Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το Δάσος και η Εφηβεία

Εχει ειπωθεί (από τον πρόσφατα εκλιπόντα πατέρα της περμακουλτούρας, Μπιλ Μόλισον) οτι "τα δάση είναι τα μεγαλύτερα εκπαιδευτήρια (τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά συστήματα) του πλανήτη μας. Αν για κάποιο λόγο καταργηθούν όλα τα πανεπιστήμια, η ανθρωπότητα δεν έχει χάσει πολλά, αλλά αν για όποιο λόγο εξαφανιστούν τα δάση, η ανθρωπότητα θα έχει χάσει τα πάντα."

Τα παιδιά μου, όπως κι εγώ, είμαστε παιδιά της πόλης. Μεγαλώσαμε και ζήσαμε στην πόλη, με σύντομες ανάπαυλες στα δάση και τα άγρια μέρη. Οσο μεγαλώνω διαπιστώνω πόσο λίγο περπατήσαμε κάτω από τα μεγάλα δέντρα και πλάι στα ποτάμια. Η ζωή στην πόλη (εξ ανάγκης και όχι από επιλογή) μας έδωσε τέχνη και κοινωνικοποίηση, ασφάλεια, "κανονικότητα". Ως μαμά πάντα ονειρευόμουν το μεγάλωμα των παιδιών μου πλάι σε ένα δάσος, ένα ποτάμι ή μία θάλασσα, κοντύτερα στη φύση (την εκτός και την εντός), "σαν παραμύθι". Σήμερα, που το παραμύθι έγινε για μένα σχεδόν πραγματικότητα, και έχω την ευκαιρία να πηγαίνω στο δάσος συχνότερα, να χάνομαι μέσα του, να το χαίρομαι και να κοινωνώ μαζί του, τα παιδιά μου είναι πλέον έφηβοι.

Οι δικοί μου έφηβοι, λοιπόν, δεν πολυνοιάζονται για το δάσος, ούτε τους λείπει. Περνούν τις ώρες τους με φίλους, μιλώντας ή παίζοντας, εξερευνώντας τις δυνατότητες της πόλης τους, βλέποντας σειρές στον υπολογιστή, διαβάζοντας για παράλογες εξετάσεις, ψάχνοντας γκάτζετ, ρούχα ή βιβλία στις αστικές αλυσίδες, ψάχνοντας την ταυτότητα και το νόημα της ζωής τους στις επιλογές του μέλλοντός τους. Ετσι είναι η εφηβεία. Πρέπει να αρνηθείς το κάθε τι της παλαιάς γενιάς προκειμένου να προσεγγίσεις το "ποιός είσαι", να δοκιμάσεις να βουτήξεις και να αντλήσεις από τα δικά σου βάθη το "τι θέλεις".

Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να μυήσω τα παιδιά μου εκ νέου στο Δάσος (στο δάσος όπως το γνωρίζω σήμερα). Στον Αγριο Τόπο (εντός και εκτός), στον τόπο που δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς γιατί δεν υπάρχει ψέμα, ούτε προσποίηση, ούτε χαζά διλήμματα. Στον τόπο που μπορείς να μάθεις όλα όσα χρειάζεσαι να μάθεις για τη ζωή, καθημερινά, στην πράξη - χωρίς αντικρουόμενες θεωρίες που καταρρίπτονται 'από νεώτερες έρευνες', χωρίς εξετάσεις άλλες από την απλή επιβίωση, χωρίς την ψευδαίσθηση  της  χωριστικότητας που καλλιεργεί η δυτική επιστημοσύνη και ο αστικός τρόπος ζωής.

Ερχεται όμως η ώρα που ο άνθρωπος βγαίνει από το κουκούλι που του έφτιαξε ο γονέας (μέσα στην ασφάλεια του οποίου μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε) και ανοίγει τα νέα του φτερά. Είναι η επίπονη διαδικασία της εφηβείας, που κανένας δεν γλιτώνει, και που το μόνο που μπορεί με ασφάλεια να κάνει ο γονέας είναι να αφήνει χώρο για αυτό το ξεδίπλωμα των φτερών. Και απλά να είναι εκεί, δίχτυ ασφαλείας και αγκαλιά άνευ όρων: χωρίς ψέμα, προσποίηση, ή χαζά διλήμματα.

Ισως, με την έλευση της ουσιαστικής ενηλικίωσης (όποτε κι αν έρθει αυτή), να έρθει και η ώρα της Μύησης του Δάσους, με όλα της τα πολύτιμα δώρα.





Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Εξετάσεις και Εξουσία

Δεν ξέρω να υπάρχει κάποιος που να μην αγχώνεται όταν πάει να δώσει εξετάσεις, έστω υποσυνείδητα. Κάποιοι σωματοποιούν το άγχος και το φόβο τους και βγάζουν από εξανθήματα, έρπη, έλκη στομάχου, υψηλή αρτηριακή πίεση και αρρυθμία, διάρροια, μέχρι και λιποθυμία την αποφράδα μέρα και ώρα. Συναισθηματικά κάποιοι παραλύουν από το φόβο τους και σταματά να λειτουργεί το μυαλό τους (εδώ πάντα θυμάμαι το γνωστό τσιτάτο που λέει ότι «ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ένα καταπληκτικό όργανο, που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο 365 μέρες το χρόνο και σταματά μόνο την ώρα των εξετάσεων»), κάποιοι αντιδρούν τόσο που αρνούνται και θυμώνουν και καίνε τα βιβλία τους, κάποιοι άλλοι απλά εκδηλώνουν ανεξήγητη και ανυπέρβλητη υπνηλία.



Εχω να διηγηθώ πολλές ιστορίες για τη σχέση των παιδιών μου με τις εξετάσεις του σχολείου. Καμιά δεν είναι ευχάριστη. Εχω όμως μία πολύ αστεία ιστορία από τη δική μου ζωή – κάποτε, όταν σπούδαζα νεοελληνική φιλολογία στην Αγγλία, έπρεπε να δώσω προφορικές εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα (όπως κάθε φοιτητής ξενόγλωσσου τμήματος). Μιλάμε για τη μητρική μου γλώσσα, φυσικά. Την προηγούμενη μέρα μιλούσα (ελληνικά) με τον (άγγλο) εξεταστή μου, χαλαρά, και του έλεγα για τις ταινίες του Βέγγου και το ιδιότυπο χιούμορ του (θυμάμαι ότι δεν είχε δει καμία!). Όταν ήρθε η σειρά μου να εξεταστώ (στη μητρική μου γλώσσα), και μπήκα στην αίθουσα, το μυαλό μου είχε ολότελα αδειάσει από ελληνικά. Δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μια λέξη ελληνική! Μάταια προσπαθούσε ο συμπαθής εξεταστής να μου βγάλει μια ελληνική λέξη από το στόμα «για να είναι και τυπικά κατωχυρωμένος να μου βάλει ένα βαθμό», αλλά τίποτα. Όταν βγήκα έξω, έβαλα τα κλάματα, φυσικά – όχι από φόβο μην και δεν περάσω το μάθημα, αλλά από το άγχος και την αίσθηση της ματαίωσης…

Φέτος είπα στον μικρό μου (πρώτη γυμνασίου) ότι αν θέλει μπορεί και να μην διαβάσει καθόλου, φόβος να μείνει στην ίδια τάξη δεν υπάρχει εξάλλου, και οι βαθμοί του σχολείου είναι απλά ενδεικτικοί της νοοτροπίας των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών. Δεν ξέρω τι έκανε τόσες ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του, η αλήθεια είναι, αλλά σε γενικές γραμμές χαλαρά τις πέρασε τις εξετάσεις του, δίνοντάς μου την αίσθηση ότι πήρε υπεύθυνα τη ζωή του  στα χέρια του. Η μεγάλη μου κόρη είχε πάντα μία παράξενη δυσανεξία  στο εξετάζεσθαι: πάγωνε από το φόβο της όποτε έπρεπε να «πει μάθημα» και σώπαινε, με αποτέλεσμα να μελετά «άσκοπα», εφόσον η μελέτη αυτή δεν μπορούσε ποτέ να αποδώσει βαθμολογικούς καρπούς (το αντίθετο μάλιστα). Οσο και να ενθουσιαζόταν κάποιες φορές και να ενέσκηπτε στα σχολικά εγχειρίδια με πάθος και βάθος (ναι, συνέβαινε κι αυτό!), όταν ερχόταν η ώρα της εξέτασης, εκεί παρέλυε. Τελεία.



