Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

"για καλό σκοπό"


Ο χώρος ήταν "ότι έπρεπε". Μεγάλος, κεντρικός, φωτεινός, και κοντά σε μετρό. Ευγενική προσφορά του περιοδικού "Αρδην". Την Παρασκευή το βράδυ φορτώσαμε μέχρι σκασμού 4  αυτοκίνητα από την αποθήκη στα Πατήσια: κούτες με βιβλία, ρούχα, κρεμάστρες, μικροαντικείμενα, ράφια, παπούτσια, σιντί και ντιβιντί (τα αυτοκίνητα ήδη περιείχαν λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, χειροτεχνίες, τσιπουρόμελο, αγουρέλαιο, τάβλες, υλικά συσκευασίας και αναρίθμητα άλλα χρειαζούμενα σε ένα παζάρι). Δύσκολο να παρκάρεις στην Ξενοφώντος (και το πάρκινγκ από κάτω πανάκριβο). Κάποιοι αφού ξεφόρτωσαν, πάρκαραν μέχρι και 2 χιλιόμετρα μακριά, και απλά περπάτησαν.
Μέσα στο χώρο ένας οργασμός εργασιών και κινητικότητας: σκούπες, φαράσια, σκάλες ανοιγμένες, υφάσματα που απλώνονταν σε τραπέζια και τοίχους... Ο χώρος υπό κατασκευή, είχε ένα "industrial" ύφος, με καλώδια να κρέμονται και τοίχους γυμνούς σε σημεία, τάβλες και εργαλεία στις άκρες και στα δύο μεσαία κουτιά. Αλλοτε η αυτο-οργάνωση απέδιδε, άλλοτε βρισκόταν σε αδιέξοδο και κατέληγε σε διπλή δουλειά και ερωτήσεις πέρα-δώθε. Υπήρχε κέφι, βιασύνη, κούραση, χαρά, μικροπαρεξηγήσεις, έμπνευση, γκρίνια, χαμόγελα, άγχος - όλα. Οι έχοντες εμπειρία από "πιο οργανωμένα παζάρια" δυσανασχετούσαν και "έψαχναν τους υπεύθυνους", και οι υπόλοιποι απλά αυτενεργούσαν σε συνενόηση με τους διπλανούς τους. Από τις 5 το απόγευμα οι πρώτοι, και οι τελευταίοι έφυγαν στις 12 τα μεσάνυχτα. Μαζί με την ομάδα "ξεμπλογκάρισμα" θα εκτίθονταν έργα των κρατουμένων γυναικών, καθώς και έργα από τα εργαστήρια της "επανόδου" και ο χώρος μοιράστηκε ωραία. Οπως πάντα τον τελευταίο καιρό, δεν έλειψε η βοήθεια και από τους εθελοντές των "Δρόμων Ζωής" με τα υλικά, το κέφι, και την τεχνογνωσία τους. Και το παζάρι στήθηκε.





Οι αναρίθμητες κούτες βιβλίων (όλα δωρεές από ευγενικούς ανθρώπους) μπήκαν σε τάξη και τιμολογήθηκαν, τα λικεράκια, οι μαρμελάδες, τα τσίπουρα στολίστηκαν, το ίδιο τα ντιζαϊνάτα κεραμεικά και οι καρτούλες-κολλάζ, μαζί με το "γιουσουρούμ", τα ρούχα και τις τσάντες. Η φίλη μιας φίλης δώρισε τα ρούχα μίας αγαπημένης εκλιπούσας θείας, vintage κομμάτια ραμένα στο χέρι, μέσα σε μια καλοδιατηρημένη παλιομοδίτικη βαλίτσα ντυμένη με διακοσμημένο χαρτί. Μιά άλλη φίλη δώρισε τα κοσμήματα που της είχαν χαρίσει οι πρώην εραστές της, για να ελευθερώσει χώρο και να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες αναμνήσεις τους. Ολα τα αντικείμενα βρήκαν τη θέση τους στο ράφι του παζαριού, στη γκαρνταρόμπα και στις μπιζουτιέρες των ενδιαφερόμενων.



Οι κρατούμενες, όπως πάντα, ζωγράφισαν



Και η "Επάνοδος" με τους εργαζόμενους και τους ακούραστους εθελοντές της είχε τα δικά της χειροτεχνήματα, κάποια από τα οποία έβλεπες και εν τη γενέσει τους από τα ακούραστα χεράκια της κυρίας


Πέρα από τον όποιο "καλό σκοπό" για τον οποίο γίνεται ένα παζάρι, ή μια οποιαδήποτε κίνηση ευαισθητοποίησης των συμπολιτών μας, αυτό που μένει νομίζω μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που συμμετέχουν είναι μία ωραία αίσθηση συντροφικότητας: βρίσκεσαι, μιλάς, εργάζεσαι μαζί με ανθρώπους που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα βρισκόσουν (άλλες γειτονιές, άλλες παρέες, άλλες κοινωνικές τάξεις, άλλα χούγια γενικώς). Οι σχέσεις είναι ελεύθερες - αν δεν σου αρέσει κάτι σηκώνεσαι και φεύγεις, κι αν μείνεις, μένεις συνειδητά. Δεν δεσμεύεσαι από τίποτα άλλο εκτός από την ελεύθερη βούλησή σου και τη συνείδησή σου. Βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο σκοπό, που κινούνται από την ίδια φλόγα - κι ας είναι τόσο αλλιώτικοι από σένα.  Μπορεί στην πορεία να ανακαλύψεις κοινά ενδιαφέροντα ή φίλους ή εμπειρίες, μπορεί και όχι. Μοιράζεσαι τα χαμόγελα ενός κοινού "αγώνα", κι αυτό είναι πολύ γλυκό κι ενδυναμωτικό συγχρόνως. Είναι σίγουρα ένα από τα στοιχεία που μας κρατάνε ανθρώπους.


Και επειδή μ' αυτά και μ' εκείνα παρέλειψα να πω για ποιό παζάρι συζητώ, ιδού:

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ενα απόγευμα με την Patricia Oriti

Γι αυτή τη δασκάλα είχα ακούσει πολλά. Αγαπημένες φίλες μου πήγαιναν και ξαναπήγαιναν στα μαθήματά της κάθε που ερχόταν στην Ελλάδα, κι είχαν να λένε πόσο τις βοηθούσε και τις απελευθέρωνε. Για διάφορους λόγους (που είχαν να κάνουν με τον προγραμματισμό του χρόνου και την οικονομική μου κατάσταση) δεν είχα καταφέρει ποτέ να την ακούσω, παρότι η εκπαίδευση ήταν μέσα  στα ενδιαφέροντά μου, και πάντα έψαχνα να εμπλουτίσω τις γονεϊκές μου ικανότητες με νέα εργαλεία. Η Πατρίσια Ορίτι είναι δασκάλα του Μοντεσσοριανού συστήματος, μαμά και γιαγιά, και μιλά σε γονείς και εκπαιδευτικούς σχετικά με την ανάπτυξη και τις ανάγκες των παιδιών σε διάφορες ηλικίες, σύμφωνα με τις θεωρίες της Μαρίας Μοντεσσόρι όπως επιβεβαιώνονται και από την δική της πείρα. Το θέμα της είναι κυρίως τι μπορεί να κάνει κάποιος ως γονέας, στο σπίτι, για να βελτιώσει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών σε κάθε φάση της ανάπτυξής τους.

Φέτος υπήρξα τυχερή και τα κατάφερα να πάω να την ακούσω ένα απόγευμα να μιλά για τα παιδιά του δημοτικού, για τα στάδια της ανάπτυξής τους, για τις νοητικές και υπαρξιακές τους ανάγκες, και για κάποιες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Αυτή  τη στιγμή έχω ένα παιδί στο δημοτικό, και σκέφτηκα οτι πέρα από την περιέργειά μου για τη γυναίκα αυτή, θα έβαζα σε τάξη τις σκέψεις μου σχετικά με αυτό το στάδιο ανάπτυξης, και θα έφευγα με νέες γνώσεις... Σημειωτέον οτι τα δυό μικρότερα παιδιά μου είχαν πάει σε μοντεσσοριανό νηπιαγωγείο, και παλιότερα είχα μελετήσει ότι υπήρχε στα ελληνικά σχετικά με την μοντεσσοριανή εκπαίδευση (που φυσικά μου άρεσε!).

Ο χώρος που έγινε η ομιλία με προδιέθεσε πολύ γλυκά: όμορφα και έξυπνα φτιαγμένα έπιπλα από φυσικά υλικά, και γύρω-γύρω βοηθήματα (υλικά) μοντεσσοριανής εκπαίδευσης: οι γνωστές χάντρες μέσα στα συρματάκια με τις οποίες τα παιδιά ασκούνται στα μαθηματικά, οι ξύλινοι χάρτες-πάζλ για τη γεωγραφία, τα τελάρα όπου τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μαθαίνουν να δένουν κόμπους και φιόγκους και να κουμπώνουν κουμπιά, κτλ. Είχα χρόνια να τα δώ αυτά, και ξύπνησαν μέσα μου μια γλυκειά νοσταλγία μαζί με την (άλλοτε επίμονη) σκέψη "γιατί να μην μαθαίνουν όλα τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο;"

Η Πατρίσια ήταν μιά γλυκειά, μικροκαμωμένη, κομψή, ζεστή και γελαστή γκριζομάλλα γιαγιά. Μιλούσε άνετα χωρίς πολλές-πολλές σημειώσεις, άφηνε τη ροή των νοημάτων και της ενέργειας να την καθοδηγήσει περισσότερο, με άριστη συνεργασία παύσεων και νοηματικών ενοτήτων με τη διερμηνέα της, τη Μαρία. Με εντυπωσίασε η σιγουριά με την οποία πατούσε στις γνώσεις της, και η άνεσή της να αφηγείται προσωπικά παραδείγματα από τη ζωή της δικής της οικογένειας. Αυτό το τελευταίο το θεωρώ δύσκολο: οι άνθρωποι που δίνουν προσωπικά παραδείγματα είτε είναι υπερβολικά φειδωλοί (αφενός για να μην "εκτίθενται", αφετέρου για να μη χαρακτηριστούν οτι περιαυτολογούν), είτε περιαυτολογούν (δηλαδή αυτοπροβάλλονται μέσα απ' αυτά, σου δίνουν μια αίσθηση του "κοίτα πόσο φοβερός είμαι που το κάνω αυτό"). Η Πατρίσια βρισκόταν χαλαρά επάνω στη χρυσή τομή, κι αυτό έκανε την ομιλία της ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. 

