Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Καλοκαιρινά παραμύθια



Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια οικογένεια που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν θα μπώ σε άλλες λεπτομέρειες, αν και πάντα έχουν ίσως το ενδιαφέρον τους, μόνο θα περιγράψω ένα απ' τα καλοκαίρια τους.
Ζούσανε, λοιπόν, μαμά, κουτσούβελα, σκυλιά, δέντρα, λουλούδια, γατιά, βατόμουρα, συκιές, χελώνες, μπανανιές, μπουκαμβίλιες, φιλενάδες και κουτσούβελα φιλενάδων σε ένα σπίτι κάπου στο νότο - σε ένα σπίτι ανάμεσα στους κόσμους. Αυτό το σπίτι ήταν στα σύνορα, αποτελούσε το όριο: 
Ανάμεσα στον κόσμο που γνωρίζουμε, και στον κόσμο των νεράιδων. 
Ανάμεσα στον σκληρό κόσμο των διεκδικήσεων γης και περιουσίας και τον τρυφερό κόσμο της αληθινής φιλίας. 
Ανάμεσα  στον κόσμο της καθημερινής ψευτιάς και τον κόσμο της υπερφυσικής αλήθειας. 
Ανάμεσα  στη θάλασσα και στη στεριά.
Ανάμεσα στο χωριό και στα περίχωρά του.
Ανάμεσα στην ανατολή του ήλιου και στην ανατολή  του φεγγαριού. 
Ανάμεσα  στα τραγούδια και στα χωριάτικα κουτσομπολιά.

Τα καλοκαίρια ζούσαν εκεί τρία κοριτσάκια, ένα μεγαλύτερο σοβαρό, ένα πολύ μικρό αγόρι, και οι μαμάδες τους. Η μία οικογένεια τυπικά ζούσε σε άλλο σπίτι, δεν κοιμόταν στο θαλασσινό, αλλά για τις ανάγκες της ιστορίας (και όλων των συμμετεχουσών σε αυτήν), περνούσαν όλες σχεδόν τις ώρες τους μαζί.

Οι δυό μαμάδες έπιναν τσάι τα απογεύματα στη βεράντα, και κουβέντιαζαν. Οραματίζονταν τα γεράματά τους, χωρίς τις υποχρεώσεις των παιδιών, με άσπρα μαλλιά και μπαστουνάκια η καθεμία, να συνεχίζουν να πίνουν τσάι στην ίδια βεράντα, μιλώντας για τις παιδικές τους αναμνήσεις, για τα θαύματα, για τα παιδιά τους, για το σεξ, για το Θεό, για το θάνατο. Οι δυό μαμάδες πήγαιναν και βόλτες: κάποτε με μωρά και ένα καρότσι η καθεμία, στους μικρούς κατάφυτους επαρχιακούς δρόμους όπου δεν σύχναζαν αυτοκίνητα την ώρα που έπεφτε το φως, κάποτε σε κάτι ξωκλήσια χαμένα μέσα στους ελαιώνες και τ' αμπέλια. Αλλοτε πήγαιναν για μπάνιο απογευματινό στην κοντινή παραλία, όπου τα παιδιά μπορούσαν να παίξουν άφοβα στις καλαμιές και στο ποτάμι και να δουν το ηλιοβασίλεμα πέρα από κεί που χαμήλωναν οι λόφοι. Και μετά, πάλι, κάθε βράδυ μέχρι αργά, στη βεράντα με τσάι και κουβέντα μαζί με τα παιδιά... 

