Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Πίεση

Ηταν η πρώτη συνάντηση γονέων με τη δασκάλα της πρώτης δημοτικού. Μία ψηλή αεράτη κοπέλα, με ύφος κύρους – η οποία όμως εμένα δεν μου γέμισε το μάτι (είπαμε, δεν υπάρχουν πιο διαισθητικά πλάσματα στο Σύμπαν από τις μαμάδες!). Εκανα αυθόρμητα τη σκέψη ότι εάν την είχαν δασκάλα οι κόρες μου θα την είχαν ψυχαναλύσει έως κεραίας, περνώντας την από χίλια κόσκινα, και  το πόρισμά τους δεν θα ήταν πολύ κολακευτικό. Ετσι είμαστε εμείς οι γυναίκες, σκέφτομαι, διαισθητικές, και ολίγον καρακάξες, αλλιώς πώς θα επιβιώναμε αιώνες πατριαρχίας; Μόνο όταν σταθούμε και πατήσουμε πολύ καλά στα πόδια μας μπορούμε να είμαστε επιεικείς και γενναιόδωρες, και εν τέλει αλληλέγγυες με τις άλλες γυναίκες, που ακόμα μπορεί να ψάχνουν να βρουν την αυτοεκτίμησή τους ακολουθώντας τα τρέχοντα πρότυπα…

Τούτη εδώ είχε το κύρος μίας δασκάλας πρώτης δημοτικού – μίας μυήτριας στο χώρο της σχολικής κοινότητας, των μυστηρίων της γραφής και της ανάγνωσης. Σωστά μέχρι εδώ. Αυτό είναι οι δασκάλες στην πρώτη δημοτικού, αυτός είναι ο ρόλος και το λειτούργημά τους, και γι αυτό είναι τόσο σημαντικές στη ζωή των παιδιών μας. Καλά μέχρι εδώ. Και η πρώτη συνάντηση γονέων είναι σημαντική στιγμή για τους γονείς (βλέπουν και ακούν τη δασκάλα του παιδιού τους, γνωρίζονται μεταξύ τους) και για τη δασκάλα (έχει μία πρώτη επαφή με τους γονείς, και αν είναι έξυπνη μπορεί πράγματι να καταλάβει πολλά).

Ξεκίνησε λέγοντάς μας ότι τα παιδιά χρειάζονται πίεση γιατί είναι καλομαθημένα από το παιχνίδι και το γράψιμο δεν τους αρέσει. Δεν μίλησε για πειθαρχία, που μπορεί και να παραπέμψει στην εγκατάσταση μίας εσωτερικής πειθαρχίας, αλλά για πίεση. Ότι πρέπει αυτό, πρέπει εκείνο, πρέπει το άλλο, πίεση για τα γράμματα, πίεση για την ορθογραφία, πίεση «για να μάθει το παιδί να κάθεται να διαβάζει», πίεση για να είναι ήσυχο στην τάξη… Περίμενα (περίμενα! γιατί είμαι και λίγο ούφο, φαίνεται) ότι κάποια μαμά θα επαναστατούσε, ή κάποιος μπαμπάς (πάντα υπάρχουν και μπαμπάδες σ’ αυτές τις συναντήσεις)… Γύρισα το κεφάλι μου και τους παρατηρούσα έναν-έναν και μία-μία. Ενευαν καταφατικά σε όλα τα «πρέπει», όπως επίσης και κάθε φορά που εκφερόταν η λέξη «πίεση» «πιέστε» «πιέζουμε». Η δασκάλα ήταν ευτυχισμένη, ήταν εμφανές.

Στην αρχή ένιωσα έκπληξη. Μετά, ένιωσα σαν να έπαιρνα μέρος σε κωμωδία, κάτι σε θέατρο παραλόγου. Γρήγορα θύμισα στον εαυτό μου τον λόγο που βρισκόμασταν όλοι εκεί. Περίμενα. Οι γονείς άρχισαν να μιλούν. Οι ίδιες λέξεις, οι ίδιες έννοιες. Φαινόταν να υπάρχει μία άρρητη συμφωνία μεταξύ τους ότι η δασκάλα θα «παρέδιδε» το μάθημα, και οι γονείς στο σπίτι θα το δίδασκαν στα παιδιά τους. Και προφανώς, επειδή οι γονείς δεν είναι εκπαιδευμένοι δάσκαλοι, το μόνο εργαλείο που έχουν στα χέρια τους είναι η Πίεση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της «συζήτησης» μου έγινε ξεκάθαρο ότι η δασκάλα αντιλαμβανόταν το ρόλο της πολύ διαφορετικά από ότι τον αντιλαμβανόμουν εγώ, ότι οι γονείς θεωρούσαν δεδομένο το ρόλο αυτό, κι ότι κι εκείνοι αλλιώς αντιλαμβάνονταν το δικό τους ρόλο από ότι εγώ…

Αργησα, αλλά κατάλαβα το γιατί μιλούσαμε άλλη γλώσσα με τους περισσότερους δασκάλους του σχολείου, όπως επίσης και με τους περισσότερους γονείς. Αργησα, αλλά κατάλαβα γιατί ένιωθα όπως ένιωθα όταν έμπαινα σε ένα σπίτι όπου γινόταν παιδικό πάρτυ και καθόμουν με τους άλλους γονείς (ένιωθα άλλοτε σαν εξωτικό πουλί, και άλλοτε σαν εξωγήινη!) Τόσα χρόνια το καταλάβαινα επιδερμικά, θεωρητικά, τώρα το ένιωσα στο πετσί μου, η κατανόηση έγινε βίωμα. Και αποφάσισα να ανοίξω το στόμα μου. Αυτό που βγήκε ήταν έντονο, φορτισμένο με πολύ συναίσθημα. «Εγώ αρνούμαι να πιέσω το παιδί μου». Πάει η «καλή» ατμόσφαιρα στην τάξη. «Αρνούμαι να πιέσω το παιδί μου να κάνει αυτά που πρέπει εσείς να του διδάξετε στο σχολείο». Άλλη καμπάνα. «Είναι η δουλειά σας και ο ρόλος σας να του μάθετε να αγαπάει το γράψιμο και το διάβασμα. Ο δικός μου ρόλος είναι άλλος. Αν ήταν αυτός που υπαινίσσεσθε, δεν θα είμαστε υποχρεωμένοι από το νόμο να στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο. Θα μπορούσαμε να τα διδάσκουμε κατ’ οίκον». Αυτό μάλλον κανείς δεν το περίμενε. Μάλλον τους μπέρδεψα, σκέφτηκα. Είχε και πλάκα. Μίλησα για το ρόλο του δασκάλου, για το παιχνίδι, για την αγάπη της γνώσης (που αν υπόκειται σε οποιουδήποτε είδους πίεση και καταναγκασμό, όσο ήπιος ή καλυμμένος και να είναι, παύει να είναι αγάπη!). Η δασκάλα (που κάποια στιγμή ανέκτησε την ικανότητα του λόγου) με ρώτησε το επάγγελμά μου, και της είπα «πρώην εκπαιδευτικός». Μέχρι εκεί. «Φαίνεται ότι πραγματικά έχετε άποψη, θα έπρεπε να μπείτε στο σύλλογο γονέων». Γενικά προσπάθησε κάτι να ψελλίσει, ενώ οι άλλοι γονείς φαινόταν ότι διακατέχονταν από ανάμεικτα συναισθήματα.

