Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

...όλα λάθος!

Ολοι, όλες μας 'θέλουμε το καλύτερο' για τα παιδιά μας, με και χωρίς εισαγωγικά, με κάθε τρόπο, σε κάθε πεδίο. Το καλύτερο που ξέρουμε, τουλάχιστον. Το καλύτερο που ξέρουμε στην παρούσα στιγμή μας, με τις διαθέσιμες γνώσεις, συνειδητότητα, και εμπειρίες μας.

Θέλουμε τα παιδιά μας να έχουν μια καλύτερη ζωή από μας, θέλουμε να τους δώσουμε τα εφόδια που είχαμε εμείς και χίλια ακόμα παραπάνω, σε κάθε μα κάθε πεδίο: Αν είχαμε στερηθεί υλικά αγαθά, κάνουμε το πάν για να τους τα προσφέρουμε με αφθονία. Αν είχαμε στερηθεί σπουδές, τους τις προσφέρουμε με όσες θυσίες χρειαστούν. Αν είχαμε στερηθεί την Τέχνη, τους προσφέρουμε χώρο και χρόνο και ευκαιρία για να τη βρούν. Αν είχαμε στερηθεί την ελευθερία (όποιου είδους, σε όποιο πεδίο), τους την προσφέρουμε. Αν είχαμε στερηθεί την έκφραση συναισθημάτων φροντίζουμε να τους εκφράζουμε σε κάθε ευκαιρία τα συναισθήματά μας, και να τους αφήνουμε χώρο να εκφράσουν τα δικά τους... Ξέρουμε τι μας έλειψε και τι μας πόνεσε ως παιδιά, και κοιτάζουμε να γίνουμε 'καλύτεροι' από τους γονείς μας. Και πάλι, εάν κάτι μας άρεσε πολύ όταν μεγαλώναμε (τα παγωτά, οι ποδηλατάδες στην εξοχή, η μουσική, τα κατασκευαστικά παιχνίδια) φροντίζουμε να το δίνουμε κι αυτό σε αφθονία. Εάν τα παραμύθια (τύπου κοκκινοσκουφίτσα) που μας έλεγαν σαν παιδιά μας τρόμαζαν, φροντιζουμε να βρούμε άλλα, ευχάριστα, με "όμορφα διδάγματα" και θυμώνουμε όταν κάποιος αφηγείται τα 3 γουρουνάκια στα βλαστάρια μας... Ολα, όλα για τα παιδιά μας. Γιατί τα λατρεύουμε, γιατί μας τα εμπιστεύτηκε ο Ουρανός, η Πολιτεία, ο Θεός, η Φύση, η Κοινωνία, το Σύμπαν (όλοι αυτοί μαζί και χώρια, ανάλογα τα πιστεύω μας), και θέλουμε να κάνουμε το καλύτερο...

Αλλά είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι ατελείς. Συχνότατα αυτό που θεωρούμε σωστό ή σοφό σήμερα, αύριο αποδεικνύεται λάθος, βλακώδες, μπορεί και εγκληματικό. Η γιαγιά μου ήταν πεπεισμένη οτι τα παιδιά πρέπει να έχουν πιπίλα, κι επειδή τα παιδιά της δεν την ήθελαν, τη βούταγε στη ζάχαρη ή το μέλι. Σήμερα γνωρίζουμε οτι αυτή είναι η καλύτερη συνταγή για να χαλάσει η μελλοντική οδοντοφυία των παιδιών. Και πράγματι ο θείος και η μητέρα μου (τα πιο μεγάλα της παιδιά) είχαν όλη τους τη ζωή σοβαρά προβλήματα με τα δόντια τους (τα μικρότερα κάπως τη γλίτωσαν καλύτερα, τουλάχιστον κράτησαν τα φυσικά τους δόντια, γιατί πλέον δεν είχε το χρόνο να ασχολείται τόσο πολύ με τις πιπίλες!) Ολα αυτά μου τα έλεγε με την αθωότητα του ανθρώπου που ειλικρινά αγαπά και κάνει ότι ξέρει καλύτερα.

Γινόμαστε γονείς σε μια στιγμή της προσωπικής μας ιστορίας που  θεωρούμε οτι είμαστε ώριμοι για αυτό - ή, τουλάχιστον, η κοινωνία θεωρεί οτι είμαστε ώριμοι για αυτό. Τα παλιότερα χρόνια μητέρα γινόσουν από τα 13 ή τα 14. Σήμερα, στη δυτική κοινωνία, καμιά μας δεν διανοείται να γίνει μητέρα πριν τα 30. Στις μέρες μας τα 40 είναι πολύ πιο σύνηθες, αν και πάντα υπάρχουν γιατροί που θα γράψουν στο φάκελλό σου "παρήλιξ"! Πότε άραγε είμαστε ώριμοι να γίνουμε γονείς;

Στη μορφωμένη Δύση, διαβάζουμε, ενημερωνόμαστε, συμβουλευόμαστε ειδικούς - και είτε παραγκωνίζουμε τη φυσική μας σοφία είτε την εμπλουτίζουμε με τα τελευταία ευρήματα και συμπεράσματα της ψυχολογίας και της επιστήμης. Που κι αυτή, ως ανθρώπινο κατασκεύασμα, δεν σταματά να εξελίσσεται.

Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας "να είναι ανεξάρτητα" γιατί εμείς μεγαλώσαμε με γονεϊκή εξάρτηση και θέλαμε ελευθερία από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας, και καταφέρνουμε να κάνουμε παιδιά φοβισμένα και ανασφαλή. Σπουδάζουμε τα παιδιά μας στα καλύτερα κολλέγια της αλλοδαπής "για να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο" και τελικά οι σπουδές τους συντηρούν ένα κατεστημένο καταστροφικό για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη. Προστατεύουμε τα παιδιά μας από τη φρίκη και τη δυστυχία του έξω κόσμου, και κάνουμε ανθρώπους χωρίς αληθινή ενσυναίσθηση, χωρίς επίγνωση των προνομίων τους. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας να έχουν ενσυναίσθηση, εκθέτοντάς τα (λίγο ή πολύ) στην ανθρώπινη δυστυχία, και κάνουμε ανθρώπους ενοχικούς ή δονκιχώτες. Μεγαλώνουμε τα αδέλφια με δικαιοσύνη, αλλά είναι η δική μας εκδοχή της δικαιοσύνης, και όχι η δική τους.

Ολα αυτά δεν είναι θεωρητικά, συμβαίνουν. Σε όλους μας συμβαίνουν. Και στις καλύτερες οικογένειες, που λένε. Και πιο συχνά από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Είμαστε γενικά περήφανοι για τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας (αφού κάνουμε το καλύτερο). Είμαστε συγχρόνως και ενοχικοί.  Ποτέ δεν είμαστε αρκετά καλοί γονείς, όσο θα θέλαμε τουλάχιστον. Συγκρίνουμε τα παιδιά μας με τα άλλα, και τους εαυτούς μας με τους άλλους γονείς. Συχνά αυτό δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε τα βράδια. Ενδόμυχα τα λάθη μας τα ξέρουμε, άσχετο αν τα αποδεχόμαστε ή όχι.

Οταν ήμουνα μικρότερη, αναρωτιόμουν ειλικρινά για ποιό λόγο ανησυχούσαν για μένα οι γονείς μου. Το θεωρούσα παράλογο. Σκεφτόμουν οτι οι αρχές και οι αξίες με τις οποίες με είχαν μεγαλώσει, η νοημοσύνη που είχα αναπτύξει χάρη στην παιδεία που μου πρόσφεραν, ήταν η καλύτερη προστασία που  θα μπορούσα να έχω: γιατί λοιπόν να ανησυχούν; Κάποια στιγμή άκουσα μια κουβέντα όπου έλεγαν πως οι γονείς ξέρουν πολύ καλά τα λάθη που έχουν κάνει με τα παιδιά τους, και γι αυτό δεν έχουν και μεγάλη εμπιστοσύνη στην ανατροφή που τους έδωσαν. Σπάνιο να το παραδεχτεί αυτό γονέας της προηγούμενης γενιάς, αλλά ο ομιλητής θεωρούσε δεδομένο οτι έτσι ήταν. Αλλά είπαμε, οτι κανένας γονιός δεν κάνει συνειδητά λάθη όσον αφορά το παιδί του, κανένας. Κάνουμε το καλύτερο που ξέρουμε κάθε στιγμή, με τη γνώση τη σοφία την εμπειρία της στιγμής που το κάνουμε. Αν μετά (ένα λεπτό, ένα μήνα ή ένα χρόνο) το μετανιώσουμε είναι επειδή κάποια νέα σκέψη, νέα πληροφορία, νέα εμπειρία ήρθε να μας αλλάξει, να διευρύνει τη συνειδητότητά μας, και να δούμε το λάθος μας. Δεν γεννιόμαστε μαθημένοι! 

Και τα παιδιά τα ίδια, τι έχουν να πούν;
Μετά από 3 παιδιά, αρκετούς μαθητές, μελέτη, και περισσότερη αυτοπαρατήρηση, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα οτι κανείς δεν γεννιέται tabula rasa, λευκό χαρτί. Ερχόμαστε στον κόσμο με σοφία, φυσική ευφυία, και τα σπέρματα μίας προσωπικότητας, ερχόμαστε με "πρόγραμμα σπουδών" τρόπον τινά. Κάτι ξέρουμε, τέλοσπάντων. Σπάνια οι γονείς μας ξέρουν καλύτερα από μας τι χρειαζόμαστε στη ζωή, πέρα από στέγη μόρφωση τροφή και λίγη τρυφερότητα. 