Το σπίτι ήτανε γεμάτο με φως, μπογιές, ζωγραφιές, παιχνίδια, κλωστές, κοχύλια, πέτρες, βιβλία, και μουσικά όργανα. Χρώματα πολλά και ήχους από παντού. Η μια μαμά ξυπνούσε πολύ-πολύ πρωί, έβλεπε τον ήλιο να σηκώνεται πέρα από τη θάλασσα και πίσω από το μεγάλο βουνό, και μετά πότιζε τον κήπο. Ο κήπος ήτανε μικρός, σκιερός, σχεδόν μυστικός, με λουλούδια και βοτάνια άγρια και ήμερα, και λίγα καρποφόρα δέντρα. Τα παιδιά έφτιαχναν χάρτινα στολίδια που ανέμιζαν όταν κρέμονταν από τα δέντρα, και τα βράδια άναβαν μικρά γυάλινα φαναράκια - βαζάκια που ζωγράφιζαν τα παιδιά κι έβαζαν μέσα μικρά κεράκια. Το σπίτι ήταν ζωντανό φωτεινό και αεράτο: λάμψεις μαγικές που ξέφευγαν από τα μάτια, το γέλιο, την αντανάκλαση του ήλιου πάνω  στη θάλασσα το πρωί, την αγάπη, τη χαρά προσέλκυαν τα πνεύματα της φύσης, αυτούς τους "ελάσσονες αγγέλους" που λέει ο Διονύσιος και που τα παλιά τα χρόνια ονόμαζαν νεράιδες ή καλοκυράδες.

Χωρίς να τις βλέπουν τα παιδιά τις ένιωθαν, έπαιζαν μαζί τους, κι εκείνες περιχαρείς (οι άγγελοι πάντα χαίρονται με τη χαρά των παιδιών) τα έλουζαν με περισσότερη αγάπη και ζωντάνια. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ στον κήπο η μαμά τις άκουγε να μιλούν, να γελούν, και να τραγουδούν, όπως ακριβώς και τα παιδιά της, και αποφάσισε να πιάσει φιλία μαζί τους. Και έτσι βρέθηκε ένα ωραίο παραμύθι στο σπίτι, για ένα κοριτσάκι που έγραφε και λάμβανε γράμματα από τις νεράιδες του κήπου, και τα παιχνιδιάρικα κοριτσάκια ρώτησαν: μαμά, υπάρχουν στ' αλήθεια νεράιδες; Κι εκείνη απάντησε: γράψτε τους ένα γράμμα για να το διαπιστώσετε, τι να σας πω εγώ;



Ετσι ξεκίνησε η μαγική αλληλογραφία. Κάθε βράδυ οι μικρούλες έγραφαν από ένα μικρό γραμματάκι, το άφηναν στην κουφάλα ενός δέντρου ή πίσω από κανένα μεγάλο φύλλο, και το πρωί έψαχναν εξονυχιστικά τον κήπο για να βρούν την απάντηση. Και πάντα την έβρισκαν. Γραμμένη με περίτεχνη γραφή, μεγάλα γράμματα όλο καμπύλες και σχεδιάκια, τρυφερή και παραμυθένια, πότε σε λεπτό τσιγαρόχαρτο, πότε μέσα σε ροζουλί φάκελλο με ζωγραφιστά βατόμουρα και άνθη φραουλιάς. Τα κορίτσια μάθαιναν για τη φύση, για την αγάπη, για  τον κόσμο που δεν φαίνεται στα υλικά μας μάτια. Και κάθε βράδυ που αποκοιμιόνταν, η μαμά έτρεχε στον κήπο να βρεί το γραμματάκι που είχαν αφήσει τα κοριτσάκια, να το διαβάσει, να το σκεφτεί και να συσκεφθεί με τις νεράιδες, και μεταμεσονυκτίως να γράψει με την ιδιαίτερη πένα που είχε κι εκείνη από παιδί, την απάντηση. Και να την κρύψει στον κήπο, για να τη βρούν τα παιδιά...


Ετσι πέρασε ένα καλοκαίρι, και ένα ακόμα.
Πολύ αργότερα η μία κόρη ανακάλυψε ένα από τα γράμματα που είχε γράψει μαζί με τη φιλενάδα της προς τις νεράιδες του κήπου, μέσα στο πορτοφόλι της μαμάς, και θύμωσε. "Εσύ  τα έγραφες, τόσον καιρό, και μας παραμύθιαζες; Τι εμπιστοσύνη να σου έχω εγώ τώρα;" Μάταια προσπάθησε να της εξηγήσει, η μικρή είχε ήδη μπεί στην ηλικία της αμφισβήτησης, ολόκληρη πέμπτη δημοτικού, και οτιδήποτε παρέπεμπε σε πραγματικότητες έξω από αυτές του σχολείου δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Πληγώθηκε η κόρη, πληγώθηκε κι η μαμά.

