Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Ο σεβασμός στη ζωή

Κάθε μέρα, κάθε ώρα επιβεβαιώνεται μέσα μου η αναγκαιότητα της παιδείας του σεβασμού. Όχι του σεβασμού όπως τον εννούσε η παλιότερη γενιά («σεβασμός στους μεγαλυτέρους» έλεγαν οι γονείς μου, μόλις τολμούσα να εκφράσω καμιά γνώμη που να μη συνάδει με την τρέχουσα ηθική, ή όταν τολμούσα να εκφράσω «άπρεπα» συναισθήματα όπως ο έντονος θυμός ή η δυσαρέσκεια). Τότε θεωρείτο σωστό (και πολύ βολικό, θα έλεγα, για κάποιους) να σεβόμαστε άκριτα τον μεγαλύτερο στα χρόνια ή τον έχοντα εξουσία. Ο σεβασμός εξισωνόταν λιγάκι με το φόβο και σίγουρα με την ευγένεια (αδιάφορο αν ήταν ειλικρινής ή όχι), με το κοινωνικά επιτρεπτό ή ανεπίτρεπτο… Αλλιώς όμως τον εννοώ (και τον καταλαβαίνω) εγώ τον σεβασμό: Σεβασμό στη ζωή, σεβασμό στη διαφορετικότητα, σεβασμό στην ανθρώπινη εμπειρία, σεβασμό στο χρόνο.

Πριν λίγη ώρα, ένα κοριτσάκι (φίλη καλοκαιρινή του καλικάντζαρου) είδε ένα μικρό χταπόδι ανάμεσα στις πέτρες. Το χταποδάκι αντελήφθη την ανθρώπινη παρουσία, και κρύφτηκε πάραυτα. Βρήκα τη μικρή να προσπαθεί με ένα ξύλο να το πιάσει «για να το δει λιγάκι» και να τσαντίζεται σφόδρα που της ξέφυγε. Της λέω «εσένα θα σου άρεσε να σου το κάνουν αυτό;» Στην αρχή δεν κατάλαβε καν την ερώτησή μου. Επανέλαβα «θα σου άρεσε να σε βγάλει εσένα κάποιος με ένα ξύλο από το σπίτι σου, έτσι, για να σε κοιτάξει;» Και πάλι με κοίταξε σαν να μίλαγα κινέζικα. Στο τέλος μου λέει «όχι». «Ε, ούτε και στο χταπόδι δεν νομίζω να αρέσει, γι αυτό κρύφτηκε». Δέος και δυσαρέσκεια στο προσωπάκι της. Πρώτη φορά στα 10 της χρόνια στον πλανήτη κάποιος της μίλησε για τα συναισθήματα ενός πλάσματος που έχει συνηθίσει να το βλέπει κρεμασμένο στις ψαροταβέρνες και να το τρώει ψητό στα κάρβουνα!

Σεβασμό στη ζωή εννοώ την ενσυναίσθηση, τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε μόνοι μας στη γη: μοιραζόμαστε τον πλανήτη με χιλιάδες άλλα είδη (ζώα, έντομα, φυτά, πουλιά) τα οποία έχουν το ίδιο δικαίωμα στη ζωή όπως εμείς, το ίδιο δικαίωμα να έχουν το χώρο τους, το «βιότοπό» τους (όπως είναι της μόδας να το λέμε τώρα πια). Προφανώς και τα παιδιά θα έχουν πάντα περιέργεια να δουν από κοντά ζωάκια, εντομάκια, χίλια δυό ζωντανά πλάσματα που τους κινούν το ενδιαφέρον – και αυτό είναι ωραίο, είναι και παρήγορο μάλιστα, δεδομένου ότι μέσα στην επίσημη εκπαίδευση όλα αυτά δεν τα βλέπουν πάρά μόνο σε βιβλία στην καλύτερη περίπτωση! Αλλά υπάρχει και ο τρόπος που το κάνουν, ο σεβασμός με τον οποίο μαθαίνουν να το κάνουν - η συναίσθηση, δηλαδή, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να προκαλούμε πόνο ή δυσφορία, δεν έχουμε δικαίωμα να κακοποιούμε κανέναν και τίποτα. Οτι, πολύ απλά, δεν είμαστε το μοναδικό βιολογικό είδος με δικαιώματα επιβίωσης και χρήσης γης (και θάλασσας, και αέρα!), ότι δεν γεννηθήκαμε «πιο ίσοι» από τα άλλα είδη, μόνο και μόνο επειδή είμαστε άνθρωποι…

