισθησία. Η μικρή κόρη της οικοδέσποινας διάβασε την Χρυσομαλλούσα και τις Τρείς Αρκούδες.
Η σοβαρή μας νεράιδα, παρά την έμφυτη συστολή της μπροστά σε ακροατήριο, διάβασε το παραμύθι με τους τρείς αδελφούς και τους«κλήρους του θανάτου» που διαδραματίζει τόσο μεγάλο ρόλο στο έβδομο βιβλίο του Χάρυ Πόττερ. Ακόμα και οι ενήλικες που χλεύαζαν ως τότε τις ιστορίες του Χάρυ Πόττερ εξεπλάγησαν με το βάθος της ιστορίας ετούτης… (δεν σας τη λέω, να την ψάξετε!) Εγώ ήμουν ανάμεσα στο παραμύθι με την Ομορφη Βασιλίσσα και τη Μπάμπα Γιάγκα, και στο παραμύθι με τις τρείς φτωχές θυγατέρες και τον μάγο που τους κλέβει το σάκο με τα φλουριά (που κάποτε είχα ακούσει σε ένα χαλασμένο σιντί με ιρλανδέζικα παραμύθια). Σαν να είμαστε συνενοημένες, η φιλενάδα μας η βοτανολόγος (που είναι και ξαδέρφη μου πνευματική) επέλεξε τη Μπάμπα-Γιάγκα, κι εγώ κατέληξα στο ιρλανδέζικο παραμύθι…
 Ενας άλλος φίλος διάβασε κάποια εναλλακτικά θεατρικά κείμενα για το Χριστό, και ο καλός μου διάβασε την ιστορία της γέννησης του Χριστού όπως την είδε και την περιέγραψε ένας Αγγελος… Η μεγάλη κόρη της οικοδέσποινας μας διάβασε ένα κείμενο που κυκλοφορούσε πολύ στο ίντερνετ πέρσι και πρόπερσι, και αποδιδόταν στο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές (που το αποποιήθηκε τελικά) άκρως διδακτικό και συγκινητικό. Ο δε οικοδεσπότης αντί κειμένου μας έβαλε ν’ ακούσουμε ένα τραγούδι: το "Σπόρο που Ηθελε να Γίνει Δάσος" της (αγαπημένης) Νικολέττας Αναστασίου.
Σ’ αυτές τις βραδιές όλοι μας φέρνουμε από κάτι φαγώσιμο, αλλά η οικοδέσποινα φτιάχνει τη σπεσιαλιτέ της παρέας: κολοκυθόσουπα! Και αφού φάμε και πιούμε, κι εκεί κάπου (ή λίγο πριν) τα παιδιά αποκοιμηθούν στους καναπέδες, πιάνουμε το τραγούδι. Γιατί η παρέα έχει και τον κιθαρωδό της, που δεν πάει πουθενά χωρίς την κιθάρα του (και τις παρτιτούρες του!)… Νύχτα μαγική από κάθε άποψη!
Ετσι και φέτος. Μαζευτήκαμε στο ζεστό φιλόξενο σπίτι των Μεσογείων οι ίδιοι λίγοι φίλοι – μόνο που φέτος έλειπε  η μεγάλη κόρη του σπιτιού: η οποία παρότι μακριά έστειλε στη μαμά της με ημέηλ και sms τη φράση που ήθελε να διαβάσει σε όλους μας: «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Παρούσα φέτος ήταν η καλικαντζαρούλα μας (πέρσι είχε ξωμείνει στο μπαμπά της τέτοια μέρα). Διάλεξε να πει την Πεντάμορφη Βασιλίσσα, ή μάλλον να τη διαβάσει. Είναι, λέει, το αγαπημένο της παραμύθι. Χωρίς χρόνο να το κάνει πρόβα το διάβασε ωραία, prima vista, παρ’ όλες τις παράξενες λέξεις που περιείχε ( «ορμήνια», «σβηούσε», κτλ).