Η μοναδική φωνή που αρθρώθηκε υπέρ των «πρέπει» και της Πίεσης (μετά το δικό μου λογύδριο) ήρθε από μία νέα μαμά. Φαινόταν τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερη, και ως φυσιογνωμία πολύ συμπαθής. Σκέφτηκα: νέος άνθρωπος και να σκέφτεται έτσι! Ντροπή! Από την άλλη, ξανασκέφτηκα, η νεότητα έχει και την ανωριμότητά της, είναι απλά ανώριμη ακόμα! Μιλούσε ήπια, λέγοντας ότι εάν τα παιδιά δεν πιεστούν δεν θα μπορέσουν να μάθουν, ότι εάν δεν καθίσει η μαμά επάνω από το παιδί «να το διαβάσει», το παιδί δεν θα το κάνει ποτέ μόνο του, και ότι πρέπει να εφευρίσκουμε τρόπους να μην καταλαβαίνουν τα παιδιά μας την πίεση που τους ασκούμε. Τη ρώτησα εάν ήταν εκπαιδευτικός, αλλά δεν μου απάντησε ξεκάθαρα. «Ας πούμε κάτι τέτοιο», ήταν τα λόγια της. Πριν κλείσει η συνάντηση (που φαίνεται είχε πάρει περισσότερη ώρα από όση υπολόγιζε η δασκάλα) πρόλαβα να πω κι εγώ ότι εάν δεν έχουμε ξεκάθαρες σχέσεις με τα παιδιά μας δεν θα μας εμπιστεύονται όταν μεγαλώσουν, αλλά αυτό παρότι ήχησε στο χώρο, δεν ακούστηκε. Εμεινα με μία θλίψη για το παιδί αυτής της μαμάς, που η μαμά του εφευρίσκει τρόπους προκειμένου να μην αντιλαμβάνεται την πίεση που του ασκεί…

Πολύ αργότερα έμαθα ότι η συγκεκριμένη μαμά είναι διπλωματούχος ψυχολόγος, και μάλιστα συντονίζει ομάδες γονέων, στο σχολείο και αλλού!

Και κατάλαβα (στο πετσί μου και πάλι) ότι πολλοί (μήπως οι περισσότεροι;) ψυχολόγοι δεν εργάζονται προκειμένου να βοηθήσουν τον άνθρωπο (ασχέτως ηλικίας) να βρεί και να εκφράσει τον εσώτερο, τον αληθινό εαυτό του, απλά βοηθούν τους ανθρώπους να ενσωματωθούν καλύτερο στο σύστημα, στην «κοινή λογική», τους βοηθούν να προσεγγίσουν περισσότερο το «κοινό μέτρο»… Και δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ποιόν ακριβώς εξυπηρετεί αυτή η «βοήθεια» αν όχι την εξουσία. Για την οποία γίνεται ευτυχώς πολύς λόγος τώρα τελευταία με τις εξεγέρσεις των Αράβων…

(Σημείωση: τελικά ο μικρός μου τα πήγε μια χαρά με τη δασκάλα του. Μιά μέρα τον ρώτησα πώς είναι, πώς τη βλέπει, πώς νιώθει γι αυτήν. Μου απάντησε "είναι η πιο όμορφη στο σχολείο! έχει τα πιο ψηλά πόδια! και τα ξέρει όλα!" Απλά πλάσματα τα αγόρια... Οχι σαν μερικές-μερικές...
Α, και έγινε πρώτος φίλος με το παιδί της ψυχολόγου. Μόνο που εκείνη έχει μέχρι σήμερα μία δυσκολία να αφήσει το γιό της να έρθει στο σπίτι μας για παιχνίδι. Τυχαίο; Πιθανόν!)

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Του Αγίου Βαλεντίνου



Είχα πάντα την πεποίθηση (ίσως εξαιτίας του οτι έζησα στην Αγγλία μικρή, και έτσι το θυμάμαι από τότε) οτι η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου δεν είναι απαραίτητα ημέρα των ερωτευμένων, αλλά ημέρα της αγάπης... Παλιότερα, στις 14 Φεβρουαρίου έβγαινα με τις φίλες μου, ή άναβα κεράκια ρεσώ σε σχήμα καρδιάς και καθόμουν να σκεφτώ τους αγαπημένους μου ανθρώπους...
Πριν τρία χρόνια αποφασίσαμε με τα παιδιά να ζωγραφίσουμε και να κάνουμε κολλάζ με θέμα την καρδιά, και να αναρτήσουμε τα έργα μας στο σπίτι, προκειμένου να θυμόμαστε να καλωσορίζουμε πάντα την αγάπη στην καρδιά μας. Φέτος είπαμε να κάνουμε κάτι παρόμοιο: να ζωγραφίσουμε την αγάπη ανάμεσά μας, πώς τη νιώθουμε, πώς τη θέλουμε, πώς τη βλέπουμε. Καθίσαμε λοιπόν γύρω από το τζάκι, με μπλόκ και μπογιές, όλοι μαζί, και το καταχαρήκαμε! Φτιάξαμε από 2-3 σχέδια ο καθένας μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου (πώς γίνεται πάντα και έρχεται τόοοοσο νωρίς; πώς γίνεται πάντα να θέλουμε να μείνουμε κι άλλο; και πόσο μου τη δίνει που πρέπει να είμαι εγώ η κακιά που βάζει τα όρια και τις φωνές για να πάμε όλοι στα κρεββάτια μας...)