Σαν καλή μαθήτρια κράτησα σημειώσεις και γράφω εν συντομία αυτά που θεώρησα πιο σημαντικά, επειδή για κάθε θέμα που άγγιξε θα μπορούσα να αφιερώσω κάλλιστα μία ανάρτηση... 

Σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης, λοιπόν, (η πρώτη 0-6, η δεύτερη 6-12, η τρίτη 12-18) τα παιδιά παίρνουν αποστάσεις από τη στενή οικογένεια, και στη ζωή τους αρχίζουν να μετρούν οι γνώμες των ομηλίκων τους. Στην πραγματικότητα εξερευνούν τις έννοιες της κοινωνίας, της κοινωνικής ένταξης, των ρόλων του ηγέτη και του ακόλουθου, την έννοια της διαπραγμάτευσης, του πώς είναι (και πώς να είναι) κανείς με τους φίλους του. Ειδικά τα παιδιά των 9-12 ετών αρέσκονται να "ντύνονται" διάφορες προσωπικότητες, προκειμένου να δουν πώς αισθάνεται κάποιος που είναι έτσι, ή σκέφτεται αλλιώς, ή  φέρεται αλλιώτικα (σε μικρότερες ηλικίες τα παιδιά αρέσκονται να ντύνονται με στολές διάφορες και να παίζουν, όπως ξέρει κάθε μαμά που δεν κρύβει τα αποκριάτικα στο πατάρι μετά τις απόκριες!).

Το πολύ σημαντικό, για μένα, είναι το οτι σ' αυτή την ηλικία τα παιδιά αναπτύσσουν ένα αληθινό πάθος για το σωστό και το ηθικό. Μιλούν για το δίκιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό - και θέλουν να γνωρίζουν τα όρια μεταξύ  αυτών. Γι αυτό συχνά έρχονται και μας "μαρτυράνε" το τι έκαναν τα αδέλφια τους: η ψυχή τους θέλει να γνωρίζει "ήταν καλό αυτό που έκανε; δεν ήταν; πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή;" Τα παιδιά περιμένουν να καθοδηγηθούν από τους ανθρώπους που αγαπούν και σέβονται. 

Μέσα στην προσπάθειά τους να ανιχνεύσουν το καλό και το ηθικό, και να εμπνευστούν από αυτό, αναπτύσσουν το θαυμασμό προς τους ήρωες. Δυστυχώς στις μέρες μας "ήρωες" είναι οι διασημότητες (ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, πολιτικοί), οπότε καλό είναι να τους μιλάμε για ανθρώπους που έδειξαν αληθινό ηρωισμό, δικαιοσύνη, αυταπάρνηση, ακεραιότητα, θάρρος. Η ψυχή των παιδιών στο στάδιο αυτό της ανάπτυξης διψά για υψηλά ιδεώδη και μεγάλες ιδέες. 

Εδώ σκέφτομαι οτι το σχολείο μας δίνει σχηματικά και μόνο  τους αγωνιστές του '21 και τους στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου, χωρίς να γίνεται εμβάθυνση στην έννοια του ηρωισμού και των αξιών πέρα από την υπεράσπιση της πατρίδας... και βέβαια δεν μας μιλά για άλλους ανθρώπους που επέδειξαν υψηλά ιδεώδη στην ανθρωπότητα, όπως ο Γκάντι, η Μητέρα  Τερέζα, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, κ.α.

Σε αυτή την ηλικία αναπτύσσεται επίσης και η αίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στους άλλους - του αντίκτυπου που έχουν οι πράξεις μας στις ζωές των συνανθρώπων μας. Αναπτύσσεται η ενσυναίσθηση. Τώρα είναι η ώρα να μιλήσουμε στα παιδιά μας για το σεβασμό στη ζωή, το σεβασμό στο περιβάλλον, την φροντίδα του πλανήτη, την "οικολογική συνείδηση" όπως λέμε.

Ο λόγος μας είναι ο δεσμός μας με το παιδί. Τα παιδιά εκτιμούν την ειλικρίνεια, είναι και τα ίδια πολύ ειλικρινή, και στη συνάντησή τους μαζί μας χτίζουν την δική τους ακεραιότητα: ο λόγος μας πρέπει να είναι αφενός «συμβόλαιο» αφετέρου να υποστηρίζεται από τις πράξεις μας και τη ζωή μας. Σ’ αυτή την ηλικία τα παιδιά μισούν τις χλιαρότητες και το ναι-μεν-αλλά, οπότε πρέπει να κάνουμε πράξη τα λόγια μας. Εχουν ισχυρό αίσθημα δικαίου, και απαιτούν από εμάς τους μεγάλους να είμαστε ακέραιοι: δίκαιοι και ειλικρινείς, με υψηλά ιδανικά.  Εξαρτώνται από εμάς, από την ηρεμία και τις αξίες μας για να δουν την προοπτική των πραγμάτων...

Μέσα στα πλαίσια αυτά, στην ηλικία αυτή τα παιδιά δεν πολυδέχονται τα όρια που θεωρούν αυθαίρετα. Απαιτούν εξηγήσεις. Είναι η ηλικία της αυθάδειας, γιατί τα παιδιά αντιμιλάνε και αντιδρούν σε όρια/απαγορεύσεις/απαιτήσεις που δεν θεωρούν σωστές (αν και δεν μπορούν πάντα να το εκφράσουν σωστά ή κομψά)… Δεν πρόκειται όμως απαραίτητα για αυθάδεια αλλά για απορία που απορρέει από ηθική διερεύνηση. Οπότε τα όρια πρέπει να εξηγούνται με ηρεμία και σαφήνεια, και να πηγάζουν από το σύστημα αξιών της οικογένειας. Πρέπει πάντα να ρωτάμε τον εαυτό μας «γιατί βάζω όριο εδώ; Από ποια ανάγκη ή αξία πηγάζει;» Με άλλα λόγια σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης είναι που τα παιδιά βάζουν τα θεμέλια της ηθικής τους προσωπικότητας, η οποία "πατάει" επάνω στις δικές μας προσωπικές και κοινωνικές αξίες.

Το ζήτημα είναι, θέλουμε τα παιδιά μας να αποκτήσουν αυτό που λέμε "ηθική προσωπικότητα";  Πόσο πιστεύουμε οτι "στον κόσμο αυτό που ζούμε" μετράνε οι ηθικές αξίες; Και αν το παιδί μας το πούνε "μαλάκα" επειδή δεν φρόντισε πρωτίστως το προσωπικό του συμφέρον αλλά έκανε αυτό που πίστευε οτι ήταν το σωστό; Καθημερινά βλέπουμε οτι "επιτυγχάνουν" οι επιτήδειοι, ανήθικοι, ψεύτες και κλέφτες. Στην Ελλάδα σήμερα η έννοια της ακεραιότητας και της ηθικής φαίνεται να έχει εκλείψει στον δημόσιο βίο τουλάχιστον, όπως στον ιδιωτικό φαίνεται πως η πίστη στις ανθρώπινες αξίες και η ελπίδα είναι αγαθά εν ανεπαρκεία. Πώς να τα εμφυσήσουμε στα παιδιά μας;

Πρέπει να τα βρούμε πρώτα μέσα μας. Οταν κάποια μαμά ρώτησε την Πατρίσια κάτι σχετικό, εκείνη είπε πως μπορούμε να πούμε στα παιδιά μας οτι κρίσεις υπήρξαν σε πολλές ιστορικές περιόδους, αλλά οτι οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν τρόπους να τα καταφέρνουν να επιβιώσουν, μια που οι κρίσεις  και οι δυσκολίες πάντα ξυπνούσαν την αγωνιστικότητα και την δημιουργικότητα μέσα στον άνθρωπο... Η ελπίδα βρίσκεται πανταχού παρούσα, εάν θέλουμε να κοιτάξουμε προσεκτικά και να τη δούμε.

 Αυτό που μου έμεινε από την ομιλία της Πατρίσια, πέρα από την γλυκειά και ήρεμη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η παρουσία και τα λεγόμενά της, και πέρα από τις πρακτικές συμβουλές σχετικά με το τι να κάνουμε με τα παιδιά στο σπίτι, είναι οτι τα παιδιά έχουν βαθειά ανάγκη από σταθερές και υψηλές ηθικές αξίες. Οτι αυτές οι αξίες χτίζονται σ' αυτό το δεύτερο στάδιο. Και οτι περιμένουν να τις πάρουν πρωτίστως από την οικογένειά τους. Η δική μου ελάχιστη εμπειρία λέει, δε, οτι τα παιδιά  ανιχνεύουν θαυμάσια μέσα μας την αλήθεια μας, είτε την εκφράζουμε είτε όχι, και ανιχνεύουν με ακρίβεια την ακεραιότητά μας. Αυτή την ακεραιότητα (μικρή, μεσαία, μεγάλη, όποια είναι) παίρνουν σαν μπούσουλα για να ζήσουν τη ζωή τους, με τις αξίες μας πορεύονται. Και αυτό, όσο νά 'ναι, με φοβίζει.



Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Τα εξωσχολικά

"Στην εποχή μου" η λέξη εξωσχολικά πάντα αναφερόταν στα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζαμε (ή δεν διαβάζαμε), σε βιβλία που δεν είχαμε να διαβάσουμε για το σχολείο, τελοσπάντων. Θυμάμαι την αξία που έδιναν πολλοί γονείς (μαζί και οι δικοί μου) στο διάβασμα των εξωσχολικών βιβλίων, για τη διεύρυνση των γενικών γνώσεων περί του κόσμου, και τον εμπλουτισμό του λεξιλογίου των παιδιών τους. Ηταν μια εποχή που δεν έδινε πολλά ερεθίσματα στα παιδιά (σε σχέση με σήμερα), διαδίκτυο δεν υπήρχε, η ελληνική τηλεόραση είχε δύο πολύ προβλέψιμα κανάλια, το ραδιόφωνο επίσης μόνο κρατικούς σταθμούς (ακούγαμε κανα ακαταλαβίστικο θεατρικό, και στην εφηβεία Γιάννη Πετρίδη), τα περιοδικά κι αυτά περιορισμένα (διαβάζαμε Μίκυ Μάους και Αστερίξ). Υπήρξα τυχερό παιδί, γιατί έκανα χορό και μουσική από μικρή. Διάβαζα, επίσης, ακατάπαυστα αμέτρητα εξωσχολικά βιβλία. Είχα χρόνο για να διαβάσω...
Στα δικά μου παιδιά αποφάσισα να δώσω την ευκαιρία να ζητήσουν εκείνα ποιά εξωσχολική δραστηριότητα θα ήθελαν να κάνουν, θεωρώντας οτι αυτό είναι η σωστότερη προσέγγιση. Ηθελα να τα επιβαρύνω με τις δικές μου επιθυμίες και απωθημένα όσο λιγότερο γινόταν. Η πρώτη κόρη ζήτησε μόνη της, στη β δημοτικού, να πάει σε ωδείο. Η δεύτερη ζήλεψε και ακολούθησε. Στην αρχή καθόταν (νηπιαγωγάκι ακόμα) και άκουγε πολύ προσεκτικά το μάθημα της μεγάλης, και μετά ζήτησε κι εκείνη. Κάποια στιγμή ακολούθησε και ο μικρός. Τέσσερα όργανα έχουν ξεκινήσει να παίζουν, κι ακόμα ψάχνονται και δοκιμάζουν. Το οτι δεν "προχωράνε" σ' ένα όργανο, να το "μάθουν καλά", με στενοχωρεί, αλλά όσο και να δοκίμασα να πιέσω προς αυτή την κατεύθυνση, οι εσωτερικοί τους λόγοι ήταν πάντα πιο ισχυροί, μου φαινόταν, και τελικά τους έκανα το χατίρι, όχι χωρίς εσωτερική σύγκρουση και διαπραγμάτευση...
Και προχωρώ στην αφορμή για να γράψω τούτο εδώ. Τις προάλλες πήγα στην πρώτη συνάντηση γονέων για τη θεατρική ομάδα του σχολείου, στην οποία ήθελε φέτος να συμμετέχει ο γιός μου. Με εντυπωσίασε (και πάλι) το πόσες εξωσχολικές δραστηριότητες είχαν κάποια παιδιά, στις μικρές, ήδη, τάξεις του δημοτικού, κι έκανα μια μικρή  δημοσκόπηση. Κάποια (ελάχιστα) παιδιά έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα (ναι, για τα μαθήματα του σχολείου). Ενας μικρός αριθμός παιδιών έκαναν κάποιο μουσικό όργανο, κάποια έκαναν μάλιστα δύο. Αρκετά παιδιά έκαναν σκάκι. Αρκετά είχαν έρθει και για τη θεατρική ομάδα, η οποία φέτος είχε αυξημένη συμμετοχή. Πολλά κοριτσάκια έκαναν ρυθμική, ή μπαλέττο, ή ενόργανη γυμναστική.  Τα περισσότερα αγοράκια έκαναν είτε τάεκβοντό, είτε ποδόσφαιρο, είτε κάποιο άλλο άθλημα (είτε 2-3 αθλήματα). Ολα τα παιδάκια έκαναν αγγλικά (κάποια έκαναν και δεύτερη ξένη γλώσσα). Τίποτα από όλα αυτά, προφανώς, δεν θεωρώ κακό. Απλά με σόκαρε να ακούω από μαμάδες να μιλούν για 4-5 απογεύματα την εβδομάδα "κλεισμένα" με εξωσχολικές δραστηριότητες εκτός σπιτιού, και με προβλημάτισε η εξ ορισμού προτεραιότητα που έδιναν όλοι και όλες στις ξένες γλώσσες.
Σκεφτόμουν οτι πριν την ανάγκη της επικοινωνίας (και της συνδιαλλαγής) σε μια ξένη γλώσσα, ένας άνθρωπος έχει ανάγκη να εκφραστεί και να συνδιαλλαγεί στη δική του: και στη δική του μητρική γλώσσα (τα ελληνικά, λ.χ.) αλλά και να βρεί τρόπους αυτοεξερεύνησης και αυτοέκφρασης μέσα από την Τέχνη. Να εξερευνήσει τον εαυτό του μέσα από τα χρώματα, τις νότες, το σώμα του το ίδιο. Και να παίξει, φυσικά. Από την εποχή του Πλάτωνα είναι γνωστό οτι το παιχνίδι και η Τέχνη, που τόσο συχνά δεν ξέρουμε πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο, δεν είναι μια απλή ψυχαγωγία. Εκτός από την απόλαυση που προσφέρουν βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με  το Κάλλος και την Αρμονία, να εσωστραφεί και να βιώσει τη δημιουργικότητα, τη συνεργασία - βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του και να δομήσει την προσωπικότητά του.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει η ανάγκη στον κάθε άνθρωπο (πολλώ δε μάλλον στα παιδιά) να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να τον εκφράσουν, να εμπλουτίσουν την εμπειρία του 'είναι' τους, και από την άλλη υπάρχει η "ανάγκη" να πλουτίσουν τις γνώσεις τους μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα... Λέω "ανάγκη", γιατί δεν ξέρω πόσο πραγματικά πηγάζει από το βάθος του 'είναι' ενός παιδιού στην ηλικία αυτή το να μάθουν μια δεύτερη ή και τρίτη γλώσσα. Αυτή είναι μια "ανάγκη" η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, κατασκευάζεται από την πρακτική σκέψη των γονέων, για να ανταποκριθεί στο μελλοντικό "έχειν" των παιδιών τους ("να έχει ένα παραπάνω εφόδιο στη ζωή" λέμε συχνά, για να δικαιολογήσουμε τις έξτρα ώρες που το παιδί μας μελετά - ενώ μέσα του βαριέται, ή βρίζει, ή θάβει την αληθινή του υπαρξιακή ανάγκη). Οι ξένες γλώσσες προσφέρονται ιδιαίτερα, μάλιστα, για να κάνουν ένα γονιό κι ένα παιδί να νιώθει "επιτυχημένος", γιατί προσφέρουν απτά ποσοτικά "πειστήρια απόδοσης", τα διάφορα πτυχία και διπλώματα.
Σκεφτόμουν οτι εάν είναι κάτι που χρειάζονται περισσότερο οι νέοι άνθρωποι (τα παιδιά) προκειμένου να μη γίνουν ανερμάτιστα πιόνια της κάθε κυρίαρχης αντίληψης και μισαλλοδοξίας είναι ακριβώς το να δομήσουν την προσωπικότητά τους πάνω σε στέρεες βάσεις.  Σκεφτόμουν επίσης οτι είναι ευκολότερο να καταλάβεις ποιός είσαι τραγουδώντας, χορεύοντας, ή φτιάχνοντας κατασκευές, παρά μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα. Είναι επίσης μάλλον ευκολότερο να καταλάβεις τον εαυτό σου σε σχέση με τους γύρω σου (σ' αυτές τις μικρές ηλικίες) παίζοντας ένα ομαδικό παιχνίδι ή ασκούμενη σε μια πολεμική τέχνη (εάν ο δάσκαλος είναι καλός), παρά μαθαίνοντας τα ανώμαλα ρήματα της ισπανικής γλώσσας, π.χ.
Οντας δε εγώ η ίδια στο παρελθόν καθηγήτρια ξένων γλωσσών, έχω παρατηρήσει οτι μια γλώσσα τη μαθαίνεις ουσιαστικά (γίνεσαι λειτουργικός σ' αυτήν) είτε όταν ξεκινάς να τη μαθαίνεις πριν από τα 3 σου χρόνια, είτε όταν έχεις αληθινό κίνητρο και ενδιαφέρον γι αυτήν: όταν θέλεις κάτι να μελετήσεις/διαβάσεις σ' αυτή τη γλώσσα, ή όταν θέλεις διακαώς να επικοινωνήσεις με κάποιον, ή όταν πάς να ζήσεις στη χώρα που μιλιέται, ή, κάποιες φορές, όταν απλά σου αρέσει το άκουσμά της...
Είναι δύσκολο να μάθεις να μιλάς μια ξένη γλώσσα ζώντας σε ένα περιβάλλον όπου μιλιέται μία άλλη γλώσσα, με 2-3 ώρες την εβδομάδα μάθημα, και άντε άλλες 2-3 ώρες την εβδομάδα "διάβασμα". Οσοι μιλάμε καλά μια γλώσσα έχουμε συνειδητοποιήσει οτι η γνώση της γλώσσας είναι εμπειρία και αγάπη. Και δεν "τελειώνει" με ένα πτυχίο, σίγουρα.
Οι περισσότεροι σημερινοί γονείς, όμως, έχουν άλλη άποψη (κρίνοντας από τη μικρή μου άτεχνη στατιστική). Θεωρούν την ξένη γλώσσα ένα σημαντικό επαγγελματικό εφόδιο (που είναι, φυσικά), και ως τέτοιο το θεωρούν εκ των ουκ άνευ στην εξωσχολική εκπαίδευση των παιδιών τους... Κι ας είναι η επαγγελματική αποκατάσταση κάτι για το οποίο ούτε σίγουρος είναι κανείς, ούτε μπορεί με ακρίβεια να προβλέψει (το μέλλον, ως γνωστόν, δεν είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε). Οι τωρινές μας σκέψεις και οι φόβοι μας (ημών των μεγάλων) είναι αυτό που μας δίνει την ψευδαίσθηση οτι "πρέπει αυτό", "χρειάζεται εκείνο" "να εφοδιαστούμε για το.." Ολο και συχνότερα σκέφτομαι και συνειδητοποιώ οτι ο μέσος γονέας δεν μπορεί ούτε να φανταστεί το τι τελικά θα κάνει το παιδί του όταν μεγαλώσει, κι ας πιστεύει (ή φοβάται) το αντίθετο! Εξάλλου πόσοι από τους γονείς των σημερινών web designers φαντάζονταν καν την ύπαρξη αυτού του επαγγέλματος όταν τα παιδιά τους πήγαιναν στο δημοτικό;
Κάτι λοιπόν η ξένη γλώσσα, κάτι τα αθλήματα και οι καλλιτεχνικές ενασχολήσεις (και ναι, κάποιοι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να τα κάνουν "όλα" όσα μπορεί η τσέπη τους να τους προσφέρει), ένα μέσο παιδί δημοτικού της βορειοανατολικής Αττικής δεν έχει χρόνο να κάτσει... έτσι, να κάτσει... να χαζέψει... να παίξει κάτι δικό του... να διαβάσει ένα εξωσχολικό (που λέγαμε) βιβλίο... ν' ακούσει μουσική... να βαρεθεί, στην τελική, και έτσι να ανακαλύψει με τι θέλει πραγματικά ν' ασχοληθεί! Να μάθει, δηλαδή, κάτι για τον εαυτό του.
Μα, μου λένε κάποιοι, ΟΛΟΙ κάνουν αγγλικά στα παιδιά τους, εγώ θα διαφέρω; Εδώ, μια φίλη αναφέρει το ανέκδοτο με τις διατροφικές προτιμήσεις των μυγών... Και προφανώς δεν είμαι κατά των ξένων γλωσσών, νιώθω υπέροχα που μπορώ να επικοινωνώ με ανθρώπους από τόσα μέρη του κόσμου και ν' ανταλάσσω σκέψεις κι ιδέες, και το ίδιο θέλω και για  τα παιδιά μου. Πρώτα όμως θέλω να βρούν τον εαυτό τους, να δουν τι θέλουν τα ίδια. Και θέλω να έχουν χρόνο δικό τους, ολόδικό τους, να τον κάνουν ότι θέλουν...