Στις παλαιότερες γενιές με τη νοοτροπία της "κτήσης", τα παιδιά απλά έπρεπε να υποταχτούν στις επιθυμίες των γονέων τους "γιατί ήταν μικρά και δεν ήξεραν" και οι γονείς (βλ. πατέρας) είχαν την απόλυτη εξουσία επάνω τους. Η νοοτροπία αυτή έχει εμποτίσει βαθειά όλους μας, με τρόπους μη συνειδητούς τις περισσότερες φορές. Τόσο πολύ, που συχνά θεωρούμε εαυτούς τους πλέον προοδευτικούς και ελευθεριακούς γονείς, ενώ την ίδια ώρα το άτιμο το υποσυνείδητό μας παίζει τα ύπουλα παιχνίδια της εξουσίας που έχει κληρονομήσει από το παρελθόν. Τα περισσότερα παιδιά αυτά τα πιάνουν στον αέρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. "Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά; Ετσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα", λέει σοφά το τραγούδι.

Και όταν μεγαλώσουν, και αναμετρήσουν τον εαυτό και τις πληγές τους, θέλουν να αποδώσουν ευθύνες. Και, δίκαια, μας κατηγορούν: Τότε με πίεσες, τότε με παραμέλησες, τότε με εμπόδισες, τότε δεν με προστάτεψες, τότε έπνιξες τη φωνή μου, τότε μου είπες ψέματα, τότε με αδίκησες, τότε με άφησες να παλέψω μόνος μου το απάλευτο, κ.ο.κ. Ολα σωστά. Και εγώ έχω πονέσει βαθειά από τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία των γονιών μου. Ηρθε λοιπόν και η δική μου ώρα να δω πόσο πόνεσα (αδίκησα, παραμέλησα, έπνιξα, κτλ) τα δικά μου παιδιά. Ψάχνοντας μέσα μου,  σήμερα, τα βρίσκω όλα.

Επειδή κάνουμε ότι καλύτερο ξέρουμε και μπορούμε, και κάνουμε τα πράγματα καλύτερα από τις παλαιότερες γενιές, κάπου τα μυαλά μας παίρνουν αέρα, και θεωρούμε εαυτούς ενδόμυχα "ιδανικούς γονείς". Είναι μεγάλος ο πόνος της κατάρρευσης αυτής της ιδέας. Η πρώτη μας αντίδραση; Συχνά η άρνηση. Μετά η ενοχή. Μετά ο  θυμός με τον εαυτό μας/τα παιδιά μας/τους γονείς μας/την κοινωνία, κτλ. Και ο φόβος: τι θα απογίνουν τώρα τα παιδιά μας, με τέτοια λάθη που κάναμε στην ανατροφή τους; Σε τι παγίδες θα πέσουν, πόσα χρόνια ψυχοθεραπεία θα χρειαστούν; Και αν τα λάθη μας είναι ανεπανόρθωτα; Πώς θα ζήσουμε με αυτό; (Και δώστου αυτομαστίγωμα, και δώστου έξτρα συνεδρίες με τον ψυχαναλυτή. Τέλος δεν έχει ο φαύλος τούτος κύκλος...)

Δεν έχει τέλος ο φαύλος κύκλος; Να κάτι που δεν τολμώ ούτε θέλω να πιστέψω.
Εχω την αίσθηση οτι η ταπεινοφροσύνη της επίγνωσης οτι κανείς μας δεν είναι τέλειος, και πως όσες καλές προθέσεις, σπουδές, γνώσεις κτλ να έχουμε, λάθη είναι αναπόφευκτο να κάνουμε, είναι κάτι σημαντικό. Κρινόμαστε διαρκώς από τα παιδιά μας, από την ευρύτερη οικογένεια, από ολόκληρη την κοινωνία συν την κρίση από την ίδια μας τη συνείδηση καθώς διευρύνεται και βλέπει καθαρότερα. 

Αν μας συνθλίψει όλο αυτό, όλοι έχουμε να χάσουμε. Με όλη τον πόνο της επίγνωσης ζητάμε τη συγχώρεση των αγαπημένων μας, και προχωράμε: έστω και λίγο πιο σοφοί, με λιγο περισσότερα δάκρυα...





Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Σπίτι και Σχολείο

Τα πολύ πολύ πολύυυυυυ παλιά χρόνια, ας πούμε πριν από είκοσι χιλιάδες χρόνια, αλλά σε κάποια μέρη ακόμα και σήμερα, οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα και από τη γη τους, δεν έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο. Ζούσαν όλοι μαζί μέσα στο σχολείο. Τα παιδιά εκπαιδεύονταν βιωματικά, να αναγνωρίζουν φυτά (διατροφικής και φαρμακευτικής αξίας), να "διαβάζουν" τον καιρό, τη γη, τα ίχνη των ζώων, να γνωρίζουν τη γλώσσα των πουλιών, να βλέπουν περιμετρικά και να ακούν μακριά, και φυσικά, να διηγούνται τις εμπειρίες τους στους μεγάλους, να δημιουργούν με τα χέρια τους τα ρούχα, τα κοσμήματα, και τα εργαλεία τους.  Αυτό που σήμερα ονομάζουμε οικολογική αντίληψη (ή και "οικολογικό αλφαβητισμό") ήταν η ζωή τους, γιατί ήταν και η επιβίωσή τους. 


Από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Θεωρίες σχετικά με τη διαδικασία και τα αίτια των αλλαγών υπάρχουν πολλές, όσες και οι θεωρίες εξέλιξης, προόδου της ανθρωπότητας, κτλ. Σήμερα τα παιδιά μας (τα παιδιά του δυτικού πολιτισμού), πέρα από γραφή, ανάγνωση, και αριθμητική, μαθαίνουν ένα σωρό πράγματα στα σχολεία τους: ιστορία, αρχαίες και νέες γλώσσες, φυσική, λογοτεχνία,  θρησκείες και άλλα, μέσα από ένα περισσότερο ή λιγότερο  "ακαδημαϊκό" (δηλαδή θεωρητικό) τρόπο μάθησης. Ολα τα πεδία γνώσης, λιγο-πολύ, του σημερινού μας πολιτισμού, εκπροσωπούνται στα αναλυτικά προγράμματα των περισσότερων σχολείων του δυτικού κόσμου. Είναι μαγικό και μεγαλειώδες συγχρόνως, αν το σκεφτεί κανείς - πριν κάποιες λίγες χιλιετίες, στην αρχαία Αίγυπτο, γραφή και ανάγνωση μάθαιναν οι μυημένοι στα μυστήρια και οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει στα 45 του, με μόνο στόχο να μπορέσει να αφηγηθεί την ιστορία του στις επόμενες γενιές. Σήμερα στη δύση μαθαίνουμε να γράφουμε στα 4-5 μας χρόνια περίπου. Πρόοδος.



Σήμερα τα βουνά τα παίρνουμε πια μόνο για "αποδράσεις στη φύση" (για να 'αποδράσεις' σημαίνει οτι ζεις σε φυλακή, αυτό το έχουμε σκεφτεί;). Τη φύση τη συναντάμε στα βιβλία "εμείς και ο κόσμος", του δημοτικού. Στο γυμνάσιο μπορεί να κάνουμε κανα πρόγραμμα ημερήσιο σε Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Στο λύκειο πια μόνο διαβάζουμε, κι αν μείνει χρόνος, γκομενίζουμε λιγάκι. Εκτός και αν ζούμε σε χωριό, φύση για μας είναι το αστικό πάρκο με το γκαζόν και τα αμάζευτα κακάκια των σκύλων, ισως και καμιά γλάστρα στο μπαλκόνι που μας βάζει η μαμά μας να ποτίζουμε ως "εκπαιδευτική διαδικασία" (αν είναι τέτοια μαμά κι όχι από τις άλλες που σε κυνηγάνε να πλύνεις τα χέρια σου άμα πιάσεις χώμα ή χαϊδέψεις κανα αδέσποτο). Η φύση είναι κάτι στο οποίο πηγαίνουμε, είναι "η εξοχή" του καλοκαιριού ή του Σαββατοκύριακου, δεν είναι κάτι μέσα στο οποίο ζούμε, δεν είναι κάτι που αναγνωρίζουμε συναισθηματικά ως σπίτι μας. Αν πάλι ζούμε σε χωριό, οι πιθανότητες είναι οτι "η φύση" είναι κάτι από το οποίο θέλουμε να ξεφύγουμε, γιατί ενέχει αγγαρείες τύπου σκάψιμο, καθάρισμα ζώων, κτλ.



Στο μεταξύ, ο πλανήτης στενάζει βαρειά από την κακοποίηση που υφίσταται: οι θάλασσες και τα ποτάμια δηλητηριάζονται από τα χημικά που χρησιμοποιούμε για να καλλιεργήσουμε την τροφή μας, η σύσταση της ατμόσφαιρας αλλάζει από τις εκπομπές αερίων, δεκάδες είδη ζώων χάνονται γιατί καταστρέφουμε τους βιοτόπους (τα σπίτια τους) για να παράγουμε καουτσούκ, φοινικέλαιο, ή αγελαδινό κρέας. Και άλλα, και άλλα. Θρηνούμε την υποβάθμιση και την καταστροφή των οικοσυστημάτων, αναπαράγουμε βιντεάκια που δείχνουν τη ρύπανση των θαλασσών από τα πλαστικά, αλλά μια χαρά συνεχίζουμε να παίρνουμε το καφεδάκι μας σε πλαστικό ποτήρι μίας χρήσης με καλαμάκι (που είναι μοιραίο να καταλήξει στη θάλασσα και σε νέο σχετικό βιντεάκι). 



