Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Το τρίτο μωρό

«Μαμάααα, κερδίσαμε 4-1 σήμερα!» μπαίνει φουριόζος ο μικρούλης από το ποδόσφαιρο: ιδρωμένος, χαρούμενος, κατάκοπος. Ρίχνει και μία στο μεγάλο πιατίνι (των ντράμς) καθώς περνάει από το σαλόνι, πράγμα που ισοδυναμεί με συνταγή εκνευρισμού για την αδελφή του, και αρχίζει να εξιστορεί τον αγώνα / προπόνηση λεπτό προς λεπτό. «Μπράβο μωρό μου», απαντά η περήφανη (πλην όμως άσχετη από ποδόσφαιρο) μητέρα. Ε, κάτι πρέπει να πω, να μοιραστώ τη χαρά του «μωρού» μου, κι ας μην καταλαβαίνω γρυ τις ειδικές λεπτομέρειες. Μέχρι σήμερα, σκέφτομαι, όλοι οι σύντροφοι που είχα απείχαν από το άθλημα αυτό, δεν μου έχει τύχει ποτέ κανείς ποδοσφαιρόφιλος (η αλήθεια είναι ότι κι εγώ πάντα τους απέφευγα!) και δεν έχω παρακολουθήσει ποτέ παραπάνω από δίλεπτο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Απ’ το γιό μου θα το  βρώ, μου φαίνεται! Από το «μωρό»…
Που σήμερα κλείνει τα 8. Τρυφερός, σοβαρός, αστείος, έχει μία γραντζουνιά στο αριστερό του μάτι σαν να τον χάιδεψε τίγρη, αλλά όχι, είναι απλά ότι έπεσε με τα μούτρα στο άγριο συνθετικό χορτάρι του 5 επί 5 που προπονούνται με την ομάδα του κάθε βδομάδα. Τη βλέπω και φρικάρω, αλλά δεν αντιδρώ.
Πριν από 8 χρόνια κράτησα στην αγκαλιά μου ένα μωρό με ευγενική φυσιογνωμία, και αναρωτήθηκα αν θα ζήσει έτσι μικροκαμωμένο που ήταν. Στην πραγματικότητα ήταν απλά 300 και κάτι γραμμάρια πιο ελαφρύς από την μεγαλύτερη αδελφή του, αλλά σ’ αυτό το μέγεθος τα γραμμάρια κάνουν τη διαφορά. Το κατάλαβα όταν εξέφρασα την απορία μου στη γιατρό που μου τον έφερε. Τρία κιλά είναι μια χαρά, μου λέει, άλλα γεννιούνται 2 κι επιβιώνουν θαυμάσια!
Ητανε μία ευλογημένη εγκυμοσύνη, όπου μέχρι και οι συγκρούσεις μας με τον πατέρα του είχαν ως δια μαγείας κοπάσει, και επικρατούσε μεταξύ μας μία γλυκειά συναίνεση, μία αρμονία στο κάθε τι. Αν εξαιρέσουμε μία παράξενη περιπέτεια υγείας στην αρχή, άλλη σκιά δεν υπήρξε σε όλο το εννεάμηνο. Τρανή απόδειξη πως όταν το ζευγάρι είναι καλά μεταξύ  τους, όλα λύνονται, όλα αντιμετωπίζονται, όλα βρίσκουν τη σωστή τους προοπτική… Δύο πράγματα θυμάμαι πιο έντονα: ένα, το ότι διάβασα 7-8 φορές ένα βιβλίο του Στέφαν Χέλερ για τον Γνωστικισμό. Στην αρχή δεν το καταλάβαινα, μετά δεν το χόρταινα. «Βαριά» θεολογία, η οποία όμως άνοιξε τις πύλες της συνειδητότητάς μου έξω από τα γνωστά παραδεκτά δόγματα, και βρέθηκα για λίγο «στο κενό», με τις γνωστές απελευθερωτικές συνέπειες. Δεύτερο, το ότι ήρθα σε επαφή με το νέο-ζαπατιστικό κίνημα στο Μεξικό, μέσω των γραπτών του Υποδιοικητή Μάρκος. Μέσα σε λίγους μήνες, η μέχρι τότε απελπισία μου για  την σύγχρονη πολιτική έδωσε τη θέση της στην βεβαιότητα ότι εφόσον κυκλοφορούν και σκέφτονται και γράφουν και αγωνίζονται τέτοιοι άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα για την (πολιτική) υγεία της ανθρωπότητας… Μέσα μου είχα ήδη βαφτίσει τον μικρούλη που κυοφορούσα «Ζαπατίστα». Οι αδελφές του, πάλι, τον είχαν βαφτίσει «Χιονούλη», γιατί τη μέρα που θα γεννιόταν, έλεγε η μεγάλη, θα έριχνε το πρώτο χιόνι. Γελούσα (από μέσα μου) για την εκκολαπτόμενη μετεωρολόγο, αλλά πλάκα-πλάκα πράγματι χιόνισε στην Πάρνηθα τη μέρα εκείνη!!! Όπως και σήμερα, ανήμερα στα γενέθλιά του, που είπε ότι θα χιονίσει στα ορεινά της Αττικής…
Για την περιγεννητική του περιπέτεια δεν θα γράψω. Κάπου βαριέμαι να γράφω για άλλη μία καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων μαμάς και μωρού από τα μαιευτήρια, και προχωρώ.
Το παιδάκι αυτό δεν μίλησε μέχρι τα τρία του χρόνια. Οι συνάδελφοί μου, κάποιες μάλιστα με συναφείς ειδικότητες, είχαν θορυβηθεί βαθιά και μουρμούριζαν μέσα τους ότι παραείμαι άνετη ή/και παραμελητική, αλλά δεν το έβρισκα μέσα μου να ανησυχήσω. Ηταν τόσο (έως και θεατρικά) εκφραστικός και επικοινωνιακός, που δεν σου πέρναγε από το νου ότι το παιδί «είχε πρόβλημα»! Μάλλον δεν είχε λόγο να μιλήσει: η εμπειρία μας ως γονείς μας έκανε να προλαβαίνουμε την κάθε του επιθυμία και ανάγκη, κι αν ήθελε και κάτι άλλο το επικοινωνούσε τόσο ξεκάθαρα, που ο λόγος ήταν περιττός! (από τότε έχω αναπτύξει τη θεωρία ότι τα πρώτα παιδιά μιλάνε νωρίτερα από τα επόμενα γιατί οι γονείς τους είναι άπειροι και χρειάζονται επειγόντως εκπαίδευση!!!) Μέχρι τα τρία του χρόνια, όμως, είχε αναπτύξει διάφορες δεξιότητες και συνήθειες που μας εξέπλητταν: βίδωνε και ξεβίδωνε τα ποδηλατάκια των αδελφών του, χάιδευε τα «μωρά» λουλουδάκια όπου τα έβρισκε, όποτε ένιωθε την ανάγκη πήγαινε στο κρεββάτι του και κοιμόταν μόνος του χωρίς νανουρίσματα και τελετουργικά ύπνου, τις ώρες που μουρτζουφλιάζαμε ή βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τον καυγά ερχόταν και μας έκανε να γελάσουμε, στον ύπνο του κρατούσε  στο ένα χέρι μία μπάρμπι και στο άλλο ένα αυτοκινητάκι, σηκωνόταν το βράδυ μέσα στο σκοτάδι και χωρίς να ανάψει φως ή να κάνει θόρυβο πήγαινε στην κουζίνα και έβαζε να πιεί νερό (την πρώτη φορά που το πήρα χαμπάρι ήταν ενός έτους, και είχε βάλει ένα μικρό μεταλλικό κουτί παιχνιδιών για να φτάσει το τραπέζι όπου βρισκόταν το ποτήρι του!)… Παράξενο κι αστείο πλάσμα. Μια φορά πήγαμε βόλτα στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, και σταθήκαμε να χαζέψουμε τα εμπορεύματα μίας πολύχρωμης επιβλητικής αφρικανής. Ο μικρός κόλλησε σε ένα μικρούλι τζέμπε, και μου έδωσε να καταλάβω ότι το ήθελε πολύ. Του το πήρα, φυσικά. Σίγουρα είχε κι άλλα, πιο εντυπωσιακά παιχνίδια, αλλά αυτός σ’ όλη τη βόλτα δεν σταμάτησε να παίζει το μικρό του κρουστό, και δεν ασχολήθηκε με τίποτα άλλο, όσο φανταχτερό κι εντυπωσιακό κι αν ήταν.
Τώρα μαθαίνει ντράμς, παίζει ποδόσφαιρο, και θέλει να αλωνίζει πέρα-δώθε με το ποδήλατο, που για καλή μου τύχη έχει σκασμένο λάστιχο. Δεν τον αφήνω να βγεί από τα όρια του μικρού μας δρόμου, πράγμα που έτσι κι αλλιώς αγγίζει τα όρια του κινδύνου, μια που ο δρόμος μας έχει γίνει πλέον πολυσύχναστος. «Νιώθω παγιδευμένος στην οδό Αλωπεκής», μας δήλωσε το καλοκαίρι με αναστεναγμό…



Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

"υπάρχει ακόμα χρόνος"

Σήμερα μία φίλη, μαμά κι αυτή, μου έστειλε ένα ποίημα της Πέγκυ Ο'Μάρα, εκδότριας του περιοδικού Mothering Magazine. Αγγιξε μία φλέβα ευαίσθητη μέσα μου, που ξέρω οτι μοιράζονται κι άλλες μαμάδες μαζί μου (μαζί μας). Το μεταφράζω από τα αγγλικά:

Υπάρχει ακόμα χρόνος
για να καθίσεις στα καφέ
του Παρισιού
σιγοπίνοντας κρασί
Υπάρχει ακόμα χρόνος
για να πας να συναντήσεις
το δάσκαλο
Υπάρχει ακόμα χρόνος
Τώρα φροντίζω για την αιωνιότητα
κουβαλώντας κορμάκια μαλακά από τον ύπνο
σε κρεββάτια με λουλουδάτα μαξιλάρια και παπλώματα
Απαντώντας σε κραυγές που βγαίνουν από τα βάθη
του φόβου ενός εφιάλτη
Κουμπώνοντας παπούτσια
Ανοίγοντας πόρτες
Παίζοντας θέατρο
Η ψυχή μου τώρα ζει στον οίκο του αύριο
Αύριο θα υπάρχει ακόμα χρόνος
για μεγάλες χαλαρές συζητήσεις
για τα ποιήματα που θα γράψω
για τους χορούς που θα χορέψω
Χρόνος ακόμα
Και έτσι παραδίδομαι σ' αυτά και σ' αυτό
γνωρίζοντας
οτι αυτά είναι που θα με διδάξουν
πώς θα κάνω τα πάντα.

Χριστουγεννιάτικο μπαζάρ για τις κρατούμενες μαμάδες

...έγινε την περασμένη Κυριακή, όσοι δεν ήρθατε το χάσατε!!!

Η αλήθεια είναι, οτι η ομάδα "ξεμπλογκάρισμα" που συμπαραστέκεται εδώ και δύο χρόνια περίπου, στις κρατούμενες μαμάδες στη γυναικεία φυλακή του Ελαιώνα Θηβών, ήταν ευχαριστημένη από την προσέλευση στο φετινό παζάρι.


Πέρα όμως από την κίνηση του παζαριού, ένα μεγάλο θετικό βήμα ήταν οτι στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι που ήρθαν ήταν ενημερωμένοι, ήρθαν τρόπον τινά "συστημένοι", δεν έκαναν τις συνήθεις ερωτήσεις που γίνονται... Μόνο μία γυναίκα ρώτησε εάν τα πράγματα που δωρίζονται από τους πολίτες για τις κρατούμενες (ρούχα, πάνες, κουβέρτες, κτλ) φτάνουν πράγματι στον προορισμό τους, εκφράζοντας την τυπική (και ίσως αναμενόμενη) νεοελληνική δυσπιστία. Η απάντηση της ομάδας ήταν απλή: "ελάτε μαζί μας στην επόμενη επίσκεψη στις φυλακές!"

περισσότερες πληροφορίες στο ιστολόγιο της ομάδας

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

17η Νοέμβρη

«Μαμά ζούσες εσύ όταν έγινε το Πολυτεχνείο; Το θυμάσαι;» Αμάν ερώτηση… ειπωμένη με τόνους θαυμασμού, σα να σε ρωτάνε «όταν ήσουνα μικρή έκανες παρέα με δεινόσαυρους;», ή «τον είχες γνωρίσει τον Κολοκοτρώνη;»…

Φυσικά και ζούσα! Φυσικά και θυμάμαι! Ημουν 8 χρόνων, και ένιωθα τα πράγματα γύρω μου πολύ έντονα, ζούσα σε μία αρκετά πολιτικοποιημένη «δημοκρατική» οικογένεια, που άκουγε πολύ ραδιόφωνο, συζητούσε διακαώς για την πολιτική, και άκουγε «απαγορευμένα» τραγούδια. Μεγάλωσα με Θεοδωράκη και Σαββόπουλο, με μόνιμη την παραίνεση στ’ αυτιά μου «μην τα τραγουδάς αυτά έξω από το σπίτι μας, γιατί…» Βέβαια εγώ παρασυρόμουν, και όταν την πρώτη ημέρα της πρώτης δημοτικού (1972) μας είπε η δασκάλα να τραγουδήσουμε το αγαπημένο μας τραγουδάκι, εγώ περιχαρής σήκωσα το χέρι μου και είπα το «ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή»… και η δασκάλα κοκκίνισε, με ευχαρίστησε γρήγορα-γρήγορα, και ασχολήθηκε με το διπλανό παιδάκι!!!

Η ημέρα – ή μάλλον οι ημέρες – της εξέγερσης του Πολυτεχνείου έχουν εγγραφεί βαθιά μέσα μου, και όταν έρχεται Νοέμβριος σαν να χτυπάει μέσα μου ένα παράξενο καμπανάκι, που φέρνει μνήμες. Όχι μόνο παιδικές, του «τόοοτε», αλλά και μετά, τις πρώτες πορείες στην εφηβεία μου, όταν δεν ήταν επίσημη σχολική γιορτή και κάναμε αποχή, και η τάξη μάζευε λεφτά για να αγοράσει λουλούδια για να πάμε στο Πολυτεχνείο, «κρυφά» κάποιοι από τους γονείς μας. Θυμάμαι αφιερώματα εφημερίδων, κουβέντες φίλων μεγαλύτερων, συζητήσεις επί συζητήσεων, αναμνήσεις διαφόρων γνωστών που η κάθε μία συνέθετε μέσα μου πιο ολοκληρωμένο το παζλ της εικόνας … Μετά ήρθε η οργάνωση (η γνωστή, η «τρομοκρατική») που στο όνομα της δημοκρατίας και της «ταξικής πάλης» σκότωνε ανθρώπους, κάτι που ενώ θεωρητικά μπορεί να με έβρισκε έως και σύμφωνη, ηθικά όμως δεν το σήκωνε η ψυχή μου, μια που πάντα πίστευα ότι η ζωή και ο θάνατος δεν είναι αρμοδιότητα των ανθρώπων…

Μετά το όλο πράγμα ξέφυγε, και η πορεία μετατράπηκε σε άλλοθι τυφλής καταστροφικότητας, καθιερώθηκε σαν επίσημη αργία στα σχολεία (σαν την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου ένα πράγμα, μόνο που δεν ζητείται από τα παιδιά να φοράνε εθνικές στολές!) με τις γνωστές συνέπειες. Δεν ήθελα πια να βρίσκομαι στην Αθήνα, ούτε να πλησιάζω το κέντρο στις 17 του Νοέμβρη. Μία χρονιά μάλιστα το έσκασα τελευταία στιγμή και πήγα να μείνω στη Μονή Οσίου Λουκά τις ημέρες εκείνες – μακριά από κραυγές, φωτιές, κενά συνθήματα, και ΜΜΕ – με τις μπογιές και τα πινέλα μου. Και πάλι, οι εμπειρίες που έζησα εκεί χαράχτηκαν μέσα μου… (αλλά αυτή είναι μία άλλη πλέον ιστορία).