να μου θυμίζουν κάτι τέτοια
http://www.youtube.com/watch?v=SoH-7__Q4Vk



Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Μια ματιά στο μέλλον

Δεν είμαι μελλοντολόγος, ούτε καν συμπαθώ αυτή την συνoμοταξία. Μου αρέσει όμως να οραματίζομαι ωραία πράγματα, και αυτό μέχρι τώρα με έχει πάει καλά στη ζωή μου και ως άνθρωπο, και ως μαμά. Αυτό το ποστ και ο τίτλος του προέκυψε από μία σκέψη που έκανα χτες, ακολουθώντας την πορεία των μαθητών των Μουσικών και Καλλιτεχνικών σχολείων στο κέντρο της Αθήνας. 
Το αίτημα των παιδιών είναι να μπορούν να έχουν πρόσβαση στα σχολεία τους (να αποκατασταθεί το ζήτημα της μεταφοράς τους με δωρεάν πούλμαν), μια που τα σχολεία αυτά είναι δια-δημοτικά, και τα παιδιά έρχονται από πολύ μακριά. Μαθαίνω οτι από το καλοκαίρι έχουν αρχίσει μάλλον αδιέξοδες διαβουλεύσεις ανάμεσα στα Υπουργεία, στην Περιφέρεια, και στους ιδιοκτήτες των πούλμαν σχετικά με τη συνέχιση της τόσο αναγκαίας (και μέχρι τώρα δεδομένης) αυτής παροχής. Οπως συχνότατα γίνεται με τους καυγάδες των μεγάλων, τα παιδιά που βρίσκονται ανάμεσα μένουν ζημιωμένα χωρίς το φταίξιμό τους.
Τα παιδιά λοιπόν διαδήλωσαν, μαζί με τους γονείς και τους καθηγητές τους, που κάποιοι ήταν μέσα και κάποιοι σχημάτιζαν διακριτική προστατευτική αλυσίδα στα πλάγια της πορείας τους.



Τα συνθήματα που ακούγονταν ήταν πολλά. Ξεχώρισα δύο: "Δεν είμαστε αλήτες που κλείνουμε σχολεία, θέλουμε μεταφορά και δωρεάν παιδεία", και "με κιθάρες, όργανα, κρουστά, θα κατέβουμε στους δρόμους για ν' αλλάξουμε τους νόμους και να κάνουμε σχολεία μουσικά".



Τα Μουσικά και τα Καλλιτεχνικά σχολεία είναι μια μεγάλη ανάσα στην πολιτιστική ανομβρία της εν γένει σχολικής παιδείας της χώρας μας, και είναι σίγουρα οι μόνοι τόποι που δίνεται δωρεάν ουσιαστική καλλιτεχνική  παιδεία. Πρόκειται για μικρές πολύτιμες οάσεις, και όποιοι έχουν τη χαρά είτε να εργάζονται είτε να φοιτούν είτε να επισκέπτονται τα σχολεία αυτά, μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Δυστυχώς είναι λίγα. Δυστυχώς, επίσης, θεωρούνται ακριβά από το Υπουργείο Παιδείας (απασχολούν πολλές ειδικότητες εκπαιδευτικών), και φαίνεται οτι πολλοί ιθύνοντες θα χαίρονταν εάν έκλειναν (θα εξοικονομούνταν περισσότερα χρήματα για καινούργιες κουρτίνες, λ.χ., στο γραφείο του Υπουργού, ή αναβάθμιση των εργαλείων καταστολής των πολιτών, κτλ). Υπάρχουν πολλά "δυστυχώς" εδώ.


Υπάρχουν, όμως, και αρκετά "ευτυχώς". Ευτυχώς ακόμα υπάρχουν, και μορφώνουν (έστω και ένα μικρό) μέρος των ανήσυχων νέων της Ελλάδας. Μικρό μέρος, ναι. Θα θέλαμε μεγαλύτερο. Δεν χρειάζεται, όμως, πολύ προζύμι για να φουσκώσει το ψωμί. Αρκεί να είναι καλό. Ευτυχώς οι μαθητές, αλλά και οι καθηγητές τους είναι επαρκώς μαχητικοί για να αγωνίζονται. Οταν αφήνεις έναν άνθρωπο να ακολουθήσει αυτό που ποθεί η ψυχή του, εν προκειμένω την τέχνη, η μαχητικότητα βγαίνει φυσικά, αβίαστα, και με φαντασία. 







Και για να έρθω στο θέμα του μέλλοντος. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πορείας, καθώς προχωρούσε από το Υπουργείο Οικονομικών προς τη Βουλή, σκέφτηκα "στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα" και μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Μπορεί και να τα έβαλα για λίγο. Θύμωσα, και σκέφτηκα, γιατί δεν γυρνάνε όλα αυτά τα παιδιά να ρίξουν μια ομαδική μούτζα προς το Υπουργείο που τους στερεί την πρόσβαση στα σχολειά τους, και το είπα σε μια καθηγήτρια που περπατούσε πλάι μου. "Τα παιδιά μας έχουν ήθος", μου απάντησε. Καθώς προχωρήσαμε και φτάσαμε μπροστά στη Βουλή, και τα παιδιά ξεκίνησαν να παίζουν μουσική (κι όμως ναι, τον εθνικό ύμνο) να χορεύουν, να τραγουδούν, να παίζουν θέατρο και να ζωγραφίζουν με πολύχρωμες κιμωλίες το χώρο μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, συγκινήθηκα ακόμα περισσότερο. Και σκέφτηκα οτι αφήνουμε το μέλλον μας σε καλά χέρια. Σε άξια χέρια, που κινούνται με φαντασία, μεράκι, και καρδιά. 
Γιατί

και τα παιδιά μας το ξέρουν.









Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Δεκαπενταύγουστος

Οι τελετές σηματοδοτούν περάσματα. Γι αυτό εξάλλου κάνουμε και πάρτυ γενεθλίων, κι ας μην το καλοσυνειδητοποιούμε. Τα παλαιά χρόνια και σε διάφορες κοινωνίες υπήρχαν τελετές και γιορτές που τελούνταν και εορτάζονταν και είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα για την οικογένεια, τη φυλή, ή το λαό. Ο εορτασμός του Πάσχα στην Ελλάδα είναι μια τέτοια γιορτή, πανάρχαια, που κάθε θρησκεία που πέρασε από την περιοχή την έντυνε με τον δικό της θεό...
Μια τέτοια μέρα είναι για μας ο Δεκαπενταύγουστος. Δεν μεγάλωσα με καμιά Μαρία, ούτε είχα ιδιαίτερα θρησκευτική ανατροφή. Ισως επειδή υπήρχε η γιορτινή ατμόσφαιρα μέσα στο καλοκαίρι και ήταν όλοι μου οι φίλοι παρόντες στο χωριό που παραθερίζαμε, ίσως επειδή αργότερα είχα κάποιες "μεταφυσικές" εμπειρίες τις ημέρες πριν ή μετά, η μέρα αυτή ήταν πάντα ένα ορόσημο μέσα στο χρόνο. Ακόμα και μια χρονιά που βρέθηκα στην Αφρική τέτοια μέρα, πάλι σε γιορτινό τραπέζι βρέθηκα: η οικογένεια που με φιλοξενούσε γιόρταζε  την ανεξαρτησία της Ινδίας με απίστευτα εδέσματα, κρασί (έπιναν 1-2 φορές το χρόνο!) και προβολή της ταινίας "Γκάντι"! Τους είπα κι εγώ οτι κι εμείς γιορτάζουμε την αντίστοιχη θεά Κάλι (μας), και ήπιαμε λίγο παραπάνω.
Η μεγάλη μου κόρη ονομάστηκε Μαρία, από την αγαπημένη μου δασκάλα, και 'τάχθηκε' να γιορτάζει Δεκαπενταύγουστο. Και παρότι ιδιαιτέρως θρησκευόμενους δεν θα μας έλεγε κανείς, την ημέρα εκείνη πάμε στην εκκλησία και κοινωνούμε, σαν μια τελετή ετησίου "περάσματος"...
Στην αρχή στενοχωριόμαστε που η γιορτή της πέφτει καλοκαίρι και δεν μπορεί να γιορτάσει με τους φίλους της στο σχολείο, αλλά καθώς μεγάλωνε και έκανε παρέες στο χωριό που παραθερίζαμε, τα πάρτυ όλο και καλυτέρευαν. Την τελευταία χρονιά μας εκεί, μάλιστα, το πάρτυ ήταν ιδιαιτέρως ονειρικό, μέσα στον κήπο που φωτίζονταν μόνο με φαναράκια.