Στο τελευταίο της σχέδιο, το καλικαντζαράκι μου το ξανασκέφτηκε:




Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Ο Θηλασμός


Ο θηλασμός ήταν μαγική εμπειρία για μένα. Αυτό το ήσυχο, απλό, ζεστό, γλυκό συναίσθημα που άγγιζε τα όρια του ερωτικού. Όχι με την έννοια της σεξουαλικής διέγερσης (που υπαινίσσεται συχνά), αλλά με την έννοια της βαθιάς επικοινωνίας, της μέθεξης με ένα άλλο ανθρώπινο όν. Ένα συναίσθημα που σου έδινε τη σιγουριά του «πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;»

Εχω θηλάσει στο σπίτι, στο γραφείο, στην παιδική χαρά, στην παραλία, σε πάρκο, σε σπίτια άλλων, σε καφετέρια, σε παιδικό πάρτυ, σε αεροδρόμιο, σε συγκέντρωση γονέων. Μπορεί και αλλού – τελοσπάντων, δεν είχα ποτέ πρόβλημα τόπου, εφόσον το μωρό πεινούσε – για γάλα ή για ηρεμία και ασφάλεια. Θυμάμαι και έναν φίλο μου που έλεγε για τις μουσουλμάνες που δεν επιτρέπεται να δείξουν ούτε το πατουχάκι τους γυμνό (σε χώρες όπως το Ιράν, π.χ.), αλλά ο θηλασμός θεωρείται ιερός όπου και αν βρίσκονται. Δεν ξέρω αν αληθεύει αυτό, αλλά μου άρεσε, το θεωρούσα πολύ λογικό, και κυρίως, πολύ φυσικό. Θήλασα τα παιδιά μου δύο χρόνια το καθένα, χωρίς ναι μεν αλλά. Ηταν η απλούστερη, πιο ξεκούραστη, και πιο εύκολη λύση: ούτε αποστείρωση μπιμπερό στις 2 η ώρα το πρωί, ούτε να κουβαλάς πρόσθετα βάρη σε εκδρομές ή επισκέψεις, ούτε να έχεις ένα ταραγμένο μωρό και να προσπαθείς να το κάνεις καλά και (ως φυσιολογικό μωρό) να μην παίρνει από λόγια… Τι πιο απλό και αποτελεσματικό από το γάλα και την αγκαλιά της μαμάς;

Ηταν επιλογή ειλημμένη ήδη πριν γεννήσω. Από περιέργεια πήγα και σε 1-2 συγκεντρώσεις του Συνδέσμου Θηλασμού (La Leche League), και η αρχική μου απόφαση δυνάμωσε και στηρίχτηκε, και η διαίσθησή μου επιβεβαιώθηκε: δεν υπάρχει περίπτωση μία μαμά να μην έχει γάλα να ταϊσει το παιδί της! Ο,τι κι αν λένε, όποιος και αν το λέει. Αρκεί, φυσικά, να μην ακολουθήσεις τις συμβουλές των «ειδικών» (οι οποίοι πληρώνονται αδρά από τις εταιρείες, με διάφορους τρόπους, για να προωθούν τα τεχνητά γάλατα!) Αυτό ήταν κάτι που ταίριαξε στην ιδιοσυγκρασία μου, όντας από παιδί καχύποπτη και αντιδραστική στα διδάγματα της εξουσίας. Ούτε μία στιγμή δεν πέρασε από το νου μου ότι δεν θα έχω γάλα, ούτε μία στιγμή δεν πέρασε από το νου μου ότι το μωρό μου δεν θα χόρταινε με το γάλα μου. Αυθυποβολή; Αν ναι, από τις πολύ χρήσιμες, θα έλεγα. (Υπήρξα, ίσως, και λίγο τυχερή: το μικρό αναρχικό νεραϊδάκι «ήξερε» να θηλάζει, εγώ δεν χρειάστηκε να κάνω τίποτα παρά να της προτείνω το στήθος μου και να κάνω λίγη υπομονή. Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι, όλα τα μωρά δεν γεννιούνται μαθημένα και πεινασμένα;)

Στο μαιευτήριο, βέβαια, είχαν άλλη άποψη! Εφερναν αρχικά την πρώτη μου κόρη ταϊσμένη. Εγινα ύαινα (το ξέρατε ότι οι ύαινες είναι από τις πλέον στοργικές μαμάδες στη φύση; Εγώ μετά το έμαθα!) «Μα, αφού δεν έχετε γάλα! Πρώτες μέρες είναι!» Εγώ όμως ήμουν διαβασμένη. «Και το πρωτόγαλα;» αντιγύριζα. «Ε, αυτό είναι νερό, τι να χορτάσει το μωρό; Δεν βλέπετε πώς κλαίει;» «Θεωρείτε ότι η φύση κάνει λάθος;» κτλ κτλ κτλ, η κουβέντα συνέχιζε έτσι, μέχρι που προκειμένου να ακούνε αρχικά τις διαλέξεις μου και μετέπειτα τις απειλές μου, έφερναν το μωρό μόλις ξεκίναγε το κλάμα… Το έβαζα στο στήθος, και η μαία που είχε υπηρεσία καθόταν κυριολεκτικά από πάνω μου να δει «πώς θα τα πάω». Μόλις το μωρό ησύχαζε, άρχιζε εκείνη: «δεν κάνει τόσο που το αφήνετε – μόνο τρία λεπτά στο κάθε στήθος για αρχή κάνει». Τότε δεν ήξερα ότι αυτό είναι ακριβώς η συνταγή για να σταματήσει το γάλα! Πλην όμως, εμένα μου την έσπαγε που ερχόταν ένας άνθρωπος που δεν είχε θηλάσει ποτέ του παιδί να μου δώσει οδηγίες θηλασμού! Και άντε πάλι να της εξηγώ ότι εγώ προτίθεμαι να κάνω αυτό που μου φαίνεται εμένα σωστό, αυτό που νιώθω εγώ, γιατί δικό μου είναι και το σώμα και το μωρό, και αφού δεν έχει πείρα θηλασμού να πάει πρώτα να αποκτήσει και μετά να έρθει να δώσει συμβουλές! Εφτασα να γίνομαι απίστευτα αγενής, εγώ που δεν ύψωνα ποτέ τη φωνή μου και που ζητούσα συγγνώμη για το κάθε τι… Η μητρότητα ξύπνησε μέσα μου την πολεμίστρια!

Η νεογνολόγος που διαλέξαμε για παιδίατρο (ήταν παιδίατρος των παιδιών μίας φίλης, ήταν και κοντά μας) ήταν από συγκαταβατική έως και χλευαστική όταν με έβλεπε να βάζω τη μικρή στο στήθος μέσα στο ιατρείο της (για να την ηρεμήσω μετά τους άγαρμπους και χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης χειρισμούς της). Θεωρούσε, δε, τον αποκλειστικό θηλασμό ως ένδειξη οικονομικής ένδειας. Σιγά-σιγά μαλάκωσε στην ιδέα, όταν άκουσε (μάλλον από την τηλεόραση) ότι το τάδε επώνυμο μοντέλο αποφάσισε να θηλάσει αποκλειστικά το παιδί της ασχέτως της «ζημιάς» που θα έκανε στο στήθος της. Τότε άρχισε να με βλέπει με άλλο μάτι! Στο μεταξύ, όμως, εμείς ήδη είχαμε βρει άλλη παιδίατρο… (Όχι ότι αυτό ήταν εύκολο: στο ψάξιμό μας πέσαμε πάνω σε μία ηλικιωμένη, με δύο διδακτορικά διπλώματα κορνιζωμένα στον τοίχο της, η οποία αποκάλεσε τον αποκλειστικό θηλασμό εγκληματικό για το βρέφος, και με παρέπεμψε σε ψυχίατρο για να ξεπεράσω το πρόβλημα της προσκόλλησης στο μωρό, γιατί αυτό θεωρούσε ότι ευθυνόταν για την άρνησή μου να δώσω ξένο γάλα στο μωρό!)