Μεγάλωσα με τη νοοτροπία του ανθρώπου-κυρίαρχου, του ανθρώπου που έχει δικαίωμα να παίρνει ότι θέλει από τη φύση χωρίς να έχει υποχρέωση να επιστρέψει ή να αποκαταστήσει τίποτα, τη "ευγενή" νοοτροπία του "κόβω αγριολούλουδα για να  τα προσφέρω"... Η διερώτηση εάν μπορώ να προσφέρω κάτι το οποίο δεν είναι δικό μου, ήρθε αργότερα, όπως και η περιέργεια για το αγριολούλουδο αυτό καθαυτό! Και φυσικά μεγάλωσα επίσης με τη νοοτροπία οτι πρέπει να κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να έχουν τα παιδιά μου "μια καλύτερη ζωή" στο μέλλον.



"Το μέλλον θα ανήκει στους έχοντες την ευφυία της φύσης - στα άτομα, τις οικογένειες, τις επιχειρήσεις και τους πολιτικούς ηγέτες που θα αναπτύξουν μια βαθύτερη κατανόηση της μεταμορφωτικής δύναμης του φυσικού κόσμου και θα ισορροπήσουν το εικονικό με το αληθινό. Οσο περισσότερη υψηλή τεχνολογία διαθέτουμε, τόσο περισσότερη φύση χρειαζόμαστε", γράφει ο Ρίτσαρντ Λουβ στο βιβλίο του "Το τελευταίο παιδί στο δάσος: σώζοντας τα παιδιά μας από το σύνδρομο έλλειψης της φύσης" (γράφτηκε το 2005, αλλά δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά).


Αυτή την βαθύτερη κατανόηση του φυσικού κόσμου είναι ζητούμενο να αποκτήσουμε, αλλά πώς; Οι περισσότεροι από μας πάμε βόλτες στη φύση, αλλά δεν τη βλέπουμε στην πραγματικότητα, δεν την καταλαβαίνουμε. Ικανοποιούμαστε με το να νιώθουμε μια κάποια ανάταση και ηρεμία καθώς περπατάμε (ή αγκομαχάμε) στα πεζοπορικά μας μονοπάτια, απολαμβάνουμε τον αλλιώτικο αέρα του βουνού, νιώθουμε τη γαλήνη που αποπνέει η διαυγής ακύμαντη θάλασσα στη μοναχική παραλία. Εχω πάντα στο νου μου εκείνο το ποίημα του Καβάφη, τη "Θάλασσα του Πρωιού": βγήκε ο ποιητής να δει κι αυτός λίγο τη φύση, είδε το μεγαλειώδες θέαμα μπροστά του για μια στιγμή, "σαν κοντοστάθηκα", αλλά ξαναγύρισε πίσω στις δικές του άσχετες (με τη φύση) σκέψεις και εικόνες. Το παθαίνουμε. 




Κι αν δεν το παθαίνουμε, πόσο συχνά περπατάμε ή καθόμαστε μέσα στο δάσος ξένοι μέσα σε τόπο ανοίκειο: δεν ξέρουμε τα δέντρα, τα πουλιά, τα άνθη, τα έντομα. Φοβόμαστε. Είμαστε ανήμποροι να καταλάβουμε τα βασικά, το τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά δεν το ξέρουμε, και φυσικά σπάνια έχουμε την ταπεινοφροσύνη να διερωτηθούμε ειλικρινά για τον ρόλο τον δικό μας στο χώρο αυτό. Ακούω "είμαι κυνηγός, αγαπάω τη φύση", ή "είμαι στον ορειβατικό", ή "τρελλαίνομαι για τη φύση, βγάζω βόλτα κάθε μέρα το σκύλο μου". Επιπρόσθετα ακούω "δεν πιστεύω να είσαι τίποτα οικολόγος, ε; γιατί τις προάλλες βρήκαμε φίδια στο βουνό" (χαριτολογώντας, είναι γνωστή η δράση των απανταχού οικολόγων να εκτρέφουν λύκους, φίδια, αρκούδες και αλεπούδες στα σπίτια τους και να τα πηγαίνουν με τις αμαξάρες και τα ελικόπτερά τους να τα αμολάνε στα ελληνικά βουνά). Εχουμε πιστέψει το παραμύθι του "κυρίαρχου" του έχοντος δικαιώματα (επί των μη-ανθρώπινων όντων). 


Χτίζουμε τις φωλιές μας (τα σπίτια μας) μέσα στο δάσος, χωρίς να γνωρίζουμε τη φύση των άλλων όντων που ζουν εκεί - οι πρόσφατες φωτιές έδειξαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνώριζαν την πυρόφιλη φύση του πεύκου, και αυτό αντανακλάται στην πολιτεία που συντάσσει νόμους και δημιουργεί υπηρεσίες. Μη σεβόμενοι τη δύναμη του νερού, χτίζουμε τα σπίτια μας σε ρέματα - μπαζώνουμε τα ρέματα αψηφώντας τον κίνδυνο που διατρέχουμε. Καλύπτουμε το έδαφος με άσφαλτο και τσιμέντο, και το νερό δεν απορροφάται από τη γη. Ετσι «μοιραία» (με μαθηματική ακρίβεια) έχουμε πλημμύρες. Επειδή δεν γνωρίζουμε δεν σεβόμαστε τα στοιχεία της φύσης και τις ιδιότητές τους.




Χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο διαβίωσης, που προϋποθέτει μία νέα νοοτροπία, έναν νέο τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα. Ισως όχι τόσο νέο! Οι μακρινοί μας πρόγονοι, και όσοι ακόμα καταφέρνουν και ζουν με βαθειά σύνδεση με τη φύση (αυτοί που ονομάζουμε "πρωτόγονους", "άγριους", "απολίτιστους") έχουν να μας διδάξουν πολλά. Για το λόγο αυτό, υπάρχουν σήμερα άνθρωποι (ερευνητές, ανθρωπολόγοι, φυσιογνώστες, εκπαιδευτικοί, κτλ) που αποφασίζουν να ζήσουν ως φιλοξενούμενοι "άγριων" "ξεχασμένων" φυλών, να εκπαιδευτούν από αυτούς, και να μεταφέρουν τη γνώση αυτή στον λεγόμενο δυτικό πολιτισμένο κόσμο.


Νομίζω χρειάζεται να επανεξετάσουμε τις έννοιες «σπίτι» και «σχολείο». Ισως εάν οδηγηθούμε να νιώσουμε τη γη σαν σπίτι μας να την φροντίσουμε και να τη σεβαστούμε. Εάν συνειδητοποιήσουμε δε ότι είναι το σχολείο μας, μπορεί να γίνουμε μαθητές της.

Το κύριο χαρακτηριστικό που φαίνεται να επιδεικνύουν οι "άγριες" και "πρωτόγονες" φυλές που ζουν ακόμα στον πλανήτη μας, στη σχέση τους με τη φύση (με το σπίτι και το σχολείο τους) είναι η ευγνωμοσύνη.  Η βαθειά τους σύνδεση με τη φύση (φύση είναι και οι υπόλοιποι του είδους μας) βρίσκει την έκφρασή της στην ευχαριστία: με λόγια, πράξεις, τελετές, αλλά κυρίως με μία στάση ευλάβειας (ευ+λαμβάνω) προς τα δώρα της ζωής, της τροφής, της κοινότητας. Ας αρχίσουμε από κει κι εμείς...



Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

H Ταυτότητα

Λένε ότι η ψυχή δεν έχει φύλο. Λένε ότι η κάθε ψυχή είναι (ή έχει) μια νότα, μία συχνότητα δηλαδή, απολύτως μοναδική. Λένε επίσης κάποιοι ότι το φύλο βιώνεται στην καρδιά, ασχέτως βιολογίας, ασχέτως φυσικών γεννητικών οργάνων, ασχέτως σεξουαλικότητας.

Ξέρουμε επίσης ότι το κοινωνικό φύλο κατασκευάζεται: πώς «θέλει» η κοινωνία τα άρρενα, και πώς τα θήλεα μέλη της. Στη δική μας κοινωνία βομβαρδιζόμαστε κυριολεκτικά από εικόνες γυναικών με τέτοιο κι αλλιώτικο στήθος, νύχια, μαλλιά, μακιγιάζ, παπούτσια, αλλά και με αποδεκτές «νόρμες» του τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, θήλυ. Το αυτό και με τους άντρες – τέτοια μπράτσα, τέτοια κουρέματα, τέτοιες ενασχολήσεις, τέτοια επαγγέλματα. Κι επειδή η κοινωνία μας είναι από χιλιετίες πατριαρχική, δίνει μεγαλύτερη αξία (αλλά και «κανονικότητα») στα αρσενικά της στοιχεία. Η, τελοσπάντων, σ’ αυτά που θεωρεί ως αρσενικά στοιχεία (τη γενναιότητα τη λέμε ‘ανδρεία’, αλλά εγώ γνώρισα περισσότερες γενναίες γυναίκες από άντρες στη ζωή μου…)

Και έρχεται μια ευλογημένη ώρα, που κάποια μέλη της κατά τα άλλα εφησυχασμένης κοινωνίας μας, αναρωτιούνται: μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;

Γιατί εγώ δεν νιώθω κορίτσι (ή αγόρι – ανάλογα); Τι σημαίνει «νιώθω κορίτσι», τελικά; Τι αντικρίζω όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη; Γιατί πρέπει η βιολογία μου (τα γεννητικά μου όργανα) να καθορίζουν την εικόνα μου; Η, ακόμα βαθύτερα, την αληθινή μου ταυτότητα; (΄Οποια και να είναι αυτή, όποτε και αν την – ή δεν την – ανακαλύψω). Γιατί θα πρέπει να έλξω έναν άντρα (ή μια γυναίκα) με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, με κάποια συγκεκριμένη εικόνα; Γιατί πρέπει να περιορίζω την αντίληψή μου, την υπέροχη μοναδική ταυτότητά μου σε κάτι τόσο δυαδικό/περιοριστικό/υλικό όπως η βιολογία μου; Γιατί τελικά να είμαι όπως με θέλουν οι άλλοι;

Προφανώς δεν τα αναρωτιούνται όλοι αυτά. Πολύτιμοι λίγοι και λίγες ανάμεσά μας τις βρίσκουν μέσα τους τις διεργασίες αυτές. Παλιότερα αυτά αποσιωπώνταν, κρυβόντουσαν, «για να μην ταράξουν» τα ήσυχα τακτοποιημένα νερά της κοινωνίας – σήμερα, ευτυχώς, έχουμε το δώρο της ορατότητας χάρη στην έκθεση και την θυσία κάποιων γενναίων ψυχών.