Το φετινό καλοκαίρι, παράξενο κι απροσδόκητο καθώς είναι, μας βρήκε στην Αθήνα: εμένα χωμένη στο ξεκαθάρισμα του σπιτιού, και τη νεαρά στην πατρική της γιαγιά μαζί με τα αδέλφια της (ζήτησα να είμαι μόνη για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα του σπιτιού και τα χαρτιά μου απερίσπαστη). Δυό-τρείς μέρες πριν, μου τηλεφωνεί και μου λέει οτι θέλει να έρθει από την παραμονή για να πάμε μαζί στην εκκλησία, και μετά  να ξαναπάει στη γιαγιά της να γιορτάσουν και εκεί. Ετσι κι έγινε.
Οταν ήρθε κοιμόμουν, κι όταν ξύπνησα  τη βρήκα να κοιμάται κι αυτή, καθιστή σ' έναν καναπέ στη δροσιά. Της έβαλα τα πόδια επάνω, και παρατήρησα πόσο βαριά είναι (μα τι περίμενα, το μωράκι των δεκαπέντε κιλών; αναρωτήθηκα) Ξυπνώντας την πήρα μαζί μου να ποτίσουμε τον κήπο μίας φίλης. Να πάμε μια βόλτα, μου λέει. Να πάμε, λέω. Καταλήξαμε χαλαρά στην πλατεία, μιλώντας και γελώντας. Να σε κεράσω παγωμένο γιαούρτι, μου πρότεινε. Και σκέφτηκα, ιδού: καταλαβαίνεις οτι το παιδί σου μεγάλωσε όταν σε κερνάει εκείνο, πλέον, για τη γιορτή του. Και συγκινήθηκα με τη σκέψη. Τα πήραμε στα χέρια, εγώ  το γιαουρτάκι μάνγκο, εκείνη το φραουλένιο smoothie, και διαλέξαμε ένα ήσυχο παγκάκι στην πλατεία. Μιλήσαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, κι ήταν τόσο γλυκιά η ατμόσφαιρα μεταξύ μας, κι αυτή  η γλύκα ήταν τόσο φυσική. Την παρατηρούσα, μεγάλη κοπέλα πια, με τα μεγάλα σκεπτόμενα μάτια και το ευγενικό της χαμόγελο, και μου φαινόταν ένα μεγάλο ζωντανό θαύμα. Ενα θαύμα που με τίμησε με την παρουσία του πλάι μου και είναι έτοιμο πια να ταξιδέψει για τα δικά του λιμάνια. Τεράστια περηφάνια και ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Η χαρά μιας τέτοιας  σχέσης ξεπερνά τα λόγια (κι έχει προ πολλού ξεπεράσει τη φαντασία μου). Γυρίσαμε χωρίς να  σταματήσουμε να μιλάμε και να γελάμε, (από άλλο δρόμο για να αποφύγουμε έναν γνωστό της που βαριόταν!) και το βράδυ χαζέψαμε εικόνες και φωτογραφίες από τους υπολογιστές μας.
...Το πρωί στο τσακ προλάβαμε τη θεία κοινωνία. Αφού έφυγε ο κόσμος καθίσαμε και χαζέψαμε την εικονογράφηση της εκκλησίας, η οποία γίνεται τμηματικά, σχολιάσαμε το χρώμα μωβ που πρέπει να αρέσει πολύ στον αγιογράφο (το βάζει παντού), μιλήσαμε  για χρώματα και νότες, και γυρίσαμε. Κι επειδή γιορτή χωρίς γλυκό δεν γίνεται, ξαναπήγαμε στην πλατεία, και με τον σύντροφό μου αυτή τη φορά, και φάγαμε τριπλή δόση γλυκού με παγωτό και γλυκό, με σαντιγί, σιρόπι καραμέλας, σοκολάτας, μπανάνας, με τρούφα, καραμελωμένους ξηρούς καρπούς, και αγάπη, πολλή αγάπη.
Αλλος ένας Δεκαπενταύγουστος-σταθμός.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Στο χακί;

Οταν γεννήθηκε ο γιός μου κάποιος ηλικιωμένος συγγενής μου ευχήθηκε "με το καλό να  τον δεις και φαντάρο". Πάνω απ'το πτώμα μου, σκέφτηκα εγώ, κάνοντας την προσευχή μου να έχει μέχρι τότε καταργηθεί η υποχρεωτική θητεία, γιατί αλλιώς...

Αυτό θυμήθηκα όταν μου ζητήθηκε να γράψω κάτι στο διαδικτυακό αφιέρωμα για τη "γυναικεία ματιά του στρατιωτικού". 

Παλιά οι μαμάδες το είχαν καμάρι να ντυθεί ο γιός τους στο χακί. Εντάξει, ίσως όχι όλες. Υπήρχαν (και υπάρχουν) κι αυτές που ανησυχούν, και ψάχνουν τρόπους και "μέσα" να  υπηρετήσει ο κανακάρης τους σε κάποιο πόστο ή επιτελείο κοντά στο σπίτι τους, προκειμένου "να μην του λείψει τίποτα".
Από το τέλος της εφηβείας μου και μετά οι φίλοι μου άρχισαν να πηγαίνουν φαντάροι, και άρχισα να παρατηρώ το φαινόμενο. Θυμάμαι τα ατελείωτα γράμματα που ανταλλάσσαμε μ' ένα παιδί (καλοκαιρινό έρωτα) που πήγε φαντάρος στην αεροπορία της Καλαμάτας. Θυμάμαι να σκέφτομαι οτι αυτά που μου περιέγραφε με τον δικό του αρκετά άτεχνο τρόπο θα μπορούσαν να είναι υλικό μυθιστορήματος, τόσο εξωπραγματικά μου φαίνονταν. Οσο εξωπραγματική και η διεύθυνσή του: όχι χωριό τάδε, νομός τάδε, αλλά νούμερα και αρχικά που θα μπορούσαν να περιγράφουν αστεροειδείς και γαλαξίες μακρινούς.
Αυτές οι διευθύνσεις! Σαν να μην ήταν σε αληθινά μέρη της γήινης γεωγραφίας, σαν οι φίλοι μου να βρίσκονταν σε "άλλο τόπο" από κάθε άποψη. Και μάλλον βρίσκονταν.
Εχω γράψει πολλά γράμματα σε φίλους στο στρατό, κι έχω λάβει άλλα τόσα. Ισως έφταιγε το οτι εκφράζομαι καλύτερα με  το γραπτό λόγο, ίσως το οτι μου αρέσει τόσο να διαβάζω, ίσως το οτι μου έλεγαν συχνά σε εξόδους τους (ή μετά  την απόλυσή τους) οτι τα γράμματά μου τους κρατούσαν σώας τας φρένας σαν μια πνοή αέρα από τον "έξω κόσμο".
Είχα φίλους που "υπηρέτησαν" στο γενικό επιτελείο, στον Εβρο, σε περίεργα φυλάκια σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου, σε αποθήκες πυρομαχικών έξω από την Κομοτηνή, ένας διατέλεσε και φύλακας (και εργάτης, και παρέα στον ηγούμενο) ενός μοναστηριού  της Φθιώτιδας εάν θυμάμαι καλά. Ακουγα ιστορίες για δεκανείς, λοχαγούς και ταγματάρχες (ποτέ δεν έμαθα επακριβώς τα της στρατιωτικής ιεραρχίας), αστείες ιστορίες για τη δυσκολία να αφομοιώσουν τη νέα  ορολογία (τη γλώσσα του στρατοπέδου), ιστορίες για καψόνια που έκαναν την ευαισθησία μου για τα ανθρώπινα  δικαιώματα να φρικιάσει, ιστορίες για ανθρώπους από διαφορετικούς τόπους που μοιράζονταν τον ίδιο θάλαμο, ιστορίες για την επιβολή της πειθαρχίας και του σεβασμού στην ιεραρχία, ιστορίες για δεκαοχτάχρονα που αυτοκτονούσαν στη σκοπιά... Ολα διαπνέονταν από μια βαριά αίσθηση βίας και παραλόγου, μια σκοτεινιά  που έμοιαζε να χρωματίζει τις  ψυχές σχεδόν όλων μου των φίλων και γνωστών που έκαναν θητεία στον ελληνικό στρατό. 
Κι επειδή νιώθω την υποχρέωση να γράψω κάτι πιο συγκεκριμένο: κάποτε υπήρξα αρραβωνιασμένη με έναν άνθρωπο που μετά από διάφορες περιπλανήσεις ανά την ελληνική επικράτεια ως φαντάρος, εξαιτίας του πτυχίου και της ειδικότητάς του (τεχνητή νοημοσύνη) βρέθηκε να επιχειρεί να μηχανοργανώσει το γενικό επιτελείο στρατού. Την εποχή εκείνη ήταν ο μοναδικός στο πόστο αυτό, το οποίο ήταν και αξιοζήλευτο (κοιμόταν στο σπίτι του, δεν έκανε σκοπιές, είχε ωράριο γραφείου). Συναναστρεφόταν άτομα υψηλά στη στρατιωτική  ιεραρχία, και είχε να μου διηγείται διάφορες ιστορίες χαζές, σκοτεινές, και ευτράπελες. Παρά το αξιοζήλευτο της θέσης και της δουλειάς του ήταν  συχνά βαρύς και δύσθυμος, και το απέδιδε  στην επικρατούσα ατμόσφαιρα του γραφείου. Ενα πρωί που πηγαίναμε με  το αυτοκίνητο προς το επιτελείο, παρατήρησε οτι μπροστά μας βρισκόταν ένας από τους "μεγάλους" του γραφείου του. "Αυτός μπροστά μας είναι ο τάδε", μου είπε, "που σου έχω πει". Μου κίνησε το ενδιαφέρον και τον παρατήρησα. Τρομακτική φυσιογνωμία. "Γκεσταπόφατσα", του λέω, "σαν εσατζής ένα πράγμα". "Αχώνευτος, ναι", μου λέει, "αλλά είσαι και λίγο υπερβολική όπως πάντα!" Το συμβάν ξεχάστηκε. Τη φάτσα δεν την ξέχασα, βέβαια. Μήνες αργότερα, όταν πλέον η θητεία του είχε λήξει, μου είπε "θυμάσαι αυτόν που αποκάλεσες γκεσταπόφατσα; ε, είχες δίκιο, έμαθα οτι ήτανε βασανιστής στη χούντα, από τους διάσημους μάλιστα".

