Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Μαμάδες στη φυλακή;

...Ναι, κι όμως. Δεν θα γράψω τίποτα για το καταπληκτικό δικαστικό και σωφρονιστικό μας σύστημα, ούτε ειδικός είμαι, ούτε νόημα έχει.
Απλά αντιγράφω το δελτίο τύπου μίας τρυφερής ομάδας που δραστηριοποιείται για τις έγκλειστες μωρομάνες.

Πασχαλινό bazaar για τα παιδιά κάτω των τριών ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και για τις άπορες των γυναικείων φυλακών Ελαιώνα Θήβας. Αντικείμενα τέχνης, έργα των φυλακισμένων γυναικών, βιβλία, ρούχα και πολλά άλλα θα διατίθενται σε συμβολικές τιμές.


Το «ξεblogάρισμα» είναι μια παρέα blogger που εδώ και πάνω από δυο χρόνια ασχολούνται έμπρακτα με τις ανάγκες των παιδιών και των άπορων γυναικών που ζουν στις γυναικείες φυλακές Θηβών, στέλνοντάς τους είδη πρώτης ανάγκης, διοργανώνοντας party/bazaar και ευαισθητοποιώντας τον κόσμο μέσα από τα blog τους.



Παράλληλα με το bazaar θα συλλέγονται είδη όπως: πάνες, παιδικά ρούχα (έως 3 ετών) παιχνίδια, ήδη προσωπικής υγιεινής κ.ά.


Πρόγραμμα: Σάββατο 13 και Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 από τις 11.00 μ.μ έως τις 20.00 μ.μ. στο CABARET VOLTAIRE, Μαραθώνος 30 - Μεταξουργείο.






Περισσότερες πληροφορίες: xeblogarisma.blogspot.com

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός;


«Ενας αλλιώτικος κόσμος είναι εφικτός», θα το έχετε ακούσει – και, «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Ο Γκάντι το είπε αυτό το τελευταίο – το ‘πε και το ‘κανε.

Συχνά αναρωτιέμαι γιατί κάνουμε παιδιά. Όχι επειδή μετάνιωσα που έκανα εγώ, το αντίθετο θα έλεγα. Τα παιδιά μου είναι οι μεγάλοι μου δάσκαλοι. Αλλά αναρωτιέμαι, γενικά, παρατηρώντας γύρω μου. Αλλοι άνθρωποι φαίνεται να κάνουν παιδιά επειδή έτσι κάνει όλος ο κόσμος που παντρεύεται: τα παιδιά φαίνεται να είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στη συζυγική ευτυχία. Αλλοι, φαίνεται καθαρά, θέλουν απαραιτήτως να έχουν κάποιον να φροντίζουν, κάποιον να αγαπούν «δικό τους», που δεν θα τους αφήσει, δεν θα τους απογοητεύσει (κούνια που τους κούναγε, λέω, αυτούς!), που πάντα θα τους αγαπάει χωρίς όρους… Αλλοι κάνουν παιδιά επειδή «έτυχε», «ήρθαν», άλλοι πάλι «κατά τύχη». Αλλοι από ρομαντική διάθεση (ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία κατηγορία). Αλλοι γιατί θέλουν να κρατήσουν κοντά τους το σύντροφό τους. Αλλοι επειδή θέλουν να «συνεχίσουν το όνομά τους» και την «οικογενειακή παράδοση». Αλλοι επειδή νοσταλγούν την εγγύτητα και την αγάπη της πατρικής/μητρικής τους οικογένειας, και θέλουν αυτό να το αναπαράγουν…

Εγώ, πάλι, ήθελα ν’ αλλάξω τον κόσμο. Το πρώτο μου παιδί έγινε μάλλον «κατά τύχη», δηλαδή, δεν το είχα σκεφτεί, δεν το είχα προγραμματίσει, δεν είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου μαμά. Η νέα ζωή, βέβαια, δεν άργησε καθόλου να με συναρπάσει ως ιδέα (παρόλο που στην πράξη οι αλλαγές που επέφερε στο σώμα μου και στην καθημερινότητά μου ήταν συνταρακτικές και δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ). Μου άρεσε η αίσθηση του «2-σε-1», και επικοινωνιακή καθώς είμαι, άρχισα πολύ νωρίς να «μιλάω» και να τραγουδάω στο μωρό…

Το δεύτερο παιδί ήρθε για παρέα στο πρώτο, γιατί όπως λένε «ένα παιδί ίσον τρείς παράφρονες στο σπίτι» και δεν είχα πρόθεση να παραφρονήσω! Το τρίτο ήρθε κατά παραγγελία, τρόπον τινά, του πρώτου, και για να επιφέρει μία ισορροπία που διασθανόμουν ότι θα έλειπε από την οικογένεια χωρίς αυτό. Όταν λέω «κατά παραγγελία του πρώτου», υπάρχει μία ιστορία εδώ: μικρούλα, η πρώτη, μου λέει «μαμά, θέλω να μου κάνεις ένα αδελφάκι αγοράκι». Της λέω, «εγώ να σου κάνω αδελφάκι, αλλά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ ότι θα είναι αγοράκι» «Γιατί;» «Ετσι, βρε παιδάκι μου, ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε ή να πούμε αν ένα παιδί θα είναι αγοράκι ή κοριτσάκι από πριν να μπει στην κοιλίτσα μας» «Γιατί;» (τι να της πω τώρα, δεν μου βγαίνει – οπότε το ρίχνω στη μεταφυσική) «Γιατί ο καλός θεός μπορεί να θέλει να μας μάθει κάτι μέσα από ένα κοριτσάκι, που να μην μπορούμε να το μάθουμε μέσα από ένα αγοράκι» «Κοίτα, μαμά, ο καλός θεός σου έδωσε δύο κοριτσάκια – ότι είναι να μάθεις μέσα από τα κοριτσάκια θα τα μάθεις από μας. Αγοράκι θα κάνεις!» Κανονική παραγγελία, μιλάμε. Ομίλησε ο στρατηγός, και τα σκυλιά δεμένα. Ας τολμούσε ο «καλός θεός» να κάνει κι αλλιώς!!!