Με όλα αυτά στο νου, μεγάλωσα το πρώτο μου παιδί με χρώματα και παιχνίδια «ουδέτερα» - όσα αγόραζα εγώ, δηλαδή, γιατί οι φίλοι και συγγενείς έπαιρναν δώρα ανάλογα με την τρέχουσα αντίληψη του φύλου της. Πέρασε μέσα από όλα τα κοριτσίστικα γούστα: από βαμμένα νύχια, μπάρμπι, ροζ ρούχα και αξεσουάρ (φιογκάκια, κοκκαλάκια, γραφικά είδη, αυτοκόλλητα, τα πάντα όλα), μακριά ‘θηλυκά’ μαλλιά, φουστάνια, ‘σέξυ’ μπουστάκια, ψηλά τακούνια. Όλα αυτά εγώ  τα παρατηρούσα, δεν ήταν όλα του δικού μου γούστου, αλλά ήταν του δικού της, οπότε τι να πει και η μάνα; Το πολύ-πολύ να κοιτάξει λιγάκι στραβά τα νούμερο 29 ασημί παπούτσι με τα στρας, αλλά μέχρι εκεί.

Με συγκινούσε απλά που μεγάλωνε και ομόρφαινε και άνθιζε. Χαζομαμά for ever. Και υπήρχαν άλλα δύο μικρά πλάσματα μετά από εκείνη, το καθένα με τη δική του ταυτότητα, τη δική του απόλυτη μοναδικότητα.

Όταν, στο σχολείο ακόμα, έγινε φίλη και υποστηρίκτρια των ομοφυλόφιλων συμμαθητών/τριών της, κι άρχισε να πηγαίνει στα pride, εγώ ένιωσα πολύ περήφανη: το παιδί μου υποστηρίζει τους αόρατους, τους καταδιωγμένους και καταπιεσμένους. Την τραβούσε φανερά αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, αυτή η έκφανση της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέχρι εδώ καλά – όλα αυτά τα είχα βιώσει κι εγώ, τα σκεφτόμουν, τα ζούσα κι εγώ στην ηλικία της. Τα πάντα σχεδόν: την ίση έλξη προς τα δύο φύλα, τη στήριξη των ομοφυλόφιλων φίλων μου, τη βίωση του «δεν είμαι άντρας ούτε γυναίκα», αυτή την ιδιαίτερη φιλία με το αντίθετο φύλο επί ίσοις όροις, ακόμα και το «αγορίστικο» ντύσιμο και μαλλιά (θυμάμαι κάποια στιγμή που άκουσα τη μητέρα μου να λέει σε κάποιον, δεν θυμάμαι ποιόν, όταν νόμιζε πως δεν άκουγα, ότι «έτσι όπως ντύνεται η κόρη μου μάλλον θα ήθελε να είναι αγόρι» - ήμουν-δεν-ήμουν 21 χρόνων).

Η αλήθεια είναι πως μέχρι να τα βρώ με τη θηλυκή μου πλευρά («τη γυναικεία μου φύση» όπως είθισται να λέγεται) προτιμούσα να μην είμαι τίποτα – μέσα στην πατριαρχία η γυναίκα έχει τη θέση του κτήματος, του σεξουαλικού αντικειμένου, της μηχανής αναπαραγωγής, του τρόπαιου, της υπηρέτριας των δυναστών της. Δεν έχει Φωνή. Και για να παραμένει στη θέση αυτή, γαλουχείται με ντροπή και φόβο, γαλουχείται στο να εκχωρεί την τεράστια δύναμή της (δύναμη καρδιάς!) σε όποιον την «αγαπά»…

Πέρασα τη νεανική μου ηλικία με τεράστιο και άσβεστο θυμό: Είμαι Ανθρωπος! Ελεγα. Ανήκω μόνο στον εαυτό μου, στο Θεό και Ουρανό μου - ο σκοπός και το νόημα της ζωής μου μπορεί να περιλαμβάνει και την αναπαραγωγή αλλά σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό - θέλω να υπηρετώ τον πλησίον, ναι, αλλά από θέση δύναμης όχι από θέση αδυναμίας. Θέλω να βάζω όρια. Θέλω να έχω Φωνή, να εκφράζω τα βάθη μου, χωρίς να ντρέπομαι, ούτε να φοβάμαι. Το σώμα μου ανήκει σε μένα γιατί σε μένα δόθηκε από τη φύση – ούτε στον πατέρα ούτε στον αδελφό ούτε στον άντρα μου!

Πονάει βαθειά το να γεννηθείς θηλυκό στην κοινωνία αυτή σήμερα.

Όλα αυτά συνεχίζουν να είναι διαρκή στοιχήματα με τον εαυτό μου, με το υποσυνείδητο μου και το συλλογικό ασυνείδητο του γυναικείου φύλου επάνω στον πλανήτη μας, διαρκείς διαπραγματεύσεις με τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες βρίσκομαι. «Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια». Και: «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Συν τω χρόνω με τη βιολογία μου (το «φύλο» μου) τα βρήκα θαυμάσια, συνειδητοποιώντας τα δώρα και τις δυνατότητες δημιουργικότητας και αντίληψης που μου δίνει. Συνδέθηκα με το εσώτερο και το μοναδικό εντός μου, και αποδέχθηκα τα μαθήματα που είχα να πάρω (και να δώσω) ως «γυναίκα» στην ενσάρκωση αυτή. Επρεπε να το αρνηθώ για να μπορέσω να το δω με άλλα μάτια, έπρεπε να αποδεχτώ το δώρο με το τίμημά του, και να το τιμήσω…

Και τώρα βιώνω ένα σοκ που δεν περίμενα να το βιώσω: η κόρη μου προτιμά, θέλει και απαιτεί, να της απευθύνομαι με ουδέτερο ή αρσενικό άρθρο, και όχι θηλυκό. Τέρμα τα «κοριτσάκι μου», τα «γλυκειά μου», τα «όμορφη», τα «κόρη μου». Τέρμα οι αναφορές στην όποια θηλυκότητα. Αυτή η θηλυκότητα που εγώ έκανα τιτάνιο εσωτερικό αγώνα για να αποδεχτώ και να τιμήσω και να εκφράσω τελικά, είναι απορριπτέα από το παιδί μου.


Με έκπληξη διαπίστωσα ότι με στενοχωρεί, με λυπεί, νιώθω μέσα μου ένα πένθος, και μια βαθειά ανησυχία: θα είναι ευτυχισμένο το παιδί μου; Ή μήπως υπογράφει συμβόλαιο με τη διαρκή δυστυχία, την εσωτερική σύγκρουση, τον διαρκή θυμό; Ολες αυτές οι «ταμπέλες» του αυτοπροσδιορισμού (ως gay, bisexual, pansexual, transgender, κτλ κτλ κτλ διαρκώς δημιουργούνται νέες απ’ ότι μαθαίνω), μήπως περιορίζουν αντί να ελευθερώνουν; Λέω. Και φοβάμαι, και ανησυχώ. Και δεν κοιμάμαι νύχτες, και ξυπνάω με θλίψη. Θλίψη γιατί; Πάλι λέω.

Θλίψη γιατί; Γιατί φόβος, γιατί ανησυχία; Οκ, η ανησυχία είναι εμφύτευμα-πακέτο με τη μητρότητα. Τι φοβάμαι, τελικά, και γιατί θλίβομαι; Μην είναι οι φωνές της κοινωνίας εντός μου, που επαναστατούν σε κάθε ριζική αλλαγή, σε κάθε ξεβόλεμα, σε κάθε νέα πλεύση, σε κάθε τι το διαφορετικό που δυνάμει οδηγεί σε μία «έκθεση»; Αρχίζω να καταλαβαίνω τους γονείς μου – να που έφτασε κι αυτή η ώρα! Ευλογημένη ώρα, γιατί τώρα μπορώ να συγχωρήσω. Και να πάω παραπέρα, να αποδεχτώ και να τιμήσω τις επιλογές του υπέροχου πλάσματος που έφερα στον κόσμο.