Και φτάνουμε στην επίμαχη 17η Νοέμβρη, πριν 11 χρόνια… Μόνη στο σπίτι με τη μικρούλα μου κόρη, αλλά δεν έχω διάθεση να παίξω. Πονάει η μέση μου και η ψυχή μου, και δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεββάτι. Η μικρή μόνη της στο σαλόνι τραγουδάει κάτι μάλλον λυπητερό, δικό της. Απόηχοι της επικαιρότητας φτάνουν στη συνειδητότητά μου, ότι δηλαδή η πορεία του Πολυτεχνείου «αναβλήθηκε» επειδή ήρθε ο Κλίντον στην Αθήνα, για να του δείξουμε το «καλό πρόσωπο» της Αθήνας (τι ειρωνεία, θεέ μου!) Σε δύο εβδομάδες, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, θα γεννούσα τη δεύτερη κόρη μου, και μία από τις αγωνίες μου ήταν τι θα γινόταν με τη «μεγάλη», που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε κοιμηθεί ποτέ μακριά μου. Συνεννοήθηκα, λοιπόν, με τα πεθερικά μου να την πάρουν μία μέρα και μία νύχτα δοκιμαστικά στο σπίτι τους, να δούμε πώς θα αντιδράσει, πώς θα το πάρει, σαν πείραμα, σαν πρόβα τζενεράλε για τις ημέρες που θα γεννούσα… Ηρθαν οι άνθρωποι αργά το πρωί, η μικρή έφυγε μαζί τους μάλλον θλιμμένη, κι εγώ έμεινα στο κρεββάτι με τους πόνους μου. Θυμάμαι την παρατεταμένη μοναξιά και τη θλίψη εκείνης της ημέρας (ο τότε σύζυγος έλειπε για δουλειά και θα γυρνούσε αργά το απόγευμα) και τις προσπάθειες να βολευτώ κάπως στο κρεββάτι μήπως και με πάρει ο ύπνος (που ήταν πάντα το ισχυρότερο αναλγητικό ψυχής και σώματος για μένα). Πήρα τηλέφωνο τη γιατρό μου, και μου σύστησε να πάρω μία άρνικα, βασιζόμενη στην περιγραφή μου του πόνου. Ο πατέρας μου (παρά τη δυσπιστία του σε οτιδήποτε εναλλακτικό) μου έφερε μία κάψουλα, αλλά δεν βοήθησε. Όταν πλέον γύρισε ο σύζυγος αποφασίσαμε να πάμε να δούμε τη γιατρό μου, η οποία μας είπε ότι επειδή ήταν στο μαιευτήριο, και το μαιευτήριο ήταν πιο κοντά στο σπίτι μας από το ιατρείο της, να πάμε κατευθείαν εκεί να με εξετάσει. Η Παπανικολή είχε απίστευτη κίνηση και ψιλόβρεχε.

Φτάσαμε, και με πήγε κατευθείαν στον υπέρηχο. «Ατακτη η μικρούλα», μου είπε. «Αν είναι αυτό που νομίζω, μας φυλάει μία έκπληξη απόψε». Το μαντέψατε… Οι πόνοι ήταν ωδίνες τοκετού χαμηλής έντασης, κι εγώ ήμουν ήδη εξαντλημένη σωματικά και ψυχικά. Και μετά από συσκεψούλα μισής ώρας αποφασίσαμε ομόφωνα και οι τέσσερεις (εγώ, ο σύζυγος, η γιατρός, και η μαία) χωρίς την σύμφωνη γνώμη της κυοφορούμενης ενδιαφερόμενης, να πάμε για καισαρική.

Ηταν μάλλον η πιο ευχάριστη γέννα της ζωής μου: με μία ευαίσθητη και σούπερ αναισθησιολόγο, με μία υπέροχη γιατρό, με μία σίγουρη και στιβαρή μαία, και με έναν βοηθό χειρουργείου που τραγουδούσε «δυό πράσινα μάτια με μπλέ βλεφαρίδες», «μια ωραία πεταλούδα» και κάτι άλλα ποδοσφαιρικά… με την επισκληρίδιο ήμουν εναργής και παρούσα σε όλα τα τεκταινόμενα του χειρουργείου, και με το που βγήκε το μωρό το είδα και η μαία το έβαλε στην αγκαλιά μου. Απίστευτη συγκίνηση ανάμεσα σε όλους μας. Δάκρυσα. Εξυπνο πλάσμα, βρήκε αμέσως τη θηλή και άρχισε να θηλάζει, την ώρα που η γιατρός με τους βοηθούς της έκαναν υψηλή ραπτική στην κοιλιά μου. Κάποια στιγμή την κοίταξα πάνω από το σεντόνι παραβάν: το πρόσωπό της ήταν απίστευτα σοβαρό και συγκεντρωμένο – μέχρι σήμερα δεν έχω ξαναδεί τέτοια συγκέντρωση σε πρόσωπο – ολότελα δοσμένο σε αυτό που έκανε. Ενιωσα ευγνωμοσύνη και σιγουριά. Και πάλι μία βαθειά συγκίνηση. Η εγχείριση τελείωσε, και ήρθε η ώρα να πάω στην περίφημη «αίθουσα ανάνηψης», μία κρύα αίθουσα με φώτα φθορισμού όπου παρκάρονται οι γυναίκες μετά τον τοκετό τους πριν μεταφερθούν στο δωμάτιο. Φρικτός χώρος, εφιαλτικός, που σε χωρίζουν από το μωρό που μόλις βγήκε από μέσα σου, και συνήθως υπάρχουν κάμποσες γυναίκες με την ίδια ψυχική σύγχυση, φοβισμένες, πονεμένες... Εκείνο το βράδυ ήμουν μόνη, ευτυχώς. Δεν πέρασαν τρία λεπτά και μπαίνει μέσα η γιατρός μου με συνωμοτικό ύφος, κρατώντας ένα μπογαλάκι. Το ξετυλίγει, και μου το δίνει – το μωρό! Τους την έκλεψα, μου λέει, νομίζω πως πεινάει και σε θέλει. Σαν φυσιολογικό μωρό, προσθέτει. Ανασηκώθηκα και τη θήλασα για λίγο. Η γιατρός έκατσε μαζί μου για παρέα μέχρι που κάποιος ήρθε και είπε ότι είχε έρθει η ώρα να ανέβω στο δωμάτιο και ότι έψαχναν το μωρό (!!!). Μου έκλεισε το μάτι, πήρε τη μικρή, κι έφυγε.

Ανέβηκα στο δωμάτιο χαρούμενη και χαλαρή. Κοιμήθηκα γλυκά, και ξύπνησα με τη μικρούλα στο στήθος μου. Υπήρχε ρητή εντολή κάθε φορά που ξυπνούσε να μου την φέρνουν να τη θηλάσω – δεν χρειάστηκε να δώσω ξανά την ίδια μάχη, εδώ είχα ισχυρούς συμμάχους: εντολή γιατρού, και τα σκυλιά δεμένα. Η νεαρά ήταν ήρεμη, ψηλή και λεπτή, μαυρομαλλούσα. Κάποιος επισκέπτης ρώτησε την κλασσική ερώτηση «σε ποιόν μοιάζει». Δεν μου έμοιαζε με κανέναν της οικογένειας, αλλά μου θύμιζε κάτι άλλο: «σε έναν αρχαίο κινέζο φιλόσοφο» του απάντησα (και δεν χρειάζεται να σας πω πώς με κοίταξε!)

Στο μεταξύ η Αθήνα καιγόταν, επ’ αφορμή του αμερικανού προέδρου - βρήκε τη μέρα κι αυτός ο χριστιανός να κάνει επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα (ως γνωστόν οι αμερικάνοι είναι και ολίγον ανιστόρητοι)! Οπότε χάθηκε η ευκαιρία να «φανεί το καλό μας πρόσωπο» (όποιο κι αν ήταν αυτό) στον ξένο επισκέπτη. Ηταν η μέρα Τρίτη, και η πορεία μετατέθηκε για το Σαββατοκύριακο. ..

Ετσι η 17η Νοέμβρη γιορτάζεται πλέον στο σπίτι μας με τούρτες, φίλους, και κεράκια. Και οι μεγαλύτεροι εδωμέσα αναρωτιόμαστε «τι θα γίνει όταν μεγαλώσει» αυτό το παιδί – που συνελήφθη την Ημέρα της Γυναίκας και γεννήθηκε την Ημέρα του Πολυτεχνείου, με μία αύρα υπόπτου χρώματος: ίντιγκο, τουτέστιν λουλακί…

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

"Μαμά, φτάνει πια η παπαγαλία!"

Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που τράβηξε το μάτι μου πρόσφατα, και το αγόρασα, και το διάβασα μονορούφι! Ο συγγραφέας του, Δημήτρης Σφακιανάκης, είναι ένας από εκείνους τους έξυπνους και συνειδητοποιημένους εκπαιδευτικούς, που εστιάζεται στο νούμερο ένα (κατ’ εμέ) πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: την αποστήθιση.

Το διάβασα κι ενθουσιάστηκα. Οχι επειδή μου είπε κάτι καινούργιο, αλλά επειδή λέει αυτό που χρόνια (από μαθήτρια!) θεωρώ απολύτως αυτονόητο, και αναρωτιέμαι γιατί είμαι η μοναδική που το στηλιτεύει κάθε τόσο σε γνωστούς, φίλους, συναδέλφους, ακόμα και σε αγνώστους στο λεωφορείο, γενομένης συζητήσεως! Τώρα πια, στο δημοτικό (όπου φοιτούν δύο από τα παιδιά μου) οι δάσκαλοι αρνούνται ότι ζητούν το μάθημα «απέξω». Αρνούνται, είναι μια κουβέντα, βέβαια. Το παιδί που λέει «απέξω» το μάθημα πάντα επιβραβεύεται έναντι του παιδιού που «κομπιάζει» ή λέει «λιγότερα»…

Πριν λίγες μέρες είπα να ρωτήσω τη μικρή μου κόρη (έκτη δημοτικού, αισίως) τι είχαν στην ιστορία. Δεν είχα σκοπό ούτε το βιβλίο της να ανοίξω, ούτε να την ελέγξω, ήθελα απλά να δω τη δική της στάση απέναντι στο μάθημα. Ο χαρακτήρας της είναι τέτοιος που δεν θα της επέτρεπε να πάει «αδιάβαστη» σχολείο, οπότε το θέμα δεν ήταν εάν είχε διαβάσει ή όχι – αναρωτιόμουν όμως πώς «καθόταν» μέσα της το συγκεκριμένο μάθημα. Κατά καιρούς κάνω τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά, ακριβώς για να ανιχνεύσω ενδιαφέροντα, αρέσκειες και απαρέσκειες, δυσκολίες, σχέσεις με βιβλία και δασκάλες…

Η «αθώα» μου ερώτηση άνοιξε ένα κουτί τύπου Πανδώρας. «Α, μαμά, το έμαθα τέλεια. Δυό παραγράφους είχαμε! Να στις πω;» Ανυποψίαστη, εγώ, λέω ναι. Και αρχίζει. «Οι σκλαβωμένοι Ελληνες… μπλά, μπλά, μπλά…» Κανονική απαγγελία πεζού, σε κάποιες φράσεις μάλιστα μου θύμισε παπά που μουρμουρίζει και τρώει μερικές συλλαβές από τα «κύριε ελέησον» του. Για κάποιο λόγο ένιωσα σαν να με χαστούκισε. Ζήτησα συγγνώμη και τη διέκοψα. Τι σημαίνει σκλαβωμένοι; Τη ρωτάω. Από ποιόν σκλαβώθηκαν; Για πόσον καιρό; Πότε έγιναν όλα αυτά; Δεν θα επαναλάβω τις απαντήσεις… Με σόκαρε η ασάφεια και η σύγχυση σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα και τις έννοιες, η έλλειψη αίσθησης του ιστορικού χρόνου, τελικά μάλλον με σόκαρε η παπαγαλία και η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης αυτών που διάβαζε.

Μετά από ερωτήσεις ολίγον «μαιευτικές» και «ιντριγκαριστικές» (πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μία ώρα συζητώντας τις περίφημες «δύο παραγράφους») καταφέραμε να καταλάβει τα πώς, πότε, και για πόσο της επικράτησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα, το τι σήμαινε αυτό για τους Ελληνες που ζούσαν υπό τον Οθωμανικό ζυγό… Αναγκάστηκα φυσικά να ανοίξω και το βιβλίο της, να δω τι λέει, να της συνδέσω όλα αυτά που λέγαμε και με το σχολικό της βιβλίο… Μπρρρ… Άλλο σοκ. Μου φάνηκε σαν άλλο ένα βιβλίο γραμμένο από μεγάλους για μεγάλους, περίεργα αποσπασματικό, ένα βιβλίο που θα ήταν υπέροχο εάν ήταν απλά βοηθητικό για το δάσκαλο ή τον μαθητή που θα ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο στην ιστορία… Αυτή ήταν η εντύπωσή μου, και μπορεί να κάνω λάθος, φυσικά. Για να είμαι δίκαιη, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το πάρω να το διαβάσω μέσα στο Σαββατοκύριακο!

Το ζήτημα είναι ότι το παιδί μου βρήκε τον τρόπο της παπαγαλίας να «μαθαίνει» το μάθημα που δεν την ενδιέφερε (γιατί δεν την ενδιέφερε, άραγε; Ρωτάω εγώ… γιατί όταν ξεκίνησα να της λέω για τα χαμάμ, τα ρούχα, τα μεγάλα πανηγύρια, τους παραμυθάδες και τους πραματευτάδες που ταξίδευαν σε καραβάνια, τέντωσε τ’ αυτάκια της και μ’ άκουγε με ανοιχτό το στόμα!) και να «ξεμπερδεύει» μ’ αυτό… Ηξερε πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο για «μάθηση», γιατί ξεχνούσε τα πάντα μία-δύο μέρες αργότερα, αλλά σκασίλα της. Κανείς δεν είχε φροντίσει να της εμπνεύσει το ενδιαφέρον ή την αγάπη για το συγκεκριμένο μάθημα… Της απέσπασα την υπόσχεση ότι όταν κάτι της φαίνεται πολύ βαρετό ή ανούσιο, να έρχεται να μου το λέει, μήπως και βρούμε έστω και ένα ψήγμα ενδιαφέροντος μαζί… Γιατί το μυαλό το κακοποιούμε όταν το βάζουμε να κάνει το φωτοτυπικό μηχάνημα μαθαίνοντας παπαγαλία, απέξω, από στήθους το μάθημά μας. Και τη διαβεβαίωσα ότι δεν με ενδιαφέρει εάν παίρνει καλούς ή κακούς βαθμούς, αρκεί να βάζει το μυαλό της να δουλεύει, αρκεί να μαθαίνει… Η αγκαλιά που μου έδωσε το βράδυ εκείνο άξιζε όλα τα 20 και τα «άριστα» όλου του κόσμου.