Τα οράματά μου για τον κόσμο ήταν πολλά και ποικίλα. Για τις σχέσεις των ανθρώπων, την οικονομία, την εκπαίδευση, την παγκόσμια ειρήνη, το σεβασμό της γης… Αυτά συνήθως τα έχεις κανείς στην εφηβεία του. Εγώ άργησα (η εφηβεία μου ήταν βασανιστική και άγρια, δεν υπήρχε πολύ περιθώριο για τέτοιες σκέψεις!), και μου μείνανε!!! (Απόδειξη ότι την επανάστασή του πρέπει να την κάνει κανείς τότε που πρέπει, αλλιώς ιδού τα’ αποτελέσματα!)

Και είπα: δεν μπορώ να περιμένω να υλοποιήσουν άλλοι τα οράματά μου, δεν μπορώ να περιμένω ποια κυβέρνηση θα κάνει νόμους έτσι όπως τους σκέφτομαι, και πότε θα ωριμάσει η κοινωνία για να τους δεχτεί, δεν μπορώ να αναγκάσω κανέναν να σέβεται είτε τη γη είτε τον εαυτό του! Ιδού η ευκαιρία. Θα ζήσω εγώ έτσι που θέλω, με τις αξίες που έχω μέσα μου (και δεν θα τις κρύβω, για να είμαι πιο αποδεκτή) και έτσι θα εκπαιδεύσω τα παιδιά μου... Αυτό δεν ήταν κάτι που μου ήρθε εν μία νυκτί – σταδιακά το συνειδητοποιούσα, στην κάθε μου κίνηση και στον κάθε μου λόγο ή σκέψη προς τα παιδιά.

Δεν θα πω τίποτα για τις εγγενείς δυσκολίες που βρίσκει κανείς από μέσα του, από τον ίδιο του τον εαυτό, όταν πάει να ζήσει σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες στη ζωή του, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό είναι μία πονεμένη ιστορία, που βάζει σε δοκιμασία τόσο το άτομο όσο και τις αξίες του, και ενέχει μία συνεχή διαπραγμάτευση με την τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα. Η οποία τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα δεν είναι και πολύ αισθητή μέχρι το παιδί να πάει σχολείο…

Εδώ γελάμε. Θα μπορούσαμε και να κλαίμε, δηλαδή, αλλά γελάμε. Γιατί όταν πάνε σχολείο τα παιδιά του αναμετράται κανείς με την εικόνα της κοινωνίας, και τη σχέση που έχει (ή θέλει να έχει, ή προσπαθεί να του επιβληθεί να έχει) μαζί της.

Οι εμπειρίες μου από την αλληλεπίδραση των παιδιών μου με τα άλλα, και εμού με τις άλλλες μαμάδες, όταν τα παιδιά μου ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (εκεί φαίνεται ολοζώντανα η όποια διαφορά) σε επόμενη ανάρτηση.

Ενας μικρός διάλογος μόνο, που κάτι «λέει». Το σκηνικό: είχαμε πάει με την κόρη μου σε κάποια μεγάλη εκδήλωση (αντιρατσιστικό φεστιβάλ; Το κοινωνικό φόρουμ που είχε γίνει στην Αθήνα πριν καμία πενταετία; Κάτι τέτοιο) είχαμε περάσει καλά, είχαμε δει φίλους και γνωστούς, είχαμε ακούσει πολλές γλώσσες να μιλιούνται γύρω μας και πολλές μουσικές, και φεύγοντας μου λέει. «Μαμά, πολύ μου άρεσε που ήρθαμε εδώ» «Α, μπράβο, μωρό μου! Γιατί;» «Γιατί βλέπω ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν και σένα»…





Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

"Χωρισμένη μητέρα"

Το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τσακωνόμαστε με κάθε (μα κάθε) αφορμή. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά κι ασφυκτική για καιρό, πολύ καιρό. Εκεί που ένιωθα μόνη και πιεσμένη από τις ευθύνες κάθε που έφευγε για ταξίδι, άρχισα να νιώθω ανακούφιση, άρχισα να θέλω χώρο, χώρο, χώρο… Παρατηρούσα πόσο καλά είμαστε χωρίς εκείνον στο σπίτι, χωρίς καυγάδες, και το πήρα απόφαση. Το ίδιο κι αυτός. Πνιγόταν μαζί μου.

Δεν θα επεκταθώ στο πώς, στις λεπτομέρειες και τις διαδικασίες. Πήρε καιρό, μου ήταν επώδυνο, αλλά έγινε. Οι φίλοι και ο δικηγόρος είπαν ότι «αυτό ήταν Σκανδιναβικό διαζύγιο»! Η καρδιά μου το ξέρει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι παρά τις απίστευτες κατηγορίες που εκτοξεύαμε ο ένας στον άλλον (έως και 2 χρόνια μετά, δοθείσης ευκαιρίας), κανένας μας δεν «έφταιγε». Η σχέση απλά είχε «ημερομηνία λήξεως». Συμβαίνει συχνά, το ξέρουμε όλοι. Απλά δεν το περιμένεις από «το γάμο» σου, μέσα στον οποίο υπάρχουν και παιδιά. Ζούμε συχνά με την ψευδαίσθηση του «happily ever after», του «για πάντα»… Αυτό δεν το γράφω με πικρία ή με κυνισμό. Το γράφω με την επίγνωση ότι η ζωή μας δεν είναι ένα σήριαλ από αυτά που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά μία ταινία με αρχή – μέση – τέλος. Το διαζύγιο το θελήσαμε από καθήκον απέναντι στον εαυτό μας (και στα παιδιά μας) , γιατί παρά τον σφοδρό έρωτα που κάποτε μας ένωσε, η συμβίωση μας έπνιγε, και μας έκανε δυστυχείς…

Τα παιδιά αντέδρασαν αμφίθυμα. Βίωσαν τον πόνο, τη θλίψη, την αίσθηση της διαφορετικότητας στο σχολείο (στα παιδιά δεν αρέσει να αισθάνονται «διαφορετικά» έχω παρατηρήσει, θέλουν να μοιάζουν με τους ομηλίκους τους, τα δυσκολεύει η όποια διαφορετικότητα των γονέων), και από την άλλη γνώρισαν μία μαμά πιο ήρεμη και ένα σπίτι ειρηνικό και γαλήνιο. Δεν τους είπα ψέματα, δεν τους έκρυψα τη θλίψη μου, τίποτα. Νιώσαμε μαζί, νιώσαμε ομάδα, νιώσαμε να νοιαζόμαστε βαθύτερα ο ένας για τον άλλον – είδαν την τρωτότητά μου και τη δυναμικότητά μου, είδαν τα δάκρυα και το γέλιο μου, είδαν την προσπάθεια και την επιτυχία μου να σταθώ στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος, δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ψυχολόγοι. Ηταν απλά ο δικός μου τρόπος να είμαι.