Αρχικά, οι δυό γιαγιάδες του μωρού (μιλάμε πάντα για το πρώτο, γιατί εκεί «τα βλέπεις όλα», που λένε, μετά όλοι συνηθίζουν με τα χούγια και τις επιλογές σου) χάρηκαν που θα θήλαζα το μωρό. «Ετσι πρέπει», λέγανε. Δεν τους πολυάρεσε, όμως, γιατί δεν μπορούσαν (ειδικά η μία!) να εξασκήσουν το γιαγιαδίστικο βέτο τους ως προς το τι ώρα θα φάει, τι ώρα θα κοιμηθεί, κτλ το μωρό, και φυσικά δεν μπορούσαν εκείνες να το ταϊσουν. Ειδικά για τη μία, αυτό ήταν πλήγμα. Εκτός από τον μπαμπά του μωρού (που απλά ακολουθούσε τις επιλογές μου), ο μόνος άνθρωπος του κοντινού μου περιβάλλοντος που με στήριξε στο θηλασμό, και που πραγματικά χαιρόταν που θήλαζα, ήταν ο παππούς μου. Ημουν η πρώτη του εγγονή, και ήταν το πρώτο του δισέγγονο, και το χαιρόταν αφάνταστα. Δεν έχανε ευκαιρία να μου λέει πόσο το εκτιμούσε που θήλαζα αποκλειστικά το μωρό («γιατί μην ακούς, έτσι μόνο θα εξασφαλίσεις την υγεία του») και πόσο με θαύμαζε που δεν φοβόμουν μην χαλάσω το στήθος μου εξαιτίας του θηλασμού. Μια μέρα, μάλιστα, που έλειπαν η γιαγιά μου και η μαμά μου, μου εξομολογήθηκε ότι παρότι η γιαγιά μου είχε θηλάσει 5 παιδιά αποκλειστικά, το στήθος της δεν χάλασε καθόλου!

Ακουσα θεωρίες και θεωρίες, ιστορίες διάφορες, «επιστημονικές» απόψεις (ξέρετε, από αυτές που είναι της μόδας – της επιστημονικής, πάντα – σήμερα, και που αύριο καταρρίπτονται από «νεώτερες έρευνες») σχετικά με το πώς, πόσο, για πόση ώρα, για πόσους μήνες, κτλ. Για μαμάδες που «δεν έχουν γάλα», ή «δεν έχουν θηλή», ή «δεν έχουν υπομονή», ή «το βρίσκουν δύσκολο». Και ενώ ξέρω πολλές μαμάδες που θηλάζουν αποκλειστικά το παιδί τους για ένα π.χ., χρόνο, πριν του δώσουν στέρεα τροφή, και μετά συνεχίζουν παράλληλα (όπως έκανα εγώ), που κάνουν αυτό που βρίσκουν φυσικό και σωστό, ξέρω πολλές περισσότερες που λένε (είναι χαρακτηριστικό!) «αχ, εγώ δεν είχα γάλα», ή «θήλασα τρείς μήνες, μετά μου κόπηκε το γάλα»… Και στην ερώτησή μου πώς έγινε να κοπεί το γάλα, υπέστη κάποιο σοβαρό σοκ, ατύχημα, κάτι τέτοιο, σου λένε «όχι μωρέ, απλά σταμάτησε…» και τελικά προκύπτει ότι παράλληλα με το δικό τους μητρικό γάλα έδιναν στο παιδί και ξένο «για συμπλήρωμα, αφού με το δικό μου δεν χόρταινε». Ποιος το πρότεινε, ρωτώ εγώ. Ο γιατρός, φυσικά. Εμ, βέβαια! Ποιος άλλος; Ποιος άλλος θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στο στομάχι του παιδιού και συγχρόνως μέσα στο βυζί της μάνας για να ξέρει; Ποιος άλλος θα είχε συμφέρον να συστήσει στη νέα μαμά «το κατάλληλο γάλα» για το μωρό της; (Καμιά φορά είναι άλλες οι γαλακτοεταιρείες που προωθούνται από το μαιευτήριο, και άλλες από τον συγκεκριμένο γιατρό, οπότε παίρνεις διαφορετικά δειγματάκια γάλακτος…) Νιώθω πολύ άσχημα για την κοροϊδία που υφίστανται αυτές οι γυναίκες, για την στέρηση που υφίστανται αυτά τα παιδιά… Υπάρχει περίπτωση να μην έχει δώσει η φύση γάλα σε μία νέα μαμά; Όλα τα θηλαστικά δεν θηλάζουν τα μωρά τους για όσο τους έχει ορίσει η φύση να τα θηλάζουν; Υπάρχει περίπτωση μία δελφινομαμά να μην έχει γάλα για το δελφινάκι της; Η μία γάτα; Η μία αρκούδα; (η μία ύαινα; καλή ώρα…) Οι γυναίκες γιατί να υστερούν;

Τις ατελείωτες ώρες του θηλασμού εγώ μισοκοιμόμουν, ή διάβαζα, ή σιγοτραγουδούσα, ή παρακολουθούσα τα άλλα παιδιά που έπαιζαν (ανάλογα το πού βρισκόμουν!)… Διάβασα τόμους και τόμους βιβλία – για μαμάδες, για παιδιά, και όχι μόνο. Όταν θήλαζα το δεύτερο μωρό, καμιά φορά διάβαζα παραμύθι στο πρώτο. Όταν θήλαζα το τρίτο μωρό, έτυχε φορές να διαβάζω παραμύθι στη μία, και να τραβάω και καμιά γραμμή με το μαρκαδόρο στο μπλόκ της άλλης (που με πίεζε «να ζωγραφίσουμε μαζί, μαμά!») Δεν ένιωσα ποτέ ότι δεν ήμουν παρούσα… Κάποτε μου είπε μία φίλη «τίιιιιι;;; διαβάζεις;;; δεν επικοινωνείς με το παιδί; Εγώ το κοιτάζω στα μάτια όλη την ώρα!!!» Ποτέ δεν το σκέφτηκα. Εμένα δεν μου αρέσει να με «καρφώνουν» την ώρα που τρώω, και της το είπα. Είχα ανακαλύψει όλες τις τροφές και τα ροφήματα που άρεσαν στο μωρό: άλλη όρεξη είχε όταν είχα φάει ψάρι (στη μεγάλη ουδέποτε άρεσε το ψάρι, και αυτό μέχρι σήμερα) και άλλη όταν είχα πιεί γλυκάνισο, για παράδειγμα. Είχε πλάκα, ήταν σαν παιχνίδι. Ελεγα «σήμερα θα δοκιμάσουμε γεμιστά» ή «σήμερα θα φάμε φράουλες!» ή «πρέπει να μάθεις να σ’ αρέσει το ψάρι, γιατί έχει φώσφορο».