Εκείνο με τίμησε μια δεύτερη φορά: όπως βρήκα το πρώτο της όνομα, και φρόντισα να το πάρει, μου ζήτησε να βρω και το όνομα της δεύτερης ταυτότητας. Ταυτότητάς του, πλέον. Διάλεξα ένα αγαπημένο δέντρο, που χάρη της ευκαμψίας του δεν σπάει από τους ανέμους, που είναι θεραπευτικό (από το φλοιό του φτιάχνουν αυτό που σήμερα ονομάζουμε ασπιρίνη), και χρήσιμο (από τα κλαδιά του φτιάχνουμε καλάθια). Ζει πλάι στο νερό – το παιδί μου έχει πλούσιο συναίσθημα – και έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια και ιστορίες για αυτό. Στα ελληνικά είναι γένους θηλυκού, αλλά στην αγγλοσαξωνική παράδοση που τόσο αγαπάμε και οι δύο, συχνότερα αναφέρεται ως αρσενικό.

Και το όνομα αυτού: Willow. Will, το υποκοριστικό – που συγχρόνως σημαίνει Βούληση. Για να θυμάμαι ότι πάντα πρέπει να τιμώ τη βούληση των ανθρώπων που αγαπώ…

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το Δάσος και η Εφηβεία

Εχει ειπωθεί (από τον πρόσφατα εκλιπόντα πατέρα της περμακουλτούρας, Μπιλ Μόλισον) οτι "τα δάση είναι τα μεγαλύτερα εκπαιδευτήρια (τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά συστήματα) του πλανήτη μας. Αν για κάποιο λόγο καταργηθούν όλα τα πανεπιστήμια, η ανθρωπότητα δεν έχει χάσει πολλά, αλλά αν για όποιο λόγο εξαφανιστούν τα δάση, η ανθρωπότητα θα έχει χάσει τα πάντα."

Τα παιδιά μου, όπως κι εγώ, είμαστε παιδιά της πόλης. Μεγαλώσαμε και ζήσαμε στην πόλη, με σύντομες ανάπαυλες στα δάση και τα άγρια μέρη. Οσο μεγαλώνω διαπιστώνω πόσο λίγο περπατήσαμε κάτω από τα μεγάλα δέντρα και πλάι στα ποτάμια. Η ζωή στην πόλη (εξ ανάγκης και όχι από επιλογή) μας έδωσε τέχνη και κοινωνικοποίηση, ασφάλεια, "κανονικότητα". Ως μαμά πάντα ονειρευόμουν το μεγάλωμα των παιδιών μου πλάι σε ένα δάσος, ένα ποτάμι ή μία θάλασσα, κοντύτερα στη φύση (την εκτός και την εντός), "σαν παραμύθι". Σήμερα, που το παραμύθι έγινε για μένα σχεδόν πραγματικότητα, και έχω την ευκαιρία να πηγαίνω στο δάσος συχνότερα, να χάνομαι μέσα του, να το χαίρομαι και να κοινωνώ μαζί του, τα παιδιά μου είναι πλέον έφηβοι.

Οι δικοί μου έφηβοι, λοιπόν, δεν πολυνοιάζονται για το δάσος, ούτε τους λείπει. Περνούν τις ώρες τους με φίλους, μιλώντας ή παίζοντας, εξερευνώντας τις δυνατότητες της πόλης τους, βλέποντας σειρές στον υπολογιστή, διαβάζοντας για παράλογες εξετάσεις, ψάχνοντας γκάτζετ, ρούχα ή βιβλία στις αστικές αλυσίδες, ψάχνοντας την ταυτότητα και το νόημα της ζωής τους στις επιλογές του μέλλοντός τους. Ετσι είναι η εφηβεία. Πρέπει να αρνηθείς το κάθε τι της παλαιάς γενιάς προκειμένου να προσεγγίσεις το "ποιός είσαι", να δοκιμάσεις να βουτήξεις και να αντλήσεις από τα δικά σου βάθη το "τι θέλεις".

Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να μυήσω τα παιδιά μου εκ νέου στο Δάσος (στο δάσος όπως το γνωρίζω σήμερα). Στον Αγριο Τόπο (εντός και εκτός), στον τόπο που δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς γιατί δεν υπάρχει ψέμα, ούτε προσποίηση, ούτε χαζά διλήμματα. Στον τόπο που μπορείς να μάθεις όλα όσα χρειάζεσαι να μάθεις για τη ζωή, καθημερινά, στην πράξη - χωρίς αντικρουόμενες θεωρίες που καταρρίπτονται 'από νεώτερες έρευνες', χωρίς εξετάσεις άλλες από την απλή επιβίωση, χωρίς την ψευδαίσθηση  της  χωριστικότητας που καλλιεργεί η δυτική επιστημοσύνη και ο αστικός τρόπος ζωής.

Ερχεται όμως η ώρα που ο άνθρωπος βγαίνει από το κουκούλι που του έφτιαξε ο γονέας (μέσα στην ασφάλεια του οποίου μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε) και ανοίγει τα νέα του φτερά. Είναι η επίπονη διαδικασία της εφηβείας, που κανένας δεν γλιτώνει, και που το μόνο που μπορεί με ασφάλεια να κάνει ο γονέας είναι να αφήνει χώρο για αυτό το ξεδίπλωμα των φτερών. Και απλά να είναι εκεί, δίχτυ ασφαλείας και αγκαλιά άνευ όρων: χωρίς ψέμα, προσποίηση, ή χαζά διλήμματα.

Ισως, με την έλευση της ουσιαστικής ενηλικίωσης (όποτε κι αν έρθει αυτή), να έρθει και η ώρα της Μύησης του Δάσους, με όλα της τα πολύτιμα δώρα.





Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Εξετάσεις και Εξουσία

Δεν ξέρω να υπάρχει κάποιος που να μην αγχώνεται όταν πάει να δώσει εξετάσεις, έστω υποσυνείδητα. Κάποιοι σωματοποιούν το άγχος και το φόβο τους και βγάζουν από εξανθήματα, έρπη, έλκη στομάχου, υψηλή αρτηριακή πίεση και αρρυθμία, διάρροια, μέχρι και λιποθυμία την αποφράδα μέρα και ώρα. Συναισθηματικά κάποιοι παραλύουν από το φόβο τους και σταματά να λειτουργεί το μυαλό τους (εδώ πάντα θυμάμαι το γνωστό τσιτάτο που λέει ότι «ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ένα καταπληκτικό όργανο, που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο 365 μέρες το χρόνο και σταματά μόνο την ώρα των εξετάσεων»), κάποιοι αντιδρούν τόσο που αρνούνται και θυμώνουν και καίνε τα βιβλία τους, κάποιοι άλλοι απλά εκδηλώνουν ανεξήγητη και ανυπέρβλητη υπνηλία.



Εχω να διηγηθώ πολλές ιστορίες για τη σχέση των παιδιών μου με τις εξετάσεις του σχολείου. Καμιά δεν είναι ευχάριστη. Εχω όμως μία πολύ αστεία ιστορία από τη δική μου ζωή – κάποτε, όταν σπούδαζα νεοελληνική φιλολογία στην Αγγλία, έπρεπε να δώσω προφορικές εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα (όπως κάθε φοιτητής ξενόγλωσσου τμήματος). Μιλάμε για τη μητρική μου γλώσσα, φυσικά. Την προηγούμενη μέρα μιλούσα (ελληνικά) με τον (άγγλο) εξεταστή μου, χαλαρά, και του έλεγα για τις ταινίες του Βέγγου και το ιδιότυπο χιούμορ του (θυμάμαι ότι δεν είχε δει καμία!). Όταν ήρθε η σειρά μου να εξεταστώ (στη μητρική μου γλώσσα), και μπήκα στην αίθουσα, το μυαλό μου είχε ολότελα αδειάσει από ελληνικά. Δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μια λέξη ελληνική! Μάταια προσπαθούσε ο συμπαθής εξεταστής να μου βγάλει μια ελληνική λέξη από το στόμα «για να είναι και τυπικά κατωχυρωμένος να μου βάλει ένα βαθμό», αλλά τίποτα. Όταν βγήκα έξω, έβαλα τα κλάματα, φυσικά – όχι από φόβο μην και δεν περάσω το μάθημα, αλλά από το άγχος και την αίσθηση της ματαίωσης…

Φέτος είπα στον μικρό μου (πρώτη γυμνασίου) ότι αν θέλει μπορεί και να μην διαβάσει καθόλου, φόβος να μείνει στην ίδια τάξη δεν υπάρχει εξάλλου, και οι βαθμοί του σχολείου είναι απλά ενδεικτικοί της νοοτροπίας των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών. Δεν ξέρω τι έκανε τόσες ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του, η αλήθεια είναι, αλλά σε γενικές γραμμές χαλαρά τις πέρασε τις εξετάσεις του, δίνοντάς μου την αίσθηση ότι πήρε υπεύθυνα τη ζωή του  στα χέρια του. Η μεγάλη μου κόρη είχε πάντα μία παράξενη δυσανεξία  στο εξετάζεσθαι: πάγωνε από το φόβο της όποτε έπρεπε να «πει μάθημα» και σώπαινε, με αποτέλεσμα να μελετά «άσκοπα», εφόσον η μελέτη αυτή δεν μπορούσε ποτέ να αποδώσει βαθμολογικούς καρπούς (το αντίθετο μάλιστα). Οσο και να ενθουσιαζόταν κάποιες φορές και να ενέσκηπτε στα σχολικά εγχειρίδια με πάθος και βάθος (ναι, συνέβαινε κι αυτό!), όταν ερχόταν η ώρα της εξέτασης, εκεί παρέλυε. Τελεία.