Σήμερα έχω μία απόσταση από όλα αυτά, και βλέπω πράγματα που δεν έβλεπα πρωτύτερα. Παρατηρώ, επίσης, τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν αναφέρω την οικογενειακή μου κατάσταση. Εχει πλάκα. Αλλοι με αντιμετωπίζουν (τόσο εμένα όσο και τα παιδιά) σαν κοινωνικό δράμα (τύπου Φώσκολου). Αλλοι, βλέποντάς με άνετη και δυναμική (αυτά είναι χαρακτηρισμοί που μου αποδίδονται) μη μπορώντας να με αντιμετωπίσουν ως κοινωνικό δράμα, θυμώνουν και κάνουν σχόλια για το πώς στη σημερινή κοινωνία τα έχουμε εύκολα πια τα διαζύγια, κι αλοίμονο «στα καημένα τα παιδιά» που μεγαλώνουν με ψυχολογικά προβλήματα. Αλλοι θέλουν να πάρουν ρόλο ψυχολόγου και να δώσουν συμβουλές (που δεν ζητήθηκαν ποτέ, βέβαια), ζητούν προσωπικές λεπτομέρειες και κουνούν το κεφάλι τους με νόημα. Εχω φτάσει να τα αντιμετωπίζω αυτά με χιούμορ κι αναστεναγμούς, μια που είναι δύσκολο να ταυτιστώ με κάποιον από τους χαρακτηρισμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα που αναμένεται να ταυτίζομαι…

Ακούγεται συχνά το «διαλυμένη οικογένεια» (εντάξει, οι γονείς δεν ζουν μαζί, αλλά τόσο εγώ όσο και τα παιδιά δεν νιώθουμε καθόλου διαλυμένοι, τουναντίον, έχουν εκλείψει και οι συγκρούσεις που σε διαλύουν ψυχικά, να μην ξέρεις τίνος μέρος να πάρεις!), το «χωρισμένη μητέρα» (χωρισμένη ναι, από τον πατέρα των παιδιών, αλλά μόνο από αυτόν – δεν είναι χωρισμένη από τη ζωή, τη χαρά, τα παιδιά, τον εαυτό της…)

Υπάρχει ακόμα ένα κοινωνικό στίγμα συνδεδεμένο με τις γυναίκες που ζουν χωριστά από τον πατέρα των παιδιών τους, τόσο γι αυτές όσο και για τα παιδιά. Υπάρχει ένας αόρατος οίκτος, που σπάνια εκφράζεται λεκτικά, και που τσακίζει (κυρίως) τα παιδιά. Λες και όλα τα παιδιά των οποίων ο πατέρας ζει μαζί με τη μητέρα τους έχουν ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή! Λες και είναι κανόνας ότι τα παιδιά που δεν ζουν μαζί με τον ένα τους γονέα είναι σίγουρα δυστυχή. Και λέω εγώ: υπάρχει κάποια συνθήκη (π.χ. λέω, γάμος, οικογένεια, υλική ευμάρεια) που εξ ορισμού κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους εάν δεν υπάρχει αμοιβαία εκτίμηση, σεβασμός, εάν δεν υπάρχει αλληλο-αποδοχή και αλληλο-υποστήριξη;

Εγώ δεν νιώθω «χωρισμένη». Δεν είναι ένας χαρακτηρισμός που με περιγράφει, πλέον (περισσότερο από ποτέ νιώθω ενωμένη με τον εσωτερικό μου εαυτό, την δική μου εσωτερική αλήθεια, με άλλα λόγια νιώθω πιο ολοκληρωμένη από τότε που ζούσα με τον φυσικό πατέρα των παιδιών μου). Προτιμώ να με περιγράφουν ως «αρχηγό μονογονεϊκής οικογένειας», γιατί είναι κοντύτερα σ’ αυτό που είμαι.

Στη ζωή μας έχουμε και παίζουμε ρόλους πολλούς. Είμαι άνθρωπος, πρωτίστως! Είμαι και μάνα, είμαι και γυναίκα, είμαι και χίλια-δυό κάθε φορά: φίλη, αδελφή, κόρη, εγγονή, δασκάλα, συνεργάτης, οδηγός, ορειβάτης, εξερευνήτρια, συγγραφέας, μουσικός, ζωγράφος, εμψυχώτρια, νοσοκόμα, θεραπεύτρια, ψυχολόγος, φιλόσοφος, ακτιβίστρια, αλχημίστρια, χορεύτρια, μαγείρισσα, κηπουρός, σύντροφος, συνοδηγός, νοικοκυρά, αναγνώστρια, βοτανολόγος, αφηγήτρια αστείων ιστοριών, μπλόγκερ  – και άλλα, που δεν μου έρχονται τώρα! Ανθρωπος, όμως, που ζει, που αγαπά, που ονειρεύεται. Που δεν του έρχονται όλα εύκολα, προφανώς, αλλά δεν το βρίσκει μέσα του να το βάλει και κάτω!

Και τα παιδιά πορεύονται και ζουν με μία μαμά που μπορεί να τα κάνει όλα λάθος, και που είναι μακριά (πολύ μακριά) απ’ την τελειότητα («μαμά, δεν είσαι και η πιο καλή μαμά του κόσμου αλλά σ’ αγαπάω!» μου είπε πριν χρόνια η νεράιδα) αλλά που επιδιώκει να ζει την Αλήθεια της, επιδιώκει να είναι ο εαυτός της, και να τον μοιράζεται γενναιόδωρα…

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις για το θάνατο

Κάποια ώρα στη ζωή τους τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο.