Στενοχωριέμαι βαθιά όταν στο όνομα της επιστήμης (ημιμάθειας θα το έλεγα, στην ηθικότερη περίπτωση), της «ιατρικής συμβουλής», οι γυναίκες δεν αφήνονται ήσυχες να κάνουν αυτό που τους λέει η φύση τους και το μωρό τους. Γιατί μπορεί η φύση να καθυστερήσει, αλλά το μωρό ποτέ! Το μωρό είναι αλάνθαστος δάσκαλος (και όχι μόνο θηλασμού). Στενοχωριέμαι που όλα πια τα μαιευτήρια έχουν «πολιτική υπέρ του μητρικού θηλασμού», σου δίνουν και δωρεάν βιβλιαράκια σχετικά, αλλά στην πράξη οι εργαζόμενες μαίες και γιατροί δίνουν ύπουλα λανθασμένες οδηγίες, τέτοιες που είναι σχεδόν μαθηματικά σίγουρο ότι το γάλα της μητέρας θα λιγοστέψει ή θα κοπεί… Δεν θα ξεχάσω μία νέα μαμά στο θάλαμο που βρέθηκα μετά τη γέννα του τρίτου μου παιδιού, που μόνη της ένα βράδυ αργά προσπάθησε (και φυσικά τα κατάφερε) να θηλάσει το μωρό της (πόση χαρά είδα στο πρόσωπό της εκείνο το βράδυ!), και που την άλλη μέρα το μεσημεράκι ο γιατρός της την έπεισε να της δώσει χαπάκι να κόψει το γάλα, γιατί «με τέτοιο στήθος» δεν θα τα κατάφερνε να θηλάσει το μωρό, και κρίμα θα ήταν να κουράζεται τσάμπα… Κι εκείνη τον άκουσε! Και πήρε το χαπάκι! Ενώ είχε την εμπειρία του επιτυχούς θηλασμού! Δεν το χώραγε ο νους μου…

Αυτά σκεφτόμουν προχτές, όταν πέρναγα με το γιό μου από την παιδική χαρά, και είδα μία μαμά να θηλάζει το ένα μωρό ενώ χάζευε το άλλο που έκανε τσουλήθρα… Θυμήθηκα τον εαυτό μου, και χαμογέλασα. Δόξα τω Θεώ, αυτή την εμπειρία την έχω ζήσει κι εγώ.



Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

"Μα τι κάνεις όλη μέρα;;;"

Μια φράση που ακούμε συχνά οι μαμάδες, ειδικά αυτές που «μένουν στο σπίτι» να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Μια φράση που άκουσα κι εγώ τόσες φορές. Κόμπλαρα να απαντήσω, ένιωθα ότι έπρεπε να μπω σε άμυνα και θύμωνα, από την άλλη όμως, πώς να αρχίσεις να βάζεις σε λόγια όλα αυτά τα πρωτόγνωρα βιώματα που έχεις ως μαμά, σε κάποιον που απέχει παρασάγγες από την εμπειρία σου;

Το βιβλίο δεν το είχα ξαναδεί, δεν το είχα ξανακούσει. Μου άρεσε όμως ο τίτλος του στο ημέηλ που μου έστειλε μια φίλη, μαζί με την πρόσκληση να συναντήσω και να ακούσω τη συγγραφέα του, Ναόμι Στάντλεν. Ο αγγλικός του τίτλος μου είπε περισσότερα: «Τι κάνουν οι μαμάδες – ειδικά όταν φαίνεται ότι δεν κάνουν τίποτα», και κόλλησα, και είπα θα πάω να την ακούσω!

Κυριακή πρωί, το σπίτι της φίλης μου άδειο από έπιπλα και γεμάτο χαλιά και μαξιλάρια (ήταν πολλές μαμάδες καλεσμένες). Η συνάντηση αρχίζει στις 10, η συγγραφέας (τυπική αγγλίδα με γερμανική καταγωγή) έρχεται στην ώρα της. Μια γλυκιά ηλικιωμένη κυρία, χαμογελαστή, ευτυχής που επιτέλους επισκέφθηκε την πόλη μας καθώς στο μακρινό παρελθόν της ζωής της σπούδασε αρχαία ελληνική ιστορία. Μαμά, ψυχοθεραπεύτρια, και γιαγιά, έχει εργαστεί πολλά χρόνια με ομάδες μητέρων, και ο καρπός της πείρας της αποτυπώνεται στο βιβλίο αυτό.

Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα ξυπνά τον ειδικό μέσα σε όλους μας. Πόσο μάλλον στους ίδιους τους ειδικούς! Γιατροί, μαίες, ψυχολόγοι, λογοθεραπευτές, διατροφολόγοι, προπονητές, πάσης φύσεως δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ιερείς (ναι, και αυτοί!) όλοι και όλες είναι σε ετοιμότητα να μας δώσουν συμβουλές: πώς να είμαστε «καλές μαμάδες», πώς να μεγαλώνουμε έξυπνα, υγιή, εύστροφα, ευλαβή κτλ κτλ παιδιά, τι να τους λέμε για το σεξ, το Θεό, το ποδόσφαιρο, πώς να τα κάνουμε να αγαπήσουν τη γνώση, να αποφύγουν τα ναρκωτικά… η λίστα δεν τελειώνει ποτέ. Και να μην αφήσουμε έξω από τη λίστα των ειδικών και τις μαμάδες, γιαγιάδες, θείες και πεθερές, οι οποίες ως «έμπειρες» έχουν λόγο και άποψη (επί παντός!) στο πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας! Η γιαγιά μου (94 σήμερα, μητέρα 5 παιδιών, γιαγιά 8 εγγονών και προγιαγιά 4 δισέγγονων) όταν μου έδινε μία συμβουλή, την οποία είχε φυσικά εφαρμόσει στα δικά της παιδιά, και τη ρωτούσα το σκεπτικό της, μου έλεγε με αέρα που δεν σήκωνε αντίρρηση «επιβάλλεται, παιδί μου, επιβάλλεται». Τρέχα γύρευε, δηλαδή…