Τι είναι αυτό που μας αγχώνει έως παράλυσης όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε «εξετάσεις»; Τι είναι αυτό που, παρά τις γνώσεις, τη μνήμη, και την ευφυία μας, μας φοβίζει όταν εξεταζόμαστε; Τι είναι αυτό μέσα μας που αντιδρά (σε άλλους πιο σφοδρά και σε άλλους πιο ήπια) στο εξετάζεσθαι; Πρέπει να είναι κάτι πολύ βαθύ, κάτι που εγείρεται (και εξεγείρεται) μέσα από τα απρόσιτα νερά του πυρήνα της ύπαρξής μας, κάτι που απωθούμε τόσο που δεν μπορούμε καν να το βάλουμε σε λόγια και να του δώσουμε χώρο στο συνειδητό μας νου. Κάτι που, για να του επιφυλάσσουμε τέτοια μεταχείριση, πρέπει να μας είναι απαγορευμένο και ως σκέψη (από ποιόν; Μάλλον από το τρέχον κυρίαρχο σύστημα κληρονομημένων αξιών…) Υποθέσεις κάνω, ως ντετέκτιβ του εσωτερικού μου εαυτού, πρωτίστως.

Κάθε χρονιά το διερωτώμαι, ίδια κι απαράλλαχτα, καθώς βιώνω το βάσανο των παιδιών μου και παρακολουθώ (μακρόθεν) το βάσανο χιλιάδων άλλων παιδιών που εξετάζονται στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Μέσα στη ζωή καθημερινά «δίνουμε εξετάσεις» για χίλια-δύο πράγματα (από το πόσο καλοί φίλοι είμαστε, μέχρι το αν θα καταφέρουμε λογιστικά να βγάλουμε το μήνα με ένα διαρκώς μειούμενο μισθό χωρίς να πεινάσει η οικογένειά μας, ή το αν θα καταφέρουμε να πείσουμε το γείτονα να μην πετάει τα σκουπίδια του έξω από τον κάδο), αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δεκαετίες αφότου έδωσαν και πέρασαν τις εξετάσεις τους με επιτυχία, βλέπουν ακόμα στον ύπνο τους αγχωτικούς εφιάλτες ότι κάθονται στο εξεταστικό κέντρο «και δεν θυμούνται τίποτα»…



Υπάρχει κάτι μέσα μας, κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μαζί μας, που γνωρίζει ότι είμαστε όντα μοναδικά, ο καθένας και η καθεμία με τη δική του ιδιαίτερη προσωπικότητα, χαρίσματα, ιδιοσυστασία και αξία, που δεν μπορεί να μπει στα καλούπια κανενός. Μέσα μας υπάρχει μία εγγενής ευφυία (κάποιοι την ονομάζουν «εσώτερο εαυτό», κάποιοι «εν ημίν Θεό», κάποιοι «αθάνατη ψυχή») που γνωρίζει για ποιο λόγο βρισκόμαστε εδώ, τι ήρθαμε να κάνουμε, που έχει αδιάψευστο κι αλάνθαστο κριτήριο για το τι είναι σημαντικό και τι όχι, κάτι που είναι άγριο άγιο και αδάμαστο. Ελεύθερο. Κάτι που δεν αναγνωρίζει άλλη εξουσία ή αυθεντία πέρα από τον εαυτό του και αυτό που κάποιοι ονομάζουμε «Θεό». Κάτι που το μόνο που επιζητά είναι να γνωρίσει τον εαυτό του μέσω της έκφρασης: θέλει να εκφράσει τη φύση του, τα χαρίσματά του, τη δυσκολία του, τη χαρά και τη θλίψη του.

Αυτή η εγγενής ευφυία, λοιπόν, αντιστέκεται σε ότι δεν αρμόζει στην ελεύθερη φύση της: αντιστέκεται στην κοινωνική σύμβαση που θέλει να της επιβάλει το τι θα μάθει - τι δεν θα μάθει και πώς, συμπιέζεται και στρεσάρεται από το τρέχον εκπαιδευτικό σύστημα που θέτει νόρμες: αυθεντίες, ωράριο, ομοιομορφίες, εκπαιδευτική ύλη, φύλλα αξιολόγησης, και εξετάσεις. Αυτή η εγγενής ευφυία, που υπάρχει μέσα σε κάθε έναν άνθρωπο που γεννιέται στη γη, ξέρει τι θέλει να μάθει και τι θέλει να κάνει. Και θα μάθει και θα κάνει, εάν αφεθεί ελεύθερη στο κατάλληλο περιβάλλον.

Αυτή, η υγιής αντίσταση και αντίδραση, παρότι μη-αντιληπτή στον συνειδητό μας νου (η κοινωνία μας έχει πείσει για την αναγκαιότητα των εξετάσεων, και όχι μόνο) δημιουργεί μέσα μας μία εσωτερική σύγκρουση. Σύγκρουση σημαίνει πόλεμος, και οι πόλεμοι έχουν θύματα – στην προκειμένη περίπτωση, εμάς τους ίδιους. Εξασθενούμε ψυχικά και σωματικά κάθε φορά που ο εσωτερικός μας εαυτός αντιστέκεται σε ότι δεν συμβαδίζει με τη φύση του. 

Κάθε φορά που πάμε να δώσουμε εξετάσεις σε κάποιο μάθημα, υπάρχει μέσα μας μία άηχη φωνή ενός αόρατου εαυτού που λέει «Ποιος είσαι εσύ που θα με κρίνεις και με ποιο δικαίωμα; Ποιος είσαι εσύ που θα υποδουλώσεις στα δικά σου αυθαίρετα κριτήρια την υπέροχη μοναδικότητά μου, τη διαφορετικότητά μου, που στο κάτω-κάτω σου είναι παντελώς άγνωστη; Ποιος είσαι εσύ που θα με κατατάξεις σε μία πλαστή ιεραρχία η οποία θα καθορίσει τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου; Δεν αναγνωρίζω την εξουσία σου. Σε φοβάμαι…»




Είναι γεγονός ότι η σχέση πολλών παιδιών με τους γονείς τους περνά μέσα από το φίλτρο της αξιολόγησης των δασκάλων – «τι βαθμούς έφερες;» ρωτά ο γονέας το παιδί, κι αλοίμονό του εάν δεν έφερε τα προσδοκώμενα. Ετσι, από την εγγενή ευφυία, την έκφραση και τον αυτοπροσδιορισμό του ελεύθερου ανθρώπου περνάμε στον ετεροπροσδιορισμό του εξαρτημένου από την αυθεντία και την εξουσία δούλου. Εάν δεν καλουπώσεις και δεν υποδουλώσεις τη σκέψη, ο άνθρωπος θα λειτουργήσει με βάση την αληθινή του φύση, και τότε αλοίμονο στους πάσης φύσεως εξουσιαστές…


Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Γονείς, Παιδιά, και Καπιταλισμός

Διαβάζοντας το παρακάτω άρθρο αναστέναξα πολλές φορές, και θέλησα να το μοιραστώ. Μιλά για κάτι που πολλές (και πολλοί) από μας έχουμε σκεφτεί, αλλά λίγες (και ακόμα λιγότεροι) έχουμε υλοποιήσει: την αξία του να μείνουμε 'στο σπίτι' να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Αναφέρεται σε κοινωνίες πιο "υπαλληλοποιημένες" από τη δική μας, αλλά σίγουρα ισχύει για πολλών ανθρώπων τη νοοτροπία σε σχέση με τα παιδιά. Αυτό φαίνεται καθαρά  στο πώς νιώθουν οι εργοδότες όταν μία υπάλληλός τους μένει έγκυος... Και παρότι θεωρώ οτι υπεραπλουστεύει τα πράγματα, αξίζει και μόνο ως πρόκληση προβληματισμού.

Για τον καπιταλισμό, τα παιδιά είναι ένα ατυχές βάρος. Οχι μόνο δεν συμμετέχουν σε επί πληρωμή εργασία, αλλά "ρουφούν" και πόρους. Το καλύτερο μέρος γι αυτά είναι 'εκτός' (ΣτΜ. έξω από τη ζωή μας, έξω από το χώρο και το χρόνο μας...). Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσαμε να αναθεωρήσουμε την ιδιότητά τους, και να τα ανάγουμε σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ("προϊόντα ανταλλαγής").
Από τα μικρά μας χρόνια, το σύστημα των πεποιθήσεων και των αξιών μας είναι συνυφασμένο με τις αξίες του καπιταλισμού. 'Πραγματική δουλειά' είναι κάτι για το οποίο πληρωνόμαστε. Η αξία και η συνεισφορά μας στην κοινωνία μετριέται με όρους εργασίας επί πληρωμή. Οσο μεγαλύτερη  η πληρωμή, τόσο  υψηλότερη η κοινωνική αξία. Δεν έχει πολλή σημασία το τι κάνει κανείς, το σημείο-κλειδί είναι το χρηματικό αλισβερίσι.
Και ξαφνικά κάνεις παιδί - και εργάζεσαι σκληρότερα και πολύ πολύ περισσότερες ώρες, και κανείς δεν σε πληρώνει ούτε ένα σεντ για όλο αυτό.