Αλλά οι ιστορίες δεν είναι καλό να έχουν στενόχωρο τέλος. Η ζωή διδάσκει τις μαμάδες την υπομονή, κι αλλοίμονο αν δεν γίνουνε καλές μαθήτριες! Μια μέρα τα παιδιά θα μεγαλώσουν τόσο (ίσως σιγά-σιγά να συμβαίνει, ποιός το ξέρει;) που να ξαναγυρίσουνε πάλι στα παιδικά τους παραμύθια. Θα ξαναβρούν τον πλούτο και τη μαγεία, και ίσως κάποτε κι αυτά συνομιλήσουνε με τις νεράιδες του κήπου τους.





(αφιερωμένο στην παρέα του Κορωνέικου καλοκαιριού)

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Προβληματισμοί και προσανατολισμοί

Και ήρθε η ώρα το πρώτο μου παιδί να βρεθεί στη Δευτέρα λυκείου και να μπει στην περιπέτεια να επιλέξει «κατεύθυνση» σπουδών. Είναι οι ώρα που οι περισσότεροι γονείς τρέμουν: τι θα διαλέξει το παιδί μου; Ποιο δρόμο θα πάρει; Αυτό που θέλει να σπουδάσει θα της εξασφαλίσει τον άρτον τον επιούσιον, φήμη, δόξα, επιτυχία, αυτοβεβαίωση, κτλ κτλ κτλ; Κι αν αυτό που θέλει να κάνει στη ζωή της δεν αρμόζει στην ιδεολογία, οικογενειακή παράδοση ή φιλοδοξίες, αν δεν ταιριάζει, τελοσπάντων, με αυτό που ονειρεύεται η οικογένειά της γι αυτήν; (Πώς θα αισθανόμουν, άραγε, αν το παιδί μου ήθελε να γίνει ορκωτός λογιστής; Η οδηγός αγώνων; Είναι κι αυτές οι άτιμες οι ευχές που σου κάνουν οι διάφοροι σε γιορτές κτλ «να το δεις όπως επιθυμείς» και τα τοιαύτα…) Κι αν αυτό που θέλει να σπουδάσει τη βάλει σε μπελάδες; (Αν θελήσει να γίνει κοινωνική ανθρωπολόγος, πού θα τρέχει τώρα στις πρωτόγονες φυλές να την τρώνε τα λιοντάρια και τα γιγάντια κουνούπια;) Τι, θα κάνει, τελοσπάντων, στη ζωή του, αυτό το παιδί; Πώς θα ζήσει;
Στην εποχή μου τα πράγματα ήταν απλά. Γινόσουν γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, ή κάτι που το επέλεγε ο μπαμπάς σου, τελοσπάντων. Οι καλλιτέχνες είτε «πέθαιναν στην ψάθα» είτε (αν ήταν γυναίκες και διάλεγαν, π.χ., τις παραστατικές τέχνες) ήταν «ελαφρών ηθών». Δύο φράσεις που με στοίχειωναν ως παιδί (μια που δεν τις καταλάβαινα). Κι αν είχες την άτυχη τύχη να γεννηθείς σε οικογένεια μεσοαστική, σ’ έτρωγε το μαύρο φίδι των φιλοδοξιών της οικογένειας. Το να μπεις στο πανεπιστήμιο ήταν επιβεβλημένο, κι αν κάποιος τέτοιος γόνος δεν έμπαινε «με την πρώτη» γινόταν το αντικείμενο οίκτου όλου του κοινωνικού κύκλου. Το να  μπεις στο πανεπιστήμιο ήταν ο απόλυτος μονόδρομος, ακόμα και αν δεν σε ενδιέφερε διόλου το αντικείμενο των σπουδών (πόσοι και πόσοι πήγαν και φοίτησαν σε σχολές που δεν επέλεξαν γιατί «εκεί μπήκαν» με τα «μόρια» που έβγαλαν). Αχ αυτά τα μόρια…
