Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Ενα καλοκαίρι πρίμα βίστα

Το καλοκαίρι είναι εποχή συγκομιδής, συνήθως. Κι άμα δεν έχεις σπείρει, δεν έχεις καλλιεργήσει κάτι όλο το χρόνο, θα πεις, τι να συγκομίσεις;

Ολο το χρόνο σπέρνουμε και καλλιεργούμε ιδέες, σχέδια, συναισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, εργασίες, ένα σωρό πράγματα. Ερχεται το καλοκαίρι, και κάποια πράγματα καρποφορούν, και έτσι έχουμε τη σοδειά μας για τροφή, απόλαυση, σκέψη, ή σωφρονισμό.



Φέτος όλα μας τα σχέδια και οι προγραμματισμοί διαλύθηκαν στον αέρα, και ζούμε ένα καλοκαίρι «πρίμα βίστα». Με πολλές ιστορίες.

Πρώτη φορά έφυγε η μεσαία κόρη «μόνη», με το γιό αγαπημένης φίλης, να πάει στην κατασκήνωση χωρίς επίβλεψη ενήλικα. Σε μέρος άγνωστο γι αυτήν, αλλάζοντας λεωφορεία. Μια εμπειρία ωρίμανσης σοβαρή, και για τα δυό παιδιά, κι ας μη μιλάνε για αυτή (περνώντας τη φάση του "δε λέμε τίποτα στους μεγάλους"). Αυτοδιαχείριση, ανεξαρτησία, εμπιστοσύνη.

Η μεγάλη κόρη δοκίμασε την εμπειρία του να τραγουδάς στη σκηνή του Ηρωδείου, του να παίρνεις μέρος σε μία μεγάλη λυρική παραγωγή – τη φροντίδα να είσαι εκεί στην ώρα σου με φτιαγμένα μαλλιά, να μη χάσεις το ειδικό πάσο (το έχασε!), να φροντίσεις τη βραδινή μετάβαση στο σπίτι αφότου έχει κλείσει το μετρό, κι άλλα πολλά. Μεγάλες ώρες για ένα 17χρονο παιδί. Και μετά, η απρόσμενη διάθεσή της να πάει ένα μικρό ταξιδάκι με μια δική μου φίλη: διάθεση για περιπέτεια, για αλλαγή, για εμπειρίες που δεν θα είχε εάν έμενε με την οικογένεια. Φούσκωσα από υπερηφάνεια όταν αργότερα, μιλώντας με τη φιλενάδα μου, μου είπε τι καλή παρέα που ήταν η έφηβη κόρη μου: μιλήσαμε για τα πάντα, μου είπε, μα τα πάντα. Για σχέδια, για σχέσεις… Και ήταν να σα να μιλούσα με ενήλικα, τόσο άνετα, χαλαρά, και ώριμα.

Νωρίτερα, είχαμε επισκεφθεί το σπίτι φίλων που μας φιλοξένησαν, με τα δύο μικρότερα παιδιά. Σαν χαζοί μεγάλοι, θεωρήσαμε ότι τουλάχιστον τα δύο αγόρια θα έκαναν παρέα, γιατί οι ηλικίες τους είναι «κοντά». Δεν υπολογίσαμε τις αλλιώτικες προσωπικότητες ενός «τρίτου παιδιού» και ενός μοναχοπαιδιού, και πόσο ασύμβατες μπορεί να είναι.

Ένα απόγευμα πήγαμε μια βόλτα για μπάνιο οι δυό μας με το γιό μου. Καταλήξαμε σε μια μικρή παραλία πλάι σε ένα εκκλησάκι, να μιλάμε για τη ζωή και το θάνατο, για το νόημα της ζωής του κάθε ανθρώπου, για τους ανθρώπους που αγαπάμε και συναναστρεφόμαστε – όλα αυτά, χαζεύοντας και μαζεύοντας πετρούλες, κελύφη αχινών και θαλασσόξυλα. Δεν κολυμπήσαμε. Όταν σκοτείνιασε για τα καλά, και αναλογιστήκαμε και τη μεγάλη ανηφόρα του γυρισμού, τηλεφωνήσαμε στον σύντροφό μου και ήρθε να μας πάρει με το αυτοκίνητο. Ενιωσα ότι έζησα 2 ώρες μ’ ένα μεγάλο δάσκαλο. Που λίγα λεπτά αργότερα μιλούσε για ποδόσφαιρο και έπαιζε στο τάμπλετ.