Εγώ υπήρξα μάλλον θύμα του συστήματος – με την έννοια ότι δεν είχα ποτέ την ικανότητα της αποστήθισης (μόνο τα έμμετρα μπορούσα να αποστηθίσω, αλλά και αυτά ποτέ «μηχανικά»), και έτσι δεν είχα ποτέ μου καλούς βαθμούς. Εγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση ότι στις πανελλήνιες του 1982 είχα γράψει 5,5 στην Ιστορία – ο λόγος ήταν ότι παρότι είχα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις εκτενώς (και σωστά!), τα είχα γράψει με δικά μου λόγια… Παρότι δεν ήμουν η πιο επιμελής μαθήτρια, η μνήμη μου συχνά εκπλήσσει, και μέχρι σήμερα θυμάμαι τα αρχαία και τα λατινικά και την ιστορία και τη γεωγραφία και τη λογοτεχνία που κάναμε στο σχολείο, ποτέ δεν είχα καταφέρει να βγάλω πάνω από 15,5 μέσο όρο. Και παρότι δεν κατάφερα να μπω σε ελληνικό πανεπιστήμιο, τελείωσα με άριστα μία «δύσκολη» σχολή ενός «καλού» ξένου πανεπιστημίου, όπου μπήκα με τις εξετάσεις που έδιναν οι ντόπιοι…

Αυτά θυμήθηκα καθώς διάβαζα το εξαιρετικό αυτό βιβλιαράκι. Αυτά θέλω να θυμάμαι όταν με πιάνει η ανασφάλεια του «τι θα γίνουν τα παιδιά μου που δεν διαβάζουν», και μπαίνω τόσο συχνά στον πειρασμό να κάνω κηρύγματα περί μελέτης και επιμέλειας, κτλ κτλ. Σκέφτομαι να πάρω δώρο το βιβλιαράκι αυτό στους δασκάλους των παιδιών μου. Κάποιοι, νομίζω, θα το διαβάσουν και θα νιώσουν να απελευθερώνονται. Κάποιοι ίσως το πάρουν στραβά, σαν έμμεση κατηγόρια. Κάποιοι θα το διαβάσουν και θα πουν, καλά τα λέει, εμείς όμως έχουμε να βγάλουμε την ύλη (και μαύρο φίδι πού ‘φαγε το δάσκαλο που δεν κατάφερε να βγάλει την ύλη, και τους μαθητές του που «έμειναν πίσω»…) Εγώ πάντως θα δοκιμάσω τη μικρή αυτή επένδυση, και ότι πιάσει!





Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Οχι, όχι, όχι!

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το «όχι», λέει. «Δηλαδή;» «Ε, το ‘όχι’, τι δηλαδή;»

Με κλαρίνα στις πλατείες, σημαίες, παρέλαση παιδιών και στρατών (κατά το «τα στρατά των στρατών»), επισήμους σε περίοπτες θέσεις, πανηγυρικούς - και άλλους – λόγους, εθνικές στολές, κονφερανσιέ στο μικρόφωνο να μας θυμίζουν χούντα (να η ιστορία! ζωντανή μπροστά μας!). Και γιορτάζουμε το «όχι»…

Ουδέν νόημα όλα αυτά για τα ίδια τα παιδιά μας, που αν δεν το έχουν δει ανταγωνιστικά «ποιος θα σηκώσει τη σημαία», και εάν δεν έχουν εκβιαστεί για το βαθμό τους στη γυμναστική, και αν δεν το έχουν δει σαν μία ευκαιρία να κάνουν καζούρα ή παρέα ή γνωριμίες από άλλα σχολεία, δεν έχουν καμία διάθεση να συμμετέχουν. Οι μαθητικές παρελάσεις έγιναν θεσμός στην Ελλάδα με τον Ιωάννη Μεταξά, που ναι μεν είπε το περί ου ο λόγος «όχι» στους Ιταλούς (σιγά μην τολμούσε να πει «ναι», δηλαδή, θα τον έτρωγαν ζωντανό!) αλλά εάν δεν απατώμαι ήταν ο δικτάτορας εκείνος που προσπαθούσε να εμφυσήσει χιλτερικά ιδεώδη στη νεολαία της εποχής, με προτροπές του τύπου να καταδίδουν τους γονείς και φίλους τους στην αστυνομία για αντικαθεστωτικές ιδέες… Ο τύπος ήταν πολύ κοντά στο Χίτλερ και στον Μουσσολίνι, και ποιος ξέρει τι είδους χώρα επιθυμούσε – μέσα στα μύχια της ψυχής του – να κυβερνήσει.

Αλλά αυτά είναι παρελθόν, ιστορία – που ως γνωστόν γράφεται και ξαναγράφεται και παραγράφεται και ξεγράφεται και περιγράφεται από όποιον γουστάρει και έχει το κύρος να ακουστεί. Κάτι που ένα από τα παιδιά μου το είχε ψυλλιαστεί από νωρίς, και όλο με ρώταγε τι λένε οι Τούρκοι στα δικά τους βιβλία ιστορίας για μας (και τι να πώ; Δεν διάβασα ποτέ μου τούρκικα βιβλία. Απλά υποθέτω ότι θα λένε μια απ’ τα ίδια, και αυτό της είπα…) Εγώ πάλι θεωρώ ότι η ιστορία είναι κάτι σαν κινούμενη άμμος, και ομολογώ ότι ουδέποτε ήτανε το φόρτε μου - το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, εξάλλου, μου χάρισε ένα πανηγυρικό 5,5 στις πανελλήνιες, σε εποχή κιόλας που πίστευα αυτά που διάβαζα!

Εγώ το «όχι» σκέφτομαι. Που για να φτάσεις να πεις σε έναν επίδοξο κατακτητή ή καταπατητή των δικαιωμάτων σου το «όχι» πρέπει να έχεις κατακτήσει μέσα σου την ικανότητα να λες όχι σε πολλά άλλα πράγματα. Σε πολλά πράγματα που η κοινωνία σε πιέζει ασφυκτικά να πεις το «ναι» και να σκάσεις! Για να πεις «όχι» πρέπει να έχεις τσαγανό, άποψη, δύναμη, γνώση! Να ξέρεις τουλάχιστον τι δεν θέλεις, ακόμα και αν δεν ξέρεις ακριβώς τι θέλεις.

Γιορτάζουμε τελετουργικά το «όχι» του δικτάτορα, αλλά τα «όχι» των παιδιών μας τα παραβλέπουμε (λέμε «παιδιά είναι…» με ότι αυτό εννοεί και συνεπάγεται). Το δικό του «όχι» στον εκφοβισμό της εξουσίας το πλήρωσε με τη ζωή του ο Αλέξης Γρηγορόπουλος. Το απεγνωσμένο «όχι» που λένε τα παιδιά στο εκπαιδευτικό σύστημα με το περίφημο σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής, το πληρώνουν με ειδικές συνεδρίες και φάρμακα που σκοτώνουν την φαντασία τους. Σε πιο ήπιους τόνους, τα τόσα «όχι» που λένε τα παιδιά (πάλι) στις προσπάθειες γονιών και δασκάλων να τα εντάξουν μέσα σε ένα σύστημα σκέψης και ιδεολογίας τα πνίγουμε με τιμωρίες και κυρώσεις και άρνηση της αγκαλιάς και της αποδοχής… Τα «τρομερά δίχρονα» γιατί λέγονται «τρομερά»; Απλά γιατί συνειδητοποιούν ότι έχουν τη δυνατότητα να λένε «όχι» και το λένε! Τα παιδιά που βγήκαν στους δρόμους μετά τη δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου τα είπαμε (εμείς οι μεγάλοι με τα ΜΜΕ μας και το κύρος του δικού μας «λόγου») τρομοκράτες, αναρχικούς, καταστροφείς της δημόσιας περιουσίας, και πλείστα όσα. «Όχι» έλεγαν κι αυτά, με τον δυναμισμό που προσιδιάζει στην ηλικία τους. Τα «όχι» των εφήβων κοριτσιών στον επικείμενο (ή επαπειλούμενο) βιασμό τους δεν λαμβάνονται υπόψη, σαν να μην αρθρώθηκαν ποτέ. Η άρνηση ενός φτωχού παιδιού που διαβάζει τα μαθήματά του πουλώντας σάμαλι σε δρόμο της Μέσης Ανατολής να φωτογραφηθεί δεν γίνεται σεβαστή – ο φωτογράφος έχει τη δυνατότητα να πάει απλά τριάντα μέτρα παρακάτω και να τη φωτογραφίσει με τον ακριβό του τηλεφακό (που κοστίζει 100 φορές το δίσκο με το σάμαλι) και φυσικά η φωτογραφία κάνει το γύρο του κόσμου. Παρά το «όχι» του παιδιού.

Τα «όχι» της ζωής μας δεν γιορτάζονται, δεν τιμώνται με παρελάσεις. Παραβιάζονται, καταπατούνται, αποσιωπούνται, τιμωρούνται. Το «όχι» που κάποτε είπε ο Μεταξάς στην εισβολή των Ιταλών ήταν ένα από τα μυριάδες εύλογα «όχι» που κατά καιρούς έχουν αρθρωθεί από ανθρώπους. Τι διδάσκουμε στα παιδιά μας όμως για τον πραγματικό ηρωισμό του να λες «όχι»;
Αφού εμείς πάντα «ναι» θέλουμε ν’ ακούμε…



Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

δημιουργικότητα...

πόσο συχνά βουτάμε τα χέρια μας στη μπογιά;

πόσο συχνά καθόμαστε σε κύκλο να πούμε παραμύθια; να τραγουδήσουμε; να παίξουμε θέατρο; ν' ακούσουμε ο ένας τον άλλον;

πόσο συχνά δίνουμε παραστάσεις για  τους φίλους μας;

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Υπάρχει Θεός; Ναι; Πού;

Εδώ και μερικά χρόνια ζητώ απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών για τη μεγάλη μου κόρη. Σκεπτόμενο και βαθιά θρησκευόμενο άτομο (για τη δική μου αντίληψη) είχε αρχίσει να «διαφωνεί» με το μάθημα των θρησκευτικών από νωρίς. Κάπου στην τρίτη δημοτικού είχε δει ένα βιβλίο για τις θρησκείες σε κάποια προθήκη βιβλιοπωλείου, και μου το ζήτησε. Ηταν ένα παιδικό βιβλίο για τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, χριστιανισμό, μωαμεθανισμό, ιουδαϊσμό, βουδδισμό και ινδουισμό. Το διάβαζε για καιρό εμβριθώς, αλλά δεν έκανε καμία κουβέντα γι αυτό. Την επόμενη χρονιά, κάπου στη μέση, ζήτησε απαλλαγή από τα θρησκευτικά, με το σκεπτικό ότι το βιβλίο του σχολείου δεν μιλούσε παρά μόνο για το χριστιανισμό, και παρότι κάποιο από τα τελευταία κεφάλαιά του αναφέρονταν και στις άλλες θρησκείες, βασικά τις έθαβε και έλεγε πόσο «ανώτερη» θρησκεία είναι ο χριστιανισμός, και δεν της άρεσε αυτή η προσέγγιση. Ούτε αυτό που συχνά λέγεται ή υπονοείται, ότι δηλαδή «θα σωθούν» μόνο οι χριστιανοί («δηλαδή από τι θα σωθούν;» και «δεν νομίζω ο Χριστός να έκανε τέτοιες διακρίσεις, εσύ τι λες;») Αντίθετα, της άρεσε πολύ (από το βιβλίο δηλαδή) ο βουδδισμός, και μ’ έβαζε και της έλεγα μία ιστορία που είχα βρεί για τη γέννηση και την απόδραση του Βούδδα από το πατρικό του παλάτι…

Στην πρώτη γυμνασίου τέθηκε πάλι το θέμα της απαλλαγής: ήθελε να δει τη θεολόγο του σχολείου, και μετά ν’ αποφασίσει. Γυρνώντας σπίτι μετά το πρώτο μάθημα θρησκευτικών της χρονιάς ήταν σίγουρη: «απαλλαγήηηη εδώ και τώρα!» Γιατί, παιδί μου; Γιατί είναι θεούσα και κολλημένη με το Χριστό, μου λέει.

Σήμερα πρώτη μέρα στο σχολείο έγινε, παραδοσιακά, ο αγιασμός. Ιερέας (ιερείς, στην προκειμένη περίπτωση), τραπέζι, σταυρός, εικόνες, βασιλικός, θυμιατό, μπωλάκι με νερό, και ψαλμωδίες. Επειδή μάλιστα το σχολείο είναι μουσικό, ψάλτες ήταν οι καθηγητές του σχολείου, και δεν υπήρχε η παραμικρή παραφωνία (για τους έχοντες μουσικά αυτιά οι παραφωνίες στην εκκλησία είναι σούπερ βασανιστήριο, ειδικά κάτι Μεγάλες Παρασκευές…) Τα παιδιά ψιθύριζαν μεταξύ τους, αντάλλασαν τηλέφωνα, αλλά γενικά ήταν «ήσυχα». Ηταν φανερό ότι η γενική ατμόσφαιρα μεταξύ των παιδιών κυμαινόταν από μία γενναιόδωρη ανοχή έως την απόλυτη αδιαφορία για τα τεκταινόμενα. Ο τελετουργός δεν έκανε κανένα σχόλιο (προς τιμήν του), αλλά διάβασε το «μήνυμα» του τοπικού μητροπολίτη. Εντυπωσιάστηκα. Ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι δεν έχει νόημα να γίνεται υποχρεωτικός αγιασμός στα σχολεία («με εγκύκλιο του υπουργείου παιδείας») γιατί οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν ούτε τα λόγια ούτε τις κινήσεις της τελετουργίας, οπότε η όλη τελετή δεν σημαίνει απολύτως τίποτα γι αυτούς. Ότι, λέει, θα προτιμούσε οι ιερείς «του» να μείνουν ήσυχοι στους ναούς τους, παρά να κάνουν κάτι που δεν έχει νόημα, και ότι αυτό που θα ήθελε θα ήταν να έρχονται αυτοβούλως τα σχολεία να ζητούν αγιασμό από τους ιερείς… Είπε κι άλλα, βέβαια, αλλά σε γενικές γραμμές ο λόγος του ήταν άμεσος, ειλικρινής, και σαφής, και χάρηκα που άκουγα τόσο συνετά λόγια από υψηλά ιστάμενο εκπρόσωπο του ιερατείου.