Το παράθυρο της εγκεκριμένης φροντίδας

Κατ' αρχήν αυτό είναι αναμενόμενο, και δεν είναι πρόβλημα. Υπάρχει ένα 'παράθυρο χρόνου' όπου οι προϊστάμενοί μας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα ("τα αφεντικά μας") μας επιτρέπουν να φροντίσουμε τα παιδιά μας ως γονείς. Αν είμαστε τυχεροί, αυτό το παράθυρο χρόνου μπορεί να φτάσει και μέχρι ένα χρόνο (ΣτΜ. εάν είμαστε μητέρες και εργαζόμαστε στον δημόσιο τομέα).
Και εκεί τελειώνει. Ελπίζουμε οτι περάσατε θαυμάσια και όλα αυτά, αλλά καιρός να γυρίσετε πίσω στην πραγματικότητα - δηλαδή στην πραγματική δουλειά, στη μισθωτή εργασία.
Και τα μωρά; Μειώνονται ξαφνικά οι ανάγκες τους, ευθυγραμμίζονται με την διαθεσιμότητά μας να τα φροντίζουμε εμείς ως γονείς τους; Κάθε άλλο. Μας χρειάζονται όσο ακριβώς μας χρειάζονταν και πριν. Τώρα όμως μπορούμε να πληρώσουμε κάποιον άλλον (ή κάποια άλλη, ή κάποιους άλλους) να μας τα φροντίζουν.
Συγχαρητήρια καπιταλισμέ, κατάφερες να επιστρατεύσεις και τα μωρά να σου παράγουν χρήμα!

Κι αν δεν γυρίσουμε πίσω;

Κι αν οι γονείς δεν γυρίσουν πίσω στη δουλειά; Τι συμβαίνει;

Δύο πράγματα συμβαίνουν:
1. Πείθονται πέραν πάσης αμφιβολίας για το οτι η σκληρή και με αγάπη δουλειά που κάνουν ως κύριοι φροντιστές των παιδιών τους έχει ανυπολόγιστη αξία.
2. Περιθωριοποιούνται από τον εσωτερικευμένο καπιταλισμό (τις εσωτερικευμένες αξίες του καπιταλισμού) τόσο τις δικές τους όσο και των άλλων γύρω τους.

Βρίσκεται κανείς σε μία πολύ περίεργη θέση.
Με άλλα λόγια, μετατρέπεσαι σε μία νησίδα ασημαντότητας. Σου βγαίνει ο κώλος στη δουλειά, κάνεις κάτι απίστευτα ουσιώδες, αλλά ο καπιταλισμός σε πετάει απέξω λέγοντάς σου πως αυτό που κάνεις δεν σημαίνει και δεν αξίζει απολύτως τίποτα.
Μήπως φταίει το γεγονός οτι η κοινωνία μας δεν θέτει υψηλή αξία στην ουσιαστική ευζωία (υγεία, χαρά, πληρότητα ζωής) των παιδιών, οτι τα παιδιά δεν θεωρούνται άνθρωποι που χρήζουν σεβασμού και καλής ποιότητας φροντίδας; Υπάρχει και αυτό.
Το χαμηλό κοινωνικό στάτους των νηπίων και των παιδιών επίσης επιδρά στο στάτους των άλλων ανθρώπων που ασχολούνται μαζί τους: νηπιαγωγούς και δασκάλους, για παράδειγμα. Ακόμα κι αυτοί, όμως βιώνουν μεγαλύτερο σεβασμό από την κοινωνία από ότι οι γονείς που φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους. Αυτοί πληρώνονται για την εργασία τους, και αυτό την καθιστά σημαντική.
Οι γονείς απλά το κάνουν δωρεάν. Αυτό τους καθιστά αλήτες, με αποκλίνουσα συμπεριφορά, αντιφεμινιστές (και αντιφεμινίστριες) νοσταλγούς της δεκαετίας του 1950, ή σκέτο τεμπέληδες. Αυτό είναι ένα κοινωνικό στίγμα που αποδίδουμε σε όλους αυτούς που ονομάζουμε "εξαρτώμενους", ή "προστατευόμενα μέλη".

Και τελικά Τι κάνεις όλη μέρα;

Οι γονείς που φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους δεν πρέπει απλά και μόνο να έχουν ισχυρά προσωπικά κίνητρα και να είναι ευρηματικοί προκειμένου να βρούν τον ρού της πλεύσης τους μέσα σε μία κοινωνία που δεν έχει θέση γι αυτούς, αλλά επίσης πρέπει να αυτοεκπαιδευτούν να έχουν την αναγκαία αυτοεκτίμηση για να πολεμήσουν τον εσωτερικευμένο καπιταλισμό που τους λέει διαρκώς οτι αυτό που κάνουν δεν έχει καμία απολύτως αξία.
Οπότε, ψάχνουμε ο ένας τον άλλον, φτιάχνουμε ομάδες αλληλοστήριξης, βρισκόμαστε μαζί και ενισχύουμε ο ένας τον άλλον. Ανταλάσσουμε αγάπη και εκτίμηση.
Και όταν το κάνουμε αυτό, ήσυχα και δημιουργικά αποσταθεροποιούμε τον καπιταλισμό (που πάει πακέτο με την πατριαρχία). Λέμε οτι παρά τις δυσκολίες, παρά τους οικονομικούς, κοινωνικούς, και προσωπικούς συμβιβασμούς, παρά τα όσα μας έμαθε να πιστεύουμε το καπιταλιστικό σύστημα που μας γαλούχησε, παρά ταύτα συνεχίζουμε να πιστεύουμε οτι αυτό που κάνουμε είναι απείρως σημαντικό ως έργο - και αξίζει με το παρaπάνω τον χρόνο, τον κόπο, και την αφιέρωσή μας. Λέμε οτι παρόλο που δεν μας πληρώνουν για αυτό και άρα δεν λογίζεται για "πραγματική δουλειά", τα παιδιά μας το αξίζουν.
Και γι αυτό, ασχέτως με το τι πιστεύουν οι άλλοι, ακόμα και με το τι καμιά φορά και οι ίδιοι συνειδητοποιούμε οτι πιστεύουμε, μπορούμε να συνεχίσουμε να επιτελούμε το πλέον σημαντικό έργο ως ενεργοί πολίτες αυτής της κοινωνίας.


Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Η Ενηλικίωση



Αυτό το ποστ έχω ξεκινήσει να το γράφω από τον περασμένο Μάρτη. Μα όλο αλλάζει και ξεφεύγει από τη στατικότητα της γραφής, κι όλο το κυνηγάω. Αυτή είναι η αποτύπωση της παρούσας  ώρας.