Επειδή στο σπίτι έχουμε ζωάκια, που όλο έρχονται και φεύγουν, έχουμε εμπειρίες πολλές …

Πριν από τέσσερα χρόνια πέθανε η Αύρα. Η Αύρα ήρθε στη ζωή μας σαράντα ημερών Δαλματάκι, όταν εγώ κυοφορούσα τη μεγάλη, κι έμεινε μαζί μας 9μιση χρόνια, μέλος της οικογένειας κανονικά. Δηλητηριάστηκε 3 φορές, τη σώσαμε, την τέταρτη κατέληξε – στην αγκαλιά μου, σε λιγότερο από 20 λεπτά. Ηταν στα 9α γενέθλια της πρώτης της φιλενάδας, του κοριτσιού που μεγάλωσαν μαζί… μεγάλο σοκ, απερίγραπτο, και για μήνες μετά τη νιώθαμε μαζί μας, δίπλα μας. Η εννιάχρονη φιλενάδα μας «άκουγε» και το γάβγισμά της, μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή. Της έλειπε πολύ το αγαπημένο ζωάκι. Ακόμα και σήμερα η ψυχούλα της γεμίζει θλίψη στη σκέψη της χαμένης Δαλματίνας της. Ο μικρούλης μας είχε πλέον κλείσει τα τρία, και μιλούσε (σχεδόν) καθαρά. Κάποια στιγμή ρώτησε «πού πήγε η Αύρα και άφησε το σώμα της να το θάψουμε». Ούτε θυμάμαι τι απάντησα. Για καιρό, όμως, αυτός, μας έλεγε ότι όταν θα μεγαλώσει θα γίνει πιλότος αεροπλάνου. Γιατί; «Για να ψάξω να βρώ την Αύρα στον ουρανό».

Μαζί με την Αύρα έφυγαν τα σκυλιά από τη ζωή μας και ήρθαν οι γάτες. Η πορτοκαλιά «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» βρέθηκε το Μάιο κάτω από ένα κουτί της ΔΕΗ στη Βασιλίσσης Σοφίας, και χάθηκε δια παντός μία κρύα νύχτα του Δεκέμβρη από το Χαλάνδρι, άγνωστο πώς ή για πού. Περπατήσαμε γειτονιές και ρούγες με δάκρυα στα μάτια, αλλά μας έσωσε το όνομά της, γιατί τα παιδιά θεώρησαν λίγο φυσικό μία εξερευνήτρια να μη μένει στο ίδιο μέρος για πολύ…

Ο Αλέξης και η Ντάλια μας ήρθαν την εποχή που βλέπαμε «Παρά Πέντε», εξ ού και τα ονόματα (παμψηφεί, και τα τρία παιδιά!) ως δύο ασπρο-τιγρέ χνουδόμπαλλες. Όταν ήρθε η ώρα της, η Ντάλια γέννησε τρία τιγρέ χνουδομπαλλάκια (εκεί βάφτισε ένα ο καθένας τους, χωρίς ψηφοφορία). Είκοσι μέρες αργότερα, με τα γατάκια να έχουν μετακομίσει στο κρεββάτι μου (από τη ντουλάπα του μικρού), η Ντάλια εξαφανίστηκε. Για πάντα. Ηξερα ότι πέθανε με κάποιο τρόπο, και το είπα στα παιδιά, για να μην την περιμένουν – μια μαμά-γάτα ποτέ δεν αφήνει τα γατάκια της τόσο μικρά παρά μόνο αν πεθάνει. Στενοχωρηθήκαμε, αλλά γρήγορα αφήσαμε τη σκέψη της γατούλας, για να επικεντρωθούμε στο να μεγαλώσουμε εμείς τα γατάκια (σύριγγες με γάλα, ειδική φωλίτσα, χαδάκια στα μωρά, κτλ, τα παιδιά βρήκαν ρόλο θετής μαμάς!). Ένα μήνα αργότερα, ανεβαίνει ο μικρός τη σκάλα τρέχοντας «μαμά, είδα τη Ντάλια!» «Πού την είδες, βρε αγόρι μου;» «Να, κοίτα απ’ το παράθυρο, έξω είναι». Κοιτάω, ήταν μία τεράστια ασπρόμαυρη γάτα. Ο νεαρός με πρόλαβε πριν μιλήσω. «Κάποιος κακός άνθρωπος ήρθε και την έβαψε ασπρόμαυρη, να μην τη γνωρίζουμε, και της έκλεψε και τη μνήμη, να μη θυμάται ούτε εμάς ούτε τα παιδάκια της!»

Δεν παύουν να με εκπλήσσουν, τ’ άτιμα.

Τώρα τελευταία, το εφηβάκι έχει αρχίσει να γυροφέρνει το θέμα του θανάτου – μία τα μαύρα ρούχα, μία τα δρακουλιάρικα μυθιστορήματα, μία οι νεκροκεφαλές (που είναι και της μόδας), μία η μουσική που ακούει… Κάπου γοητεύεται, κάπου φοβάται, κάπου κρυφά μάλλον θλίβεται. Αναγκαία στάδια, μάλλον. Εγώ παρατηρώ, ενθυμούμενη τον εαυτό μου σε παρόμοιες ηλικίες, προσπαθώντας να είμαι σταθερή στην αγάπη και την αποδοχή μου, προσπαθώντας να έχω εμπιστοσύνη στη διαδικασία και στο Σύμπαν… Με τρομάζει, αλλά ενίοτε έχει και πλάκα:

Τις προάλλες μου έλεγε πώς θα ήθελε να είναι ο τάφος της.

«Μαύρος, χωρίς τίποτα επάνω».