Αποτέλεσμα; Είτε να ακολουθούμε συμβουλές άλλων, αποξενωνόμενες από την δική μας εσώτερη σοφία και τελικά κι από τα ίδια τα παιδιά μας (χωρίς να το καταλαβαίνουμε και οι ίδιες!) είτε να νιώθουμε μονίμως ένοχες για τις δικές μας μεθόδους και πρακτικές, που ναι μεν πηγάζουν από το «ένστικτο» και την καρδιά μας αλλά ενδέχεται να αποκλίνουν κατά πολύ από τις συμβουλές των ειδικών. Αχ, αυτή η ενοχή… Εμένα με συνοδεύει πιστά από τότε που έμεινα έγκυος, και μόνο τώρα τελευταία αρχίζω να τη συνηθίζω να ζει μακριά μου! Ενοχές επειδή η εμπειρία και το συναίσθημά μου δεν ταίριαζαν με των βιβλίων, ενοχές επειδή δεν το έβρισκα μέσα μου να κάνω αυτά που μου έλεγαν οι γιατροί, ενοχές επειδή έκανα αυτά που έλεγαν οι γιατροί και τα βιβλία αλλά τα παιδιά μου δεν ήταν ευτυχισμένα (ούτε και γω!)… Υποτίθεται ότι η μητρότητα είναι χαρά, ευτυχία, ευλογία, κτλ κτλ, και τελικά γεμίζει τόσα «πρέπει», «έπρεπε», «θα πρέπει» από τόσες μεριές, που καταλήγει να γίνεται άγχος, φόβος, ενοχή, μέχρι και παράνοια κάποιες φορές!

Ε, λοιπόν, αυτό το βιβλίο δεν περιέχει ούτε μία συμβουλή απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του! Εκανε 9 χρόνια να γραφτεί, και ακόμα μερικά για να βρεί εκδότη! «Μα δεν έχει συμβουλές!» έλεγαν στη συγγραφέα. «Οι μητέρες θέλουν συγκεκριμένες συμβουλές, 1,2,3, bullet points». Η συγγραφέας όμως, όπως μας έλεγε την περασμένη Κυριακή, δεν είχε στόχο να γράψει άλλο ένα βιβλίο για το πώς πρέπει οι μητέρες να αγαπούν (να επικοινωνούν, να εκπαιδεύουν, να ταϊζουν, να τραγουδούν, κτλ) τα παιδιά τους. Βασισμένη στην εμπειρία της ως εμψυχώτρια ομάδων συζήτησης για μαμάδες, ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για το πώς οι μητέρες αγαπούν, επικοινωνούν, τραγουδούν στα παιδιά τους. Για το ΤΙ κάνουν, τελικά, οι μαμάδες, όλες αυτές τις ώρες που αγκαλιάζουν τα μωρά τους, που κοιτάζονται στα μάτια, που μιλούν στα βρέφη των 2 ή των 3 μηνών καθώς αλλάζουν πάνες.

Οι μητέρες, λέει, ζούμε σε ένα Σύμπαν που δεν έχει επαρκώς περιγραφεί. Το σύνηθες λεξιλόγιο οδηγεί σε μονοπάτια γνωστά. Υπάρχουν όμως ακόμα περιοχές της μητρότητας που δεν έχουν περιγραφεί, που παραμένουν ανεξερεύνητες. Οι μητέρες ζουν και εργάζονται (βιώνουν το ρόλο τους) στη σιωπή και στην αφάνεια, γιατί είναι δύσκολο να μοιραστούν την ιδιαίτερη εμπειρία τους με άλλους. Λέω ιδιαίτερη, γιατί κάθε μητέρα είναι διαφορετική, και βιώνει τα πράγματα διαφορετικά από μία άλλη μητέρα με ένα άλλο παιδί. Στην πραγματικότητα κανείς δεν σε προετοιμάζει για αυτό τον καταιγισμό συναισθημάτων και σκέψεων που βιώνεις ως μητέρα, κι αν κάποιος κάτι σου πει, είναι συνήθως είτε τα κλασικά περί ευθύνης, είτε τα γλυκανάλατα (τις ψεύτικες συναισθηματικούρες). Κανείς δεν σε προετοιμάζει για την κούραση, για την ουσιαστική πολυεπίπεδη αλλαγή ζωής… Ολοι λένε «αλλάζει η ζωή σου» αλλά όπως όλες οι γενικότητες, αυτό λέει πολλά και τίποτα. Και έτσι, πίσω από κοινοτοπίες, κρύβεται η αλήθεια του τι κάνει μια μαμά φροντίζοντας το παιδί της.

Η συγγραφέας θεωρεί πως όπως σε όλες τις σοβαρές δουλειές, όπου κάθε τόσο οι εργαζόμενοι συναντιούνται (μήτινγκς, συμβούλια, συσκέψεις) για να βάλουν νέους στόχους ή να αξιολογήσουν τους ήδη υπάρχοντες, να ανταλλάξουν εμπειρίες κ.ο.κ., έτσι και οι μαμάδες θα πρέπει να συναντιούνται μεταξύ τους για να μοιράζονται τις εμπειρίες τους, μέσα σε κλίμα αλληλοαποδοχής και σεβασμού… Ακούγεται σαν πολυτέλεια, φυσικά. Ως νέα μαμά δεν έβρισκα χρόνο να πάω ούτε στην τουαλέτα, που λέει ο λόγος, να μη συζητήσουμε για την αγορά, το κομμωτήριο, τις φιλενάδες! Ηθελα, όμως – ένιωθα απίστευτα απομονωμένη, καθώς οι περισσότερες φίλες μου είτε δεν είχαν παιδιά, είτε δεν είχαν χρόνο, είτε δεν ήταν τελικά τα άτομα που θα επέλεγα να κάνω μία εκ βαθέων συζήτηση για τα πραγματικά μου συναισθήματα… Ισως γι αυτό επέλεξα το γράψιμο ως διέξοδο και καταφύγιο, για να μοιραστώ την εμπειρία μου και με άλλους, «για να μην τρελαίνομαι μόνη μου» όπως λέω συχνά! Γιατί το ξέρω πως δεν είμαι μόνη. Το βιβλίο, όπως και η χτεσινή συγκέντρωση που έγινε στο σπίτι της φιλενάδας μου, αυτό αποδεικνύει!