 Η δοκιμασία που πέρασαν οι περισσότεροι φίλοι μου ως φαντάροι, είτε το εξέφραζαν καθαρά είτε όχι, ήταν το πώς θα διατηρούσαν την ακεραιότητα και την οργάνωση της προσωπικότητάς τους μέσα σε συνθήκες συντριπτικής πίεσης και βίας. Οι περισσότεροι δεν έμειναν αλώβητοι, γύρισαν πίσω με ψυχικές βλάβες (που στις περισσότερες περιπτώσεις γιατρεύτηκαν μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια), και διαστροφές νοοτροπίας (που κάποιοι κουβαλούν χρόνια μετά στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή), π.χ. τα δικαιώματα των παλαιότερων επάνω στους νεοτερους, η ανισότητα, η άκριτη αποδοχή των κανόνων μιας ιεραρχίας, η  υποταγή στην εξουσία του ιεραρχικά ανώτερου κι ας αντιβαίνει τις ηθικές τους αρχές... Ιδίως όσοι πήγαν νέοι στο στρατό χαράχτηκαν βαθιά από το έρεβος, τη σκληρότητα, και το παράλογο του όλου πράγματος, κι έφυγαν ψυχικά σακατεμένοι, τόσο που δεν γνωρίζονταν πια από τις παρέες τους. Αλλαζαν τα μάτια τους, άλλαζε η μιλιά τους.

Εχοντας δει όλα αυτά, πώς θα μπορούσα να μείνω αδιάφορη στη "μοίρα" αυτή των αγοριών; Δεν είμαι αντίθετη στη βίωση της όποιας κακουχίας ή ταλαιπωρίας προκειμένου να σωθούν ζωές, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη και η αξιοπρέπεια. Η ζωή δεν είναι εύκολη, και συχνά ενέχει περιπέτειες που μας κουράζουν και μας κοστίζουν σε χρόνο και υγεία. Αρκεί το κίνητρό μας να είναι υγιές, αρκεί το κίνητρό μας να είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ενότητα των ανθρώπων. Αρκεί το κίνητρό μας να πηγάζει από την ανάγκη της καρδιάς μας (και όχι από την εντολή κάποιου "ανώτερου" από εμάς  στην ιεραρχία). Αρκεί το κίνητρό μας να πηγάζει από τον σεβασμό μας προς τον συνάνθρωπο, τον εαυτό μας, ή τη φύση (και όχι από τον φόβο της όποιας τιμωρίας). 

Οταν γεννήθηκε ο γιός μου αποφάσισα οτι θα του δώσω τη δυνατότητα να μην πάει στο στρατό: είτε προτρέποντάς  τον να φύγει από τη χώρα, είτε να επωμιστεί τον βαρύ ρόλο του αρνητή  της  στράτευσης, είτε με την κλασική (και δύσκολη) μέθοδο του "τρελλόχαρτου". 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα τις μαμάδες κάποιων από τους φίλους μου που  φούσκωναν από περηφάνια όταν έβλεπαν το γιό τους  ντυμένο στρατιωτικά, και φωτογραφίζονταν πλάι του στο πρώτο επισκεπτήριο μετά τη "βασική εκπαίδευση". Ούτε ποτέ θα τις καταλάβω, νομίζω.

Στο αφιέρωμα αυτό συμμετέχουν  anagennimeni.wordpress.com  iphimedea.blogspot.com  

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα - συνέχεια

...Κι ακούστε τώρα ένα παραμύθι. Μου το διηγήθηκε ένα άλλο (όχι τόσο σοβαρό) νηπιαγωγάκι, καθ' οδόν από το σχολείο.
"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιππότης. Μεγάλος ιππότης. Ιππποτάρα, όμως. Και σαν σωστός ιππότης έπρεπε να πάει στον πόλεμο. Αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει, δεν του άρεσε καθόλου ο πόλεμος. Τι να κάνει; Αφού υπήρχανε κακοί! Πήγε λοιπόν στο Θεό, και του εξήγησε, καιι του ζήτησε να κάνει τους κακούς καλούς, ώστε να μη χρειάζεται να πάει να τους σκοτώσει."
Και ο Θεός τι έκανε;
"Τον άκουσε, κατάλαβε οτι είχε δίκιο. Κι έκανε τους κακούς καλούς, και ο ιππότης δεν χρειάστηκε να κάνει κανέναν πόλεμο"

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Μικρά σοφά πλάσματα

Νομίζω πάντοτε τα παιδιά ξάφνιαζαν τους μεγάλους με  τη σοφία τους. Οι μεγάλοι, πάλι, όταν πουν να δώσουν σημασία σε ότι λέει το παιδί τους, τα βρίσκουν όλα "σοφά", ή τουλάχιστον έξυπνα ή χαριτωμένα. Διαβάζω κατά καιρούς σε μπλόγκ μαμάδων διάφορα τέτοια, κυρίως αστείες ατάκες μικρών παιδιών (και ξεκαρδίζομαι, είναι η αλήθεια), και αναλογίζομαι κι εγώ τις δικές μας οικογενειακές ατάκες που κατά καιρούς θυμόμαστε όταν έχουμε κέφια ως οικογένεια, και τις ξαναλέμε ("μαμά πάμε σπίτι επιτέλους, θα κοιμηθώ πάνω μου"). Στα παιδιά αρέσει πολύ να τους θυμίζεις μερικά από αυτά που έλεγαν ως μικρά...

Αυτό τον καιρό, με την κρίση στην οποία υποκείμεθα εξαιτίας των τραπεζών, θυμήθηκα ένα περιστατικό που συνέβη πριν 10 χρόνια, όταν η χεβυμεταλλού νεράιδα ήταν ένα μικρό σοβαρό νηπιαγωγάκι. Κάπου πηγαίναμε και καθ' οδόν σταματήσαμε για να πληρώσουμε σε ένα ατμ ένα λογαριασμό πιστωτικής κάρτας. Μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο ο μπαμπάς της με ρώτησε "πού πάει ο μπαμπάς;" Και παραθέτω το διάλογο, που θυμάμαι σαν τώρα. "Να πληρώσει μια πιστωτική κάρτα, στην τράπεζα". "Δηλαδή;" "Εχεις παρατηρήσει που κάποιες φορές όταν αγοράζουμε κάτι δεν δίνουμε λεφτά, αλλά δείχνουμε μια πλαστική καρτούλα;" "Ναι" "Ε, μετά, στο τέλος του μηνός, πάμε στην τράπεζα και δίνουμε τα λεφτά στην τράπεζα." "Α." (Παύση) "Δηλαδή η τράπεζα έχει πολλά λεφτά, ε;" "Ε, ναι". "Αυτό δεν είναι σωστό". "Τι εννοείς;" "Οτι δεν κάνει να έχει πολλά λεφτά." "Γιατί;" "Δεν πρέπει ένας να έχει πάρα πολλά λεφτά, πρέπει όλοι να έχουμε από λίγα λεφτά, για να φτάνουν για όλους".

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η κουβέντα, γιατί ποτέ δεν είχαμε συζητήσει κάτι τέτοιο με τον μπαμπά της, και δεν φανταζόμουν να μάθαιναν πολιτική οικονομία στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας. Το είπε δε πολύ απλά, όχι με τον τόνο που παίρνουν τα παιδιά όταν ξέρουν οτι θα πούν μια εξυπνάδα ή θέλουν να σε εντυπωσιάσουν. Ενας λογικός και φυσικός συλλογισμός, απλά. Και σκέφτομαι πόσο συχνά (και πόσο πολύ) διαστρέφεται αυτή  η απλή φυσική συλλογιστική των νεαρών ανθρώπων περνώντας από το σύστημα εκπαίδευσης σχολείου και τρέχουσας κοινωνίας, και πόσο θα ήθελα να ζω σε ένα κόσμο που να κυβερνιέται από τέτοιες αρχές και λογικές.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Γιαγιάδες