Γυρνώντας στο γραφείο, αντάλλαξα εντυπώσεις με συναδέλφους που επίσης είχαν παρακολουθήσει αγιασμούς. Οι ιερείς, μαζί με το μήνυμα του μητροπολίτη τους, είχαν και τα δικά τους σχόλια να προσθέσουν. Ενας, λέει, μίλησε για το πώς πρέπει να έχουμε φόβο, και μάλιστα αράδιασε και κάμποσα χωρία από τις Γραφές για να το «στηρίξει». Αυτό σε αγιασμό νηπιαγωγείου. Αλλος μίλησε για το σεβασμό που πρέπει να έχουν τα παιδιά στους μεγάλους, «γιατί αυτοί ξέρουν», και «είναι μεγάλοι». Αυτό ασχολίαστο, καλύτερα. Τα περισσότερα σχόλια, ευχές, και παραινέσεις μαρτυρούσαν ανθρώπους που ήταν εκτός τόπου, χρόνου και εκτός τρέχουσας πραγματικότητας. Μαρτυρούσαν ανθρώπους που είχαν ξωμείνει σε άλλες εποχές, άλλες νοοτροπίες, άλλες πρακτικές. Είχε και πλάκα, από μία άποψη: «κάντε ησυχία!» έλεγε ένας ιερέας στα παιδάκια του δημοτικού: «στο άλλο σχολείο που πήγα ήταν καλά τα παιδιά, εσείς εδώ είστε ζωηροί!» Κανείς δεν βρέθηκε να του σφυρίξει στο αυτί ότι κάνεις ησυχία για να ακούσεις κάτι που καταλαβαίνεις, άμα δεν καταλαβαίνεις χριστό απ’ αυτά που ακούς γιατί να κάνεις ησυχία; Η ότι τα φυσιολογικά παιδάκια είναι ζωηρά, ήγουν γεμάτα ζωή, όχι ψόφια (ήσυχα, αδιάφορα, φοβισμένα, δηλαδή «καλά»). Ότι οι φυσιολογικοί (και σκεπτόμενοι) άνθρωποι όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι ρωτούν, ερευνούν, και δεν αφήνονται έρμαια του «έτσι πρέπει». Το σχολείο όπου λέχθηκαν τα παραπάνω ήταν το δημοτικό όπου φοιτούν τα δύο μικρά μου. Κανένα από τα δύο, ευτυχώς, δεν άκουσε λέξη σχεδόν. Όταν ρώτησα σχετικά, μου είπε ο νεαρός «ε, τι ήθελες να πει; Κάτι αρχαία, και ‘ησυχία παιδιά’. Αυτά.»

Καθώς μεγαλώνω συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο την ανάγκη της ελευθερίας της συνείδησης, την ανάγκη να μένεις απερίσπαστος από δόγματα προκειμένου να βρείς το Θεό μέσα σου. Αν υπάρχει, είμαι πεπεισμένη ότι μόνο εκεί μπορείς να τον βρείς. Αμα δεν Τον (ή Την) αναζητήσεις εσύ, άμα δεν ψάξεις, δεν ερευνήσεις («ερευνάτε τας γραφάς» λέει η Αγία Γραφή) όλοι οι άλλοι Θεοί που σου σερβίρουν έτοιμους στο πιάτο (με γαρνίρισμα βυζαντινής ψαλμωδίας, ή με σημαιάκια και κουδουνάκια όπως στο Θιβέτ, ή όπως αλλιώς) παίζει να είναι και ψεύτικοι. Όχι με την έννοια ότι «δεν υπάρχουν» (υπάρχουν στις συνειδήσεις τόσων ανθρώπων, προφανώς) αλλά με την έννοια ότι δεν είναι «οι δικοί σου», δεν είναι η βαθιά προσωπική αλήθεια σου… Οπότε, η όποια «πίστη» που μπορεί να αποκτήσεις, θα βασίζεται είτε στον συμφεροντολογικό συναισθηματισμό (αγαπάς το Θεό επειδή σε βολεύει, ή θυμώνεις και αγανακτείς όταν δεν εισακούονται οι «προσευχές» σου, ή όταν συμβαίνουν άσχημα ή «άδικα» πράγματα, και διαλαλείς με πίκρα και πίκα ότι δεν υπάρχει), είτε στην ακαδημαϊκή γνώση που έρχεται από καθέδρας, οπότε κολλάς στο δόγμα, στο «γράμμα του νόμου» και γίνεσαι ηθικολόγος, επικριτικός, αλαζόνας, μισαλλόδοξος, κ.ο.κ.

Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους και από τα δύο είδη. Ούτε οι μεν ούτε οι δε είναι ευτυχισμένοι πραγματικά, ούτε οι μεν ούτε οι δε έχουν αυτή τη βαθιά εσωτερική ειρήνη, τη χαρά της ζωής και το χιούμορ που διακρίνει τους – κατ’ εμέ, πάντα – πνευματικούς ανθρώπους.

Εχω την αίσθηση ότι τα μαθήματα των θρησκευτικών όπως γίνονται στα σχολεία (κατήχηση στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία) παράγουν ανθρώπους που απλά πιστεύουν κάτι επειδή τους το είπαν κάποιες (θεωρούμενες) αυθεντίες – σα να λέμε, όπως πιστεύουμε σε ότι μας λένε οι ειδήσεις του τάδε ή του δείνα τηλεοπτικού καναλιού. Επειδή «αυτοί ξέρουν». Και τα σημερινά παιδιά αντιδρούν. Δεν αντέχουν τις αυθεντίες («γιατί να τους πιστέψω, δηλαδή; Τι τους κάνει πιο καλούς ανθρώπους; Κι αν υπάρχει Θεός, τι τους κάνει να είναι πιο κοντά Του από σένα κι από μένα;» ή, «τι να μας πει κι ο θεολόγος; Ολο για το ‘πνεύμα’ μας μιλάει, αλλά την σχολική ύλη είναι κολλημένος να βγάλουμε»). Και έχουν δίκιο!

Και, φυσικά, βαριούνται. Βαριούνται τα δεδομένα, τα κατεστημένα, γιατί κανείς δεν τους τα εξήγησε στη δική τους γλώσσα, οπότε δεν έχουν κανένα ανιχνεύσιμο νόημα... Είναι ξένα και «αρχαία».

Η μία κόρη νωρίς επέλεξε να μην κάνει θρησκευτικά, και να ξεχωρίσει από τους συμμαθητές της, άσχετα αν επισύρει σχόλια και συγκεκαλυμένη ειρωνία για το άτομό της και την οικογένεια από δασκάλους και άλλους γονείς. Μάλλον σκασίλα της. Θα την ενδιέφερε, λέει, να μάθει πώς προσεγγίζουν άλλοι λαοί το Θεό, και ποιοι άλλοι Μεγάλοι Δάσκαλοι ήρθαν να διδάξουν την ανθρωπότητα πέραν του Χριστού, και τι είπαν. Δεν θα ήταν το αγαπημένο της μάθημα, λέει, αλλά θα είχε ενδιαφέρον. Η άλλη κόρη επέλεξε να μην ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν θέλει να είναι δακτυλοδεικτούμενη. Συνεχίζει, με μία σχετική αδιαφορία, να μαθαίνει κάθε εβδομάδα το μάθημά της και μετά να το ξεχνάει σαν να μην το διάβασε ποτέ. Ο γιός είναι ακόμα στην ευλογημένη εκείνη ηλικία που δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα. Πιστεύει στους αγγέλους και στην Ουράνια Μητέρα (σαν αγοράκι που είναι!) και ενδιαφέρεται διακαώς για τη μετά θάνατον ζωή. Αλλά βαριέται τις ψαλμωδίες.





Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

17η Πανελλαδική Γιορτή Οικολογικής Γεωργίας και Χειροτεχνίας

30 Σεπτεμβρίου – 3 Οκτωβρίου, Πάρκο Τρίτση, Ιλιον Αττικής



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Φέτος, η Πανελλαδική Γιορτή Οικολογικής Γεωργίας και Χειροτεχνίας έρχεται στην Αθήνα με σκοπό να αναδείξει έναν αυτοοργανωμένο οικολογικό τρόπο ζωής που, βασιζόμενος σε σχέσεις συνεργασίας και αλληλεγγύης και χρησιμοποιώντας αειφορικές καλλιεργητικές πρακτικές, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενδιάμεση τεχνολογία, δίνει έμφαση πρώτα απ' όλα στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου αλλά και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει, ενάντια στη σκληρή εμπορευματοποίηση των πάντων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ατομικές και συλλογικές πρωτοβουλίες συναντιούνται σε μια τετραήμερη γιορτή στο πάρκο Τρίτση, στο Ιλιον Αττικής με σκοπό να προωθήσουν τη δημιουργία δομών αλληλέγγυας οικονομίας, παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διαμεσολάβηση ανάμεσα σε παραγωγό και καταναλωτή και να προβάλλουν τα χαρακτηριστικά και τις αξίες ενός “άλλου κοσμου”, ο οποίος “είναι εδώ”, ζωντανός, εξελισσόμενος και βιώσιμος.



Στη γιορτή συμμετέχουν :

• αγρότες που επιλέγουν ένα μοντέλο παραγωγής το οποίο βασίζεται στην ποιότητα και τοπικότητα των προϊόντων και όχι στο χρηματικό κέρδος

• μεταποιητές και χειροτέχνες που επιλέγουν φυσικά υλικά και ήπιες μεθόδους κατεργασίας

• συλλογικότητες που ασχολούνται με ζητήματα οικολογικού περιεχομένου, με το εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο, με την αυτοδιαχείριση των βασικών αναγκών και με την επανοικειοποίηση και δημιουργική αξιοποίηση των δημοσίων χώρων.



Παράλληλα με την έκθεση και πώληση οικολογικών προϊόντων και χειροτεχνιών πραγματοποιούνται εκδηλώσεις, ενημερωτικές συζητήσεις, προβολές, δραστηριότητες για παιδιά, αλλά και πρακτικά εργαστήρια μέσα από τα οποία χειροτέχνες και μεταποιητές θα μοιράζονται με τους συμμετέχοντες τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.



Κάθε χρόνο η γιορτή διοργανώνεται σε διαφορετική πόλη από διάφορες συλλογικότητες και παραγωγούς. Φέτος, συνδιοργανώνεται από τον «Σπόρο», συνεταιρισμό για το εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο (www.sporos.org) και το Δίκτυο Οικοκοινότητα (www.oikodiktyo.espiv.blogs.net ).



Υπεύθυνη επικοινωνίας: Γεωργούση Φωτεινή, 6973390576, asalvarloslobos@yahoo.gr

Και μία αλλιώτικη γιορτή



Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Ο σεβασμός στη ζωή

Κάθε μέρα, κάθε ώρα επιβεβαιώνεται μέσα μου η αναγκαιότητα της παιδείας του σεβασμού. Όχι του σεβασμού όπως τον εννούσε η παλιότερη γενιά («σεβασμός στους μεγαλυτέρους» έλεγαν οι γονείς μου, μόλις τολμούσα να εκφράσω καμιά γνώμη που να μη συνάδει με την τρέχουσα ηθική, ή όταν τολμούσα να εκφράσω «άπρεπα» συναισθήματα όπως ο έντονος θυμός ή η δυσαρέσκεια). Τότε θεωρείτο σωστό (και πολύ βολικό, θα έλεγα, για κάποιους) να σεβόμαστε άκριτα τον μεγαλύτερο στα χρόνια ή τον έχοντα εξουσία. Ο σεβασμός εξισωνόταν λιγάκι με το φόβο και σίγουρα με την ευγένεια (αδιάφορο αν ήταν ειλικρινής ή όχι), με το κοινωνικά επιτρεπτό ή ανεπίτρεπτο… Αλλιώς όμως τον εννοώ (και τον καταλαβαίνω) εγώ τον σεβασμό: Σεβασμό στη ζωή, σεβασμό στη διαφορετικότητα, σεβασμό στην ανθρώπινη εμπειρία, σεβασμό στο χρόνο.

Πριν λίγη ώρα, ένα κοριτσάκι (φίλη καλοκαιρινή του καλικάντζαρου) είδε ένα μικρό χταπόδι ανάμεσα στις πέτρες. Το χταποδάκι αντελήφθη την ανθρώπινη παρουσία, και κρύφτηκε πάραυτα. Βρήκα τη μικρή να προσπαθεί με ένα ξύλο να το πιάσει «για να το δει λιγάκι» και να τσαντίζεται σφόδρα που της ξέφυγε. Της λέω «εσένα θα σου άρεσε να σου το κάνουν αυτό;» Στην αρχή δεν κατάλαβε καν την ερώτησή μου. Επανέλαβα «θα σου άρεσε να σε βγάλει εσένα κάποιος με ένα ξύλο από το σπίτι σου, έτσι, για να σε κοιτάξει;» Και πάλι με κοίταξε σαν να μίλαγα κινέζικα. Στο τέλος μου λέει «όχι». «Ε, ούτε και στο χταπόδι δεν νομίζω να αρέσει, γι αυτό κρύφτηκε». Δέος και δυσαρέσκεια στο προσωπάκι της. Πρώτη φορά στα 10 της χρόνια στον πλανήτη κάποιος της μίλησε για τα συναισθήματα ενός πλάσματος που έχει συνηθίσει να το βλέπει κρεμασμένο στις ψαροταβέρνες και να το τρώει ψητό στα κάρβουνα!

Σεβασμό στη ζωή εννοώ την ενσυναίσθηση, τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε μόνοι μας στη γη: μοιραζόμαστε τον πλανήτη με χιλιάδες άλλα είδη (ζώα, έντομα, φυτά, πουλιά) τα οποία έχουν το ίδιο δικαίωμα στη ζωή όπως εμείς, το ίδιο δικαίωμα να έχουν το χώρο τους, το «βιότοπό» τους (όπως είναι της μόδας να το λέμε τώρα πια). Προφανώς και τα παιδιά θα έχουν πάντα περιέργεια να δουν από κοντά ζωάκια, εντομάκια, χίλια δυό ζωντανά πλάσματα που τους κινούν το ενδιαφέρον – και αυτό είναι ωραίο, είναι και παρήγορο μάλιστα, δεδομένου ότι μέσα στην επίσημη εκπαίδευση όλα αυτά δεν τα βλέπουν πάρά μόνο σε βιβλία στην καλύτερη περίπτωση! Αλλά υπάρχει και ο τρόπος που το κάνουν, ο σεβασμός με τον οποίο μαθαίνουν να το κάνουν - η συναίσθηση, δηλαδή, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να προκαλούμε πόνο ή δυσφορία, δεν έχουμε δικαίωμα να κακοποιούμε κανέναν και τίποτα. Οτι, πολύ απλά, δεν είμαστε το μοναδικό βιολογικό είδος με δικαιώματα επιβίωσης και χρήσης γης (και θάλασσας, και αέρα!), ότι δεν γεννηθήκαμε «πιο ίσοι» από τα άλλα είδη, μόνο και μόνο επειδή είμαστε άνθρωποι…

Πριν ένα χρόνο, εδώ, στο ίδιο χωριό, ο νεαρός που έκανε παρέα με το γιό μου κατέστρεφε μάλλον κάποια φυτά, και ο δικός μου κάτι του είπε (ποτέ δεν έμαθα) και έτσι ξεκίνησε μία κουβέντα. Ο νεαρός διατεινόταν ότι τα φυτά είναι νεκρά, «δεν έχουν ζωή», γιατί έτσι τους είπε η δασκάλα του στο νηπιαγωγείο. Γιατί δεν κινούνται, λέει. Ο δικός μου πάλι έλεγε ότι η δασκάλα του φίλου του ήταν βλαμένη και έλεγε βλακείες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τίποτα (κι αυτός στο νηπιαγωγείο πήγαινε). Ετσι είπε στο φίλο του να έρθουν να με βρούν να με ρωτήσουν (ως τελικό κριτή ένα πράμα), κι εγώ φυσικά εξήγησα ότι από τη στιγμή που κάτι μεγαλώνει και αναπτύσσεται έχει ζωή, έχει και αισθήματα. Κάναμε μία μεγάλη κουβέντα, δεν ξέρω αν τον έπεισα το νεαρό (σ’ αυτή την ηλικία παντογνώστες είναι οι γονείς και οι δάσκαλοι) αλλά τουλάχιστον στήριξα το δικό μου παιδί στη θέση του, και του έδωσα μερικά επιχειρήματα πιο πειστικά από το «η δασκάλα σου είναι βλαμένη»!!!