«Με μαύρο γρανίτη, εννοείς, παιδί μου;» Μ’ αρέσει που ζητάω και διευκρίνιση, αλλά είπα να μην την αποπάρω…

«Πφ! Ο γρανίτης είναι γυαλιστερός, εγώ δεν θέλω τίποτα γυαλιστερό, δε μ’ αρέσει!»

«Πολύ, πώς να το πώ, πένθιμο, ντεθάδικο, βρε παιδάκι μου»

«Εμ, για τάφο μιλάμε, ΟΕΟ! Τι θα είναι; Με γκραφίτι, ή τίποτα σπάνια είδη λουλουδιών όπως φαντάζομαι θα θέλεις τον δικό σου;»

«Ναι, ναι, ο δικός μου τάφος θέλω να είναι γκραφιτωμένος με ζωηρά χρώματα!» της λέω εγώ…

«Θα το φροντίσω, μην ανησυχείς!»

Εφηβοι…


Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Στιγμιότυπα


Είναι κάποιες ώρες που λέω χαλάλι η κούραση, χαλάλι η δυσθυμία, ο εκνευρισμός, χαλάλι ακόμα και οι ώρες που με πιάνει απελπισία.

Ιδού τρία τέτοια στιγμιότυπα:

 Εχουν κοιμηθεί τα δύο μικρά, ο σύντροφός μου κι αυτός έχει πέσει στο κρεβάτι μ’ ένα βιβλίο κι εγώ κάθομαι στον υπολογιστή και τελειώνω ένα κείμενο για τη δουλειά. Η χτεσινή νεράιδα και σημερινή χεβυμεταλού έρχεται δειλά-δειλά και μου λέει «να κάτσω να μελετήσω μαζί σου; Δεν μπορώ όταν ακούν οι άλλοι!» Της νεύω καταφατικά, και βγάζει από τη θήκη έγχορδο και παρτιτούρα. Την κοιτάζω, χαμογελάω αυτό το χαζομαμαδίστικο (σύμφωνα μ’ εκείνη) χαμόγελό μου, και σταματάει. Πιάνουμε την κουβέντα – και τι δε λέμε! Τέτοιες ώρες γινόμαστε συνένοχες, φιλενάδες, μιλούν τα μάτια μας, μιλούν οι καρδιές μας, γελάμε συνωμοτικά. Εχουμε ξεχάσει εγώ το κείμενό μου, εκείνη τη μελέτη της. Η ώρα περνάει. Περνάει τόσο γλυκά, που δεν το συνειδητοποιώ, και κάποια στιγμή κοιτάζω το ρολόι. Περασμένα μεσάνυχτα. Αύριο το ρολόι θα χτυπήσει σπαστικά στις εξήμιση, όπως κάθε μέρα. Δύσκολο να χαλάσεις αυτή την ωραία ατμόσφαιρα, τη ζεστή, την αγαπητική, τη συνωμοτική, τη σπάνια… Γι αυτή την ατμόσφαιρα δίνω και την ψυχή μου!

 Είναι το απόγευμα του καλικάντζαρου. Εχουμε τσακωθεί, την έχω απειλήσει ότι θα της αφαιρέσω τον υπολογιστή εάν δεν μελετάει (Που ξέπεσα! Σε τέτοιες απειλές! Απελπισία!), κι εκείνη αναρωτιέται αν θα κρατήσω την υπόσχεσή μου για το «δικό μας απόγευμα». Για δευτερόλεπτα μπήκα στον πειρασμό, δε λέω (είμαι και κουρασμένη!), αλλά διαβάζω τη σκέψη της, και αντιστέκομαι σθεναρά. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Την προηγούμενη φορά πήγαμε για ψώνια μες στη βροχή, και πήραμε ολόιδιες μπλούζες («μμμ, τα συλληπητήριά μου» ήταν το σχόλιο, μαντέψτε τίνος) και το χαρήκαμε. Και μοιράστηκε μαζί μου τα όνειρά της για μένα!!! Απόψε της είχα έκπληξη. Τι έκπληξη, δηλαδή, αφού μου εκμυστηρεύτηκε ότι αυτό ήθελε από μέρες, αλλά τέλοσπάντων: παγωτό στο Χάγκεν-Ντας της πλατείας, και κουβεντούλα. Και γέλιο, πολύ γέλιο. Μου λέει ιστορίες από το σχολείο της, της λέω ιστορίες από τότε που πήγαινα κι εγώ σχολείο. Της αρέσουν πολύ αυτά, της αρέσει ν’ ακούει πώς ήταν η μαμά της μικρή. Με κοιτάει με τις ματάρες της και μου πιάνει το χέρι – όταν δεν κάνει πειραχτικά καλικαντζαρίστικα σχόλια!
Η μικρή γλυκάθηκε με το παγωτό, εμένα γλυκάθηκε η ψυχή μου.

 Είναι 8 παρά τέταρτο το πρωί, και μόλις έχω γυρίσει από την πρώτη διανομή «σχολικού». Ο νεαρός έχει ντυθεί καλά, και γυροφέρνει στην κουζίνα (ντύνεται άμα τη εγέρσει του, κάτι που οι αδελφές του σνομπάρουν – προτιμούν να κάνουν τις νυσταγμένες, μπας και τις λυπηθώ! χα χα!). Πίνει γάλα «ασπρόμαυρο», και μόλις κάθομαι κι εγώ να πιώ λίγο κάτι, έρχεται με άλμα αιλουροειδούς και γαντζώνεται επάνω μου. «Πρωινή αγκαλίτσα για να πάει καλά η μέρα, μαμά».

Εμ, είναι δυνατόν να μην πάει;



Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Ωρα για παιχνίδι;

Με το χρόνο δεν τα πάω καλά. Ούτε και τα παιδιά μου. Κάτι μας πιάνει, και αυτά και εμένα, και αφήνουμε τα πάντα για τελευταία ώρα και στιγμή! Αλλά το θέμα μου δεν είναι αυτό, ή έστω, μόνο αυτό. Με το θέμα «χρόνος» έχω πολλές και σοβαρές απορίες. Και αν με διαβάζετε, όσες και όσοι με διαβάζετε, θα ήθελα να τις σκεφτείτε σοβαρά, και να με βοηθήσετε.