Τι είναι αυτό που μας αγχώνει έως παράλυσης όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε «εξετάσεις»; Τι είναι αυτό που, παρά τις γνώσεις, τη μνήμη, και την ευφυία μας, μας φοβίζει όταν εξεταζόμαστε; Τι είναι αυτό μέσα μας που αντιδρά (σε άλλους πιο σφοδρά και σε άλλους πιο ήπια) στο εξετάζεσθαι; Πρέπει να είναι κάτι πολύ βαθύ, κάτι που εγείρεται (και εξεγείρεται) μέσα από τα απρόσιτα νερά του πυρήνα της ύπαρξής μας, κάτι που απωθούμε τόσο που δεν μπορούμε καν να το βάλουμε σε λόγια και να του δώσουμε χώρο στο συνειδητό μας νου. Κάτι που, για να του επιφυλάσσουμε τέτοια μεταχείριση, πρέπει να μας είναι απαγορευμένο και ως σκέψη (από ποιόν; Μάλλον από το τρέχον κυρίαρχο σύστημα κληρονομημένων αξιών…) Υποθέσεις κάνω, ως ντετέκτιβ του εσωτερικού μου εαυτού, πρωτίστως.

Κάθε χρονιά το διερωτώμαι, ίδια κι απαράλλαχτα, καθώς βιώνω το βάσανο των παιδιών μου και παρακολουθώ (μακρόθεν) το βάσανο χιλιάδων άλλων παιδιών που εξετάζονται στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Μέσα στη ζωή καθημερινά «δίνουμε εξετάσεις» για χίλια-δύο πράγματα (από το πόσο καλοί φίλοι είμαστε, μέχρι το αν θα καταφέρουμε λογιστικά να βγάλουμε το μήνα με ένα διαρκώς μειούμενο μισθό χωρίς να πεινάσει η οικογένειά μας, ή το αν θα καταφέρουμε να πείσουμε το γείτονα να μην πετάει τα σκουπίδια του έξω από τον κάδο), αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δεκαετίες αφότου έδωσαν και πέρασαν τις εξετάσεις τους με επιτυχία, βλέπουν ακόμα στον ύπνο τους αγχωτικούς εφιάλτες ότι κάθονται στο εξεταστικό κέντρο «και δεν θυμούνται τίποτα»…



Υπάρχει κάτι μέσα μας, κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μαζί μας, που γνωρίζει ότι είμαστε όντα μοναδικά, ο καθένας και η καθεμία με τη δική του ιδιαίτερη προσωπικότητα, χαρίσματα, ιδιοσυστασία και αξία, που δεν μπορεί να μπει στα καλούπια κανενός. Μέσα μας υπάρχει μία εγγενής ευφυία (κάποιοι την ονομάζουν «εσώτερο εαυτό», κάποιοι «εν ημίν Θεό», κάποιοι «αθάνατη ψυχή») που γνωρίζει για ποιο λόγο βρισκόμαστε εδώ, τι ήρθαμε να κάνουμε, που έχει αδιάψευστο κι αλάνθαστο κριτήριο για το τι είναι σημαντικό και τι όχι, κάτι που είναι άγριο άγιο και αδάμαστο. Ελεύθερο. Κάτι που δεν αναγνωρίζει άλλη εξουσία ή αυθεντία πέρα από τον εαυτό του και αυτό που κάποιοι ονομάζουμε «Θεό». Κάτι που το μόνο που επιζητά είναι να γνωρίσει τον εαυτό του μέσω της έκφρασης: θέλει να εκφράσει τη φύση του, τα χαρίσματά του, τη δυσκολία του, τη χαρά και τη θλίψη του.

Αυτή η εγγενής ευφυία, λοιπόν, αντιστέκεται σε ότι δεν αρμόζει στην ελεύθερη φύση της: αντιστέκεται στην κοινωνική σύμβαση που θέλει να της επιβάλει το τι θα μάθει - τι δεν θα μάθει και πώς, συμπιέζεται και στρεσάρεται από το τρέχον εκπαιδευτικό σύστημα που θέτει νόρμες: αυθεντίες, ωράριο, ομοιομορφίες, εκπαιδευτική ύλη, φύλλα αξιολόγησης, και εξετάσεις. Αυτή η εγγενής ευφυία, που υπάρχει μέσα σε κάθε έναν άνθρωπο που γεννιέται στη γη, ξέρει τι θέλει να μάθει και τι θέλει να κάνει. Και θα μάθει και θα κάνει, εάν αφεθεί ελεύθερη στο κατάλληλο περιβάλλον.

Αυτή, η υγιής αντίσταση και αντίδραση, παρότι μη-αντιληπτή στον συνειδητό μας νου (η κοινωνία μας έχει πείσει για την αναγκαιότητα των εξετάσεων, και όχι μόνο) δημιουργεί μέσα μας μία εσωτερική σύγκρουση. Σύγκρουση σημαίνει πόλεμος, και οι πόλεμοι έχουν θύματα – στην προκειμένη περίπτωση, εμάς τους ίδιους. Εξασθενούμε ψυχικά και σωματικά κάθε φορά που ο εσωτερικός μας εαυτός αντιστέκεται σε ότι δεν συμβαδίζει με τη φύση του. 

Κάθε φορά που πάμε να δώσουμε εξετάσεις σε κάποιο μάθημα, υπάρχει μέσα μας μία άηχη φωνή ενός αόρατου εαυτού που λέει «Ποιος είσαι εσύ που θα με κρίνεις και με ποιο δικαίωμα; Ποιος είσαι εσύ που θα υποδουλώσεις στα δικά σου αυθαίρετα κριτήρια την υπέροχη μοναδικότητά μου, τη διαφορετικότητά μου, που στο κάτω-κάτω σου είναι παντελώς άγνωστη; Ποιος είσαι εσύ που θα με κατατάξεις σε μία πλαστή ιεραρχία η οποία θα καθορίσει τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου; Δεν αναγνωρίζω την εξουσία σου. Σε φοβάμαι…»




Είναι γεγονός ότι η σχέση πολλών παιδιών με τους γονείς τους περνά μέσα από το φίλτρο της αξιολόγησης των δασκάλων – «τι βαθμούς έφερες;» ρωτά ο γονέας το παιδί, κι αλοίμονό του εάν δεν έφερε τα προσδοκώμενα. Ετσι, από την εγγενή ευφυία, την έκφραση και τον αυτοπροσδιορισμό του ελεύθερου ανθρώπου περνάμε στον ετεροπροσδιορισμό του εξαρτημένου από την αυθεντία και την εξουσία δούλου. Εάν δεν καλουπώσεις και δεν υποδουλώσεις τη σκέψη, ο άνθρωπος θα λειτουργήσει με βάση την αληθινή του φύση, και τότε αλοίμονο στους πάσης φύσεως εξουσιαστές…


Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Γονείς, Παιδιά, και Καπιταλισμός

Διαβάζοντας το παρακάτω άρθρο αναστέναξα πολλές φορές, και θέλησα να το μοιραστώ. Μιλά για κάτι που πολλές (και πολλοί) από μας έχουμε σκεφτεί, αλλά λίγες (και ακόμα λιγότεροι) έχουμε υλοποιήσει: την αξία του να μείνουμε 'στο σπίτι' να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Αναφέρεται σε κοινωνίες πιο "υπαλληλοποιημένες" από τη δική μας, αλλά σίγουρα ισχύει για πολλών ανθρώπων τη νοοτροπία σε σχέση με τα παιδιά. Αυτό φαίνεται καθαρά  στο πώς νιώθουν οι εργοδότες όταν μία υπάλληλός τους μένει έγκυος... Και παρότι θεωρώ οτι υπεραπλουστεύει τα πράγματα, αξίζει και μόνο ως πρόκληση προβληματισμού.