Πριν δύο μέρες, σε μία κοντινή παραλία (νοτιοδυτική Πελοπόννησος) παραδοσιακά γεμάτη με θαλάσσια κρίνα (pancratium maritimum) τα οποία είναι μερικά χρόνια τώρα στη λίστα των προστατευόμενων φυτών της Μεσογείου, είδα έναν νεαρό να κόβει αγκαλιές από αυτά, ξεριζώνοντας μπόλικα. Μία φίλη του μίλησε, κάτι του είπε, κι εκείνος της αντιγύρισε το πιο περιφρονητικό και επιθετικό βλέμα που έχω δει… Χρόνια πριν, σε νεόδμητη βίλα, είχαν κάνει φωλιά τα χελιδόνια. Η νέα (τότε) «πυργοδέσποινα» έβαλε αμέσως να τις χαλάσουν «για να μην γεμίζουν τη βεράντα κουτσουλιές». Τα παιδιά της, τριών και έξι ετών τότε, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ, γιατί είχαν αγαπήσει τα χελιδονάκια που πηγαινοέρχονταν ταϊζοντας τα μικρά τους. Ένα πρωί απλά ξύπνησαν και δεν τα είδαν. Η μαμά τους είχε θεωρήσει ότι φρόντιζε την υγιεινή του καινούργιου, πανάκριβου εξοχικού της, το οποίο δεν είχαν δικαίωμα να μοιράζονται «άλλες» οικογένειες… Σκέφτομαι τις αρκούδες που κάθε χρόνο σκοτώνονται στην νεόκοπη Εγνατία Οδό. Φτιάξαμε ένα δρόμο που περνά μέσα από τα δικά τους βουνά, μέσα από τα δικά τους πανάρχαια περάσματα, και τώρα παραπονιόμαστε (εμείς οι άνθρωποι – οδηγοί) ότι «πέφτουν επάνω μας» «σμπαραλιάζουν τα αυτοκίνητά μας! Φαντάσου να πέσει αρκούδα επάνω σου» και άλλα τέτοια…

Είναι πλέον βαρετό κλισέ το να πούμε ότι ο πλανήτης περνά ζοφερές μέρες εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο του φέρεται ο άνθρωπος, αλλά είναι και αλήθεια. Εχω βαρεθεί επίσης την κλασική περιβαλλοντική αγωγή στα περισσότερα σχολεία η οποία περιστρέφεται και εξαντλείται στην ανακύκλωση (ξέρετε, αυτήν με τους μπλέ κάδους). Εδώ ο κόσμος καίγεται, πεθαίνει, πνίγεται, και τα ελληνικά σχολεία αναλώνονται στο πού θα ρίξουν τα παιδιά τα χαρτιά και τα τενεκάκια του αναψυκτικού! Προφανώς είναι σημαντική στην πόλη η ανακύκλωση, αλλά μόνο;

Ο σεβασμός στη ζωή περιλαμβάνει και άλλα πράγματα – την περίσκεψη με την οποία αντιμετωπίζουμε ένα ζωάκι (δεν είναι παιχνίδι, έχει κι αυτό συναισθήματα, «καταλαβαίνει» που λένε και κάποιοι, λες και τα ζώα πάσχουν από εγγενή χαζομάρα επειδή δεν μιλούν τη δική μας γλώσσα) την αγάπη με την οποία φροντίζουμε ένα φυτό, τη γνώση της φύσης και των όντων που μας περιβάλλουν (πώς θα αγαπήσεις κάτι άμα δεν το γνωρίσεις;) την αποχή από την άκριτη και άσκοπη κατανάλωση… Την επίγνωση ότι η ζωή και η υγεία μας στον πλανήτη αυτόν εξαρτάται από τη ζωή και την υγεία τόσων και τόσων υπάρξεων που εμείς αγνοούμε, ή υποβαθμίζουμε, ή καταστρέφουμε…

Αυτά νομίζω πως πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά μας στο σχολείο. Αλλά πώς; Οι δάσκαλοί τους τα ξέρουν; Αυτοί από ποιους τα διδάχτηκαν για να τα διδάξουν με τη σειρά τους στα παιδιά; Στενοχωριέμαι και μόνο που τα σκέφτομαι όλα αυτά, γιατί δεν βλέπω άκρη. Η, μάλλον, η μόνη άκρη που βλέπω είναι έξω από την επίσημη εκπαίδευση, έξω από το χώρο του σχολείου, από ανθρώπους ευαίσθητους που κάποιοι τους φωνάζουν «ούφο», «φρικιά», και «γραφικούς» και που συχνά γίνονται περίγελως ειδικά σε μικρές κοινωνίες. Επειδή μιλάμε για τα παιδιά μας ως «το μέλλον», αλλά με την εκπαίδευση που τους δίνουμε (ως πολιτεία) αυτό ακριβώς το μέλλον τους το κλέβουμε «με το νόμο»…





Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Διακοπές...


Ανάμεσα στην επιθυμία μου να συνεχίσω το καινούργιο μυθιστόρημα που μου χάρισε το εφηβάκι μου για τα γενέθλιά μου (ήδη είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας) και στο να γράψω κάτι νέο εδώ, δοκιμάζω το δεύτερο.

Κάποτε οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν ένας πονοκέφαλος – τι θα κάνω με τα παιδιά τις μέρες που θα είμαι στην Αθήνα και θα δουλεύω, κι αυτά δεν θα έχουν σχολείο / νηπιαγωγείο / παιδικό σταθμό; Πώς θα ταξιδέψουμε προς το εξοχικό με δύο ή και τρία μικρά παιδιά χωρίς αυτοκίνητο; Και εκεί, πώς θα καταφέρω να επιβλέπω τρία μικρά στη θάλασσα συγχρόνως χωρίς να περιορίσω την ελευθερία τους, χωρίς να τα θέσω σε κίνδυνο, και συγχρόνως χωρίς να τρελλαθώ εγώ από την έλλειψη προσωπικού χρόνου και ηρεμίας; Πώς πείθεις δύο κοριτσάκια νηπιακής ηλικίας να κοιμηθούν το μεσημέρι όταν υπάρχουν τόσο συναρπαστικά πράγματα να κάνουν εκείνη την ώρα; Και ένα σωρό άλλα ερωτήματα, ανάλογα με τη φάση…

Κάποιο καλοκαίρι είχαμε μέγα πρότζεκτ να φτιάξουμε πράγματα με πηλό. Ενα  άλλο καλοκαίρι μαζεύαμε τα βαζάκια από τις μαρμελάδες και τα ζωγραφίζαμε με χρώματα βιτρώ και βάζαμε μέσα ρεσώ που  τα ανάβαμε το βράδυ. Ενα άλλο καλοκαίρι διαβάζαμε ιστορίες για νεράιδες, μέχρι που άρχισαν οι ίδιες να μας στέλνουν ραβασάκια καλλιγραφημένα μέσα σε γλάστρες και κορμούς... Μία άλλη χρονιά μία φίλη απασχολούσε τα κοριτσάκια μου όσο εγώ ήμουν στο γραφείο φτιάχνοντας μαριονέττες και παίζοντας μαζί τους παραμύθια. Κάποτε άλλοτε έρχονταν στο γραφείο και περνούσαν ώρες χρωματίζοντας  σχέδια που τυπώναμε από το ίντερνετ. Τότε μάλιστα είχα βάλει για προφύλαξη οθόνης τον Μπόμπ Σφουγγαράκη...

Σήμερα, άλλες ηλικίες, άλλη κατάσταση ζωής, τα πράγματα φαίνονται απλούστερα. Φαίνονται. Τα παιδιά περνούν ένα μήνα σχεδόν μαζί με τον φυσικό τους μπαμπά και την οικογένειά του, είναι επαρκώς ανεξάρτητα για να μπορούν να πηγαίνουν στους φίλους τους χωρίς εμένα (και πάλι με επιφυλάξεις και όρια, αλλά παλεύονται) για να μπορούν να μένουν με τη γιαγιά και τον παπού χωρίς να διακυβεύονται οι διατροφικές συνήθειες του σπιτιού (πάει καιρός πλέον που η ανεξαρτησία και ο συγχρωτισμός με τους συνομηλίκους έχει εξανεμίσει κάθε καλή διατροφική συνήθεια που δόθηκε ποτέ από μένα, οπότε είναι πλέον μία χαμένη μάχη!) για να μπορούν να σου εξασφαλίσουν δύο τουλάχιστον ώρες προσωπικού χρόνου χωρίς να φοβάσαι τι ακριβώς σκαρώνουν με τόση ησυχία στο σπίτι…

Το θέμα όμως παραμένει: τι κάνουν τα παιδιά όταν δεν είναι στο σχολείο; Πώς απασχολούνται; Με τι περνούν την ώρα τους;

Και ωραία, υπάρχουν τα περίφημα «προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης» σε κάποιους δήμους – κάποιες χρονιές μας ξελάσπωσαν, και ωραία μάλιστα. Υπάρχουν οι κατασκηνώσεις. Χμ, άντε καλά… Εχω μία εγγενή επιφύλαξη για τις κλασσικές κατασκηνώσεις, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι σχέσεις των παιδιών φροντίζονται όσο και μέσα στο σχολείο – δηλαδή καθόλου. Σαν ολίγη ακόμα ιδρυματοποίηση, ένα πράγμα. Με «δραστηριότητες», με σούπερ-ντούπερ εγκαταστάσεις, βέβαια, αλλά η μαζοποίηση του σχολείου υπάρχει και εδώ. Διαβάζω για ίντερνετ καφέ που λειτουργούν ως «φύλαξη παιδιών» και φρικάρω. Ακούω για ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση, και αναστενάζω. Και οι έφηβοι ένα πανταχού παρόν ατελείωτο «βαριέεεεεεμαι…» Λέω τις προάλλες, σε μία ομαδούλα εφήβων που γνωρίζω «λέτε – λέτε για το πόσο δεν σας αρέσει το σχολείο, το πόσο καταπιεστικό κι αναχρονιστικό είναι, αλλά τώρα που δεν έχετε σχολικές υποχρεώσεις δεν ξέρετε τι να κάνετε με τον εαυτό σας και βαριέστε»! «Είναι σαν να ξεφουσκώνει ένα μπαλόνι» μου είπε ο ένας. «Εχουμε κουραστεί», λέει ένας άλλος. «Αμα σου κλέβουν το χρόνο διαρκώς με το να σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις – ‘για το καλό σου’, και καλά – όταν επιτέλους έρθει η ώρα, και βρείς το χρόνο, έχεις ξεχάσει πλέον τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις» λέει η φιλόσοφος της παρέας. «Ασε που δεν έχεις πια διάθεση…» Οπότε;

Μία διέξοδος είναι η διερεύνηση και η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια, τα παιδιά βλέπουν τους φίλους τους, που όλο το χρόνο λόγω σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων δεν μπορούσαν. Ωραίο αυτό, ανακουφιστικό…

Ο νεαρός μου έχει αναπτύξει μία τρυφερή φιλία με τη σχεδόν συνομήλικη γειτόνισσα. Κάθε μέρα είναι σπίτι της, μέχρι το βράδυ. Εάν δε μία μέρα δεν χτυπήσει κάρτα κανονικά στην ώρα του, η μικρή ανησυχεί, τηλεφωνεί, και όταν πάει του δίνει κάτι απίθανα ραβασάκια μεταξύ κρυπτογραφίας και ανορθογραφίας. Πολύ γλυκό. Εγώ σα μαμά καθωσπρέπει, τρομάρα μου, ανησυχώ φυσικά, μήπως τους γίνεται φόρτωμα. Οικογένεια είναι και οι δίπλα, θέλουν κι αυτοί τις ήσυχες ώρες τους, θα κουράζονται με τη διαρκή παρουσία του ξένου παιδιού. Και όλο του λέω διάφορα, που μου τα καταρρίπτει, και φυσικά η διπλανή μαμά ισχυρίζεται ότι ο νεαρός είναι τόσο καλό παιδάκι που δεν κουράζει και δεν φορτώνει κανέναν, κτλ κτλ. Ποια είναι τα όρια της δίπλα οικογένειας; Ποια είναι τα όρια της δικής μου (και εμής της ιδίας, δηλαδή); Ούτε που ξέρω… Και είμαι σε μία διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό μου, με το γιό μου, και με την ευαισθησία μου για το τι είναι πρέπον / ανεκτό / επιτρεπτό και τι όχι, κτλ κτλ.