Πριν ένα χρόνο, εδώ, στο ίδιο χωριό, ο νεαρός που έκανε παρέα με το γιό μου κατέστρεφε μάλλον κάποια φυτά, και ο δικός μου κάτι του είπε (ποτέ δεν έμαθα) και έτσι ξεκίνησε μία κουβέντα. Ο νεαρός διατεινόταν ότι τα φυτά είναι νεκρά, «δεν έχουν ζωή», γιατί έτσι τους είπε η δασκάλα του στο νηπιαγωγείο. Γιατί δεν κινούνται, λέει. Ο δικός μου πάλι έλεγε ότι η δασκάλα του φίλου του ήταν βλαμένη και έλεγε βλακείες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τίποτα (κι αυτός στο νηπιαγωγείο πήγαινε). Ετσι είπε στο φίλο του να έρθουν να με βρούν να με ρωτήσουν (ως τελικό κριτή ένα πράμα), κι εγώ φυσικά εξήγησα ότι από τη στιγμή που κάτι μεγαλώνει και αναπτύσσεται έχει ζωή, έχει και αισθήματα. Κάναμε μία μεγάλη κουβέντα, δεν ξέρω αν τον έπεισα το νεαρό (σ’ αυτή την ηλικία παντογνώστες είναι οι γονείς και οι δάσκαλοι) αλλά τουλάχιστον στήριξα το δικό μου παιδί στη θέση του, και του έδωσα μερικά επιχειρήματα πιο πειστικά από το «η δασκάλα σου είναι βλαμένη»!!!

Πριν δύο μέρες, σε μία κοντινή παραλία (νοτιοδυτική Πελοπόννησος) παραδοσιακά γεμάτη με θαλάσσια κρίνα (pancratium maritimum) τα οποία είναι μερικά χρόνια τώρα στη λίστα των προστατευόμενων φυτών της Μεσογείου, είδα έναν νεαρό να κόβει αγκαλιές από αυτά, ξεριζώνοντας μπόλικα. Μία φίλη του μίλησε, κάτι του είπε, κι εκείνος της αντιγύρισε το πιο περιφρονητικό και επιθετικό βλέμα που έχω δει… Χρόνια πριν, σε νεόδμητη βίλα, είχαν κάνει φωλιά τα χελιδόνια. Η νέα (τότε) «πυργοδέσποινα» έβαλε αμέσως να τις χαλάσουν «για να μην γεμίζουν τη βεράντα κουτσουλιές». Τα παιδιά της, τριών και έξι ετών τότε, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ, γιατί είχαν αγαπήσει τα χελιδονάκια που πηγαινοέρχονταν ταϊζοντας τα μικρά τους. Ένα πρωί απλά ξύπνησαν και δεν τα είδαν. Η μαμά τους είχε θεωρήσει ότι φρόντιζε την υγιεινή του καινούργιου, πανάκριβου εξοχικού της, το οποίο δεν είχαν δικαίωμα να μοιράζονται «άλλες» οικογένειες… Σκέφτομαι τις αρκούδες που κάθε χρόνο σκοτώνονται στην νεόκοπη Εγνατία Οδό. Φτιάξαμε ένα δρόμο που περνά μέσα από τα δικά τους βουνά, μέσα από τα δικά τους πανάρχαια περάσματα, και τώρα παραπονιόμαστε (εμείς οι άνθρωποι – οδηγοί) ότι «πέφτουν επάνω μας» «σμπαραλιάζουν τα αυτοκίνητά μας! Φαντάσου να πέσει αρκούδα επάνω σου» και άλλα τέτοια…

Είναι πλέον βαρετό κλισέ το να πούμε ότι ο πλανήτης περνά ζοφερές μέρες εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο του φέρεται ο άνθρωπος, αλλά είναι και αλήθεια. Εχω βαρεθεί επίσης την κλασική περιβαλλοντική αγωγή στα περισσότερα σχολεία η οποία περιστρέφεται και εξαντλείται στην ανακύκλωση (ξέρετε, αυτήν με τους μπλέ κάδους). Εδώ ο κόσμος καίγεται, πεθαίνει, πνίγεται, και τα ελληνικά σχολεία αναλώνονται στο πού θα ρίξουν τα παιδιά τα χαρτιά και τα τενεκάκια του αναψυκτικού! Προφανώς είναι σημαντική στην πόλη η ανακύκλωση, αλλά μόνο;