… Και τελικά, τι είναι αυτό που κάνουν οι μαμάδες; Τι είναι πια τόσο σημαντικό στο να φροντίζεις ένα παιδί;

Ένα από τα πιο βαθιά και συγκινητικά πράγματα που άκουσα χτες ήταν ότι η μαμά διδάσκει την επικοινωνία. Ένα μωρό γεννιέται με μάλλον ακατέργαστες επικοινωνιακές δεξιότητες: φωνάζει, κοιτάζει, επιδιώκει να αγγίξει και να αγγιχτεί. Μόνο του, δεν είναι τίποτα. Όταν φωνάζει, όμως, κάποιος ανταποκρίνεται. Όταν κοιτάει, κάποιος ανταποδίδει το βλέμμα του. Όταν απλώνει τα χέρια, κάποιος το αγκαλιάζει. Αυτή είναι η αρχή της επικοινωνίας, η αρχή του σχετίζεσθαι. Σιγά-σιγά οι φωνές γίνονται πιο «συγκεκριμένες» (μέχρι να φτάσουν να γίνουν έναρθρος λόγος) και τα βλέμματα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη γκάμα εκφράσεων, οι χειρονομίες εξειδικεύονται. Όλα αυτά γίνονται μέσα από τη σχέση. Η μαμά, λοιπόν, διδάσκει το σχετίζεσθαι.

Μέσα στις ατέλειωτες ώρες νανουρίσματος, αλλάγματος, θηλασμού, κοιτάγματος, μπανιαρίσματος, παιχνιδιού (με αυτή ή με άλλη σειρά, ξανά και ξανά και ξανά) ένα πλάσμα νέο στον πλανήτη μαθαίνει να σχετίζεται και να επικοινωνεί. Και δεν είναι μόνο το νέο πλάσμα που εκπαιδεύεται στην επικοινωνία! Μετά την καταλυτική αυτή εμπειρία, η μητέρα-εκπαιδεύτρια έχει και εκείνη με τη σειρά της εκπαιδευτεί να επικοινωνεί σε άλλη διάσταση από τη συνήθη. Εχετε παρατηρήσει ότι οι μαμάδες είναι τα πιο διαισθητικά όντα στον πλανήτη;

Η δική μας γενιά είναι ίσως η πρώτη γενιά μορφωμένων μητέρων – η πρώτη γενιά μητέρων που σε μεγάλο ποσοστό έχουν μεταλυκειακές σπουδές και κατέχουν πανεπιστημιακούς τίτλους. Ισως (και) γι αυτό να έχουμε χρέος να μιλήσουμε, να διαμορφώσουμε τον δικό μας λόγο, να ακουστούμε: έστω και μόνο μεταξύ μας! Να στηρίξουμε η μία την άλλη (χωρίς «πρέπει» και κριτικές), να νιώσουμε τη δύναμή μας, να συνειδητοποιήσουμε την αξία των ωρών που περάσαμε (και περνάμε) με τα παιδιά μας φαινομενικά κάνοντας «τίποτα» (έχοντας αφήσει άπλυτα πιάτα, ασιδέρωτα ρούχα, σκονισμένα ράφια, πεταμένες κάλτσες και παιχνίδια στο χωλ). Να πούμε ένα μπράβο στον εαυτό μας που καταφέραμε να κάνουμε σλάλομ στο πεζοδρόμιο ανάμεσα σε κάδους, αυτοκίνητα, δέντρα, μηχανάκια, και κομμένα κλαδιά με ένα καρότσι και ένα τρίχρονο στο πλάι, για να πάμε να ψωνίσουμε μαναβικά…

Δεν υπάρχουν καλές και κακές μαμάδες. Όπως όλοι οι άνθρωποι, και οι μαμάδες είναι άλλοτε πιο κοντά κι άλλοτε πιο μακριά από την Αλήθεια της καρδιάς τους. Αυτή η αλήθεια είναι που τους επιτρέπει να δίνουν χώρο στη σχέση και την επικοινωνία με το παιδί τους, να ανταποκρίνονται με ενσυναίσθηση στον νέο άνθρωπο στη ζωή τους (αλίμονο αν μπει ανάμεσά τους «ο ειδικός»!) Αυτή ακριβώς την αλήθεια φωτίζει το βιβλίο, μιλώντας όχι γι αυτό που πρέπει, αλλά γι αυτό που είναι.

(Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη, με τον τίτλο «Μα τι κάνεις όλη μέρα;»)

http://www.naomistadlen.com/what_mothers_do.htm

http://www.boukoumanis.gr/frameset.php

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Η τσούλα

Μεσημεράκι, τα δύο μικρά έχουν προ πολλού γυρίσει από το σχολείο, και φάει, και φύγει (κατά το «ήλθον είδον και απήλθον» εδώ έχουμε το «ήρθα, έφαγα, έφυγα»), και καθόμαστε τρείς ενήλικες στο τραπέζι, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων, όταν σκάει μύτη η χεβυμεταλού νεράιδα, ασθμαίνοντας. Γυρνάει σπίτι αργά και κουρασμένη από το σχολείο (το μείον των μουσικών σχολείων της χώρας μας), και τυπικά σωριάζεται στον καναπέ της κουζίνας, ζητώντας ξέπνοα φαϊ. Σπάνια θέλει να μιλήσει για την ημέρα της αυτή την ώρα, είναι κουρασμένη, συχνά θυμωμένη, δεν αντέχει το παραμικρό. Όταν πάω να της πιάσω κουβέντα στη φάση αυτή νιώθω σαν χουντικός που ανακρίνει αντιστασιακό, οπότε έχω πάψει να προσπαθώ.

Αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Ισως η παρέα της (κατά πολύ νεώτερης) φίλης μου στο τραπέζι, ίσως το πρόσφατο του συμβάντος, της έλυσαν τη γλώσσα. Καθώς λοιπόν έτρωγε, και εμείς είμαστε στο τρίτο τέταρτο κρασάκι, μας σκάει το εξής: «σήμερα τσακώθηκα με την τσουλάρα του σχολείου». Σοκ και δέος στο ακροατήριο. Κάτι κάπως κατάπιαμε, όλοι πήγαμε κάτι να πούμε, δεν είπαμε, και μείναμε να την κοιτάζουμε. Νομίζω πως χάρηκε που μας σόκαρε. Στο σπίτι δεν ακούγονται «κακές κουβέντες», αφενός γιατί δεν αρέσουν στη μαμά, αφετέρου γιατί απλά… γιατί έτσι. Κάποτε μικρή άκουσα από κάποιον που εκτιμούσα ότι το να βρίζεις αποτελεί ένδειξη έλλειψης λεξιλογίου. Όταν μεγάλωσα, πάλι, πέρασα μία φάση που καθόμουν και σκεφτόμουν όλα τα διάφορα υβριστικά με τα οποία στολίζουμε τους γύρω μας όταν κάνουν ή λένε πράγματα που δεν μας αρέσουν, και κατέληξα σε συμπεράσματα που δεν μου επέτρεπαν πλέον παρά να είμαι πολύ συνειδητή στο τι λέω. Δεν είναι ότι δεν βρίζω ή δεν κακοχαρακτηρίζω. Αλλά τόσο η φάση που πέρασα (η εμβάθυνση στη σημασιολογία του «γαϊδουριού», του «μαλάκα», κτλ) όσο και η θητεία μου ως φεμινίστρια δεν μου επιτρέπεουν να κακοχαρακτηρίσω μία άλλη γυναίκα για τη σεξουαλική της συμπεριφορά. Η αλληλεγγύη που νιώθω για τις άλλες γυναίκες και η πεποίθησή μου ότι όλοι οι άνθρωποι (ασχέτως φύλου) έχουμε δικαίωμα σε μία πλούσια και υγιή σεξουαλική ζωή, με κάνει να νιώθω άσχημα όταν μία άλλη γυναίκα αποκαλείται από κάποιον (ή κάποιαν) «τσούλα», «πουτάνα», κτλ. Αυθόρμητα θέλω να την υπερασπιστώ!