Για τον καπιταλισμό, τα παιδιά είναι ένα ατυχές βάρος. Οχι μόνο δεν συμμετέχουν σε επί πληρωμή εργασία, αλλά "ρουφούν" και πόρους. Το καλύτερο μέρος γι αυτά είναι 'εκτός' (ΣτΜ. έξω από τη ζωή μας, έξω από το χώρο και το χρόνο μας...). Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσαμε να αναθεωρήσουμε την ιδιότητά τους, και να τα ανάγουμε σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ("προϊόντα ανταλλαγής").
Από τα μικρά μας χρόνια, το σύστημα των πεποιθήσεων και των αξιών μας είναι συνυφασμένο με τις αξίες του καπιταλισμού. 'Πραγματική δουλειά' είναι κάτι για το οποίο πληρωνόμαστε. Η αξία και η συνεισφορά μας στην κοινωνία μετριέται με όρους εργασίας επί πληρωμή. Οσο μεγαλύτερη  η πληρωμή, τόσο  υψηλότερη η κοινωνική αξία. Δεν έχει πολλή σημασία το τι κάνει κανείς, το σημείο-κλειδί είναι το χρηματικό αλισβερίσι.
Και ξαφνικά κάνεις παιδί - και εργάζεσαι σκληρότερα και πολύ πολύ περισσότερες ώρες, και κανείς δεν σε πληρώνει ούτε ένα σεντ για όλο αυτό.

Το παράθυρο της εγκεκριμένης φροντίδας

Κατ' αρχήν αυτό είναι αναμενόμενο, και δεν είναι πρόβλημα. Υπάρχει ένα 'παράθυρο χρόνου' όπου οι προϊστάμενοί μας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα ("τα αφεντικά μας") μας επιτρέπουν να φροντίσουμε τα παιδιά μας ως γονείς. Αν είμαστε τυχεροί, αυτό το παράθυρο χρόνου μπορεί να φτάσει και μέχρι ένα χρόνο (ΣτΜ. εάν είμαστε μητέρες και εργαζόμαστε στον δημόσιο τομέα).
Και εκεί τελειώνει. Ελπίζουμε οτι περάσατε θαυμάσια και όλα αυτά, αλλά καιρός να γυρίσετε πίσω στην πραγματικότητα - δηλαδή στην πραγματική δουλειά, στη μισθωτή εργασία.
Και τα μωρά; Μειώνονται ξαφνικά οι ανάγκες τους, ευθυγραμμίζονται με την διαθεσιμότητά μας να τα φροντίζουμε εμείς ως γονείς τους; Κάθε άλλο. Μας χρειάζονται όσο ακριβώς μας χρειάζονταν και πριν. Τώρα όμως μπορούμε να πληρώσουμε κάποιον άλλον (ή κάποια άλλη, ή κάποιους άλλους) να μας τα φροντίζουν.
Συγχαρητήρια καπιταλισμέ, κατάφερες να επιστρατεύσεις και τα μωρά να σου παράγουν χρήμα!

Κι αν δεν γυρίσουμε πίσω;

Κι αν οι γονείς δεν γυρίσουν πίσω στη δουλειά; Τι συμβαίνει;

Δύο πράγματα συμβαίνουν:
1. Πείθονται πέραν πάσης αμφιβολίας για το οτι η σκληρή και με αγάπη δουλειά που κάνουν ως κύριοι φροντιστές των παιδιών τους έχει ανυπολόγιστη αξία.
2. Περιθωριοποιούνται από τον εσωτερικευμένο καπιταλισμό (τις εσωτερικευμένες αξίες του καπιταλισμού) τόσο τις δικές τους όσο και των άλλων γύρω τους.

Βρίσκεται κανείς σε μία πολύ περίεργη θέση.
Με άλλα λόγια, μετατρέπεσαι σε μία νησίδα ασημαντότητας. Σου βγαίνει ο κώλος στη δουλειά, κάνεις κάτι απίστευτα ουσιώδες, αλλά ο καπιταλισμός σε πετάει απέξω λέγοντάς σου πως αυτό που κάνεις δεν σημαίνει και δεν αξίζει απολύτως τίποτα.
Μήπως φταίει το γεγονός οτι η κοινωνία μας δεν θέτει υψηλή αξία στην ουσιαστική ευζωία (υγεία, χαρά, πληρότητα ζωής) των παιδιών, οτι τα παιδιά δεν θεωρούνται άνθρωποι που χρήζουν σεβασμού και καλής ποιότητας φροντίδας; Υπάρχει και αυτό.
Το χαμηλό κοινωνικό στάτους των νηπίων και των παιδιών επίσης επιδρά στο στάτους των άλλων ανθρώπων που ασχολούνται μαζί τους: νηπιαγωγούς και δασκάλους, για παράδειγμα. Ακόμα κι αυτοί, όμως βιώνουν μεγαλύτερο σεβασμό από την κοινωνία από ότι οι γονείς που φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους. Αυτοί πληρώνονται για την εργασία τους, και αυτό την καθιστά σημαντική.
Οι γονείς απλά το κάνουν δωρεάν. Αυτό τους καθιστά αλήτες, με αποκλίνουσα συμπεριφορά, αντιφεμινιστές (και αντιφεμινίστριες) νοσταλγούς της δεκαετίας του 1950, ή σκέτο τεμπέληδες. Αυτό είναι ένα κοινωνικό στίγμα που αποδίδουμε σε όλους αυτούς που ονομάζουμε "εξαρτώμενους", ή "προστατευόμενα μέλη".

Και τελικά Τι κάνεις όλη μέρα;

Οι γονείς που φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους δεν πρέπει απλά και μόνο να έχουν ισχυρά προσωπικά κίνητρα και να είναι ευρηματικοί προκειμένου να βρούν τον ρού της πλεύσης τους μέσα σε μία κοινωνία που δεν έχει θέση γι αυτούς, αλλά επίσης πρέπει να αυτοεκπαιδευτούν να έχουν την αναγκαία αυτοεκτίμηση για να πολεμήσουν τον εσωτερικευμένο καπιταλισμό που τους λέει διαρκώς οτι αυτό που κάνουν δεν έχει καμία απολύτως αξία.
Οπότε, ψάχνουμε ο ένας τον άλλον, φτιάχνουμε ομάδες αλληλοστήριξης, βρισκόμαστε μαζί και ενισχύουμε ο ένας τον άλλον. Ανταλάσσουμε αγάπη και εκτίμηση.
Και όταν το κάνουμε αυτό, ήσυχα και δημιουργικά αποσταθεροποιούμε τον καπιταλισμό (που πάει πακέτο με την πατριαρχία). Λέμε οτι παρά τις δυσκολίες, παρά τους οικονομικούς, κοινωνικούς, και προσωπικούς συμβιβασμούς, παρά τα όσα μας έμαθε να πιστεύουμε το καπιταλιστικό σύστημα που μας γαλούχησε, παρά ταύτα συνεχίζουμε να πιστεύουμε οτι αυτό που κάνουμε είναι απείρως σημαντικό ως έργο - και αξίζει με το παρaπάνω τον χρόνο, τον κόπο, και την αφιέρωσή μας. Λέμε οτι παρόλο που δεν μας πληρώνουν για αυτό και άρα δεν λογίζεται για "πραγματική δουλειά", τα παιδιά μας το αξίζουν.
Και γι αυτό, ασχέτως με το τι πιστεύουν οι άλλοι, ακόμα και με το τι καμιά φορά και οι ίδιοι συνειδητοποιούμε οτι πιστεύουμε, μπορούμε να συνεχίσουμε να επιτελούμε το πλέον σημαντικό έργο ως ενεργοί πολίτες αυτής της κοινωνίας.


Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Η Ενηλικίωση



Αυτό το ποστ έχω ξεκινήσει να το γράφω από τον περασμένο Μάρτη. Μα όλο αλλάζει και ξεφεύγει από τη στατικότητα της γραφής, κι όλο το κυνηγάω. Αυτή είναι η αποτύπωση της παρούσας  ώρας.

Από προχτές που μπήκα  στο δωμάτιο και την είδα να πακετάρει τα
ρούχα της έχω μέσα μου αυτό το τραγούδι. Το παιδί μου ανοίγει τα φτερά του, και
πόσο περήφανη είμαι για αυτήν! Κάτι μέσα μου πετάει, κάτι μέσα μου βουλιάζει.
Αυτό ήταν, το κοριτσάκι μου δεν θα το ‘χω πια μαζί μου.
Επισήμως ενηλικιώθηκε το Μάρτιο. Εκείνο
το πρωί την πήγα στο σχολείο για πρόβα, και συνεχίσαμε με τα άλλα δύο παιδιά
μια απρόσμενη βόλτα στη θάλασσα. Εκανε κρύο, και περπατήσαμε στην παραλία με τη
μεσαία, συζητώντας για τα δικαιώματα των γυναικών και το πώς μπορούμε να
παλέψουμε για αυτά, μια που εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο δεν τα
απολαμβάνουν. Δεν άνοιξα εγώ αυτή τη συζήτηση, και ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα
από ένα παιδί που άλλα  δείχνει, άλλα
διαβάζει, και άλλα σκέφτεται. Ο βοριάς ερχόταν κρύος από τη θάλασσα, και
περπατούσαμε γρήγορα. Σκεφτόμουν ότι εκείνη η μέρα ήταν και για μένα μια
ενηλικίωση. Εκείνο το βράδυ πήγαμε να κοιμηθούμε στο γραφείο με το μικρό,
αφήνοντας το σπίτι στα μεγάλα παιδιά να οργανώσουν το πάρτυ και να κάνουν όση
φασαρία ήθελαν όλο το βράδυ. Ως οικογένεια είχαμε κόψει την γενέθλια τούρτα το
μεσημέρι. Πρόβα ζωής.
Λίγους μήνες μετά ήρθε και το πολυπόθητο
τέλος του σχολείου («περιμένω να τελειώσει το σχολείο για να αρχίσει η ζωή μου»
έλεγε  τα τελευταία δύο χρόνια).
Γλυκόπικρο κι αυτό: η ατμόσφαιρα της τελευταίας χρονιάς στο σχολείο είναι
συνήθως υπέροχη, οι φίλοι και οι φίλες μετακομίζουν για σπουδές. Η ίδια διάλεξε
να μην ακολουθήσει την πεπατημένη: δεν έδωσε εξετάσεις για πανεπιστήμιο, ήθελε
να περάσει ένα χρόνο μόνη, χωρίς να κάνει τίποτα, «για να σκεφτεί και να ψαχτεί».
Κάποιοι καθηγητές της στο σχολείο της έλεγαν ότι αν δεν δώσει στο πανεπιστήμιο «θα
καταστραφεί», «θα χαραμιστεί», δεν θα βρίσκει δουλειά, δεν θα μπορεί να ζήσει
(νοοτροπία των παπούδων που έζησαν άλλες εποχές), και άλλοι επικροτούσαν την
επιλογή της να βρεί ακριβώς αυτό που θέλει για να μπορέσει να το κυνηγήσει με
το πάθος που του αρμόζει.
Πέρασε το καλοκαίρι κάνοντας
σχέδια για διακοπές με φιλενάδες, που κάποια ευοδώθηκαν και κάποια όχι, και
ψήφισε 2 φορές: στο δημοψήφισμα με χαρά και ελπίδα, κι εγώ με καμάρι που πήγαινα
στο εκλογικό κέντρο με την κόρη μου, που θα ψήφιζε για πρώτη φορά σε μια τόσο ιστορική
στιγμή της Ελλάδας. Οι εκλογές ήταν αλλιώς: μέχρι το τελευταίο βράδυ πριν
συζητούσαμε τα υπερ και τα κατά του να ψηφίσεις και να μην ψηφίσεις, αναλύαμε
εξονυχιστικά τις προοπτικές με βάση τις πιθανότητες των κομμάτων, και πήγαμε να
ψηφίσουμε με μισή καρδιά. Μαζί με τους μεγάλους της οικογένειας μαθαίνει την
πρόσφατη πικρή ιστορία της Ελλάδας από πρώτο χέρι, και αυτό μάλλον βαθαίνει την
αντίληψή της. Μαζί της επανεξετάζω και εγώ τη δική μου αντίληψη. Ποτέ δεν είχα
συνειδητοποιήσει πόσο μετράει για μένα η ιστορία, πόσο αναλύω τα γεγονότα με
βάση τις ρίζες τους και πόσο ψάχνω να βρω και να καταλάβω αυτές τις ρίζες (ως
θύμα κι εγώ του σχολείου την ιστορία την είχα στο φτύσιμο, γιατί ήταν ένα
μάθημα που έπρεπε να αποστηθίσω άκριτα, και ήμουν παντελώς ανίκανη τόσο να
αποστηθίσω όσο και να αποδεχτώ κάτι άκριτα). Κάναμε συζητήσεις βαθιές, οι
ενήλικες του σπιτιού μας, μέσα σ’ αυτό το καλοκαίρι, κάνοντας συγχρόνως χώρο ο ένας
για τον άλλον.  
Μετά από αρκετό ψάξιμο (στην ψυχή
της και εκτός) επέλεξε μία σχολή ζαχαροπλαστικής, για αρχή, όπως είπε, ως πρώτο
βήμα για τους απώτερους στόχους της. Οι φίλες της πέρασαν λίγο-πολύ στις σχολές
που ήθελαν, και χάρηκε μαζί τους. Εγιναν αρκετά αποχαιρετιστήρια πάρτυ και
συναντήσεις στο τέλος του καλοκαιριού, δοκιμάστηκαν ποτά και ξενύχτια στις θάλασσες
και στα μπαράκια, δοκιμάστηκαν και διερευνήθηκαν φιλίες και προοπτικές σχέσεων.
Ετσι άρχισαν τα σχέδια για συγκατοίκηση. Εχοντας τη δική μου εμπειρία ως
προηγούμενο (ως φοιτήρια πάντοτε συγκατοικούσα με άλλους ανθρώπους, είτε λόγω
σχέσεων και παρέας, είτε λόγω οικονομικής δυνατότητας) θεωρούσα ότι οι νέοι
άνθρωποι θέλουν να συγκατοικήσουν με φίλους ή άλλους ανθρώπους – αν μη τι άλλο,
έχει περισσότερη πλάκα να μοιράζεσαι τα πράγματα παρά να είσαι μόνος. Και
φυσικά ότι μετά από τόση κηδεμόνευση μέσα στα πλαίσια της ελληνικής οικογένειας,
θα θέλουν να ζήσουν ελεύθεροι, να δοκιμάσουν να ανακαλύψουν και να αναπτύξουν τις
δυνάμεις και τις ικανότητές τους. Και πάντα θεωρούσα τα παιδιά που σπουδάζουν
μακριά ιδιαιτέρως τυχερά από αυτή την άποψη. Ανακάλυψα ότι δεν είναι έτσι
απαραίτητα. Για κάποιο μυστήριο (για μένα) λόγο, φαίνεται ότι τα παιδιά στη
χώρα μας δεν θέλουν να συγκατοικούν με άλλους. Και υπάρχει μια μεγάλη μερίδα
παιδιών που δεν θέλει να αφήσει την πατρική στέγη, γιατί δεν νιώθουν έτοιμα να
αναλάβουν τις ευθύνες της ζωής  τους (ακόμα
κι αν αυτές οι ευθύνες δεν περιλαμβάνουν τον βιοπορισμό αυτό καθαυτό). Αυτά
ανακαλύπτει και η νεαρή ενήλικη της οικογένειας, και εκπλήσσεται αντίστοιχα.
Με όλα αυτά ο άνθρωπος μέσα μου επικροτεί,
χειροκροτεί, χαίρεται - και η μαμά φοβάται, αμφιβάλλει, αγωνιά. Όλα τα
συναισθήματα, μα όλα, διπλά. Διπλά κι αντικρουόμενα, διπλά κι αντιμαχόμενα.
Μαθαίνουμε να βλέπουμε τα πράγματα μονοδιάστατα, μαθαίνουμε ότι υπάρχει μία
σωστή ερμηνεία για όλα την κάθε στιγμή, μαθαίνουμε ότι δεν μπορούμε να κρατάμε
δύο ιδέες μαζί μέσα στο νου μας, αλλά ιδού, κι αυτό καταρρίπτεται. (Οσον αφορά
για το πόσους ανθρώπους μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι ανά πάσα  στιγμή, αυτό με το που γίνεσαι γονέας το
ξεπερνάς: όσα παιδιά τόσοι έρωτες, κι αν υπάρχει έρωτας με τον σύντροφο, ένας
ακόμα).
Το παιδί μου μεγάλωσε. Διαβάζει
Σύλβια Πλαθ αλλά μένει πιστή και στον Χάρυ Πότερ («μαμά, το ήξερες ότι η
Ρόουλινγκ έχει την ίδια ηλικία με σένα;»), βλέπει σήριαλ στον υπολογιστή με τις
φίλες της, εξερευνά τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, κάνει ξανά χορό,
φροντίζει τις ψυχές όλων μας με την ευθυκρισία και την καλωσύνη της. Εβαψε τα
μαλλιά της μωβ. Φοράει πράγματα παντελώς αντίθετα από το δικό μου γούστο. Και
χάνεται. Είναι αυτό που λένε «δεν τη βλέπει το σπίτι», και φέρεται σαν όλους
τους εφήβους που ακόμα κοιμούνται στο πατρικό, σ’ ένα μεταίχμιο μεταξύ της
αυτόνομης ζωής και της ανάγκης για φροντίδα. Όχι ότι δεν ξέρει να φροντίζει τον
εαυτό της, κάθε άλλο. Ελευθερίες και ευκαιρίες είχε από πολύ μικρότερη. Την
αγαπώ και χαίρομαι την παρουσία της, αλλά πρέπει να την αφήσω. Ένα αίσθημα που
με κόβει στα δύο.
Στα πόσα μπορεί να κοπεί ένας
άνθρωπος χωρίς να χάσει την ακεραιότητά του; Πόσο πόνο μπορεί να ενσωματώσει
ένας άνθρωπος χωρίς να διαλυθεί; Εξερευνώ τα όριά μου.
Η ζωή μας είναι ρευστή – πολλές φορές
το λέμε, αλλά λίγο συνειδητοποιούμε τη ροή. Ακόμα λιγότερο ρέουμε μαζί της,
έχοντας κάνει την ακαμψία (με τη μορφή της «σταθερότητας») αξία ζωής. «Στεκόμαστε»
στα γεγονότα. Κολλάμε σ’ αυτά. Κάποτε ένας παλιός αγαπημένος δάσκαλος μου είχε
πει «αν ήθελα να συνοψίσω όλη τη σοφία που μου έχει διδάξει μέχρι σήμερα η ζωή,
θα έλεγα τη λέξη που ακούω  συνέχεια από
το γιό μου και τους φίλους του: ξεκόλλα». Τον θυμάμαι συχνά σε τέτοιες ώρες.
Εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον ζω
μέσα στην ανασφάλεια και στα ανάμικτα συναισθήματα σχετικά με το παιδί μου.
Αγωνιώ, μου έρχεται συχνά να βάλω μπρος την κλασσική «κασέτα» που λένε οι
γονείς στα παιδιά τους – εντάξει, κάποιες φορές μπαίνει μπροστά από μόνη της,
και ακούω τους γονείς μου να μιλούν μέσα από το στόμα μου και τρομάζω. Αν είστε
γονείς, τα ξέρετε. Ολο το φάσμα από τα ακραία «μην εμπιστεύεσαι τις φίλες σου»
μέχρι τα «πώς θα βρείς δουλειά με μωβ μαλλιά;». Και φυσικά το κλασσικό «πρόσεχε».
Αυτό είναι μικρή λέξη και εύκολα δραπετεύει από το «έρκος των οδόντων», κι ας μην
σημαίνει τίποτα απολύτως. Μέσα στη σοφία που κουβαλάει η νεανική (αλλά
ενήλικη!) καρδούλα της, εκείνη όλα αυτά τα ξέρει, και είτε χαμογελά με
συγκατάβαση και καλωσύνη είτε μου βάζει φρένο. 
Ζω μέσα στην ανασφάλεια
μαθαίνοντας να εμπιστεύομαι τη ροή. Τη ροή και το παιδί μου. Αρχισα να
συνειδητοποιώ πλέον στο πετσί μου ότι η γονεϊκή ταυτότητα δεν συνεπάγεται
κανενός είδους «παντογνωσία» ή αυθεντία. Κάθε μέρα μαθαίνω νέα πράγματα από τα
παιδιά μου, τα  οποία αλλάζουν τη ζωή και
την επίγνωσή μου, και η μόνη συνεπής 
στάση που μπορώ  να πάρω είναι του
υποστηρικτή του θαυμαστή και του μαθητή.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Ενα καλοκαίρι πρίμα βίστα