Όπως υπάρχουν λογιών-λογιών μαμάδες, υπάρχουν λογιών-λογιών γιαγιάδες. Γιαγιάδες καλοκάγαθες ασπρομαλούσες με λευκό κότσο που πλέκουν ολημερίς και λένε παραμύθια πλάι στο τζάκι (και ζουν συχνότερα στα παραμύθια απ’ ότι στη ζωή), γιαγιάδες στυλάτες ξανθομαλλούσες με φροντισμένα νύχια και γόβες που πάνε τα εγγόνια τους στις παραστάσεις της Λυρικής, γιαγιάδες που ζουν στο χωριό και που βάζουν τα μωρά κατσικάκια μέσα στο σπίτι για «να μη χαλάσουν χατίρι στα παιδιά» και παίζουν όλοι μαζί, γιαγιάδες που εργάζονται σε γραφεία και διακοσμούν τον τοίχο τους με τις ζωγραφιές των εγγονών τους, γιαγιάδες που εργάζονται αμισθί ως μπέιμπυ-σίτερ στα εγγόνια τους, γιαγιάδες που φροντίζουν αλλονών εγγόνια επί πληρωμή, γιαγιάδες που πάνε σε διαδηλώσεις, γιαγιάδες που έχουν κότες και βάζουν μποστάνι, γιαγιάδες που φοράνε μαύρα και γιαγιάδες που φοράνε χαϊμαλιά, γιαγιάδες που πλέκουν βλέποντας τηλεόραση, γιαγιάδες που παίρνουν πτυχία συμβουλευτικής, γιαγιάδες που θέλουν να υποκαταστήσουν τις μαμάδες, γιαγιάδες που υποκαθιστούν τις (μετανάστριες) μαμάδες, γιαγιάδες που μαγειρεύουν ωραία και γιαγιάδες που προτιμούν να παραγγέλνουν φαγητό απέξω… Υπάρχουν γιαγιάδες που βάζουν όρια, αλλά οι περισσότερες δεν διανοούνται να χαλάσουν χατήρι στα εγγόνια τους, και γι αυτό αναπτύσσουν ιδιαίτερη σχέση ζεστασιάς, φροντίδας, συνωμοτικής (ενίοτε) αποδοχής. Το σίγουρο είναι ότι οι γιαγιάδες μας όπως κι αν είναι (ή ήταν) μας επηρεάζουν με τρόπους άλλοτε αντιληπτούς και συνειδητούς, άλλοτε αόρατους και ανεπαίσθητους.

Οι γιαγιάδες μου δεν έμοιαζαν σε τίποτα. Η μία μας έφυγε πριν 3 χρόνια, ένα μήνα πριν τα 95α της γενέθλια. Ηταν κάποια χρόνια κατάκοιτη, δεν άντεχε πια τον ήλιο και δεν έβγαινε πια έξω στη βεράντα ή  στον κήπο της. Η κοπέλα που την πρόσεχε μου έλεγε ότι αναπολούσε τις μέρες που  με είχε σπίτι της μικρή και με φρόντιζε. Μετά από μπόλικα εγκεφαλικά διατηρούσε ακόμα το νου της, και περίμενε να γυρίσει στο σπίτι της από το νοσοκομείο για να πεθάνει (ενώ όλοι περίμεναν και προτιμούσαν να φύγει ‘βολικά’ από το νοσοκομείο). Εφυγε  ήσυχα, 20 λεπτά αφότου έφτασε στο σπίτι. Ισχυρή προσωπικότητα, επιβαλλόταν δικτατορικά σχεδόν στην επικράτειά της (στους  γιούς της, οι νύφες  της και τα εγγόνια της δεν την πολυ-άντεχαν) και απαιτούσε. Δύσκολος άνθρωπος, με άκαμπτες αντιλήψεις, ήθελε να έχει τα πάντα υπό τον έλεγχό της. Μεγάλη κατάλαβα τον πόνο, την πίκρα και την ταλαιπωρία που την έκαναν να λειτουργεί έτσι… Σιγά-σιγά, από θραύσματα συνομιλιών από δω κι από κει, κατάφερα να συνθέσω την ιστορία της ζωής της: υλικό για μυθιστόρημα άλλων εποχών!

Η μητέρα της πέθανε πολύ νωρίς, και όταν ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε την πεντάχρονη μικρή την έστειλε στο χωριό: ένα μικρό, φτωχό, ορεινό χωριό της δυτικής Ηπείρου, μια βουνοκορφή μακριά από τα σύνορα με την Αλβανία. Δεν είχε μάλλον κανέναν επιβλέποντα ενήλικα να τη φροντίζει, όλο το χωριό (ήταν λίγο-πολύ συγγενείς) τη φρόντιζε. Μια νύχτα, λέει, με χιόνι ένα μέτρο, καθώς πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο μόνη της, παραπάτησε, χτύπησε, κι έχασε τις αισθήσεις της. Ωρες αργότερα την βρήκε κάποιος μισοθαμμένη μέσα  στο χιόνι, και έτσι επέζησε. Μερικά χρόνια αργότερα ήρθε και η μητριά με τη μικρή της κόρη στο χωριό, και η 7χρονη Ελένη αναγκάστηκε να τις υπηρετεί. Στα 10 ξαναγύρισε στην Αθήνα, πήγε και λίγο σχολείο, αλλά στα 13 της ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιον, ο οποίος την επανεγκατέστησε και πάλι στο χωριό… Ο παππούς μου στα νιάτα του δούλευε φούρναρης στην Πόλη: ερχόταν στην Ηπειρο για να «σπείρει παιδιά», που έλεγαν τότε, να φέρει χρήματα, και να ξαναφύγει. Η γιαγιά μου ζούσε με την πεθερά της, μεγαλώνοντας γιούς. Ενιωθε ότι η πεθερά της την καταδυνάστευε, βάζοντάς την  σε χειρότερη μοίρα από τους εγγονούς της, και ιδιαίτερα τον πρωτότοκο… Πέρασε περιπέτειες πολλές και δύσκολες, γέννησε 4 αγόρια (τον νεώτερο  στην Αθήνα), κι έμεινε χήρα το 1971. Ο ένας της γιός ξενιτεύτηκε στον Καναδά και πέθανε εκεί, ο άλλος της γιός αυτοκτόνησε στα 50-κάτι του. Ητανε αυστηρή, δεν χάριζε και δεν χαριζόταν σε κανέναν εκτός από τα εγγόνια της (και όχι πάντα), και είχε μέσα της μια μόνιμη πίκρα,  την οποία δεν την άντεχε κανείς για πολύ. Αντιπαθούσε, δε, σφοδρά, σαν κλασσική ελληνίδα πεθερά, τις νύφες της. Απέκτησε 3, οι δύο έφυγαν σε απόσταση ασφαλείας (μία στον Καναδά, η άλλη στη Φινλανδία) και η μητέρα μου επιβίωσε στην ίδια πόλη απλά επειδή έτυχε να είναι ίσης δυναμικότητας και πυγμής.

Τη  θυμάμαι να έχει κουνέλια και κότες (μετά το θάνατό της, ένας στριφνός γηραιός γείτονας μου είπε ότι πολύ παλιά είχε μέχρι και γουρούνια) κι έναν ανθηρό κήπο. Είχαμε πάντα αυγά, θυμάμαι, και πού και πού έσφαζε καμιά κότα για σούπα… Ο κήπος και το κοτέτσι ήταν η χαρά των παιδικών μου χρόνων. Θυμάμαι που κάποτε είχε κόψει μια βερυκοκιά, κι εγώ στενοχωρήθηκα, και κάλυψα τον κομμένο κορμό με λάσπη και ξαναβλάστησε… Εκείνη όμως ήθελε να φυτέψει κάτι άλλο εκεί, και τον ξανάκοψε, και έριξε πετρέλαιο επάνω, οπότε ξεράθηκε και μπόρεσε να την ξεριζώσει για να φυτέψει δεν-θυμάμαι-τι. Τα πρώτα μου μαθήματα κηπουρικής. Είχε μεταφέρει το χωριό στην πόλη (όλα αυτά που περιγράφω γίνονταν στο Χαλάνδρι) γιατί ήταν απλά  θέμα επιβίωσης. Σημειωτέον ότι στη γειτονιά υπάρχει άλλη μία γιαγιά (80-κάτι σήμερα) που καλλιεργεί το οικοπεδάκι δίπλα στο σπίτι της, κι έχει ακόμα κότες! Η γιαγιά της  οποίας το όνομα φέρω σήμερα, εκτός από την αγάπη της (την τόσο ιδιόρρυθμα εκφρασμένη) μου μετέδωσε την αγάπη για τη φύση, για τα ζώα και τα φυτά, και την αγάπη για την αυτάρκεια.

Εφτιαχνε υπέροχο λικέρ κεράσι, και πίττες. Όταν ήθελε να φτιάξει πίττα, άνοιγε φύλλο. Και δεν περιοριζόταν στο σπανάκι της αγοράς. Εβγαινε στη γειτονιά και μάζευε 4-5 ειδών χόρτα, και η πίττα μοσχομύριζε πεντανόστιμη. Λυπήθηκα που την άφησα να φύγει χωρίς να της  ζητήσω να μου μεταδώσει τη γνώση αυτή. Νομίζουμε πως τους δικούς μας ανθρώπους θα τους έχουμε πάντα κοντά μας, και καλά. Αργότερα πονούσε η μέση της και δεν μπορούσε να σκύψει, ούτε έβλεπε καλά για να μου δείξει. Μετά αποτραβήχτηκε, κι έφυγε. Μου άφησε όμως παρακαταθήκη την αγάπη αυτή… (τώρα πια έχω αγοράσει βιβλία με φωτογραφίες για την αναγνώριση των φυτών και των βρώσιμων χόρτων, και  τα παίρνω μαζί μου στις εξοχές, και πάντα σκέφτομαι «τι θα μάζευε η γιαγιά»).

Δεν με άφησε ποτέ να ασχοληθώ με τον κήπο – ήταν ο δικός της κήπος, κι εγώ δεν είχα θέση εκεί. Για τη γιαγιά μου είχα θέση σε κάποιο σχολείο ή πανεπιστήμιο μόνο, μια που για εκεί με πρόοριζε ο πατέρας μου – και η επιθυμία του πατέρα ήταν νόμος για εκείνην, τελεία και παύλα. Ετσι έζησε, εξάλλου. Ακόμα και όταν «αποσύρθηκε από τα εγκόσμια» μένοντας κατάκοιτη, στο όνειρό μου την έβλεπα να κάνει βόλτες και να επιθεωρεί τον κήπο της, να σκαλίζει εδώ και να ξεχορταριάζει απαλά εκεί, λέγοντάς μου με την παρουσία της ότι ο κήπος είναι ακόμα δικός της κι ας μην μπορεί να βρίσκεται εκεί με το υλικό της σώμα! Μια μέρα πριν το οριστικό φευγιό της από το σώμα ήρθε και πάλι στον ύπνο μου και μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτό που ήθελε από μένα ήταν να φυτεύω τον κήπο, ναι, και να βάζω τα λουλούδια που της άρεσαν: νεραγκούλες, βιολέττες, τουλίπες, μανουσάκια.