Όταν συνήλθα από το σοκ, ρώτησα «τι εννοείς τσούλα; Τι κάνει δηλαδή;» «την πέφτει σε όλα τα αγόρια του σχολείου!» «ε, και τι το κακό έχει αυτό;» (ηλίθια ερώτηση, αλλά την έκανα) «δεν καταλαβαίνεις τίποτα ρε μαμά!» (το σωστό να λέγεται) Εκεί τα βρόντηξε κι έφυγε.

Στενοχωρήθηκα πολύ. Και κάθισα και σκέφτηκα, αφενός το πόσο αλλοτριώνονται τα κορίτσια και φτάνουν να αλληλοχαρακτηρίζονται με όρους που ουσιαστικά βολεύουν τα αγόρια, και αφετέρου το πόση ανασφάλεια μπορεί να νιώθει ένα κορίτσι που δεν είναι του τύπου της να «την πέσει» σε ένα αγόρι σε σχέση με ένα άλλο κορίτσι που έχει αυτό το θάρρος… Και αντίστοιχα το πόση ανασφάλεια μπορεί να έχει ένα κορίτσι που «την πέφτει σε όλα τα αγόρια του σχολείου», πόση ανάγκη από επιβεβαίωση μπορεί να έχει…

Αργότερα με πλησίασε κάτι να μου πει. Ημουν καταστενοχωρημένη, και της το είπα. «Α, για την Κ.», μου λέει. «Ποια;» (τώρα η «τσουλάρα» είχε αποκτήσει όνομα - αναθάρρησα). Μου εξήγησε. Της εξήγησα κι εγώ ότι είναι άδικο να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούν τ’ αγόρια για να κακοχαρακτηρίσουν τα κορίτσια που έχουν τη δική τους (αρσενική) συμπεριφορά. «Μα και τ’ αγόρια τα λέμε τσούλες!» μου αντιγύρισε. Με αποστόμωσε, αλλά είχα κι άλλα να της πω. «Και γιατί νομίζεις πως κάποιος την πέφτει σε όλους ή όλες δεξιά κι αριστερά;» «Εντάξει, γιατί νιώθει ανασφαλής!» Θύμωσε. Κατάλαβα πως κι εκείνη έτσι ένιωθε, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Πήγα να την αγκαλιάσω, αλλά τραβήχτηκε.

Συζητώντας την επομένη με μία φίλη, μαμά εικοσάχρονης σήμερα, μου επιβεβαίωσε πολλές από τις σκέψεις μου (που εξέθεσα παραπάνω). Μία μέρα και η δική της κόρη (σε παρόμοια ηλικία) της δήλωσε ότι «δεν είμαι ούτε τσούλα ούτε καργιόλα», και μετά από αντίστοιχο δικό της σοκ (της μαμάς, ενννοώ), η κόρη της εξήγησε τη σημασιολογία των όρων, καθώς και την τρέχουσα χρήση τους… Μιλήσαμε για το ρόλο των αγοριών στη σημερινή κοινωνία, που στην ουσία έχουν χάσει τον ρόλο και τον προσανατολισμό τους ως αρσενικά, δίνοντας αρνητικά ή αντιφατικά μηνύματα στα κορίτσια, και το πώς γι αυτό ευθύνονται οι υπερπροστατευτικές μαμάδες που δεν αφήνουν τ’ αγόρια τους να μεγαλώσουν… Κάτι που, λέω εγώ, συμβαίνει χρόνια τώρα, δεν είναι σημερινό φαινόμενο!

Παλιές πληγές! Και ασκοί του Αιόλου, που άμα τους ανοίξεις σε παίρνουν και σε πάνε μια σε απόγνωση και μαύρη απελπισία, και μια σε ουτοπικά ευχολόγια… Μέσα στη διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο αυτών άκρων ζούμε με τις κόρες και τους γιούς μας την καθημερινότητά μας, προσπαθώντας να είμαστε όσο το δυνατόν συνεπείς με τις αξίες μας.



Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Νανούρισμα

Εχουμε συνηθίσει τις μαμάδες να νανουρίζουν τα παιδιά τους... (το έχω κάνει κι εγώ, πολλάκις). Στο ποίημα που ακολουθεί ένα παιδί "νανουρίζει" τη μαμά του, που προφανώς δεν μπορεί να κλείσει μάτι από την έγνοια της...
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
της Rosemary Norman

Κοιμήσου, Μαμά,


και δεν θα πάψω ν΄αναπνέω

ξαφνικά τη νύχτα.



Κοιμήσου,

δεν θα σκαρφαλώσω έξω από την κούνια μου

και δεν θα πέσω κάτω.



Μαμάκα, δεν θα καταπιώ

τα χάπια που σου έδωσε ο γιατρός

ούτε θα βάλω φουρκέτες

στην πρίζα. Κοιμήσου.



Δεν θα κλάψω

οταν θα με πάς να μ΄αφήσεις στο σχολείο την πρώτη μέρα

θα΄μαι χαρούμενος με τ΄άλλα παιδιά

της ηλικίας μου.



Κοιμήσου, μαμά, κοιμήσου.

Δεν θα πέσω στη λίμνη,

δεν θα παίζω με σπίρτα,

δεν θα πέσω στις ρόδες φορτηγού

και ούτε θα διανοηθώ ποτέ να πάρω

καραμέλες από αγνώστους.



Οχι, ούτε θα σου αντιμιλάω

σαν μερικούς-μερικούς.



Δεν θα πάρω ναρκωτικά

ούτε θα αποτύχω στις εξετάσεις.

Δεν θα μείνω έγκυος/ δεν θα αφήσω έγκυο το κορίτσι μου.

Θα δουλέψω σκληρά

και θα βρώ μια καλή, σταθερή δουλειά.

Στο υπόσχομαι,

Κοιμήσου.



Δεν θα σε ξεχνάω

θα σ΄επισκέπτομαι, θα σου γράφω,

θα σου τηλεφωνώ

και άν

χρειαστώ γάλα

θα φωνάξω.


(H μετάφραση δική μου)