Ο σεβασμός στη ζωή περιλαμβάνει και άλλα πράγματα – την περίσκεψη με την οποία αντιμετωπίζουμε ένα ζωάκι (δεν είναι παιχνίδι, έχει κι αυτό συναισθήματα, «καταλαβαίνει» που λένε και κάποιοι, λες και τα ζώα πάσχουν από εγγενή χαζομάρα επειδή δεν μιλούν τη δική μας γλώσσα) την αγάπη με την οποία φροντίζουμε ένα φυτό, τη γνώση της φύσης και των όντων που μας περιβάλλουν (πώς θα αγαπήσεις κάτι άμα δεν το γνωρίσεις;) την αποχή από την άκριτη και άσκοπη κατανάλωση… Την επίγνωση ότι η ζωή και η υγεία μας στον πλανήτη αυτόν εξαρτάται από τη ζωή και την υγεία τόσων και τόσων υπάρξεων που εμείς αγνοούμε, ή υποβαθμίζουμε, ή καταστρέφουμε…

Αυτά νομίζω πως πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά μας στο σχολείο. Αλλά πώς; Οι δάσκαλοί τους τα ξέρουν; Αυτοί από ποιους τα διδάχτηκαν για να τα διδάξουν με τη σειρά τους στα παιδιά; Στενοχωριέμαι και μόνο που τα σκέφτομαι όλα αυτά, γιατί δεν βλέπω άκρη. Η, μάλλον, η μόνη άκρη που βλέπω είναι έξω από την επίσημη εκπαίδευση, έξω από το χώρο του σχολείου, από ανθρώπους ευαίσθητους που κάποιοι τους φωνάζουν «ούφο», «φρικιά», και «γραφικούς» και που συχνά γίνονται περίγελως ειδικά σε μικρές κοινωνίες. Επειδή μιλάμε για τα παιδιά μας ως «το μέλλον», αλλά με την εκπαίδευση που τους δίνουμε (ως πολιτεία) αυτό ακριβώς το μέλλον τους το κλέβουμε «με το νόμο»…





Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Διακοπές...


Ανάμεσα στην επιθυμία μου να συνεχίσω το καινούργιο μυθιστόρημα που μου χάρισε το εφηβάκι μου για τα γενέθλιά μου (ήδη είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας) και στο να γράψω κάτι νέο εδώ, δοκιμάζω το δεύτερο.

Κάποτε οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν ένας πονοκέφαλος – τι θα κάνω με τα παιδιά τις μέρες που θα είμαι στην Αθήνα και θα δουλεύω, κι αυτά δεν θα έχουν σχολείο / νηπιαγωγείο / παιδικό σταθμό; Πώς θα ταξιδέψουμε προς το εξοχικό με δύο ή και τρία μικρά παιδιά χωρίς αυτοκίνητο; Και εκεί, πώς θα καταφέρω να επιβλέπω τρία μικρά στη θάλασσα συγχρόνως χωρίς να περιορίσω την ελευθερία τους, χωρίς να τα θέσω σε κίνδυνο, και συγχρόνως χωρίς να τρελλαθώ εγώ από την έλλειψη προσωπικού χρόνου και ηρεμίας; Πώς πείθεις δύο κοριτσάκια νηπιακής ηλικίας να κοιμηθούν το μεσημέρι όταν υπάρχουν τόσο συναρπαστικά πράγματα να κάνουν εκείνη την ώρα; Και ένα σωρό άλλα ερωτήματα, ανάλογα με τη φάση…

Κάποιο καλοκαίρι είχαμε μέγα πρότζεκτ να φτιάξουμε πράγματα με πηλό. Ενα  άλλο καλοκαίρι μαζεύαμε τα βαζάκια από τις μαρμελάδες και τα ζωγραφίζαμε με χρώματα βιτρώ και βάζαμε μέσα ρεσώ που  τα ανάβαμε το βράδυ. Ενα άλλο καλοκαίρι διαβάζαμε ιστορίες για νεράιδες, μέχρι που άρχισαν οι ίδιες να μας στέλνουν ραβασάκια καλλιγραφημένα μέσα σε γλάστρες και κορμούς... Μία άλλη χρονιά μία φίλη απασχολούσε τα κοριτσάκια μου όσο εγώ ήμουν στο γραφείο φτιάχνοντας μαριονέττες και παίζοντας μαζί τους παραμύθια. Κάποτε άλλοτε έρχονταν στο γραφείο και περνούσαν ώρες χρωματίζοντας  σχέδια που τυπώναμε από το ίντερνετ. Τότε μάλιστα είχα βάλει για προφύλαξη οθόνης τον Μπόμπ Σφουγγαράκη...