Απορία πρώτη: Λέμε συχνά ότι τα σημερινά παιδιά δεν έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο, δεν έχουν χρόνο να παίξουν, να δουν τους φίλους τους, να χαζέψουν, γιατί γεμίζουμε (εμείς οι μεγάλοι) το χρόνο τους με μαθήματα και διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες… Αλήθεια, γιατί πρέπει να διαβάζουν τόσο πολύ τα παιδιά στο σπίτι; Εννοώ, τα του σχολείου. Στο σχολείο, τι κάνουν; Γιατί δεν μαθαίνουν ότι είναι να μάθουν εκεί, να έρθουν σπίτι τους να ξεκουραστούν, να παίξουν, να δουν και να τα πούν με τους φίλους τους; Δηλαδή, λέω εγώ, άμα είναι να πρέπει να διαβάσουν τόσες ώρες στο σπίτι, μήπως το σχολείο είναι χάσιμο χρόνου;

Απορία δεύτερη: Πόσο δημιουργικά περνάμε το χρόνο μας; Πόσες ώρες βλέπουμε τηλεόραση, ή παίζουμε στον υπολογιστή;

Απορία τρίτη: Πόσο χρόνο επενδύουμε στις προσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις; Με τους άλλους ανθρώπους, εννοώ, αυτούς με σάρκα και οστά, και όχι τους εικονικούς μέσω facebook ή msn (προφανώς κι αυτά χρήσιμα είναι, δεν είμαι υπερ της κατάργησής τους!)

Απορία τέταρτη: Πώς θα θέλαμε να περνάμε το χρόνο μας στην πραγματικότητα; Πόσες ώρες ξοδεύουμε να κάνουμε πράγματα καταναγκαστικά, που μας αφαιρούν τη διάθεση και την ενέργεια να επενδύσουμε τις όποιες ώρες μας μένουν σε πράγματα που αγαπάμε;

Παρατηρώ συχνά τα παιδιά μου και πώς χρησιμοποιούν το χρόνο τους – το απόγευμά τους, δηλαδή, ή τις ώρες του σαββατοκύριακου (που δεν είμαστε εκδρομή, δεν βλέπουμε ταινία, δεν τρώμε – που δεν κάνουμε πράγματα μαζί, τελοσπάντων). Γυρνάνε κουρασμένα από το σχολείο, και βαριούνται. Τρώνε, και μετά – τίποτα. Δε λέω, να καθήσουν, να ξεκουραστούν, να ξελαμπικάρουν λιγάκι από τα μαθήματα. Λογικό είναι. Κι εγώ, γυρνώντας απ’ τη δουλειά, ν’ αράξω θέλω, «να ξαναβρώ το κέντρο μου», τρόπον τινά, να ξαναγίνω μαμά.

Εμ, έλα που αυτά εάν δεν τσιγκλιστούν (έως εκνευρισμού) από μένα, μέχρι να έρθει η ώρα για ύπνο δεν θα έχουν ανοίξει βιβλίο! Σχολικό βιβλίο, εννοείται. Γιατί από λογοτεχνία δόξα τω Θεώ! Παλιά θυμάμαι κάτι φιλενάδες μου που έλεγαν «αχ, τα παιδιά μου, ούτε ένα εξωσχολικό δεν ανοίγουν, τίποτα!». Από τότε που βγήκε ο Χάρυ Πόττερ (επτάτομο, παρακαλώ) από τότε που έγινε ταινία ο «Αρχοντας των Δαχτυλιδιών» (τρίτομο) και κάποια παιδιά θέλησαν να το διαβάσουν κιόλας, και το Λυκόφως (τρίτομο, τετράτομο; με πιάνετε αδιάβαστη…) οι κόρες μου (συχνά, συχνότατα) βρίσκονται στους βυθούς των σελίδων τους . Μαθηματικά, όμως; Γεωγραφία; Ιστορία; Ομηρο; Τίποτα;

Τίποτα. Αν είχαν επιλογή (στην αρχή το έπαιξα δημοκρατική, αλλά δε λέει, αν πάνε σχολείο αδιάβαστα νιώθουν μετά χάλια από τα σχόλια συμμαθητών και εκπαιδευτικών) δεν θα άνοιγαν ούτε σελίδα σχολικού βιβλίου! (να πω την αλήθεια, με κάθε συμπάθεια γι αυτούς τους φιλότιμους ανθρώπους που κάθονται και γράφουν αυτά τα βιβλία, ούτε εγώ δεν θα τα άνοιγα έτσι γραμμένα που είναι, αν είχα την παραμικρή επιλογή) Μάταια προσπαθώ να ανιχνεύσω το ενδιαφέρον τους για κάποιο από τα θέματα που κάνουν στο σχολείο. Το μόνο που τους «ξυπνάει» είναι η μουσική (αν έχουν καλή δασκάλα! Παίζει κι αυτό), τα καλλιτεχνικά καμιά φορά,η γυμναστική, και το διάλλειμα. Από πόσα παιδιά το ακούμε αυτό «κυρία εμένα μ’ αρέσει το διάλλειμα»!

Όλα αυτά, προσπαθείστε να τα «μεταφράσετε» σε χρόνο. Πόσες ώρες την εβδομάδα κάνει εικαστικά ή μουσική ένα παιδί πρώτης δημοτικού; Πόσες ώρες διάλλειμα; Πόσες ώρες κάνει γυμναστική ένα παιδί πέμπτης δημοτικού;

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα προαναφερθέντα μαθήματα/δραστηριότητες έχουν στενή συνάφεια με το παιχνίδι. Ναι, φυσικά: παιχνίδι θέλουν τα παιδιά!