Συνήθως τα παιδιά από μικρά εκδηλώνουν κάποιες κλίσεις. Κλίσεις που είτε τις βλέπουν είτε δεν τις βλέπουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, είτε τις αξιολογούν είτε όχι. Υπάρχουν ταλέντα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Υπάρχουν παιδιά που δεν εκδηλώνουν τίποτα χαρακτηριστικό που να μπορεί να δει (και να ξεχωρίσει) το περιβάλλον τους, ακόμα κι αυτά τα ίδια. Ρωτούσα προ καιρού μία θεραπευόμενη τι της άρεσε περισσότερο να κάνει όταν ήτανε μικρή. Τίποτα ιδιαίτερο, μου απάντησε. Εκανα τα μαθήματά μου, έπαιζα λίγο με κούκλες, έβλεπα τηλεόραση, αυτό. Συνέχισα, εγώ. Όταν σε ρωτούσαν τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις, εσύ τι απαντούσες; Ελεγα δεν ξέρω. Η γυναίκα αυτή σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων (στην αλλοδαπή) λίγο χλιαρά, απλά γιατί της βγήκαν οι βαθμοί, και εργάστηκε (πάλι χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή πάθος) σε μεγάλες εταιρείες. Στα 40-κάτι της, μετά  την πρώτη μύηση στο ρέικι, ανακάλυψε ότι αυτό που θέλει διακαώς να κάνει είναι να δίνει ενέργεια, να θεραπεύει. Τίποτα άλλο δεν έχω θελήσει να κάνω με τόσο πάθος μέχρι τώρα, μου είπε την τελευταία φορά.
Εχω δώσει μεγάλη έμφαση στο να παρατηρώ τα παιδιά μου να διακρίνω κλίσεις και ταλέντα από μικρή ηλικία. Και φυσικά διακρίνω διάφορα. Είναι όμως αυτά που τελικά θα καθορίσουν τις επιλογές ζωής των ίδιων των παιδιών; Και καλά τα ταλέντα και οι κλίσεις – τα ενδιαφέροντα; Γιατί τα ενδιαφέροντα της κάθε ηλικίας μπορεί να αποκλίνουν πολύ από αυτά που προσιδιάζουν στο ιδιαίτερο χάρισμα ή κλίση που μπορεί να εκδηλώνει ένα παιδί… Και ποιος μου λέει ότι αυτό που διαπιστώνω εγώ ως κλίση δεν είναι αυτό που περιμένω να δω – δεν είναι δηλαδή οι δικές μου προσδοκίες; Ποιος μπορεί να είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του; Και πόσο είναι εύκολο να απεκδυθεί ο γονιός το ρόλο του καθοδηγητή / μέντορα (που δεν του ανήκει, αλλά που τον θεωρεί επιβεβλημένο η κουλτούρα μας); Πόσο εύκολο είναι να αφήσεις τον έλεγχο και να εμπιστευτείς την εσωτερική φωνή του ίδιου του παιδιού (που δεν ξέρεις καν αν την ακούει, ή αν αλλοιώνεται η χροιά της από τα τρέχοντα πρότυπα της κοινωνίας);
Δύσκολα, δύσκολα όλα αυτά.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η δυσκολία, έρχεται αποπάνω κι άλλη. Ολη την περασμένη σχολική χρονιά, η συγκεκριμένη κόρη είχε «αποκρυσταλλώσει» το σχέδιο της ζωής της: θα έδινε για μια συγκεκριμένη σχολή σε ένα συγκεκριμένο πανεπιστήμιο (που μάθαμε, μάλιστα, ότι δεν είχε «ψηλά μόρια»), θα φοιτούσε, θα έψαχνε εργασία στον συγκεκριμένο τομέα, και μετά είχε άλλα  σχέδια παράλληλα. Ημουν πολύ χαρούμενη, λοιπόν, που το παιδί μου «ήξερε τι ήθελε» και θα το έβαζε μπρος… Κι εκεί που ήμουν ήσυχη, και το μόνο ζόρι θα ήταν να εξασφαλίσουμε τα απαιτούμενα χρήματα για φροντιστήριο στα μαθήματα που είχε κενά και να διαλέξει από ποια «κατεύθυνση» θα χτυπούσε το στόχο της, βγήκε μία νέα παράμετρος. Της δόθηκε η ευκαιρία να πάει στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, φιλοξενούμενη φίλης, και να παρακολουθήσει ένα θερινό πρόγραμμα το οποίο της φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Της άρεσε, βέβαια, πολύ – η ατμόσφαιρα, η πόλη, το πανεπιστήμιο, οι καθηγήτριες, όλα τελοσπάντων – αλλά. Αλλά… «Δεν μπορώ να με δω εμένα φοιτήτρια εκεί, μαμά, δεν μπορώ να με φανταστώ». Το συζητήσαμε, το ξανασυζητήσαμε, αλλά τίποτα. Πρώτη τσεκουριά στην «ησυχία» μου.
Η δεύτερη: «Πρέπει να δώσω πανελλήνιες; Γιατί; Αφού δεν είμαι σίγουρη τι θέλω να κάνω» Ωπ. Εναγώνιες μεταμεσονύκτιες συζητήσεις με τον εαυτό μου και με τον σύντροφό μου «τι θα γίνει, τι θα κάνουμε, δεν θα πάει στο πανεπιστήμιο; Αφού για να κάνεις οτιδήποτε σήμερα χρειάζεσαι ένα πτυχίο, χωρίς τυπικά προσόντα πού θα πάει και τι θα κάνει, πώς θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της και να εκδιπλώσει αυτό το υπέροχο δυναμικό της;» Και το άλλο της δίλημμα (που μαθαίνω ότι δεν είναι η μοναδική που βιώνει), ποια κατεύθυνση να διαλέξει; Η μία θα της εξασφαλίσει καλούς βαθμούς, αλλά τα μαθήματα της άλλης την ενδιαφέρουν περισσότερο. Να στοχεύσει στα νούμερα (τους βαθμούς) ή στην ουσία (το τρέχον ενδιαφέρον της); Θα ήμουν πανευτυχής εάν δεν ζητούσε τη γνώμη μου, αλήθεια. Εάν αποφάσιζε ολομόναχη για την τύχη της. Αλλά εκτιμά τη γνώμη μου, τη ζήτησε, και όφειλα να της τη δώσω.
Εχω δεσμευτεί στον εαυτό μου ότι θα είμαι ειλικρινής στα παιδιά μου, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαντήσεις. Βασανίστηκα πολύ από την ανησυχία μου, και βασανίζομαι ακόμα. Δεν βγαίνεις από το σύστημα ελαφρά τη καρδία. Της είπα, λοιπόν, τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου σχετικά με το πτυχίο και το πανεπιστήμιο, ότι αυτός είναι ο δρόμος που έχω περπατήσει εγώ και ξέρω… Από την άλλη, βέβαια, δεν μπορώ παρά να σεβαστώ τις επιθυμίες της – δική της είναι η ζωή για να τη ζήσει όπως εκείνη θέλει… Εκεί θυμήθηκα το πάθος. Και της είπα ότι προτιμώ να κάνει κάτι που την ενδιαφέρει, προτιμώ να διαβάζει πράγματα που την ενδιαφέρουν (όσον αφορά στο σχολείο) παρά πράγματα που θα της αποφέρουν βαθμούς. Χίλιες φορές το ενδιαφέρον παρά τα νούμερα, της είπα. Εξάλλου με τα νούμερα δεν τα πήγε ποτέ πολύ καλά: ο Προκρούστης που λέγεται εξετάσεις και βαθμολογία πάντα την κόβει απρόσμενα πολύ για την προσπάθεια που καταβάλει (ο δικός της τύπος νοημοσύνης προφανώς δεν έχει θέση στο ελληνικό σχολείο).