Σήμερα, άλλες ηλικίες, άλλη κατάσταση ζωής, τα πράγματα φαίνονται απλούστερα. Φαίνονται. Τα παιδιά περνούν ένα μήνα σχεδόν μαζί με τον φυσικό τους μπαμπά και την οικογένειά του, είναι επαρκώς ανεξάρτητα για να μπορούν να πηγαίνουν στους φίλους τους χωρίς εμένα (και πάλι με επιφυλάξεις και όρια, αλλά παλεύονται) για να μπορούν να μένουν με τη γιαγιά και τον παπού χωρίς να διακυβεύονται οι διατροφικές συνήθειες του σπιτιού (πάει καιρός πλέον που η ανεξαρτησία και ο συγχρωτισμός με τους συνομηλίκους έχει εξανεμίσει κάθε καλή διατροφική συνήθεια που δόθηκε ποτέ από μένα, οπότε είναι πλέον μία χαμένη μάχη!) για να μπορούν να σου εξασφαλίσουν δύο τουλάχιστον ώρες προσωπικού χρόνου χωρίς να φοβάσαι τι ακριβώς σκαρώνουν με τόση ησυχία στο σπίτι…

Το θέμα όμως παραμένει: τι κάνουν τα παιδιά όταν δεν είναι στο σχολείο; Πώς απασχολούνται; Με τι περνούν την ώρα τους;

Και ωραία, υπάρχουν τα περίφημα «προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης» σε κάποιους δήμους – κάποιες χρονιές μας ξελάσπωσαν, και ωραία μάλιστα. Υπάρχουν οι κατασκηνώσεις. Χμ, άντε καλά… Εχω μία εγγενή επιφύλαξη για τις κλασσικές κατασκηνώσεις, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι σχέσεις των παιδιών φροντίζονται όσο και μέσα στο σχολείο – δηλαδή καθόλου. Σαν ολίγη ακόμα ιδρυματοποίηση, ένα πράγμα. Με «δραστηριότητες», με σούπερ-ντούπερ εγκαταστάσεις, βέβαια, αλλά η μαζοποίηση του σχολείου υπάρχει και εδώ. Διαβάζω για ίντερνετ καφέ που λειτουργούν ως «φύλαξη παιδιών» και φρικάρω. Ακούω για ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση, και αναστενάζω. Και οι έφηβοι ένα πανταχού παρόν ατελείωτο «βαριέεεεεεμαι…» Λέω τις προάλλες, σε μία ομαδούλα εφήβων που γνωρίζω «λέτε – λέτε για το πόσο δεν σας αρέσει το σχολείο, το πόσο καταπιεστικό κι αναχρονιστικό είναι, αλλά τώρα που δεν έχετε σχολικές υποχρεώσεις δεν ξέρετε τι να κάνετε με τον εαυτό σας και βαριέστε»! «Είναι σαν να ξεφουσκώνει ένα μπαλόνι» μου είπε ο ένας. «Εχουμε κουραστεί», λέει ένας άλλος. «Αμα σου κλέβουν το χρόνο διαρκώς με το να σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις – ‘για το καλό σου’, και καλά – όταν επιτέλους έρθει η ώρα, και βρείς το χρόνο, έχεις ξεχάσει πλέον τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις» λέει η φιλόσοφος της παρέας. «Ασε που δεν έχεις πια διάθεση…» Οπότε;

Μία διέξοδος είναι η διερεύνηση και η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια, τα παιδιά βλέπουν τους φίλους τους, που όλο το χρόνο λόγω σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων δεν μπορούσαν. Ωραίο αυτό, ανακουφιστικό…

Ο νεαρός μου έχει αναπτύξει μία τρυφερή φιλία με τη σχεδόν συνομήλικη γειτόνισσα. Κάθε μέρα είναι σπίτι της, μέχρι το βράδυ. Εάν δε μία μέρα δεν χτυπήσει κάρτα κανονικά στην ώρα του, η μικρή ανησυχεί, τηλεφωνεί, και όταν πάει του δίνει κάτι απίθανα ραβασάκια μεταξύ κρυπτογραφίας και ανορθογραφίας. Πολύ γλυκό. Εγώ σα μαμά καθωσπρέπει, τρομάρα μου, ανησυχώ φυσικά, μήπως τους γίνεται φόρτωμα. Οικογένεια είναι και οι δίπλα, θέλουν κι αυτοί τις ήσυχες ώρες τους, θα κουράζονται με τη διαρκή παρουσία του ξένου παιδιού. Και όλο του λέω διάφορα, που μου τα καταρρίπτει, και φυσικά η διπλανή μαμά ισχυρίζεται ότι ο νεαρός είναι τόσο καλό παιδάκι που δεν κουράζει και δεν φορτώνει κανέναν, κτλ κτλ. Ποια είναι τα όρια της δίπλα οικογένειας; Ποια είναι τα όρια της δικής μου (και εμής της ιδίας, δηλαδή); Ούτε που ξέρω… Και είμαι σε μία διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό μου, με το γιό μου, και με την ευαισθησία μου για το τι είναι πρέπον / ανεκτό / επιτρεπτό και τι όχι, κτλ κτλ.