Το καλοκαίρι είναι εποχή συγκομιδής, συνήθως. Κι άμα δεν έχεις σπείρει, δεν έχεις καλλιεργήσει κάτι όλο το χρόνο, θα πεις, τι να συγκομίσεις;

Ολο το χρόνο σπέρνουμε και καλλιεργούμε ιδέες, σχέδια, συναισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, εργασίες, ένα σωρό πράγματα. Ερχεται το καλοκαίρι, και κάποια πράγματα καρποφορούν, και έτσι έχουμε τη σοδειά μας για τροφή, απόλαυση, σκέψη, ή σωφρονισμό.



Φέτος όλα μας τα σχέδια και οι προγραμματισμοί διαλύθηκαν στον αέρα, και ζούμε ένα καλοκαίρι «πρίμα βίστα». Με πολλές ιστορίες.

Πρώτη φορά έφυγε η μεσαία κόρη «μόνη», με το γιό αγαπημένης φίλης, να πάει στην κατασκήνωση χωρίς επίβλεψη ενήλικα. Σε μέρος άγνωστο γι αυτήν, αλλάζοντας λεωφορεία. Μια εμπειρία ωρίμανσης σοβαρή, και για τα δυό παιδιά, κι ας μη μιλάνε για αυτή (περνώντας τη φάση του "δε λέμε τίποτα στους μεγάλους"). Αυτοδιαχείριση, ανεξαρτησία, εμπιστοσύνη.