Η άλλη γιαγιά, πάλι, άλλη ιστορία. Ταλαιπωρημένη και αυτή από την πατριαρχία, αλλά η ζωή της ήταν πιο χαρούμενη. Κόρη ενός εμπόρου μετανάστη από τη Σμύρνη, έζησε τα εφηβικά της χρόνια στην Καλαμάτα, σε σπίτι με κήπο, μαζί με τα’ αδέλφια της που ακολούθησαν στα αχνάρια του πατέρα. Στα 16 της ήταν ήδη εργαζόμενη κοπέλλα: καπελλού που έραβε αριστουργήματα για τις κυρίες της εποχής. Είχε, λέει, μάλιστα, ταξιδέψει ως την Αθήνα με τις άλλες καπελλούδες της Πελοποννήσου για να αγοράσουν τσόχες, και θυμάται που έμειναν τρία βράδια σε οικοτροφείο θηλέων. Μιλάμε για την δεκαετία του 1930… Θεωρείτο μεγάλη καλλονή στην εποχή της (την έλεγαν «η λευκή ορτανσία» μου είχε εξομολογηθεί κάποτε ο παππούς), και μετά από ερωτικό φλερτ (μέσω επιστολών, όπως επέτασσε η εποχή) παντρεύτηκε τον παππού μου στα 18. Εκείνος ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερός της,  ήδη είχε τελειώσει τη Σχολή Τηλεγραφητών στην Ξάνθη, και εργαζόταν στα Ταχυδρομεία. Σπάνιος νέος  για την ομορφιά του κι αυτός, δεν κάπνιζε, και ήξερε όλους τους ευρωπαϊκούς χορούς. Ηταν ένας γάμος από έρωτα, και παρόλους τους απίστευτους  καυγάδες τους (η κυρά-Θάλεια – έτσι τη φώναζαν όλοι – είχε πνεύμα ανεξάρτητο και χειραφετημένο, ήξερε τις ικανότητές της, ήταν και δυναμική) τους θυμάμαι πάντα σαν ζευγάρι που αγαπιώνταν βαθιά.

Με  την εμπειρία και το ταλέντο της έραβε εκείνη τα ρούχα  των παιδιών της (έκανε πέντε), και είχαν να το λένε το πώς ξεσήκωνε τα φιγουρίνια της εποχής και τα παιδιά της (και η ίδια) ήταν πάντα ντυμένα στην τελευταία λέξη  της  μόδας. Ζούσαν στην οδό Αρκαδίας, στους Αμπελοκήπους, και αργότερα στην Αγία Παρασκευή (το σπίτι τους ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτησία του ΙΚΑ και παραμένει ακόμα στην ίδια μορφή μέσα  σε χορταριασμένο οικόπεδο, Μεσογείων και Πατρόκλου),και τα παιδιά τους πήγαιναν σε ιδιωτικό σχολείο. Πέρασαν την Κατοχή με στερήσεις αλλά όχι με πείνα, μια που είχαν διατηρήσει την επαφή τους με το χωριό, και είχαν λάδι και σταφίδες. Για τις εγκυμοσύνες της η γιαγιά μου είχε πάει μία και μοναδική φορά στο γιατρό. Όταν την έπιαναν οι πόνοι, απλά πήγαινε και γεννούσε. Όταν την έπιασαν οι πόνοι για να γεννήσει τη μητέρα μου, λέει, άφησε τον μεγάλο στη γειτόνισσα, και περπάτησε από την Αρκαδίας μέχρι την Ακαδημίας που ήταν το νοσοκομείο (στο τωρινό Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων), και γέννησε. Δεν είχε άλλο τρόπο να πάει, και μόλις που πρόλαβε…

Στην Αθήνα της δεκαετίας του 50 και του 60, τα  αγαθά ήταν λίγα (και κακής ποιότητας) και προνόμιο ακόμα λιγότερων. Η γιαγιά μου με τις φίλες της είχαν ανακαλύψει «τους Αμερικάνους». Ηταν συνήθως οικογένειες στρατιωτικών που στέλνονταν στις εδώ Βάσεις (στις «Βάσεις του Θανάτου» που λέγαμε ως εξεγερμένα νειάτα στη δική μου εποχή) για ένα, δύο, ή περισσότερα χρόνια, έφερναν την οικοσκευή τους με έξοδα του Αμερικάνικου στρατού στην Ελλάδα, αλλά έπρεπε να την μετακομίσουν με δικά τους έξοδα πίσω, οπότε πουλούσαν τα πράγματά τους. Κουζίνες, ψυγεία, κρεββάτια, παιχνίδια, βιβλία, ρούχα, μπιμπελό, όλα προς πώληση. Η γιαγιά μου αγόραζε (το σπίτι της ήταν ασφυκτικά γεμάτο από χιλιάδες πανέμορφα αντικείμενα τα οποία χάνονταν μέσα στον απίστευτο συνωστισμό), και ενίοτε πουλούσε σε γνωστές και φίλες, προκειμένου να έχει δικά της χρήματα. Επεδίωκε πάντα να είναι οικονομικά ανεξάρτητη, δεν ήθελε «να δίνει λογαριασμό» σε κανέναν, η ανεξαρτησία και η αυτοδιάθεση ήταν αξίες ζωής γι αυτήν. Θυμάμαι κάποτε που σηκώθηκε και έφυγε ένα πρωί, λέγοντας απλά στον παππού μου ότι θα πάει για μια βδομάδα στην Ιταλία! Της άρεσαν οι βόλτες, και μόλις έπιανε λεφτά στα χέρια της τα φύλαγε για ταξίδια. Εμένα  μ’ έπαιρνε κάθε χρόνο και πηγαίναμε στην Εκθεση Θεσσαλονίκης, να δούμε την έκθεση, αλλά να δούμε και τις φιλενάδες της. Και όταν ήτανε η σειρά  της να με κρατήσει, ως παιδί, σπάνια μέναμε στο σπίτι, μπαίναμε στο λεωφορείο και πηγαίναμε στο Κεφαλάρι, στη Γλυφάδα, ή  στο Διόνυσο.

Όπως πολλοί τότε, έτσι κι εκείνη είχε ελπίσει βαθιά κι είχε πιστέψει στο «Γέρο της Δημοκρατίας», και με  τη Χούντα ασφυκτιούσε. Είναι μάλλον θαύμα το ότι δεν την είχαν συλλάβει εκείνο τον καιρό, γιατί τη θυμάμαι να βρίζει τον Παπαδόπουλο και να εξαίρει τον Παπανδρέου δημόσια, μέσα  στα λεωφορεία, γενομένης συζητήσεως! Δεν χώνεψε ποτέ τον Καραμανλή. Κατέβαινε πάντα στις πορείες του Πολυτεχνείου, από πολύ πριν καθιερωθούν στον πολύ κόσμο. Με τη γιαγιά μου πήγα στην πρώτη μου πορεία, πρώτη λυκείου με κοπάνα απ’ το σχολείο, και φυσικά οι γονείς μου δεν το ξέρουν ακόμα! (Αν ποτέ διαβάσουν αυτό το κείμενο θα το μάθουν!) Στη μεγάλη εκείνη προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, που όλη η οικογένεια έβλεπε από την τηλεόραση (η γιαγιά απούσα), την είδαμε σκαρφαλωμένη σε μία στάση στο Σύνταγμα. Νομίζω κράταγε και πράσινο μπαλόνι! Ηταν ήδη 60-κάτι ετών.

Πριν από ένα χρόνο και κάτι μήνες έχασε τον παππού μου, 99 ετών παρά κάτι μήνες, και αυτό κλόνισε όλο τον κόσμο της: είχαν ζήσει μαζί πάνω από 70 χρόνια, έρωτα, παιδιά, πόλεμο, εγγόνια, ταξίδια, δισέγγονα, ιστορίες αμέτρητες. Του θύμωσε, φυσικά, που έφυγε πρώτος, γιατί ποτέ  δεν άντεχε να μένει μόνη της για πολύ, ειδικά  στο σπίτι. Λίγο μετά το μνημόσυνο έπεσε από μία καρέκλα (πάντα επιδιδόταν στα ακροβατικά, το ΚΑΤ την ήξερε καλά) κι έσπασε το κεφάλι της, αλλά αυτό ήταν όλο. Τώρα ζει στην κόρη της, σε μια παράξενα  συγκινητική κατάσταση. Το πρόσωπό της έχει ξαναστρογγυλέψει, και θυμίζει θλιμμένο μωρό στη μορφή και στην ψυχή.

Αυτό το κείμενο κάπου πρέπει να τελειώσει. Οι ιστορίες των γιαγιάδων μου είναι ατελείωτες, όμως. Καθώς γράφω τις νιώθω να έρχονται κοντά μου – η γιαγιά μου η Ελένη έχει γαληνέψει πια και είναι μία διακριτική παρουσία – και να  μου θυμίζουν κι άλλες  ιστορίες και σκηνές και καταστάσεις… Σα να μου ψιθυρίζουν «γράψε κι αυτό, κι αυτό». Ετσι γράφτηκε το κείμενο αυτό. Με απέραντη ευγνωμοσύνη στις δύο απίθανες γιαγιάδες μου, που σφράγισαν τη ζωή μου η καθεμιά με τους δικούς της τρόπους. Και ξέρω ότι με το δικό τους τρόπο είναι κι οι δυό περήφανες για μένα τώρα πια.