Από προχτές που μπήκα  στο δωμάτιο και την είδα να πακετάρει τα
ρούχα της έχω μέσα μου αυτό το τραγούδι. Το παιδί μου ανοίγει τα φτερά του, και
πόσο περήφανη είμαι για αυτήν! Κάτι μέσα μου πετάει, κάτι μέσα μου βουλιάζει.
Αυτό ήταν, το κοριτσάκι μου δεν θα το ‘χω πια μαζί μου.
Επισήμως ενηλικιώθηκε το Μάρτιο. Εκείνο
το πρωί την πήγα στο σχολείο για πρόβα, και συνεχίσαμε με τα άλλα δύο παιδιά
μια απρόσμενη βόλτα στη θάλασσα. Εκανε κρύο, και περπατήσαμε στην παραλία με τη
μεσαία, συζητώντας για τα δικαιώματα των γυναικών και το πώς μπορούμε να
παλέψουμε για αυτά, μια που εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο δεν τα
απολαμβάνουν. Δεν άνοιξα εγώ αυτή τη συζήτηση, και ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα
από ένα παιδί που άλλα  δείχνει, άλλα
διαβάζει, και άλλα σκέφτεται. Ο βοριάς ερχόταν κρύος από τη θάλασσα, και
περπατούσαμε γρήγορα. Σκεφτόμουν ότι εκείνη η μέρα ήταν και για μένα μια
ενηλικίωση. Εκείνο το βράδυ πήγαμε να κοιμηθούμε στο γραφείο με το μικρό,
αφήνοντας το σπίτι στα μεγάλα παιδιά να οργανώσουν το πάρτυ και να κάνουν όση
φασαρία ήθελαν όλο το βράδυ. Ως οικογένεια είχαμε κόψει την γενέθλια τούρτα το
μεσημέρι. Πρόβα ζωής.
Λίγους μήνες μετά ήρθε και το πολυπόθητο
τέλος του σχολείου («περιμένω να τελειώσει το σχολείο για να αρχίσει η ζωή μου»
έλεγε  τα τελευταία δύο χρόνια).
Γλυκόπικρο κι αυτό: η ατμόσφαιρα της τελευταίας χρονιάς στο σχολείο είναι
συνήθως υπέροχη, οι φίλοι και οι φίλες μετακομίζουν για σπουδές. Η ίδια διάλεξε
να μην ακολουθήσει την πεπατημένη: δεν έδωσε εξετάσεις για πανεπιστήμιο, ήθελε
να περάσει ένα χρόνο μόνη, χωρίς να κάνει τίποτα, «για να σκεφτεί και να ψαχτεί».
Κάποιοι καθηγητές της στο σχολείο της έλεγαν ότι αν δεν δώσει στο πανεπιστήμιο «θα
καταστραφεί», «θα χαραμιστεί», δεν θα βρίσκει δουλειά, δεν θα μπορεί να ζήσει
(νοοτροπία των παπούδων που έζησαν άλλες εποχές), και άλλοι επικροτούσαν την
επιλογή της να βρεί ακριβώς αυτό που θέλει για να μπορέσει να το κυνηγήσει με
το πάθος που του αρμόζει.
Πέρασε το καλοκαίρι κάνοντας
σχέδια για διακοπές με φιλενάδες, που κάποια ευοδώθηκαν και κάποια όχι, και
ψήφισε 2 φορές: στο δημοψήφισμα με χαρά και ελπίδα, κι εγώ με καμάρι που πήγαινα
στο εκλογικό κέντρο με την κόρη μου, που θα ψήφιζε για πρώτη φορά σε μια τόσο ιστορική
στιγμή της Ελλάδας. Οι εκλογές ήταν αλλιώς: μέχρι το τελευταίο βράδυ πριν
συζητούσαμε τα υπερ και τα κατά του να ψηφίσεις και να μην ψηφίσεις, αναλύαμε
εξονυχιστικά τις προοπτικές με βάση τις πιθανότητες των κομμάτων, και πήγαμε να
ψηφίσουμε με μισή καρδιά. Μαζί με τους μεγάλους της οικογένειας μαθαίνει την
πρόσφατη πικρή ιστορία της Ελλάδας από πρώτο χέρι, και αυτό μάλλον βαθαίνει την
αντίληψή της. Μαζί της επανεξετάζω και εγώ τη δική μου αντίληψη. Ποτέ δεν είχα
συνειδητοποιήσει πόσο μετράει για μένα η ιστορία, πόσο αναλύω τα γεγονότα με
βάση τις ρίζες τους και πόσο ψάχνω να βρω και να καταλάβω αυτές τις ρίζες (ως
θύμα κι εγώ του σχολείου την ιστορία την είχα στο φτύσιμο, γιατί ήταν ένα
μάθημα που έπρεπε να αποστηθίσω άκριτα, και ήμουν παντελώς ανίκανη τόσο να
αποστηθίσω όσο και να αποδεχτώ κάτι άκριτα). Κάναμε συζητήσεις βαθιές, οι
ενήλικες του σπιτιού μας, μέσα σ’ αυτό το καλοκαίρι, κάνοντας συγχρόνως χώρο ο ένας
για τον άλλον.  
Μετά από αρκετό ψάξιμο (στην ψυχή
της και εκτός) επέλεξε μία σχολή ζαχαροπλαστικής, για αρχή, όπως είπε, ως πρώτο
βήμα για τους απώτερους στόχους της. Οι φίλες της πέρασαν λίγο-πολύ στις σχολές
που ήθελαν, και χάρηκε μαζί τους. Εγιναν αρκετά αποχαιρετιστήρια πάρτυ και
συναντήσεις στο τέλος του καλοκαιριού, δοκιμάστηκαν ποτά και ξενύχτια στις θάλασσες
και στα μπαράκια, δοκιμάστηκαν και διερευνήθηκαν φιλίες και προοπτικές σχέσεων.
Ετσι άρχισαν τα σχέδια για συγκατοίκηση. Εχοντας τη δική μου εμπειρία ως
προηγούμενο (ως φοιτήρια πάντοτε συγκατοικούσα με άλλους ανθρώπους, είτε λόγω
σχέσεων και παρέας, είτε λόγω οικονομικής δυνατότητας) θεωρούσα ότι οι νέοι
άνθρωποι θέλουν να συγκατοικήσουν με φίλους ή άλλους ανθρώπους – αν μη τι άλλο,
έχει περισσότερη πλάκα να μοιράζεσαι τα πράγματα παρά να είσαι μόνος. Και
φυσικά ότι μετά από τόση κηδεμόνευση μέσα στα πλαίσια της ελληνικής οικογένειας,
θα θέλουν να ζήσουν ελεύθεροι, να δοκιμάσουν να ανακαλύψουν και να αναπτύξουν τις
δυνάμεις και τις ικανότητές τους. Και πάντα θεωρούσα τα παιδιά που σπουδάζουν
μακριά ιδιαιτέρως τυχερά από αυτή την άποψη. Ανακάλυψα ότι δεν είναι έτσι
απαραίτητα. Για κάποιο μυστήριο (για μένα) λόγο, φαίνεται ότι τα παιδιά στη
χώρα μας δεν θέλουν να συγκατοικούν με άλλους. Και υπάρχει μια μεγάλη μερίδα
παιδιών που δεν θέλει να αφήσει την πατρική στέγη, γιατί δεν νιώθουν έτοιμα να
αναλάβουν τις ευθύνες της ζωής  τους (ακόμα
κι αν αυτές οι ευθύνες δεν περιλαμβάνουν τον βιοπορισμό αυτό καθαυτό). Αυτά
ανακαλύπτει και η νεαρή ενήλικη της οικογένειας, και εκπλήσσεται αντίστοιχα.
Με όλα αυτά ο άνθρωπος μέσα μου επικροτεί,
χειροκροτεί, χαίρεται - και η μαμά φοβάται, αμφιβάλλει, αγωνιά. Όλα τα
συναισθήματα, μα όλα, διπλά. Διπλά κι αντικρουόμενα, διπλά κι αντιμαχόμενα.
Μαθαίνουμε να βλέπουμε τα πράγματα μονοδιάστατα, μαθαίνουμε ότι υπάρχει μία
σωστή ερμηνεία για όλα την κάθε στιγμή, μαθαίνουμε ότι δεν μπορούμε να κρατάμε
δύο ιδέες μαζί μέσα στο νου μας, αλλά ιδού, κι αυτό καταρρίπτεται. (Οσον αφορά
για το πόσους ανθρώπους μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι ανά πάσα  στιγμή, αυτό με το που γίνεσαι γονέας το
ξεπερνάς: όσα παιδιά τόσοι έρωτες, κι αν υπάρχει έρωτας με τον σύντροφο, ένας
ακόμα).
Το παιδί μου μεγάλωσε. Διαβάζει
Σύλβια Πλαθ αλλά μένει πιστή και στον Χάρυ Πότερ («μαμά, το ήξερες ότι η
Ρόουλινγκ έχει την ίδια ηλικία με σένα;»), βλέπει σήριαλ στον υπολογιστή με τις
φίλες της, εξερευνά τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, κάνει ξανά χορό,
φροντίζει τις ψυχές όλων μας με την ευθυκρισία και την καλωσύνη της. Εβαψε τα
μαλλιά της μωβ. Φοράει πράγματα παντελώς αντίθετα από το δικό μου γούστο. Και
χάνεται. Είναι αυτό που λένε «δεν τη βλέπει το σπίτι», και φέρεται σαν όλους
τους εφήβους που ακόμα κοιμούνται στο πατρικό, σ’ ένα μεταίχμιο μεταξύ της
αυτόνομης ζωής και της ανάγκης για φροντίδα. Όχι ότι δεν ξέρει να φροντίζει τον
εαυτό της, κάθε άλλο. Ελευθερίες και ευκαιρίες είχε από πολύ μικρότερη. Την
αγαπώ και χαίρομαι την παρουσία της, αλλά πρέπει να την αφήσω. Ένα αίσθημα που
με κόβει στα δύο.
Στα πόσα μπορεί να κοπεί ένας
άνθρωπος χωρίς να χάσει την ακεραιότητά του; Πόσο πόνο μπορεί να ενσωματώσει
ένας άνθρωπος χωρίς να διαλυθεί; Εξερευνώ τα όριά μου.
Η ζωή μας είναι ρευστή – πολλές φορές
το λέμε, αλλά λίγο συνειδητοποιούμε τη ροή. Ακόμα λιγότερο ρέουμε μαζί της,
έχοντας κάνει την ακαμψία (με τη μορφή της «σταθερότητας») αξία ζωής. «Στεκόμαστε»
στα γεγονότα. Κολλάμε σ’ αυτά. Κάποτε ένας παλιός αγαπημένος δάσκαλος μου είχε
πει «αν ήθελα να συνοψίσω όλη τη σοφία που μου έχει διδάξει μέχρι σήμερα η ζωή,
θα έλεγα τη λέξη που ακούω  συνέχεια από
το γιό μου και τους φίλους του: ξεκόλλα». Τον θυμάμαι συχνά σε τέτοιες ώρες.
Εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον ζω
μέσα στην ανασφάλεια και στα ανάμικτα συναισθήματα σχετικά με το παιδί μου.
Αγωνιώ, μου έρχεται συχνά να βάλω μπρος την κλασσική «κασέτα» που λένε οι
γονείς στα παιδιά τους – εντάξει, κάποιες φορές μπαίνει μπροστά από μόνη της,
και ακούω τους γονείς μου να μιλούν μέσα από το στόμα μου και τρομάζω. Αν είστε
γονείς, τα ξέρετε. Ολο το φάσμα από τα ακραία «μην εμπιστεύεσαι τις φίλες σου»
μέχρι τα «πώς θα βρείς δουλειά με μωβ μαλλιά;». Και φυσικά το κλασσικό «πρόσεχε».
Αυτό είναι μικρή λέξη και εύκολα δραπετεύει από το «έρκος των οδόντων», κι ας μην
σημαίνει τίποτα απολύτως. Μέσα στη σοφία που κουβαλάει η νεανική (αλλά
ενήλικη!) καρδούλα της, εκείνη όλα αυτά τα ξέρει, και είτε χαμογελά με
συγκατάβαση και καλωσύνη είτε μου βάζει φρένο. 
Ζω μέσα στην ανασφάλεια
μαθαίνοντας να εμπιστεύομαι τη ροή. Τη ροή και το παιδί μου. Αρχισα να
συνειδητοποιώ πλέον στο πετσί μου ότι η γονεϊκή ταυτότητα δεν συνεπάγεται
κανενός είδους «παντογνωσία» ή αυθεντία. Κάθε μέρα μαθαίνω νέα πράγματα από τα
παιδιά μου, τα  οποία αλλάζουν τη ζωή και
την επίγνωσή μου, και η μόνη συνεπής 
στάση που μπορώ  να πάρω είναι του
υποστηρικτή του θαυμαστή και του μαθητή.