Κατά καιρούς μελετώ άλλα συστήματα εκπαίδευσης, όπως το Μοντεσσοριανό και το σύστημα Βάλντορφ-Στάινερ. Στα συστήματα αυτά δίνεται η ευκαιρία στους εφήβους να δοκιμάσουν διάφορα πράγματα (εργασία στην κοινότητα, ή σε φάρμα, πρότζεκτ που χρειάζονται εκτενή έρευνα εκτός σχολείου, σχεδιασμό επιχείρησης, ομαδικές εργασίες και πολλά άλλα, ανάλογα το σχολείο) προκειμένου να δώσουν στον έφηβο τη δυνατότητα να πατήσει στα πόδια του και να βρεί την αυτοπεποίθηση να βγεί στον κόσμο και να επιβιώσει με αξιοπρέπεια. Δεν είναι ότι τα παιδιά από αυτά τα σχολεία δεν πάνε στο πανεπιστήμιο, αλλά πηγαίνουν πολύ πιο συνειδητά, γνωρίζοντας τι θέλουν να σπουδάσουν και γιατί (έχοντας δοκιμάσει τον εαυτό τους όχι στην αποστήθιση γνώσεων αλλά στη βίωση πραγματικών συνθηκών και καταστάσεων). Τι να κάνουν οι δικοί μας οι έφηβοι, κλεισμένοι στις σχολικές και στις φροντιστηριακές τους τάξεις αποστηθίζοντας κείμενα και στερεοτυπίες; Πώς να αποφασίσουν για τη ζωή τους στα 16 όταν δεν έχουν παρωτρυνθεί (ή, έστω, αφεθεί) από το σύστημα να εξερευνήσουν τον εαυτό τους και τη ζωή;
Τα σκέφτομαι αυτά και ησυχάζω. Γιατί να περιμένω από τη 16χρονη να ξέρει τι θέλει; Με τόσα ερεθίσματα, με τόσες αντικρουόμενες προσδοκίες, σε περίοδο κρίσης όπου και οι προσπάθειές της για εύρεση καλοκαιρινής εργασίας απέβησαν άκαρπες («θέλω να έχω εμπειρίες και δεν μπορώ!») στην περίοδο που αποτελεί την καρδιά της εφηβείας, πόσο εύκολο είναι να βρεί μέσα της τι θέλει; Το πανεπιστήμιο είναι μία περίοδος χάριτος (για τον γονέα κυρίως) που ένας νέος θεωρείται ότι «έχει βρεί το δρόμο του». Αν σκεφτώ τη δική μου ζωή, βέβαια, αυτό κάθε άλλο παρά αλήθεια ήταν! Παρά το γεγονός ότι δεν μετανοιώνω που πήγα στο πανεπιστήμιο, και παρά το γεγονός ότι αυτό που σπούδασα μου ήταν ευχάριστο, οι πανεπιστημιακές μου σπουδές δεν με βοήθησαν να «βρώ το δρόμο μου» στη ζωή. Ισως εξαιτίας τους, μάλιστα, να άργησα τόσο να κάνω αυτό που νιώθω ότι είμαι πλασμένη να κάνω (και που ακόμα ανακαλύπτω). Εχω φίλες καθόλα καταξιωμένες στο λειτούργημά τους που ουδέποτε έδωσαν πανελλήνιες, ουδέποτε φοίτησαν σε πανεπιστήμιο, αλλά ζουν μια ζωή πλήρη, δημιουργική, γεμάτη χαρά και περιπέτεια. Που βρήκαν «τι ήθελαν» σταδιακά, ζώντας, εργαζόμενες σε διάφορα πεδία μέχρι που βρήκαν αυτό το ιδιαίτερο δικό τους πεδίο όπου μπορούν να δημιουργούν. Γιατί άλλο παράγω κι άλλο δημιουργώ, όπως φαίνεται!
Με τέτοιες και με τέτοιες κουβέντες (που μου φαίνεται θα γίνονται συχνά μέσα στο σπίτι μας από δω και πέρα) προβληματίζομαι αλλά και στηρίζομαι σαν μαμά. Ισως απλά το μόνο ζητούμενο από μένα είναι να δίνω αγάπη χωρίς όρους και να εμπιστεύομαι τη διαδικασία…
Γι αυτό λοιπόν αποφάσισα να απαλλάξω την κορούλα μου από το άγχος του να πρέπει να διαλέξει σπουδές και καριέρα από τώρα. Και τελειώνοντας το λύκειο, ποιός ξέρει τι θα προκύψει - γιατί χρόνος χαμένος δεν υπάρχει! Ασε που συχνά το άγχος "μη χάσουμε το χρόνο" μας κάνει να χάνουμε μια ολόκληρη ζωή.

ιδέες που μου άρεσαν για την εκπαίδευση στην εφηβεία http://www.examiner.com/article/a-montessori-education-for-high-school-years