Ο καλικάντζαρος της οικογένειας φαίνεται να είναι στη φάση που τα κοριτσάκια περνούν ώωωωρες ολόκληρες συνωμοτώντας με την κολλητή τους, και – αυτό. Τι λένε, μυστήριο. Προεφηβεία, σου λέει. Περίεργη φάση. Μια εδώ, μια εκεί. Πότε ακούγεται μουσική από το δωμάτιο, πότε σιωπή, πότε γέλια. Η καλύτερή της είναι όταν περνάει μέρες ολόκληρες με την κολλητή, και μιλάνε στο τηλέφωνο μαζί με μία-δύο άλλες, ή ανταλάσσουν εξυπνάδες στο msn. Πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο ‘για αγόρια’, χτυπάει καμιά νότα στην κιθάρα, βλέπει καμιά ξεχασμένη ταινία στο ντιβιντί… «Βαριέεεμαι, μαμά…»

Η «σκοτεινή πριγκίπισσα» (νέος τίτλος της πάλαι ποτέ νεράιδας) πάλι είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Δε λέω, περνάει κι αυτή ώρες κλεισμένη στο δωμάτιό της με μυστικοπάθεια – και όταν βγαίνει, ιδού: ένα νέο έργο τέχνης δώρο για τη μαμά. Όταν δεν έχει οίστρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καταβροχθίζει γκόθικ μυθιστορήματα (βλέπε δρακουλιάρικα τύπου ‘Λυκόφως’) ή προσπαθεί να κανονίσει συναντήσεις με τα παλιά της φιλαράκια από το δημοτικό. «Περπατήσαμε τρείς ώρες με τον Χ, ήταν υπέροχα» «Και τι λέγατε τόσες ώρες;» «Κακίες, φυσικά». Οι διανυκτερεύσεις των φιλενάδων δίνουν και παίρνουν, επίσης, και είναι η καλύτερή τους. Όπως και τα ‘φτιαξίματα’ με τα αγόρια, τα οποία είναι μάλλον λιγάκι διαφορετικά από ότι τα θυμάμαι εγώ. Βλέπεις δηλαδή τα εφηβάκια στην πλατεία του χωριού, να κάθονται πλάι-πλάι στα σκαλιά της εκκλησίας ή στα παγκάκια, αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια, βυθισμένοι όλοι και όλες στα κινητά τους. Δε μιλάνε, ανταλάσσουν μηνύματα. Η, με τα μικρά τους laptop (δωράκια του υπουργείου παιδείας) κάθονται σε στρατηγικά σημεία (όπου έχει τσάμπα ίντερνετ), και «επικοινωνούν». Άλλο μυστήριο κι αυτό, που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να εξιχνιάσω ή να σχολιάσω. Καμιά φορά, όταν δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι στο σπίτι καλούν τις φιλενάδες τους και φτιάχνουν «άις κόφι» και ξενυχτάνε για να δουν όλες μαζί την ανατολή. Αυτό ναι, κάτι μου θυμίζει από τα δικά μας… Κάτι…

Περνούν τις διακοπές τους εκεί που τις περνούσα κι εγώ ως μικρή, στο ίδιο χωριό, στην ίδια θάλασσα, με φίλους τα παιδιά των δικών μου φιλενάδων ή των παλιών μου φλερτ. Με κάνει και νιώθω μία γλυκειά ασφάλεια όλο αυτό… Λιγάκι μου θυμίζει τις αλητείες τις δικές μου, λιγάκι με παραξενεύει (έχουν αλλάξει τόσα πολλά!), λιγάκι με γυροφέρνουν κάτι σκέψεις του στυλ «το καλοκαίρι πρέπει να είναι δημιουργικό, όλο κοπροσκυλιάζουν και δεν ασχολούνται με τίποτα, όλο μπούρου-μπούρου και χαζά»… Και μετά λέω, γιατί. Καλή είναι και η βαρεμάρα! Καλή είναι και η τεμπελιά! Καλό είναι και το άδειασμα του μυαλού! Καλές είναι και οι κουβεντούλες στα παγκάκια, και το βάψιμο των νυχιών σε χρώμα μαύρο δρακουλί! Αυτό δεν είναι οι διακοπές; Τι με πιάνει και θέλω να γεμίσω τα πάντα με «σοβαρές» εκπαιδευτικές δραστηριότητες; Μήπως γέρασα;