Ο καλικάντζαρος της οικογένειας φαίνεται να είναι στη φάση που τα κοριτσάκια περνούν ώωωωρες ολόκληρες συνωμοτώντας με την κολλητή τους, και – αυτό. Τι λένε, μυστήριο. Προεφηβεία, σου λέει. Περίεργη φάση. Μια εδώ, μια εκεί. Πότε ακούγεται μουσική από το δωμάτιο, πότε σιωπή, πότε γέλια. Η καλύτερή της είναι όταν περνάει μέρες ολόκληρες με την κολλητή, και μιλάνε στο τηλέφωνο μαζί με μία-δύο άλλες, ή ανταλάσσουν εξυπνάδες στο msn. Πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο ‘για αγόρια’, χτυπάει καμιά νότα στην κιθάρα, βλέπει καμιά ξεχασμένη ταινία στο ντιβιντί… «Βαριέεεμαι, μαμά…»

Η «σκοτεινή πριγκίπισσα» (νέος τίτλος της πάλαι ποτέ νεράιδας) πάλι είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Δε λέω, περνάει κι αυτή ώρες κλεισμένη στο δωμάτιό της με μυστικοπάθεια – και όταν βγαίνει, ιδού: ένα νέο έργο τέχνης δώρο για τη μαμά. Όταν δεν έχει οίστρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καταβροχθίζει γκόθικ μυθιστορήματα (βλέπε δρακουλιάρικα τύπου ‘Λυκόφως’) ή προσπαθεί να κανονίσει συναντήσεις με τα παλιά της φιλαράκια από το δημοτικό. «Περπατήσαμε τρείς ώρες με τον Χ, ήταν υπέροχα» «Και τι λέγατε τόσες ώρες;» «Κακίες, φυσικά». Οι διανυκτερεύσεις των φιλενάδων δίνουν και παίρνουν, επίσης, και είναι η καλύτερή τους. Όπως και τα ‘φτιαξίματα’ με τα αγόρια, τα οποία είναι μάλλον λιγάκι διαφορετικά από ότι τα θυμάμαι εγώ. Βλέπεις δηλαδή τα εφηβάκια στην πλατεία του χωριού, να κάθονται πλάι-πλάι στα σκαλιά της εκκλησίας ή στα παγκάκια, αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια, βυθισμένοι όλοι και όλες στα κινητά τους. Δε μιλάνε, ανταλάσσουν μηνύματα. Η, με τα μικρά τους laptop (δωράκια του υπουργείου παιδείας) κάθονται σε στρατηγικά σημεία (όπου έχει τσάμπα ίντερνετ), και «επικοινωνούν». Άλλο μυστήριο κι αυτό, που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να εξιχνιάσω ή να σχολιάσω. Καμιά φορά, όταν δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι στο σπίτι καλούν τις φιλενάδες τους και φτιάχνουν «άις κόφι» και ξενυχτάνε για να δουν όλες μαζί την ανατολή. Αυτό ναι, κάτι μου θυμίζει από τα δικά μας… Κάτι…

Περνούν τις διακοπές τους εκεί που τις περνούσα κι εγώ ως μικρή, στο ίδιο χωριό, στην ίδια θάλασσα, με φίλους τα παιδιά των δικών μου φιλενάδων ή των παλιών μου φλερτ. Με κάνει και νιώθω μία γλυκειά ασφάλεια όλο αυτό… Λιγάκι μου θυμίζει τις αλητείες τις δικές μου, λιγάκι με παραξενεύει (έχουν αλλάξει τόσα πολλά!), λιγάκι με γυροφέρνουν κάτι σκέψεις του στυλ «το καλοκαίρι πρέπει να είναι δημιουργικό, όλο κοπροσκυλιάζουν και δεν ασχολούνται με τίποτα, όλο μπούρου-μπούρου και χαζά»… Και μετά λέω, γιατί. Καλή είναι και η βαρεμάρα! Καλή είναι και η τεμπελιά! Καλό είναι και το άδειασμα του μυαλού! Καλές είναι και οι κουβεντούλες στα παγκάκια, και το βάψιμο των νυχιών σε χρώμα μαύρο δρακουλί! Αυτό δεν είναι οι διακοπές; Τι με πιάνει και θέλω να γεμίσω τα πάντα με «σοβαρές» εκπαιδευτικές δραστηριότητες; Μήπως γέρασα;







Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Η γιορτή της Μητέρας


Εικόνες και σκέψεις διάφορες έρχονται στο νου μου.
Η μέλλουσα μαμά που έχασε τη ζωή της στον πλανήτη αυτό, μαζί με το αγέννητο μωρό της, πριν λίγες μέρες, εγκλωβισμένη στο χώρο εργασίας της. Η δική μου μητέρα, σπίτι της με σπασμένο χέρι, που μήνες, ίσως και χρόνια τώρα, δεν θέλει να με δει μπροστά της. Η μητέρα του συντρόφου μου, χρόνια πεθαμένη, που ήρθε στον ύπνο του χτες βράδυ «να μας φέρει ένα βάζο γλυκό» (όσο ήταν εν ζωή έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού σαν παραδοσιακή μαμά). Οι μαμάδες που ζουν στη φυλακή. Η Μήδεια. Τα παιδιά που ζουν μακριά από τη μαμά τους, στα ιδρύματα της Ελλάδας. Οι μαμάδες που τρέχουν τα παιδιά τους από καλλιστεία σε τηλεοπτικούς διαγωνισμούς και πάλι πίσω σε καλλιστεία, μεταφέροντάς τους τις δικές τους φιλοδοξίες διασημότητας. Η μαμά του Χαμί Νατζαφί που είδε το παιδί της να ανατινάζεται μπροστά στα μάτια της, έχοντας φύγει από τη χώρα της για να το προστατέψει από τον πόλεμο, και που σήμερα στέκεται δίπλα στη μικρή της κόρη που κινδυνεύει να χάσει ολότελα το φως της. Η συχωρεμένη τη γιαγιά μου, που κυβέρνησε τους γιούς της με τέτοια σιδηρά πυγμή που έζησε να δει το γιό της να αυτοκτονεί. Η μαμά μίας φίλης, ενενήντα και βάλε σήμερα, που έστειλε τα παιδιά της μακριά, στους δικούς της γονείς, (η φίλη μου έξι μηνών βρέφος τότε) προκειμένου να στεγάσει στο σπίτι της τις πολιτικές συγκεντρώσεις εκείνες που οδήγησαν στην επανάσταση της Κούβας. Οι φίλες εκείνες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά αλλά δεν τους έκατσε ποτέ, για χίλιους λόγους. Οι «μαμάδες-ΣΟΣ» από τα ομώνυμα Παιδικά Χωριά. Οι ανήλικες μαμάδες που επιμένουν να κρατήσουν τα παιδιά τους (και κάποιες το καταφέρνουν). Οι πολύτεκνες μαμάδες που εργάζονται.Οι πολύτεκνες μαμάδες που δεν εργάζονται. Οι υποχόνδριες μαμάδες, που παρα-ντύνουν τα παιδιά τους το χειμώνα, και τους κάνουν όλα τα εμβόλια. Οι μαμάδες που ζουν με κατάθλιψη. Οι μαμάδες που πιέζουν τα παιδιά τους να φέρουν καλούς βαθμούς στο σπίτι. Οι μαμάδες που δεν αποδέχονται τη σεξουαλικότητα των παιδιών τους εάν είναι αποκλίνουσα από τα συνήθη. Οι μαμάδες που προστατεύουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες των πράξεών τους. Οι μαμάδες που υιοθέτησαν παιδιά άλλων μαμάδων. Τα παιδιά που έγιναν μαμάδες και αναγκάστηκαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία. Η Μαρία – ως ανήλικη μητέρα ενός Μεγάλου Δασκάλου της ανθρωπότητας. Οι μαμάδες που, κουρασμένες, λένε παραμύθια στα παιδιά τους, και κοιμούνται πριν προλάβουν να τελειώσουν το παραμύθι. Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη, στην Αργεντινή, που φώναζαν πως ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που εγκαταλείπεις. Οι μαμάδες των παραμυθιών, που πεθαίνουν νέες και αφήνουν τις κόρες τους στα κακόβουλα χέρια των μητριών. Οι μαμάδες που καμαρώνουν όταν τα παιδιά τους παίρνουν καλύτερους βαθμούς από τους συμμαθητές τους. Η Λέλα Καραγιάννη, που προτίμησε να δει το γιό της να τον βασανίζουν οι Γερμανοί παρά να προδώσει τα μυστικά της Αντίστασης. Η μαμά της μαμάς μου, που ως κοπέλα έφτιαχνε καπέλα για να ζήσει, και ταξίδευε (με τι μέσον άραγε;) από την Καλαμάτα, μαζί με τις άλλες καπελούδες της Πελοποννήσου, για να πάρουν τσόχες από την Αθήνα, στη δεκαετία του 1930. Που περπάτησε από τους Αμπελόκηπους (τέρμα Μεσογείων) ως την Ακαδημίας με γοργό βήμα ως το νοσοκομείο (ήταν, λέει, εκεί που είναι σήμερα το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων) για να προλάβει να γεννήσει τη μαμά μου. Η μαμά εκείνη από την Ινδία, που είδα πρόσφατα σε φωτογραφία, που είχε στο ένα στήθος το μωρό της και στο άλλο ένα μωρό πιθηκάκι. Η εικόνα της Μητέρας Των Κόσμων του ζωγράφου Νίκολας Ρέριχ, που απεικονίζει τη Μητέρα σε φόντο κυανό, με λευκό πέπλο, μικρά λευκά «όντα» γύρω της και λευκόχρυση αύρα… Η Μεγάλη Μητέρα, που λατρεύεται ακόμη στη νοτιοδυτική Αγγλία… Η Θεά Κάλι της Ινδίας, με τα δεκάδες χέρια (μόνο όταν έγινα κι εγώ μαμά κατάλαβα γιατί η εν λόγω Θεά απεικονίζεται με πολλά χέρια: υπήρξαν πολλές στιγμές που τα δικά μου δύο δεν έφταναν για να καλύψω τις ανάγκες τριών παιδιών που ταυτόχρονα ήθελαν αγκαλιά, ζωγραφική, άλλαγμα πάνας, γάλα, κράτημα από το χέρι για να μην γλιστρήσουν, κτλ). Η μαμά εκείνη που αποχώρησε από τον κόσμο ακούγοντας τη γλυκειά φωνή της κόρης της να της τραγουδάει παλιά  αγαπημένα της τραγούδια...

Πόσες και πόσες εικόνες μαμάδων. Πόσες σκέψεις, κριτικές (πάντα κριτικάρουμε τις μαμάδες μας όταν δεν τις εξιδανικεύουμε άκριτα), πόσα συναισθήματα γεννούν αυτές οι εικόνες!

Αυτό είναι μάλλον η γιορτή της μητέρας για μένα – η ανίχνευση, η εξερεύνηση όλων αυτών των εικόνων, και των ανάμικτων συναισθημάτων που μας γεννούν…

Το μικρό ξωτικάκι, ο γιός μου, μου έφερε και ένα μικρούτσικο μπλοκάκι με ένα γατάκι επάνω, «για τη γιορτή σου μαμά, και για να σημειώνεις, να μην ξεχνάς».

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Μέρος β' - οι μαμάδες του Γκιώνη

Αυτό που ασκεί πάντα μεγάλη επίδραση μέσα μου, κατά τη διάρκεια της μαγικής εβδομάδας, είναι οι μαμάδες (γιατί κυρίως μαμάδες συμμετέχουμε – μόνο φέτος είχαμε παραπάνω από έναν μπαμπά!) του γκιώνη. Η σχέση μαμάς παιδιού είναι πάντοτε ιδιάζουσα, πάντοτε μοναδική, και βέβαια εξαρτάται από την σχέση που έχει η ίδια η μαμά με τον εαυτό της. Για όσες από μας ευτύχησαν να έχουν μία μαμά υποστηρικτική και διαυγή στην αγάπη της, η σχέση με τον εαυτό μας είχε λιγότερα αγκάθια από όσες δεν υπήρξαμε τόσο τυχερές – για μας, τις όχι τόσο τυχερές, η σχέση μας με τον εαυτό μας πέρασε (και περνάει ακόμα!) από σαράντα κύματα προκειμένου να βρούμε μέσα μας τις ισορροπίες, την αυτοδυναμία, την αυτοαποδοχή, την αυτοπεποίθηση… Παρένθεση αυτό, αλλά σχετική.


Στο περιβάλλον των γνωστών, της οικογένειας, και της μικρής κοινωνίας του παιδικού σταθμού/νηπιαγωγείου/δημοτικού που μεγάλωσα τα παιδιά μου, ήμουν η «εναλλακτική», η «αλλιώτικη», η «περίεργη», και συχνά αυτή την οποία κουτσομπόλευαν οι γύρω πίσω από την πλάτη της. Η μαμά της πρώτης κολλητής της κόρης μου δεν την άφηνε να έρθει στο σπίτι (ως νηπιαγωγάκι, και μετά πρωτάκι) γιατί μίλησα, κάποτε, μπροστά στην κόρη της, για τις νεράιδες, και το πώς δεν επισκέπτονται τα ακατάστατα δωμάτια. Πέρα από όσα η σχετική νεραϊδοφιλολογία λέει σχετικά, ήταν τότε ένας καλός τρόπος να βάλω τη μικρή να συγυρίσει τα παιχνίδια της. Θεωρούσα, δε, πολύ φυσικό να μιλώ στα παιδιά μου για τη φύση και για τα «πνεύματα της φύσης», ή, κατ’ άλλους, τους αγγέλους της φύσης, που συχνά ονομάζουμε νεράιδες. Η εν λόγω μαμά, όμως, είχε σοβαρές ενστάσεις, ότι, λέει, διδάσκω στα παιδιά μου να έχουν ψευδαισθήσεις και να πιστεύουν σε ψέματα… Και αφού κάναμε μία μάλλον θεολογικού τύπου κουβέντα μία Κυριακή που οι κόρες μας είχαν πάει βόλτα με τους προσκόπους, αποφάσισε να μην ξαναφήσει την κόρη της να έρθει σπίτι μας. Πρόσφατα μία άλλη μαμά είπε στην κόρη της να προσέχει την παρέα με τη δική μου, γιατί με τέτοια μάνα ποιος ξέρει τι αρχές παίρνει το κορίτσι και πώς θα την επηρεάσει στη δική της ζωή. Η εν λόγω φιλενάδα (ετών 11 τότε) μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και ποιος ξέρει τι θα είπε για να με υπερασπιστεί στη μαμά της , και η μαμά της δήλωσε ότι εγώ ως άτομο ήμουν παντελώς ακατάλληλη για μητέρα!!! Ολο αυτό πιθανώς επειδή είχα κάποτε εκφράσει την άποψη ότι τα παιδιά στο σχολείο δεν βοηθιούνται να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τα ταλέντα τους, μάλλον χειραγωγούνται προκειμένου να γίνουν άβουλοι καταναλωτές και οπαδοί… Εκτοτε δεν ανοίγω κουβέντες περί εκπαίδευσης, παιδιών, ή πολιτικής μπροστά σε μαμάδες φιλενάδων και φίλων, προκειμένου τα παιδιά μου να μπορούν να χαίρονται τις παρέες τους χωρίς προσκόμματα! Αργησα, αλλά το έμαθα!