Η μεγάλη κόρη δοκίμασε την εμπειρία του να τραγουδάς στη σκηνή του Ηρωδείου, του να παίρνεις μέρος σε μία μεγάλη λυρική παραγωγή – τη φροντίδα να είσαι εκεί στην ώρα σου με φτιαγμένα μαλλιά, να μη χάσεις το ειδικό πάσο (το έχασε!), να φροντίσεις τη βραδινή μετάβαση στο σπίτι αφότου έχει κλείσει το μετρό, κι άλλα πολλά. Μεγάλες ώρες για ένα 17χρονο παιδί. Και μετά, η απρόσμενη διάθεσή της να πάει ένα μικρό ταξιδάκι με μια δική μου φίλη: διάθεση για περιπέτεια, για αλλαγή, για εμπειρίες που δεν θα είχε εάν έμενε με την οικογένεια. Φούσκωσα από υπερηφάνεια όταν αργότερα, μιλώντας με τη φιλενάδα μου, μου είπε τι καλή παρέα που ήταν η έφηβη κόρη μου: μιλήσαμε για τα πάντα, μου είπε, μα τα πάντα. Για σχέδια, για σχέσεις… Και ήταν να σα να μιλούσα με ενήλικα, τόσο άνετα, χαλαρά, και ώριμα.

Νωρίτερα, είχαμε επισκεφθεί το σπίτι φίλων που μας φιλοξένησαν, με τα δύο μικρότερα παιδιά. Σαν χαζοί μεγάλοι, θεωρήσαμε ότι τουλάχιστον τα δύο αγόρια θα έκαναν παρέα, γιατί οι ηλικίες τους είναι «κοντά». Δεν υπολογίσαμε τις αλλιώτικες προσωπικότητες ενός «τρίτου παιδιού» και ενός μοναχοπαιδιού, και πόσο ασύμβατες μπορεί να είναι.

Ένα απόγευμα πήγαμε μια βόλτα για μπάνιο οι δυό μας με το γιό μου. Καταλήξαμε σε μια μικρή παραλία πλάι σε ένα εκκλησάκι, να μιλάμε για τη ζωή και το θάνατο, για το νόημα της ζωής του κάθε ανθρώπου, για τους ανθρώπους που αγαπάμε και συναναστρεφόμαστε – όλα αυτά, χαζεύοντας και μαζεύοντας πετρούλες, κελύφη αχινών και θαλασσόξυλα. Δεν κολυμπήσαμε. Όταν σκοτείνιασε για τα καλά, και αναλογιστήκαμε και τη μεγάλη ανηφόρα του γυρισμού, τηλεφωνήσαμε στον σύντροφό μου και ήρθε να μας πάρει με το αυτοκίνητο. Ενιωσα ότι έζησα 2 ώρες μ’ ένα μεγάλο δάσκαλο. Που λίγα λεπτά αργότερα μιλούσε για ποδόσφαιρο και έπαιζε στο τάμπλετ.



Επισκεφθήκαμε τους Δελφούς. Εκεί με περίμενε μία άλλη έκπληξη. Θεωρώντας ότι τα παιδιά γενικά δεν ενδιαφέρονται γι αυτά, υπολόγισα ότι θα κάνουμε μία μικρή βόλτα, θα πούμε 5 πράγματα, και θα φύγουμε. Τα παιδιά μας πρήζουν τόσο συχνά με αυτό το αέναο «βαριέμαι»… Ειδικά οι έφηβοι. Οτιδήποτε έχει να κάνει με οτιδήποτε μαθαίνουν στο σχολείο, παίρνει στάμπα: «βαριέεεεεεεεμαι». Ξαφνιάστηκα λοιπόν όταν η μεσαία (πάλαι ποτέ καλικαντζαράκι) προσπαθούσε να διαβάσει και να καταλάβει κάθε επιγραφή που έβλεπε μπροστά της! Κρεμόταν από τα χείλη του συντρόφου μου, ο οποίος τους έκανε πλήρη ιστορική και θεολογική ξενάγηση του τόπου. Και στο μουσείο! Τους έπιασα μάλιστα να κουβεντιάζουν το τι σημαίνει εκφυλισμός μίας θρησκείας, και τσιμπιόμουνα να δω εάν ονειρεύομαι. («Τα παιδιά μου είναι αυτά; Wtf…») Μείναμε 2μιση ώρες μες στο καυτό καταμεσήμερο, και δεν μας φάνηκε καθόλου.



Σημείο φωτεινό του καλοκαιριού, τα Εξάρχεια. Η μάλλον, η ανάγνωση της Ιλιάδας σε ανηφορικό πεζόδρομο των Εξαρχείων, σε ψάθες και καρέκλες από το Βοξ, με υγρή κουφόβραση. Δώδεκα νύχτες, δυό ραψωδίες τη βραδιά. Αναγνώστρια, η Μάνια Μαράτου, φίλη από τα παλιά και αφηγήτρια με βάθος. Διάβαζε το κείμενο στη μετάφραση του Πολυλά, από το ίδιο το βιβλίο που έκανε στο γυμνάσιο, με τις σημειώσεις του 13χρονου εαυτού της στα περιθώρια. Μια εμπειρία που με άγγιξε βαθιά: ως παιδί η Ιλιάδα ήταν το αγαπημένο μου έπος, ζούσα σχεδόν μέσα σ’ αυτό, το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα και έφτιαχνα με το νου μου εικόνες, αναλογιζόμουν την έννοια του ηρωισμού, συμπαθούσα και αντιπαθούσα τους διάφορους χαρακτήρες, και φυσικά υποστήριζα τους Τρώες! Τώρα, πλησιάζοντας μισό αιώνα επάνω στον πλανήτη, το άκουγα με άλλα αυτιά. Αυτή τη φορά ήταν ο θαυμασμός μου για τη γλώσσα, τις εικόνες, τις ατάκες («ποίον έπος φύγεν έρκος οδόντων;» «αιδώς, Αργείοι!»), και τη συνειδητοποίηση ότι ακούω μία από τις ιστορίες που σημάδεψαν βαθιά τον δυτικό πολιτισμό… Εκεί, στα σκαλάκια της οδού Θεμιστοκλέους τα ημιφωτισμένα, που κάποτε (όχι τόσο παλιά) έκαναν πιάτσα οι ναρκέμποροι του λεκανοπεδίου, καθόμαστε 20-30 άνθρωποι γείτονες από κάθε γωνιά της Αθήνας, και ακούγαμε ευλαβικά Ομηρο. Σαν το κρυφό σχολειό.



Την πρώτη φορά πήρα μαζί μου το γιό. Δέλεαρ η αγορά βιβλίου με δράκους, για το καλοκαίρι. Δεν του άρεσε: ούτε εξοικείωση είχε με τη γλώσσα του Πολυλά, ούτε μπορούσε να συγκεντρωθεί για τόση ώρα σε ακουστικό ερέθισμα («θα προτιμούσα να το διαβάσω εγώ ο ίδιος με την ησυχία μου – είμαι οπτικός τύπος, ακόμα δεν το έχεις καταλάβει βρε μαμά;»). Κάποια στιγμή, με συνόδευσε και ο καλός μου. Ούτε εκείνος ενθουσιάστηκε (έχοντας ζήσει τον πόλεμο, δεν αντέχει τις περιγραφές του). Τις κόρες μου ουδεμία περίπτωση να τις ψήσω, ούτε για την εμπειρία! Ηρθαν όμως οι φίλες και οι φίλοι μου – και ένα βράδυ, μετά την ανάγνωση, είχε και swing street party, και χορέψαμε κιόλας. Τελειώνοντας η ανάγνωση του έπους είχα επανασυνδεθεί με την παλιά μου φίλη, είχα πιεί κρασάκι με σπιτικό μεζεδάκι στη γειτονιά της Θεμιστοκλέους, είχα γίνει πιο πλούσια σε κατανόηση του κόσμου.