Και ο μικρός; Τρίτη δημοτικού, φέτος, είχε το φιλόδοξο σχέδιο να κάνει περίληψη το τρίτο κατά σειρά βιβλίο των Χρονικών της Νάρνια, το «αγόρι και τ’ άλογό του». Η καλή νεράιδα προσφέρθηκε να του κάνει γλωσσική επιμέλεια στην περίληψη, δουλειά που έγινε στο λάπτοπ της μικρής μέσα στο αυτοκίνητο καθ’ οδόν… Η αφήγηση του νεαρού με εντυπωσίασε: αφού διάβασε την περίληψη, συνέχισε να μιλά για την ιστορία σαν να ζούσε μέσα σ’ αυτήν, σαν να γνώριζε τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους από χρόνια… Κατάφερε να μας μπερδέψει όλους δεόντως με την παράθεση γεγονότων και ονομάτων και λεπτομερειών, και χρειάστηκε κάποιες «οριοθετικές» παρεμβάσεις από τους μεγάλους, που με καίριες ερωτήσεις κατάφεραν να τον ξαναφέρουν στο «τέλος» της ιστορίας…
Η οικοδέσποινα μας διάβασε δυό κείμενα που είχε γράψει για δύο θείες της που σημάδεψαν την παιδική της  ηλικία (κάτι σαν τις νεράιδες των παραμυθιών, μόνο πιο γήινες!) – μας συγκίνησε, μας έκανε να γελάσουμε, μας ταξίδεψε και πάλι ανάμεσα στο χτες και στο προχτές… Ο σύντροφός της διάβασε στίχους των Πινκ Φλόυντ, και ο κιθαρωδός μας διάβασε σκέψεις του που γράφει κατά καιρούς στο σημειωματάριό του. Η πνευματική  μου ξαδέρφη είχε βρεί μία ενδιαφέρουσα παλιά παραλλαγή της Ωραίας και του Τέρατος, όπου το δώρο που ζήτησε η μικρή  κόρη (η Ωραία) από τον πατέρα της ήταν ένα ανθισμένο κλαδί καρυδιάς, και όπου το Τέρας ήταν ένας γιγάντιος αρκούδος. Πάντα στο θέμα του πώς η αγάπη και η εμπιστοσύνη μεταμορφώνει τα δεδομένα και εξελίσσει τον άνθρωπο…
Η δική μου ιστορία βρέθηκε «τυχαία» στο ίντερνετ 2-3 μέρες πριν, και μιλούσε για το πώς ένας άνθρωπος πήγε στην υπηρεσία εκείνη που κατoχυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα για να «κατoχυρώσει» το όνομα του Θεού, και τι έγινε εκεί… (είναι μια μικρή ιστορία της Κλαρίσσα Πινκόλα Εστές, της συγγραφέως που έγραψε το θρυλικό “Women who Run with the Wolves”). Μου άρεσε γιατί ήταν σύντομη και ολίγον «κουφή», σαν ιστορία ζεν.
Μία φίλη μας που πέρσι δεν είχε φέρει κείμενο μόνο άκουσε τα δικά μας, έφερε ένα από τα αγαπημένα  της βιβλία, τις «σημειώσεις για τον Ηράκλειτο» του Ρατζνίς. Ανοιξε τυχαία μία σελίδα, και μας διάβασε ένα κομμάτι που μιλούσε για τη σχέση της κοινωνίας με την ατομικότητα του ανθρώπου. Διάβαζε ωραία, σαν να μας μιλούσε, ένα «ξεχασμένο» κάλεσμα για πολιτική ανυπακοή… Κατόπιν περάσαμε σε μία άλλη ατμόσφαιρα: η μεσαία κόρη της οικοδέσποινας «τσίμπησε» ένα κείμενο από αυτά που προηγουμένως έκανε  στο φροντιστήριο. "Ο ξεπεσμένος Δερβίσης", του Παπαδιαμάντη. Τι παράξενο. Κι εγώ, τη μέρα εκείνη μίλησα για το κείμενο αυτό, για το νάι (νέι το λέμε σήμερα). Αγαπημένο διήγημα,  αγαπημένο πνευστό. Το διάβασε με ελαφρά δυσκολία, μια που  η γλώσσα του συγγραφέα είναι παράξενη σε σχέση με την τρέχουσα ελληνική, αλλά το διάβασε αργά, ατμοσφαιρικά, τόσο που έβλεπες το καφενείο, τον δερβίση, τον σαλεπιτζή, τόσο που άκουγες σχεδόν τον μαγικό ήχο της ανατολίτικης φλογέρας μέσα από τα λόγια του συγγραφέα.