Το παιδί, το παιχνίδι, και η παιδεία έχουν κοινή ρίζα, τυχαίο είναι αυτό; Ο Πλάτωνας δεν ήτανε που είπε ότι όποιος σταματάει να παίζει αρχίζει να γερνάει; (νομίζω ο Πλάτωνας, κάπου στην Πολιτεία, ή στο Συμπόσιο – γιατί αν και στα αρχαία θεωρούμουν καλή στο σχολείο, τέτοιο κείμενο δεν νομίζω να κάναμε ποτέ, όλο κάτι «δικανικούς λόγους», «επιταφίους» και τέτοια κάναμε – σούπερ ενδιαφέροντα για έναν έφηβο, τι να σας πω)

Γιατί επιμένουμε να πιέζουμε τα παιδιά μας να γερνάνε πριν την ώρα τους;

Η δασκάλα του γιού μου στην πρώτη δημοτικού, μου έδωσε ρητή εντολή «πρέπει να τον πιέζετε, αλλιώς δεν γίνεται». Να τον πιέζω για να μάθει να γράφει, να διαβάζει, και να μετράει. Να τον πιέζω, να τον καταναγκάζω δηλαδή, για να κάνει στο σπίτι αυτά που θα έπρεπε εκείνη να τον διδάσκει να κάνει με χαρά στο σχολείο. «Και πότε θα παίζει;» Ερώτηση που μένει τόσο συχνά αναπάντητη…

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά μου περνάνε τόσες ώρες μαθαίνοντας «απέξω» ιστορία, βιολογία, γεωγραφία κτλ (αν πάω να τους βοηθήσω εγώ με διορθώνουν «όχι έτσι που τα λες εσύ, όπως τα λέει το βιβλίο πρέπει να τα μάθουμε» - «μα το βιβλίο τα λέει περίεργα, δεν θέλεις να το καταλάβεις;» - «όχι ρε μαμά, θα το μάθω απέξω να το πω/να το γράψω έτσι, αφού έτσι το θέλει!»).

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά προτιμούν να περνάνε ώρες ατελείωτες μπροστά σε οθόνες, που δεν θέλουν πια να πάνε στο πάρκο (τα άλλα παιδιά είτε είναι φροντιστήρια, είτε μπροστά σε οθόνες κι αυτά), που αδιαφορούν και αντιδρούν σε όλα τα γνωστικά πεδία που τους θυμίζουν σχολείο, που πετούν το χρόνο τους (και τη ζωή τους) στα σκουπίδια μη κάνοντας τίποτα το ουσιαστικά δημιουργικό…

Με στενοχωρεί βαθιά που τα παιδιά μου έχουν τόσο λίγη κοινωνική ζωή, μια που οι φίλες και οι φίλοι τους περνούν τόσες ώρες μελετώντας τα του σχολείου, ή κάνοντας έξτρα μαθήματα τα απογεύματα για να ανταπεξέλθουν ή για να πάρουν «καλύτερους βαθμούς». Και, στις ώρες που ξεκλέβουν από το διάβασμα, μέσα στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού τους, ανοίγουν τον υπολογιστή, μπαίνουν στο facebook ή στο msn, και μιλάνε μεταξύ τους έτσι. Κι ας είναι στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόμο, τρία τετράγωνα πιο πέρα…

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Μία φορά το μήνα


Πέφτοντας για ύπνο, μου πέταξε με ύφος: μου έρχεται περίοδος, προετοιμάσου για νεύρα! Ναι, δεν το καταλάβαμε καθόοολου, της είπα. Ολο το απόγευμα έκανε πικρόχολα και χαιρέκακα σχόλια στ’ αδέλφια της, ήταν όλο φωνές με το παραμικρό, όλο άρνηση. Γελάσαμε με νόημα κι οι δυό μας, της πέταξα ένα φιλί καληνύχτας, κι έκλεισα την πόρτα.


Η κορούλα μου, το χτεσινό μωρό, έχει περίοδο από πρόπερσι.

Το σώμα της είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια αλλαγής ένα χρόνο νωρίτερα. Σε κάποιες φιλενάδες της είχε ήδη αρχίσει η περίοδος, κι εκείνη ζήλευε κι αναρωτιόταν πότε θα της έρθει κι εκείνης, «πότε θα μεγαλώσει». Κι ας μην είχε πολύ σαφή ιδέα τι ακριβώς σήμαινε η περίοδος, το μεγάλωμα αυτό. Ηξερε μόνο ότι «τα μεγάλα κορίτσια έχουν περίοδο», και όταν είχε περίοδο η μαμά είχε ανάγκη από ξεκούραση, ησυχία, και αρπαζόταν με το τίποτα.

Λίγα χρόνια νωρίτερα σκόνταψα πάνω σε μία παλιά ινδιάνικη ιστορία για το πώς ήρθε η περίοδος στις γυναίκες. Για το πώς, κουρασμένη από τις πολλές φροντίδες, μία γυναίκα μπήκε στο δάσος θλιμένη, και η Μαμά Γερακίνα τη ρώτησε τι είχε. Δίνω όλη μου την αγάπη και όλη μου την ενέργεια στο σύντροφο και στα παιδιά μου, από την καρδιά μου, αλλά είναι μέρες που οι φροντίδες με βαραίνουν πολύ, και δεν αντέχω άλλο, νιώθω ότι θα σπάσω. Η Μαμά Γερακίνα την άκουσε, και πέταξε μακριά να βρεί τη Γιαγιά Σελήνη και τη Γιαγιά Θάλασσα, που ήταν οι Μεγάλες Γερόντισσες της φυλής των ανθρώπων. Μετά από πολλή σκέψη και κουβέντα, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν τις γυναίκες η καθεμία με τη δική της δύναμη. Η Σελήνη θα έβαζε το ρυθμό και η Θάλασσα το υγρό στοιχείο. Και έτσι, μία φορά το μήνα, οι γυναίκες θα «ξεπλένονταν» από τα βάρη και τις φροντίδες, υλικές και ψυχικές, γιατί από μέσα τους θα έρεε η δύναμη της θάλασσας – στο αίμα τους. Ετσι, κάθε που ερχόταν το αίμα στις γυναίκες, αποσύρονταν από το σπίτι και τις φροντίδες της οικογένειας (άφηναν στο πόδι τους τους άντρες κκαι τις μικρότερες ή μεγαλύτερες γυναίκες της οικογένειας), και πήγαιναν σε ένα σπιτάκι ιδιαίτερο στην άκρη του χωριού για να μπορούν να συγκεντρωθούν, να κοιμηθούν και να ονειρευτούν, προκειμένου να ξεπλυθούν ψυχή τε και σώματι από τα βάρη που είχαν επικαθίσει επάνω τους κατά τη διάρκεια του μηνός…

Αυτή λοιπόν την ιστορία διάλεξα να πω στις κόρες μου, προκειμένου να εξηγήσω το τι είναι η εμμηνορυσία. Τους άρεσε, και τους την είχα πει αρκετές φορές ώσπου να έρθει περίοδος στην πρώτη. Και κάποια στιγμή, που την έπιασε η περιέργεια για το βιολογικό κομμάτι, της μίλησα και γι αυτό. Οπότε ήξερε.