Μετά ήρθε η ώρα για  τις δικές μας διακοπές σαν ζευγάρι (με όλες τις ενοχές που αυτό συνεπάγεται). Αυτό συνήθως σημαίνει ελεύθερη κατασκήνωση στη φύση, σε μέρος νέο κάθε φορά, που είθισται να μην πιάνει το κινητό. Τα παιδιά διασκορπισμένα σε παπουδογιαγιάδες και συγγενείς. Παρότι οι διακοπές αυτές είναι τόσο σημαντικές, επένδυση χρόνου στη σχέση με τον εαυτό μου και τον σύντροφό μου για όλη τη χρονιά, η μισή μου καρδιά είναι πάντα στα παιδιά – πώς περνούν, εάν ζορίζονται με κάτι, τι κάνουν μακριά μου… Και πάντα με τη σκέψη ότι τους στερώ τη μαμά τους, πάντα να υπολογίζω εάν θα τους άρεσε να έρχονταν εδώ – πώς είναι η θάλασσα; Έχει πολλά έντομα; Θα μπορούσαν να έρθουν με τους φίλους τους; Θα τους ενοχλούσαν αυτά τα βότσαλα; Θα τους άρεσε ο βυθός;

Γυρνώντας βρήκα αναπάντεχα στο σπίτι τη μικρή μου: μετά από πρότερο καυγά και τα μούτρα που επακολούθησαν, ήταν μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του καλοκαιριού! Και παρά τις τεταμένες σχέσεις των τελευταίων εβδομάδων, μην πω χρόνων, ζήσαμε λίγες μέρες εγγύτητας, χαλαρότητας και αρμονίας. Με αγκαλιές, κουβέντες, και χαμόγελα. Άλλο ένα δώρο του φετινού καλοκαιριού.



Πλησιάζει Δεκαπενταύγουστος. Η μέρα που αποβραδίς την περνάμε μαζί και πηγαίνουμε τελετουργικά στην εκκλησία με τη μεγάλη. Την περιμένω, χωρίς κάποιο σημαντικό υλικό δώρο για τη γιορτή, αλλά με την καρδιά μου ορθάνοιχτη, δική της.


Νιώθω μια πικρόγλυκη γεύση σαν να τελείωσε το καλοκαίρι. Αλλά το καλοκαίρι δεν τελείωσε ακόμα.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Για τα παιδιά των φυλακών



To ξεblogάρισμα διοργανώνει το Σαββατοκύριακο 5,6 Απριλίου το Πασχαλινό μπαζάρ του, για την ενίσχυση των παιδιών έως 3 ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και των άπορων κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας.

Στο μπαζάρ, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο «Εμπρός» (Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή) θα βρείτε εκτός από έργα φυλακισμένων γυναικών, χειροποίητες λαμπάδες, πολλούς τίτλους βιβλίων από δεύτερο χέρι σε τιμές από 0,50 εως 5 ευρώ, τα «πατροπαράδοτα» τσίπουρα και ρακόμελά μας, σπιτικές μαρμελάδες, γλυκά και κουλουράκια, λικέρ, χειροποίητα σαπούνια και κεραλοιφές, μεταχειρισμένα είδη όπως ρούχα και είδη διακόσμησης, κοσμήματα και πολλά άλλα.

Όπως σε κάθε μπαζάρ μας θα συλλέγουμε είδη πρώτης ανάγκης για τις φυλακισμένες και τα παιδάκια όπως: πάνες, είδη παιδικής περιποίησης, σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σερβιέτες, χαρτί υγείας, απορρυπαντικό για πλύσιμο ρούχων, υγρό καθαρισμού χώρου, σαπούνια, τηλεκάρτες κ.ά. 

Το ξεblogάρισμα είναι μια ομάδα από bloggers που ξεκίνησε την δράση της πριν από 6 χρόνια με σκοπό την βοήθεια και την υποστήριξη των παιδιών 0-3 ετών που κρατούνται μαζί με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας (πρώην Κορυδαλλού). Το πλαίσιο υποστήριξης, μαζί με τα 15 περίπου παιδάκια περιλαμβάνει και τις 90 και πλέον άπορες φυλακισμένες γυναίκες. Οι εθελοντές του ξεblogαρίσματος οργανώνουν αποστολές ειδών πρώτης ανάγκης, διοργανώνουν εκδηλώσεις για την οικονομική υποστήριξη και την κάλυψη των άμεσων αναγκών των παιδιών και των άπορων, υποστηρίζουν εθελοντικές δράσεις μέσα στις φυλακές και υλοποιούν έργα για την καλυτέρευση της ζωής στις φυλακές όπως η δημιουργία της παιδικής χαράς, η αίθουσα εκδηλώσεων κ.ά..  Οι ανάγκες όμως είναι πολλές και χρειάζεται η υποστήριξη όλων .

Το μπαζάρ θα πραγματοποιηθεί στο φουαγιέ του θεάτρου «Εμπρός», Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή (ΜΕΤΡΟ Μοναστηράκι), το Σάββατο 5/4 από τις 11:00 έως τις 20:00 και την Κυριακή 6/4 από τις 11:00 έως τις 18:00 . Περισσότερες πληροφορίες στο
http://xeblogarisma.blogspot.com/.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Λογοθεραπεία;

Κάτι που παρατηρώ τα τελευταία χρόνια και με εντυπωσιάζει, είναι τα κέντρα λογοθεραπείας που εμφανίζονται σαν μανιτάρια σε όλες πλέον τις γειτονιές.  Εχω αναρωτηθεί κατά καιρούς τα εξής: Υπάρχει αλήθεια τόση ανάγκη για λογοθεραπεία σήμερα (σε σχέση με πριν 15 χρόνια, π.χ.); Τι είναι αυτό που κάνει τόσους νέους ανθρώπους να σπουδάζουν αυτή την ειδικότητα και να ανοίγουν «ψυχοπαιδαγωγικά κέντρα θεραπείας και εκμάθησης του λόγου» παντού; Όλα αυτά τα κέντρα, πώς επιβιώνουν; Πώς έγινε «ξαφνικά» τόσο απαραίτητο στοιχείο του μεγαλώματος ενός μικρού παιδιού η λογοθεραπεία; Είναι μόδα;

Κάποτε οι λογοθεραπευτές ήτανε λίγοι και σπάνιοι, γιατί λίγες και σπάνιες είναι οι περιπτώσεις των ουσιαστικών δυσλειτουργιών του λόγου.
Κάποτε θεωρείτο φυσικό τα μικρά παιδιά να μη μιλούν «καθαρά» (ως άρθρωση ή ως γραμματική/συντακτικό). Θεωρείτο ότι ήταν μέσα στη διαδικασία της ωρίμανσης του ίδιου του παιδιού ότι σιγά-σιγά θα μάθαινε να μιλά καθαρότερα και σωστότερα, το καθένα με την ώρα του και το δικό του ρυθμό.
Τα περισσότερα παιδιά με τα οποία μεγάλωσα μαζί, και τα περισσότερα παιδιά φίλων και γνωστών (μαζί και τα δικά μου), ως μικρά έκαναν «λάθη» στην άρθρωση. Τις περισσότερες φορές το θεωρούσαμε  χαριτωμένο ή διασκεδαστικό (η μεσαία μου κόρη πέρασε ένα χρόνο της ζωής της λέγοντας το κοτόπουλο κολόπουλο, και χτυπιόμαστε στα γέλια – στο τέλος το έκανε επίτηδες, κλείνοντάς μας το μάτι). Δεν αποτελούσε πρόβλημα, πάντως (ήταν και παραμένει γλωσσοπλάστρια). Αποτελούσε μέρος της ζωής, και δεν απασχολούσε κανέναν ιδιαίτερα, μια που με την πάροδο των χρόνων και την κουβέντα τα λάθη διορθώνονταν. Αν έμενε κάτι (μια δυσκολία να πει κάποιος το ‘σ’, ή το ‘ρ’ για παράδειγμα), αποτελούσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ανθρώπου, κάτι σαν το χρώμα των μαλλιών ή των ματιών του. Ηταν μέρος της προσωπικότητάς του, και το δεχόμαστε ως τέτοιο.
Κάποια πάλι παιδιά τραύλιζαν – αυτό ήταν τεράστιο ζόρι, θυμάμαι, για τα ίδια, αλλά σε 3-4 περιπτώσεις φίλων, το πρόβλημα ως δια μαγείας λυνόταν όταν ένιωθαν ασφαλείς στην παρέα. Τα παιδιά αυτά ίσως να βοηθιόνταν εάν είχαν ευαίσθητους γονείς ή δασκάλους, ή εάν υπήρχε κάποιος που να μπορούσε να τους εμπνεύσει την πολυπόθητη αυτοεκτίμηση… Οι εν λόγω φίλοι έγιναν καθόλα ικανοί και αξιόλογοι ενήλικες, με κοινωνική δράση και επιτεύγματα στο χώρο των γραμμάτων και των επιχειρήσεων – που ναι, όταν παραζορίζονται, πάει να τους βγεί ένα τραύλισμα, αλλά το ελέγχουν (ή το αποδέχονται, κι αυτοί και ο περίγυρος).