Στο γκιώνη, λοιπόν, γνώρισα κι άλλες «αλλιώτικες» μαμάδες. Χαλαρές, άφηναν χώρο στα παιδιά τους τα μεγαλύτερα, αλλά δεν στερούσαν την αγκαλιά και την προσοχή τους από τα μικρότερα. Μαμάδες που στήριζαν τα παιδιά τους να αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους και να την εκφράζουν με όποιον τρόπο ήθελαν: μία μαμά βοήθησε την κόρη της να κάνει τα μαλλιά της τζίβες ράστα, και την στηρίζει στην απόφασή της να είναι αυστηρά χορτοφάγος (δεν τρώει ούτε γαλακτοκομικά). Μία άλλη στηρίζει το γιό της που αποφάσισε να σταματήσει το σχολείο μετά το τέλος του γυμνασίου, για να ψάξει να βρεί τι θέλει να κάνει – ο νεαρός δοκιμάζει και εξερευνά, και παίζει τρία μουσικά όργανα με πάθος. Τι μπορώ να κάνω γι αυτόν; Μου λέει. Φυσικά ανησυχώ, αλλά από την άλλη, το μόνο που μπορώ να του δώσω απεριόριστα είναι η αγάπη και ο θαυμασμός μου. Σ’ αυτή την ηλικία το μόνο που μπορούν να δώσουν οι γονείς στα παιδιά τους και να μην πάει στράφι είναι ο απεριόριστος θαυμασμός και η αγάπη - μου είπε ένα βράδυ μετά το φαγητό, όταν μοιράστηκα μαζί της την ανησυχία μου για τις μικρές («που η οθόνη τους έχει φάει όλα τους τα ενδιαφέροντα, που δεν διψούν για τη γνώση, που κάθονται και βαριούνται και ξεφυλλίζουν χαζοπεριοδικά» κτλ κτλ)

Κανένας δεν μπορεί να δώσει συμβουλή για το παιδί του άλλου, στην πραγματικότητα, μόνο για τις εμπειρίες του και τις επιλογές του δικαιούται να μιλά κανείς στην ουσία. Εκείνη μοιράστηκε μαζί μου τα δικά της…



Μια άλλη, μαμά τριών υπέροχων πλασμάτων, μου είπε ένα πρωί στα πεταχτά ότι φέτος βλέπει τη μεγάλη μου πιο σταθερή, πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Εγώ πάλι αυτό δεν το είχα προσέξει, τη βλέπω κάθε μέρα, δεν βλέπω διαφορά μέσα στη ροή της καθημερινότητας… Μου εκμυστηρεύτηκε ότι τελευταία δεν πολυασχολείται (με την έννοια ότι δεν πολυανακατεύεται) με τη ζωή της κόρης της (14 ετών) και παρατηρεί ότι η κόρη της ανθίζει και πάει όλο και καλύτερα στα πάντα. Είναι σαν όπως όταν φυτεύεις ένα δέντρο, μου λέει. Το αφήνεις να μεγαλώσει, και δεν ξέρεις προς τα πού θα πάει και τι καρπούς θα σου βγάλει, απλά το ποτίζεις, και περιμένεις… Και θαυμάζεις το θαύμα της φύσης σε κάθε του νέο φυλλαράκι, σε κάθε του νέο ανθάκι.


Δύο μαμάδες έχουν επιλέξει να μην στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο καν, και να κάνουν homeschooling. Απόφαση που θέλει γερό φιλοσοφικό υπόβαθρο και τσαγανό για τα Ελληνικά δεδομένα. Απόφαση που θα δυσκολεύονταν να πάρουν και οι πλέον έντονα φιλελεύθεροι γονείς, και οι πλέον υπέρμαχοι της ελευθεριακής εκπαίδευσης (που, εξ οσων γνωρίζω, επιλέγουν μοντεσσοριανά ή βάλντορφ-στάινερ συστήματα για τα παιδιά τους – στην προσχολική αγωγή, τουλάχιστον, που υπάρχουν στην Ελλάδα). Τα παιδιά τους δεν πήγαν ποτέ για πολύ καιρό σε συμβατικό σχολείο – οι μαμάδες τους ήταν (και είναι) εν πολλοίς και δασκάλες τους, στα περισσότερα πεδία γνώσης («μαθήματα», τα λέμε, στο σχολείο). Τα παιδιά αυτά έχουν γνώσεις, δεξιότητες, και μια χαρά κοινωνικότητα, και δεν υστερούν σε τίποτα από τα άλλα παιδιά που πάνε σχολείο. Ζούνε απλά μία αλλιώτικη ζωή, και έχουν μία τελείως διαφορετική σχέση με τη γνώση, η οποία και δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως και γνωριμίας. Οι άνθρωποι που αντιτίθενται στο λεγόμενο homeschooling (ή, unschooling) έχουν πολλά να πούν για την κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από το σχολείο, και για το πώς η εκπαίδευση στο σπίτι στερεί από τα παιδιά αυτή την τόσο σημαντική εμπειρία και δεξιότητα. Εγώ, πάντως, εάν δεν το ήξερα, δεν θα μπορούσα να τα «ξεχωρίσω» από τα υπόλοιπα παιδιά που φοιτούν κανονικά στο ελληνικό σχολείο από άποψη κοινωνικότητας…


Υπάρχει και η φαινομενικά αντίθετη όψη: η μαμά που στο νου της έχει μόνο την εκπαιδευτική εμπειρία που θα αποκομίσει το παιδί της από την κάθε δραστηριότητα, και επικεντρώνεται στις γνώσεις που έχει να δώσει στο παιδί της, με τρόπο που συχνά εμένα μου φαίνεται ψυχαναγκαστικός. Για εκείνη το «παιχνίδι για το παιχνίδι» έρχεται σε δεύτερη μοίρα εάν δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σκοπό για το παιδί. Και γι αυτή τη μαμά έχει χώρο ο γκιώνης. Είναι η πολυσχιδής, η οργανωτική, η διαβασμένη, και όλοι τη θαυμάζουμε γι αυτό.


Εμένα, πάλι, οι ωραιότερες στιγμές μου μέσα στην εβδομάδα ως μαμά, ήταν όταν κάτι βραδάκια αργά, που μέσα στο σπίτι είχε φώτα, φασαρία, και μουσικές, βγαίναμε με τον τετράχρονο γιό μου στο σκοτάδι του κήπου για να ακούσουμε το γκιώνη. Πάντοτε μας έκανε τη χάρη να έρθει και να τον ακούσουμε όποτε βγαίναμε, κι αυτό ήταν η μαγική μας ώρα. Καθόμαστε σιωπηλά σε ένα από τα παγκάκια του κήπου, πέρα το Μεγάλο Σπίτι έλαμπε από τα φώτα και τις φωνές, και περιμέναμε. Σε λίγη ώρα ξεκίναγε το «γκιών» - πέντε δευτερόλεπτα παύση, και πάλι «γκιών», και πάλι παύση, και πάλι «γκιών». Από τα 4 του ο νεαρός έμαθε να ακούει το γκιώνη μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Εκτοτε το ζητάει. Ξέρει ότι με τη μαμά δεν θα παίξει μπάλα ή αυτοκινητάκια ή σπαθιά ή επιτραπέζια (η μαμά αυτά τα βαριέται φριχτά). Θα βγεί όμως βόλτες για κοχύλια στη θάλασσα, για εξερεύνηση στο βουνό, ή για να ακούσει τα νυχτοπούλια το βραδάκι. Με τις κόρες μου πάλι τρελλαίνομαι να κουβεντιάζω και να συνωμοτώ. Άλλη φάση αυτή. Ο γκιώνης δεν δίνει και πολλές ευκαιρίες, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται. Εχουμε κουβεντιάσει αρκετά μαζί, και όταν έρχεται η ώρα της παρέας οι κορούλες μου λακίζουν από τη μαμά και ζουν τις φιλίες τους με άλλα παιδιά, των οποίων οι μαμάδες μοιάζουν λίγο περισσότερο με τη δική τους, κι έτσι έχουν λιγότερη ανάγκη να κρύψουν τη διαφορετικότητά τους για να γίνουν αποδεκτές.

Η υπερπροστασία δεν παίζει στο γκιώνη. Αμα δεν εμπιστεύεσαι το παιδί σου, δύσκολο να το αφήσεις να τα βγάλει πέρα «μόνο του» (χωρίς την υπερπολύτιμη παρουσία σου) στο κτήμα. Από τη πρώτη κιόλας χρονιά, τα κοριτσάκια με το που γνωρίστηκαν λιγάκι μεταξύ τους ζήτησαν να κοιμούνται μαζί στο τίπι. Αργότερα το τίπι έγινε το στέκι των εφήβων, και τα μικρά κοιμόντουσαν στην επάνω αίθουσα όλες μαζί, με τους υπνόσακκούς τους, στο πάτωμα. Είχε πλάκα. Επρεπε να θεσπίσουμε όρια και κανόνες για τις ώρες ύπνου (το κάναμε και φέτος, στην απόγνωσή μας όταν τις βλέπαμε να σέρνονται την επόμενη μέρα) και τις ώρες κοινής ησυχίας, γιατί ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία κι αυθαιρεσία, σημαίνει χώρος να είσαι ο εαυτός σου και να επιτρέπεις και στους άλλους να έχουν τον ίδιο ακριβώς χώρο…

Το άλλο που δεν παίζει στο γκιώνει είναι ο φόβος για τα μικρόβια και η σιχασιά. Τρώμε όλοι μαζί, τα μικρότερα παιδιά είναι μονίμως στα χώματα, μοιραζόμαστε κοινές τουαλέττες και μπάνια (το σπίτι είναι μία έπαυλις του 1850, όχι ξενοδοχείο!) τις οποίες καθαρίζουμε εκ περιτροπής όποιος έχει βάρδια τη συγκεκριμένη μέρα. Μαθαίνουμε να σεβόμαστε το χώρο και τους διπλανούς μας χωρίς να έχουμε πολύ υψηλές απαιτήσεις «κλινικής» καθαριότητας (κλασική νεύρωση αστής νοικοκυράς, νομίζω!) αλλά χωρίς να βάζουμε και τον εαυτό μας ή τα παιδιά μας σε κίνδυνο λόγω ελλιπούς υγιεινής… Όλα με μέτρο, όλα με ισορροπία. Δύσκολο πράγμα η ισορροπία και το μέτρο, βέβαια. Στο γκιώνη αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Παρατηρώ ότι μετά από κάθε γκιώνη η αυτογνωσία μου έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα, και χαίρομαι γι αυτό (έστω και αν δεν χαίρομαι πάντα γι αυτά που μπορεί να βλέπω στον εαυτό μου!)
Για μένα η εβδομάδα του γκιώνη δεν είναι διακοπές – έστω και εάν εντάσσεται στις μέρες των διακοπών μου από τη δουλειά! Είναι διακοπή. Διακοπή από την αστική καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας που εγώ τουλάχιστον ζω. Διακοπή από τις τυπικές ανθρώπινες σχέσεις απόστασης που συντηρούμε στη γειτονιά, στη δουλειά, με το «σόι». Διακοπή από τον καταναγκασμό που επέλεξε η κοινωνία ότι «πρέπει» να κάνεις προκειμένου να εξασφαλίσεις τα προς το ζην, να «προοδεύσεις» στη ζωή, να δημιουργήσεις. Στον κύκλο των γονέων από τα σχολεία των παιδιών μου, η λέξη «δημιουργώ» αναφέρεται πάντα στην περιουσία, στην απόκτηση ακινήτων ή άλλων υλικών αγαθών. Εχει πάντα έννοια οικονομική, ποτέ καλλιτεχνική ή πνευματική. Στον Γκιώνη τα πράγματα αλλάζουν. Μία μοναδική εβδομάδα το χρόνο, αλλά – αλλάζουν!

Μέσα σε μία εβδομάδα, αλλάζουμε και μεις. Και κουβαλάμε, σε χώρο εντός μας ιερό αυτή την αλλαγή, και γίνεται μαγιά για την υπόλοιπη ζωή μας…

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Μια καρδιά για τα παιδιά - Γκιώνης 2010 - μέρος α'

Άλλη μία εβδομάδα του γκιώνη έφτασε στο τέλος της…



Εξήντα άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, μαζί από το πρωί ως το βράδυ, μοιραστήκαμε χαμόγελα, καθήκοντα, δραστηριότητες, γεύματα, μουσικές. Τα παιδιά μας (εκτός από τα πολύ μικρά) στις σκηνές και στο τίπι, με τις δικές τους παρέες… Πολύβουο το σπίτι με τους μεγάλους και τα πεντάχρονα, και οι σκηνές των μεγαλύτερων παιδιών πεδίο μάχης προσωπικών συγκρούσεων. Ολο το κτήμα ένας αθάνορας ζυμώσεων. Δύσκολα μου φάνηκε φέτος. Περισσότερο από άλλες χρονιές, όλοι μας σαν να κουβαλάγαμε τη δυσαρμονία και τον εκνευρισμό της «έξω» κοινωνίας που έπρεπε να ηρεμήσει, να βρεί τη θέση του, να καθαρθεί πριν καταφέρουμε να φτιάξουμε την «κόλλα» που κάθε χρόνο κάνει την εβδομάδα ξεχωριστή για όλους τους συμμετέχοντες…



Φέτος ήρθαν μαζί μου μόνο τα κορίτσια. Ενιωσα μια ανακούφιση που είχα ξεφύγει από τα καθήκοντα της «μαμάς μικρού παιδιού», και ανέπνεα άλλον αέρα. Γι αυτό κι αποφάσισα να απασχολήσω ένα μικρούλι ενώ η μαμά του παρακολουθούσε μάθημα διαλογισμού. Ζόρικο το μωρό μιας μαμάς θυμωμένης και κουρασμένης από την απουσία του συντρόφου της, ο νεαρούλης (20 μηνών) μόλις συνειδητοποίησε ότι η μαμά του δεν ήταν «εκεί» άρχισε να κοπανάει με δύναμη το κεφάλι του πάνω στην ξύλινη πόρτα. Αυτό το άκουγα, μα δεν το είχα ξαναδεί, και ταράχτηκα βαθιά. Βούτηξα το μικρό στην αγκαλιά μου, που μέχρι τότε αλώνιζε παντού, και πήρα το μονπάτι για τη θάλασσα. Σε ένα σπίτι δύο μοναχικά σκυλιά-φύλακες ήθελαν παρέα. Ο μικρός ξεθάρρεψε βλέποντάς με να τους απλώνω το χέρι κι αυτά να το γλείφουν, και άπλωσε κι αυτός το δικό του. Γέλασε με χαρά στην πρώτη γλειψιά. Στη θέα της θάλασσας ηρέμησε, και κάθισε ήσυχα στην αγκαλιά μου. Χαζεύαμε μαζί τα κύματα για αρκετή ώρα σε σιωπή. Ησύχασε η ψυχή του, ηρέμησε το σώμα του, και τον πήρε σχεδόν ο ύπνος. Ξύπνησε μόνο με τη φωνή των σκυλιών που ζήταγαν και πάλι την προσοχή μας καθώς επιστρέφαμε από το μονοπάτι. Στο σπίτι, η μαμά του είχε τελειώσει το διαλογισμό, αλλά μάλλον δεν είχε βιώσει τα ευεργετικά του αποτελέσματα, γιατί τα νεύρα της εξακολουθούσαν να είναι τσιτωμένα. Διέγνωσα την κατάθλιψη που φέρνει η κόπωση και η μοναξιά, συναισθήματα γνώριμα, ζοφερά, και απευκτέα… Της είπα ότι νύσταζε, αλλά δεν με πίστεψε, μια που «τέτοια ώρα δεν κοιμάται ποτέ». Στενοχωρήθηκα, γιατί σκέφτηκα ότι η κόπωση και ο θυμός της δεν της επέτρεπαν να αφουγκραστεί τα μηνύματα του παιδιού της που ζήταγε απεγνωσμένα την αγκαλιά της… Αλλά διάλεξαν ο ένας τον άλλον, μου είπε μια φωνή στο πλάι μου. Εχουν να μάθουν πολλά ο ένας από τον άλλον. Απλά θα παιδευτούν, όπως παιδεύτηκες κι εσύ… Είχε δίκιο η παλιά φιλενάδα, φυσικά, και με επανέφερε στη θέση μου.