Η τελευταία ιστορία ήρθε από τον σύντροφό μου. Μια εβδομάδα τη γυρόφερνε στο νου του, στο τέλος την έγραψε, αν και δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Δύο εικόνες του σήμερα, δύο καταστάσεις που κατά κάποιον τρόπο γνωρίζει εκ του σύνεγγυς: από τη μία το πλούσιο σπίτι που «νοίκιασε» έναν Αγιο Βασίλη να έρθει να κάνει εφφέ και να δώσει τα ακριβά δώρα στα παιδιά της οικογένειας, και από την άλλη η οικογένεια ενός απλήρωτου ιδιωτικού υπαλλήλου, που γνώρισε τις λαϊκές συνελεύσεις του Συντάγματος, τα χαριστικά παζάρια, τις ολοένα και αυξανόμενες πρωτοβουλίες αλληλοβοήθειας μέσα στην πόλη. Μίλησε για τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη των δύο οικογενειών, τις πηγές όπου αντλούν χαρά, τη διαφορά των αξιών, την παλιά και τη νέα ενέργεια δηλαδή… Κάποιοι είχαν ψιλο-αποκοιμηθεί πια, η ώρα είναι περασμένη και σήμερα η μέρα ήταν εργάσιμη, αλλά 2-3 ακούγαμε την ιστορία όλοι αυτιά, γιατί είτε αναγνωρίζαμε τους εαυτούς μας, είτε χαιρόμαστε την περιγραφή.
Τα παιδιά (εκτός της σοβαρής νεράιδας, που φέτος ο ρόλος της περιορίστηκε στην επιμέλεια κειμένου του αδελφού της) είχαν όλα κοιμηθεί όταν καθίσαμε να φάμε την κολοκυθόσουπα. Η αυριανή μέρα ήτανε μέρα σχολείου, και είπα μέσα μου ότι εάν τα παιδιά δεν θέλουν, θα τα αφήσω να κοιμηθούν το πρωί, κι ας πάρουν απουσία. Η εμπειρία της αφήγησης και της ακρόασης τόσων διαφορετικών κειμένων ήταν σίγουρα πιο εκπαιδευτική από μία συνηθισμένη μέρα σχολείου. Οι κουβέντες γύρω από το τραπέζι είχαν μια γλυκειά οικειότητα και μια ζεστασιά καρδιάς. Είμαστε πολύ αλλιώτικοι μεταξύ μας οι μεγάλοι, αλλά αγαπιόμαστε, αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, κάνουμε χώρο μεταξύ μας για να  υπάρξουν άνετα και χωρίς τριβές οι διαφορετικότητές μας. Νιώθουμε ασφαλείς μες στη φιλία μας. Κι αυτό εκπαιδευτικό, σκέφτομαι. Πόσο συχνά άραγε νιώθουν έτσι τα παιδιά μέσα  στο σχολείο τους, μέσα στη σχολική τάξη; Η ώρα περνάει, δεν είμαστε μαθημένοι στο ξενύχτι οι μεγάλοι, και τα παιδιά δήλωσαν ότι θέλουν να πάνε σχολείο, άρα πρέπει να ξυπνήσουν. Μα δεν μπορούμε να το διαλύσουμε χωρίς τραγούδι. Εστω, ένα. Λέμε πέντε (ποτέ δεν μένουμε στο ένα!), και μαζευόμαστε. Βάζω παπούτσια στα παιδιά που είναι χυμένα στους καναπέδες, και τα σηκώνω βάζοντάς τους συγχρόνως και τα μπουφάν (οι απίστευτες δεξιότητες που αναπτύσσουν οι μαμάδες). Ευχές και φιλιά και αγκαλιές απ’ όλους για όλους, πριν βγούμε στο κρύο ψιλόβροχο να μπούμε στο αυτοκίνητο.

Και έτσι γιορτάζουμε τον ερχομό του χειμώνα.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Μιλάμε για τους φόβους μας;

Εδώ και δυόμιση χρόνια στην Ελλάδα "βρέχει φόβο". Οσοι έχουν την ατυχία να παρακολουθούν τηλεόραση έχουν εμποτιστεί για τα καλά με το συναίσθημα αυτό... Η κοινωνία που ζούμε "περνάει κρίση", και αυτό καθρεφτίζεται ολοκάθαρα στις αλλαγές που συμβαίνουν: άνθρωποι χάνουν εισοδήματα και πόρους επιβίωσης, εργασία, πατρίδα, και μαζί μ' αυτά την αυτοεκτίμησή τους, την πίστη τους, τη χαρά τους. Και τα παιδιά δεν μένουν αμέτοχα. Στο παρακάτω ταινιάκι τα παιδιά μίας έκτης δημοτικού μιλούν για τους φόβους τους - οι περισσότεροι έχουν να κάνουν με την "κρίση" και την επιβίωση, με την προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Πάντα μου αρέσουν οι ταινίες που βγαίνουν από τα χέρια των παιδιών, όταν τα παιδιά παίρνουν την κάμερα και το μικρόφωνο και μιλούν με τη δική τους (αυθεντική και αληθή) φωνή. Αφενός είναι εμψυχωτικό για τα ίδια, αφετέρου είναι εκπαιδευτικό για τους (λεγόμενους) μεγάλους - εμάς δηλαδή. 

Απολαύστε την!