Ενας φυσικός άνθρωπος δεν είναι μηχανή: μόνο μια μηχανή μπορεί να προγραμματιστεί να λέει τους φθόγγους και τα σύμφωνα με τον ίδιο συγκεκριμένο τρόπο… Πώς έφτασε να υπάρχει επιστημονική ειδικότητα που να προσπαθεί να επιβάλλει κάτι τέτοιο (μέσω ασκήσεων και παιχνιδιών, πάντα!) με ξεπερνά.


Τα παλιά χρόνια, όταν ένα παιδί δεν πρόσεχε στην τάξη (και άρα διασπάτο η προσοχή του) όλοι ξέραμε ότι βαριόταν. Ενας άνθρωπος βαριέται όταν δεν βρίσκει κάτι ενδιαφέρον, λέει η δική μου λογική (άσε που δεν είναι καθόλου κακό να βαριόμαστε ενίοτε, γιατί έχει αποδειχθεί ότι στη βαρεμάρα μας επάνω μας έρχονται οι πλέον δημιουργικές ιδέες!). Τώρα η διάσπαση προσοχής έχει μετατραπεί σε «ασθένεια», σε «διαταραχή», και τα πλέον δημιουργικά και έξυπνα παιδιά (που είναι αυτά που κατά κύριο λόγο βαριούνται) αντιμετωπίζονται σαν άρρωστα (ενίοτε και σαν παραβατικά) που χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής!
Παλιά, επίσης, θυμάμαι, ήταν ο ρόλος του δασκάλου στο δημοτικό να μάθει σ’ ένα παιδί να φτιάχνει σωστές προτάσεις, να κατανοεί ένα κείμενο και να αφηγείται μια ιστορία με ειρμό και συνοχή. Ηταν ο ρόλος του δασκάλου να εμπνεύσει σε ένα παιδί να αγαπήσει το διάβασμα και να πλουτίσει το λεξιλόγιό του. Και ο δάσκαλος επέμενε υπομονετικά, καθόταν και μιλούσε με το παιδί όποτε χρειαζόταν, υποδείκνυε εξωσχολικά βιβλία, έφερνε και από το σπίτι του καμιά φορά. Παλιά ήσουν τυχερός εάν είχες μορφωμένους ή πλούσιους γονείς, γιατί μπορούσαν να σου πάρουν βιβλία, οπότε είχες υλικό για διάβασμα: σήμερα υπάρχουν δημόσιες βιβλιοθήκες σχεδόν σε κάθε δήμο, και το ίντερνετ ποτέ δεν ήτανε φτηνότερο… Ιντερνετ;
Όταν ρώτησα μία ψυχολόγο-λογοθεραπεύτρια (που ήθελε να μας πουλήσει τις υπηρεσίες της σχετικά με την ορθή άρθρωση του παιδιού μου) γιατί πιστεύει ότι τόσα πολλά σημερινά παιδιά χρειάζονται λογοθεραπεία, μας είπε ότι φταίει η τηλεόραση και το ίντερνετ, και τα πολλά ερεθίσματα που δέχονται τα παιδιά από πολύ μικρά. Και σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει βιβλίο σχετικά με τη βρεφική ανάπτυξη του παιδιού (εκτός από αυτά που ενστερνίζονται τη φιλοσοφία της ανθρωποσοφίας του Στάινερ) που να μην τονίζει ότι πρέπει απαραιτήτως να δίνουμε στα παιδιά πολλά και ποικίλα ερεθίσματα από πολύ-πολύ μωρά. Εγώ εδώ βλέπω μία αντίφαση: από τη μια η σύγχρονη ψυχολογία λέει ότι τα παιδιά γίνονται εξυπνότερα, ικανότερα, υγιέστερα κτλ κτλ όταν έχουν πολλαπλά ερεθίσματα από βρέφη, κι από την άλλη οι σύγχρονοι ψυχολόγοι διατείνονται ότι φταίνε ακριβώς αυτά τα πολλά ερεθίσματα για τις διαταραχές του λόγου στα μικρά παιδιά… Αχά. Κάτι σαν τα φάρμακα που πάνε να θεραπεύσουν τις παρενέργειες από άλλα φάρμακα που τα παίρνουμε για τις παρενέργειες κάποιων άλλων φαρμάκων (και πάει λέγοντας). Σώφρον δεν μου φαίνεται, πάντως. Κάπου, κάποιος κάνει λάθος ή λέει μισές αλήθειες! Κάπου κάποιος κάτι δεν έχει καταλάβει… (Μπορεί και εγώ!)
Μία άλλη ψυχολόγος που μου έπαιρνε ιστορικό, κάποτε, στο σημείο που μιλούσαμε για το εάν το παιδί προτιμά το δεξί χέρι ή το αριστερό, έφτασε να μου πει ότι η σημερινή αμφιδεξιότητά μου είναι στοιχείο ψυχοπαθολογίας! (Μπορώ τώρα εγώ να εμπιστευτώ ένα κέντρο που οι επαγγελματίες του λένε τέτοιες μπούρδες; Χμ, όχι).
Σκέφτομαι επίσης και το άλλο: τι είναι αυτό που μας πιάνει να θέλουμε τα παιδιά μας να είναι τέλεια, να τα κάνουν όλα τέλεια, να τα λένε όλα τέλεια, κ.ο.κ.; Είμαστε εμείς τέλειοι; (Και τι ακριβώς είναι αυτό το τέλειο; Ποιος το καθορίζει; Η πλειοψηφία; Η επιστήμη που ως γνωστόν αλλάζει ανά δεκαετία; Γιατί, λ.χ. θα πρέπει να μάθουν τα παιδιά μας να μιλάνε σαν τηλεπαρουσιαστές;) Γιατί θέλουμε το αδύνατο από το παιδί μας; (Μήπως αυτό είναι απλά αλαζονεία και ανταγωνισμός με το παιδί του γείτονα;) Γιατί μας αρέσει να βρίσκουμε «λάθη» παντού; Και το άλλο: γιατί μας πειράζει τόσο πολύ να διαφέρει το παιδί μας από τα άλλα παιδιά; Γιατί επιδιώκουμε την ομοιομορφία; (Αυτό είναι σαφές σημάδι φασισμού, εάν δεν με απατούν οι γνώσεις μου).
Πολλές οι ερωτήσεις, λιγότερες οι διαθέσιμες απαντήσεις. Πολλές οι εύλογες ερωτήσεις, λιγότερες οι ικανοποιητικές απαντήσεις.  Και βέβαια τις απαντήσεις τις βρίσκει μόνο μέσα του κανείς, αλλά πρέπει να θέσει πρώτα  την ερώτηση…