Της ήρθε ένα βράδυ στα μέσα του Ιούλη. Είμαστε στην Αθήνα, καθόμαστε στη βεράντα, είχαν προηγηθεί πονάκια στην κοιλιά και δυσθυμίες (που θα μπορούσαν να οφείλονται σε οτιδήποτε, εδώ που τα λέμε) είχαμε ανάψει κεράκια, και μιλάγαμε ήσυχα (πιθανόν και να σιγοτραγουδάγαμε). Γυρνώντας από την τουαλέτα, είπε όλο καμάρι «μου ήρθε περίοδος!» και πήγε κι έφερε ένα τετράδιο που έγραφε διάφορες σημειώσεις της προσωπικές. «Μαμά λέγε, τώρα τι κάνω!» «Καλά, παιδάκι μου, κάτσε λίγο να το χωνέψουμε! Κάτσε να το γιορτάσουμε λιγάκι!» Τη φίλησα, την κράτησα στην αγκαλιά μου. Για κάποιο λόγο συγκινήθηκα πολύ βαθιά. Εκείνη χάρηκε (δεν περίμενε τέτοια αντίδραση) αλλά είχε μία αγωνία «τι γίνεται τώρα». Της μίλησα για την ξεκούραση, τη δυσθυμία, την αυξημένη ανάγκη του σώματος για σίδηρο και μαγνήσιο, το λάδι από νυχτολούλουδο που βοηθά στα ορμονικά, της έδειξα 2-3 είδη σερβιέτας που είχα στο σπίτι… Εκείνη κατέγραφε! Και πού το βρίσκουμε το σίδηρο και το μαγνήσιο; Αντε και το μάθημα διατροφολογίας…

Και σκέφτηκα, κάπως να το γιορτάσουμε. Της λέω, περίμενε. Θα πάω να φέρω την πιο νόστιμη πηγή σιδήρου και μαγνησίου (και άλλων πολλών στοιχείων!). Ετρεξα στο κοντινότερο ανοιχτό ζαχαροπλαστείο, κι αγόρασα μία σοκολατόπιττα. Γιορτή ή γενέθλια; Με ρώτησε ο ζαχαροπλάστης. Εμμηναρχή, του λέω. Τι; Ερχεται και η γυναίκα του. Εμμηναρχή, επαναλαμβάνω. Ηρθε περίοδος στην κόρη μου, και το γιορτάζουμε. Ο ζαχαροπλάστης απομακρύνθηκε προς το ταμείο. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Εμείς παλιά ντρεπόμαστε, τώρα… Τώρα εμείς το γιορτάζουμε για να μην το ντρεπόμαστε, της λέω.

Την ώρα που τα παιδιά μου καταβρόχθιζαν τη σοκολατόπιττα μες στην καλή χαρά, εγώ έστελνα μηνύματα στις φίλες και τους φίλους μου για να αναγγείλω το γεγονός. Ηταν δυστυχώς πολύ αργά για να καλέσουμε οποιονδήποτε, άσε που οι περισσότεροι ήταν διακοπές. Εγινε ένα μικρό τηλεφωνικό πάρτυ, με ευχές, αστεία, γέλια. Μετά τραγουδήσαμε, όπως κάναμε όλα τα βραδάκια του καλοκαιριού στη βεράντα ή στην ταράτσα μας, με κεράκια και κρύο χυμό ή τσάι…

Σαν όλες τις μαμάδες, με  τις κόρες μου θέλω να ζήσω τα οράματά μου. Εγώ ντρεπόμουν για την περίοδό μου, και κρυβόμουν από την οικογένειά μου και απ' όλους, να μην φανεί, να μην το μάθει κανείς. Στην Αγγλία, που πέρασα μέρος της εφηβείας μου, η περίοδος λεγόταν "the curse" η κατάρα... Επρεπε να περάσουν πολλά  χρόνια και πολλές αναζητήσεις και συνειδητοποιήσεις για να φτάσω στη σημερινή μου πρακτική να φοράω  επάνω μου κάτι κόκκινο όταν έχω περίοδο "για να τιμώ το αίμα μου", για να διεκδικώ χρόνο για τον εαυτό μου (ακολουθώντας το παράδειγμα των ινδιάνων γυναικών) και να γιορτάζω την εμμηναρχή της κόρης μου. Δεν ξέρω πώς θα βλέπει την εμμηνορυσία η κοινωνία στην οποία θα συμμετέχουν τα παιδιά μου, αλλά τουλάχιστον θέλω να τους έχω δώσει την ευκαιρία να εορτάζουν και να σέβονται τους ρυθμούς του σώματός τους, να μην το βρούνε μέσα τους να ντρέπονται, όπως κάποτε εγώ...

Και το αγόρι; Ρωτούν οι φίλες μου ανήσυχες. Γιατί πρέπει να τα μαθαίνει όλα αυτά το αγόρι; Λες και αυτή είναι μία γνώση απόκρυφη ή βλαπτική για το αντρικό φύλο. Μία μέρα θα έχει σύντροφο, σύζυγο, δεν θα έχει; Λέμε τώρα. Να μην ξέρει, να μην καταλαβαίνει, να μην συμπονά στις δύσκολες ώρες; Οι φίλες μου κουνούν τα κεφάλια τους αμφίθυμες, μη μπορώντας να αντιτάξουν λογικά επιχειρήματα, νιώθοντας όμως οτι κάπου κάπως αυτό "δεν είναι καθώς-πρέπει"...