Μετά τους φαινομενικά ατέρμονους καυγάδες ποιοι θα κοιμηθούν σε ποιες σκηνές (και όχι μόνο), που λύθηκαν με μηδενική σχεδόν παρέμβαση μεγάλων, τα κοριτσάκια ησύχασαν, και ήρθαν στο εργαστήρι που θα φτιάχναμε καρδιές. Στο εργαστήρι αυτό είχα σκοπό να πω την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα δύο γυναικών, που η μία έφτιαχνε στην άλλη καρδιές κάθε Δευτέρα, και συνεχίζει και τώρα, μετά το θάνατο της αγαπημένης της… προς στιγμήν στάθηκα, διερωτώμενη πώς θα μιλήσω στα μικρά κοριτσάκια για έναν έρωτα που είναι τόσο ασυνήθιστος (κάποιοι θα έλεγαν και απορριπτέος!) στην κοινωνία μας! Αλλά αποφάσισα να μην αλλάξω την ιστορία, εξάλλου είχα το βιβλίο στα χέρια μου για να τους δείξω – στο φινάλε, για την αγάπη ήθελα να μιλήσω, για την αγάπη που δεν έχει χρώμα, φύλο, ηλικία, εθνικότητα… Για την Αγάπη – τελεία. Που είναι φτιαγμένη από όλα τα υλικά του Σύμπαντος. Να παραποιήσω την ιστορία και να την κάνω ετερόφυλη; Οι παραποιήσεις δεν μου πάνε σαν χαρακτήρα, και ένιωθα πως θα αδικούσα και τις δύο γυναίκες και τον μεγάλο έρωτα που γέννησε τόση τέχνη. Πήρα μια βαθιά ανάσα, λοιπόν, και είπα όλη την ιστορία, από την αρχή ως το τέλος που δεν είναι τέλος γιατί συνεχίζεται, γιατί η επιζώσα φτιάχνει καρδιές κάθε Δευτέρα εις μνήμην της αγαπημένης της, και τις φωτογραφίζει, και τις στέλνε ηλεκτρονικά σε όποιον της το ζητήσει. Υπέροχες εικόνες που αποπνέουν αγάπη αγάπη αγάπη και φαντασία. Και έτσι, μια ωραία ερωτική ιστορία μετατράπηκε σε τραγωδία η οποία ξανά μετατράπηκε σε τέχνη, και τώρα δίνει έμπνευση και ελπίδα και στήριξη – γιατί τα έσοδα του βιβλίου δίνονται σε ένα ινστιτούτο έρευνας για τον καρκίνο του μαστού…


Τα κοριτσάκια με άκουγαν μαγεμένα και συγκινημένα, ανάμεσά τους και οι κόρες μου και ένα πεντάχρονο αγόρι. Φυλλομετρούσαν το βιβλίο με τις 100 καρδιές, “Monday hearts for Madalene”, και στέκονταν μία στην μία καρδιά μία στην άλλη, με μικρά επιφωνήματα, και «κοίτα εδώ, μια καρδιά από οδοντόβουρτσες!» «κοίτα μία με κεράσια»! Η μοναδική ενήλικη ήταν μία φίλη, καλλιτέχνις κι αυτή, στην οποία αργότερα εξέφρασα την ανησυχία μου μήπως σόκαρα τις μικρές… Εκείνη είπε πως όχι, πως η φυσικότητα με την οποία είπα την ιστορία και η έμφαση που έδωσα στην ουσία της αγάπης δεν θα μπορούσε να κάνει κανέναν να νιώσει άσχημα…



Ζήτησα λοιπόν από τις συμμετέχουσες και τον μοναδικό συμμετέχοντα να βγούν στον κήπο και να φτιάξουν καρδιές, από οποιαδήποτε υλικά τους άρεσαν, τους ενέπνεαν, από οποιαδήποτε υλικά έβρισκαν, τελοσπάντων. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε.



και η καρδιά των μαγείρων της ημέρας εκείνης...

Το ωραίο ήταν ότι και μετά το τέλος του πρωινού εργαστηρίου, κάποια παιδιά συνέχισαν να φτιάχνουν καρδιές. Κάτι από την αγάπη που ενώνει και συνέχει το Σύμπαν είχε εγκατασταθεί πλέον και μέσα τους, γιατί οι τσακωμοί καταλάγιασαν, έπαιζαν, μιλούσαν, τραγουδούσανε μαζί – πολύ μετά την ώρα που πήγαινε η όποια μαμά είχε βάρδια το βράδυ για να τσεκάρει ότι είναι όλοι στις σκηνές και στους υπνόσακκούς τους, σκεπασμένοι κι ήσυχοι… Ετσι έμαθα, από "αξιόπιστες πηγές"!

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

13 χρόνια μαμά...

13 χρόνια μαμά σήμερα. Σε κάθε γενέθλια θυμάμαι και την αντίστοιχη γέννα. Τα παιδιά μου πάντα με ρωτάνε, μαμά πώς ήταν όταν γεννήθηκα, πες μου την ιστορία. Τη λέω και την ξαναλέω, και λες και την ακούνε με νέα αυτιά κάθε φορά, και βλέπω ότι το χαίρονται.

Η ιστορία της πρώτης μου γέννας, λοιπόν, όπως τη θυμάμαι (και τη σκέφτομαι) σήμερα.

Ηθελα πάντα να γεννήσω στο σπίτι, έχοντας μία δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα (και στην αναγκαιότητα) των νοσοκομείων όσον αφορά τις φυσιολογικές γέννες. Μέχρι δε τις τελευταίες ώρες, η εγκυμοσύνη μου ήταν καλή, και όλα έβαιναν φυσιολογικά. Υπήρχε μία γιατρός, παλιά φίλη και φεμινίστρια, η οποία με παρακολουθούσε, και τελευταία, ψάχνοντας, βρήκα μία εκπληκτική, ψαγμένη μαία, να με βοηθήσει να γεννήσω στο σπίτι. «Όλα καλά». Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Ενώ ξεκίνησα να γεννάω στο σπίτι, κατέληξα στο νοσοκομείο, γιατί το μωρό ανεβοκατέβαινε, κι εγώ υποπτεύτηκα ότι την κρατούσε επάνω ο ομφάλιος λώρος. Ηταν μία σειρά από αισθήσεις/διαισθήσεις μου που αποδείχθηκαν όλες απολύτως ακριβείς – αλλά που δεν τις έλαβε κανείς (μα κανείς!) υπόψη, με αποτέλεσμα να γίνουν αμέτρητα ιατρικά λάθη, να δώσω μάχη για τη ζωή μου, και σήμερα να μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι και οι δυό μας ζούμε από θαύμα!!!

Επίσης να μπορώ να λέω μετά βεβαιότητος πλέον ότι γνωρίζω ΤΙ είναι και ΠΩΣ είναι η κόλαση, γιατί έζησα 7 μέρες εκεί. Και εννοώ το ιδιωτικό μαιευτήριο όπου γέννησα το πρώτο μου παιδί. Εζησα όλη τη φρίκη του να σε γεμίζουν φάρμακα που σου κάνουν παρενέργειες, εσύ να τις νιώθεις αλλά αυτοί να μην σε πιστεύουν, του να μην σέβονται ούτε την προσωπικότητα ούτε την ιδιαιτερότητά σου ως άνθρωπο και ως οργανισμό – επειδή εκείνοι ως «επιστήμονες» (γιατροί, ειδικοί) «ξέρουν καλύτερα». Τι ξέρουν, δηλαδή – ξέρουν ότι γράφουν τα βιβλία τους, τα γραμμένα από άντρες με τις γνωστές κοινωνικές προκαταλήψεις που βαφτίζονται επιστήμη και εκλαμβάνονται ως ιερές αλήθειες, τα οποία εξετάζουν το σώμα ως αυτόνομο μηχάνημα αποκομένο από την ψυχή και το πνεύμα… και βέβαια, ότι ισχύει για τον άνθρωπο-μητέρα, εκειμέσα, ισχύει και για τον άνθρωπο-παιδί. Λέω ότι έζησα 7 μέρες στην κόλαση γιατί έζησα 7 μέρες σε έναν χώρο που με αντιμετώπιζαν και εμένα και το παιδί μου ως πράγμα, ως αντικείμενο προς αντιμετώπιση, με παντελή έλλειψη σεβασμού… Μεγάλο μάθημα ζωής αυτό, που μου πήρε χρόνια να το χωνέψω και να θεραπεύσω το τραύμα που υπέστη η ψυχή μου από την όλη εμπειρία.

Εγώ, λοιπόν, έδωσα τη μάχη μου, επέζησα against the odds (για να μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις λέξεις)… Και το μωρό; Το μωρό έκανα τρείς μέρες να το δω. Αργότερα έμαθα τη δική της ιστορία. Από το ζόρισμα το πολύ, με το που βγήκε από την κοιλιά μου (με «επείγουσα» καισαρική, οριακά πάντα στο χρόνο) τους έχεσε και τους κατούρησε όλους! Πάραυτα! Αγριεμένη φυσιογνωμία, μαλλί κατάμαυρο κι ατίθασο, πανκ, έκλαιγε διαρκώς μέχρι που το έφεραν σε μένα, τρείς μέρες αργότερα. Ταϊσμένο, βέβαια, όπως όλα τα μωρά (και βέβαια το έκανα μεγάλο θέμα ΚΑΙ αυτό), αλλά παρ’ όλο που δεν πεινούσε «τεχνικά», έπιασε το στήθος μου με πάθος κι άρχισε να θηλάζει. Και τότε ησύχασε. Για πρώτη φορά.

Επρεπε να επιμείνω για να μου φέρνουν το μωρό όποτε εκείνο ξυπνούσε και πεινούσε («μα αυτό ξυπνάει μέσα στη νύχτα!» ήταν η καθημερινή επωδός), έπρεπε να επιμείνω πολύ για να μην το ταϊζουν γάλα σκόνη («μα, είστε από καισαρική, μπορεί να μην έχετε γάλα» άλλη κλασσική ατάκα, όπου την τρίτη φορά που την άκουσα είπα πλέον «κυρία μου δεν βρίσκεστε μέσα στο βυζί μου, αφήστε εμένα να το αποφασίσω αυτό!») έπρεπε να δίνω μάχη για να μου επιτρέπουν να το κρατάω στο στήθος παραπάνω από τα ενδεικνυόμενα (από ποιόν, άραγε; Από τις γαλακτοβιομηχανίες, υποπτεύομαι) «τρία λεπτά από το ένα στήθος και τρία λεπτά από το άλλο»… Αυτό, πια, είναι μόνιμη πολιτική των μαιών των ιδιωτικών μαιευτηρίων, και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος από αυτόν για να πάθεις μαστίτιδα και να σου κοπεί το γάλα – λέω για τη μαμά, μια που για το παιδί δεν γνωρίζει κανείς να μας πει «επιστημονικά» τι παθαίνει όταν το αποκόπτουν τόσο βίαια, με το ρολόι, από το μοναδικό πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει το σώμα του και την ψυχή του στη φάση της ανάπτυξης που βρίσκεται…

Θυμάμαι ένα βράδυ, που το μωρό με τα ατίθασα μαλλιά είχε αποκοιμηθεί μπρούμυτα στο στήθος μου, εγώ μισοξαπλωμένη ανάσκελα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, από τις ελάχιστες στιγμές που είμαστε και οι δύο ήρεμες, γαλήνιες, και χαρούμενες, αυτή η (πρωτόγνωρη για μένα τότε) γλυκειά αίσθηση του να έχεις ένα μωρό να κοιμάται επάνω σου… Και μπαίνει ένας παιδίατρος, για «επίσκεψη», για «έλεγχο» του νεογνού, και μου λέει με περισπούδαστο και επιτιμητικό ύφος «κυρία μου, πώς το έχετε έτσι μπρούμυτα το παιδί; Είναι επικίνδυνο! Πρέπει να το βάλετε μέσα στην κούνια του, στο πλάι, αμέσως!» Και πήγε να σηκώσει τη μικρή, να την βάλει στο «πυρεξάκι» του μαιευτηρίου. Εκεί ξύπνησε η ύαινα (και όλα τα ζώα της ζούγκλας μαζί!) μέσα μου, και άκουσε πολλά για την ικανότητα παρατήρησης που είναι αναγκαία για έναν γιατρό που σέβεται τον εαυτό του, για την ημιμάθειά του, για την αδιακρισία του, για την έλλειψη σεβασμού προς μία μητέρα κι ένα παιδί που κοιμούνται ήσυχα και τους ενοχλεί, για, για, για). Για καλή του τύχη, δεν ξύπνησε το μωρό, γιατί θα άκουγε περισσότερα. Επίσης για καλή μας τύχη, δεν μας ξαναεπισκέφθηκε ο ίδιος (πού να τολμήσει!) Η αλήθεια είναι ότι με το να είμαι διεκδικητική των δικαιωμάτων μου και του μωρού (των αυτονότητων, των βασικών, αυτών που καλύπτονται από τις διεθνείς συμβάσεις μιλάμε τώρα, όχι τίποτα το εξεζητημένο) δεν είχαμε πολλές-πολλές επισκέψεις από το προσωπικό… Είχε πάρει το αυτί μου και το καταπληκτικό «στη Λ. πας, με ορό; Βοήθειά σου!» από τη μία μαία στην άλλη!

Το μωρό ήταν η αντιστάρ του ορόφου: έκλαιγε γοερά και ηχηρά όποτε βρισκόταν μακριά μου, και τα μαλλιά της αρνούνταν «να στρώσουν» παρόλες τις προσπάθειες των νοσηλευτριών και των μαιών που χτένιζαν τα μωράκια πριν τα φέρουν στις μαμάδες, να τα δουν και οι μπαμπάδες και οι συγγενείς «φροντισμένα», «καλοχτενισμένα». Κάποια στιγμή μου αποκαλύφθηκε ότι προσπάθησαν να της δώσουν γάλα με μπιμπερό (παρά τις δικές μου εντολές) και η μικρή τους το έφτυσε στη μούρη!!! Αυτό μου το είπαν για να μου δώσουν να καταλάβω «πόσο τζαναμπέτικο είναι αυτό το μωρό» και αποκαλύφθηκαν ότι πήγαν να του δώσουν μπιμπερό!!!

Καθόταν ήσυχα μόνο στο μπαμπά της, και ηρεμούσε μόνο στη μαμά της. Και – πού να το ξέραμε, τότε – κοιμόταν μόνο με μουσική ροκ-εν-ρολ…

Αυτά ακούγονται δύσκολα και ζοφερά, για αρχή μίας νέας ζωής - και ήταν! Αλλά  σήμερα, όταν μιλάμε γι αυτά, μάλλον καλαμπουρίζουμε για το "αναρχικό" μωρό που έχεσε και κατούρησε "το κατεστημένο" και πήρε το αίμα  της μαμάς του πίσω, και που έφτυσε το ξένο γάλα στα μούτρα της καημένης της νοσηλεύτριας που δεν άντεχε να το ακούει να ουρλιάζει, ταράζοντας τη μαύρη νύχτα, γιατί ήθελε τη μαμά της... Κι επειδή συχνά τώρα πια γίνεται λόγος για τα μαλλλιά και την κόμμωση της νεαρής κυρίας, γίνονται και ουκ ολίγες αναφορές στο πανκ μαλλί του νεογνού!!! Και αποδεικνύεται ξανά και ξανά στη ζωή μας οτι τα πράγματα είναι όπως τα βλέπουμε...