Επισκεφθήκαμε τους Δελφούς. Εκεί με περίμενε μία άλλη έκπληξη. Θεωρώντας ότι τα παιδιά γενικά δεν ενδιαφέρονται γι αυτά, υπολόγισα ότι θα κάνουμε μία μικρή βόλτα, θα πούμε 5 πράγματα, και θα φύγουμε. Τα παιδιά μας πρήζουν τόσο συχνά με αυτό το αέναο «βαριέμαι»… Ειδικά οι έφηβοι. Οτιδήποτε έχει να κάνει με οτιδήποτε μαθαίνουν στο σχολείο, παίρνει στάμπα: «βαριέεεεεεεεμαι». Ξαφνιάστηκα λοιπόν όταν η μεσαία (πάλαι ποτέ καλικαντζαράκι) προσπαθούσε να διαβάσει και να καταλάβει κάθε επιγραφή που έβλεπε μπροστά της! Κρεμόταν από τα χείλη του συντρόφου μου, ο οποίος τους έκανε πλήρη ιστορική και θεολογική ξενάγηση του τόπου. Και στο μουσείο! Τους έπιασα μάλιστα να κουβεντιάζουν το τι σημαίνει εκφυλισμός μίας θρησκείας, και τσιμπιόμουνα να δω εάν ονειρεύομαι. («Τα παιδιά μου είναι αυτά; Wtf…») Μείναμε 2μιση ώρες μες στο καυτό καταμεσήμερο, και δεν μας φάνηκε καθόλου.



Σημείο φωτεινό του καλοκαιριού, τα Εξάρχεια. Η μάλλον, η ανάγνωση της Ιλιάδας σε ανηφορικό πεζόδρομο των Εξαρχείων, σε ψάθες και καρέκλες από το Βοξ, με υγρή κουφόβραση. Δώδεκα νύχτες, δυό ραψωδίες τη βραδιά. Αναγνώστρια, η Μάνια Μαράτου, φίλη από τα παλιά και αφηγήτρια με βάθος. Διάβαζε το κείμενο στη μετάφραση του Πολυλά, από το ίδιο το βιβλίο που έκανε στο γυμνάσιο, με τις σημειώσεις του 13χρονου εαυτού της στα περιθώρια. Μια εμπειρία που με άγγιξε βαθιά: ως παιδί η Ιλιάδα ήταν το αγαπημένο μου έπος, ζούσα σχεδόν μέσα σ’ αυτό, το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα και έφτιαχνα με το νου μου εικόνες, αναλογιζόμουν την έννοια του ηρωισμού, συμπαθούσα και αντιπαθούσα τους διάφορους χαρακτήρες, και φυσικά υποστήριζα τους Τρώες! Τώρα, πλησιάζοντας μισό αιώνα επάνω στον πλανήτη, το άκουγα με άλλα αυτιά. Αυτή τη φορά ήταν ο θαυμασμός μου για τη γλώσσα, τις εικόνες, τις ατάκες («ποίον έπος φύγεν έρκος οδόντων;» «αιδώς, Αργείοι!»), και τη συνειδητοποίηση ότι ακούω μία από τις ιστορίες που σημάδεψαν βαθιά τον δυτικό πολιτισμό… Εκεί, στα σκαλάκια της οδού Θεμιστοκλέους τα ημιφωτισμένα, που κάποτε (όχι τόσο παλιά) έκαναν πιάτσα οι ναρκέμποροι του λεκανοπεδίου, καθόμαστε 20-30 άνθρωποι γείτονες από κάθε γωνιά της Αθήνας, και ακούγαμε ευλαβικά Ομηρο. Σαν το κρυφό σχολειό.



Την πρώτη φορά πήρα μαζί μου το γιό. Δέλεαρ η αγορά βιβλίου με δράκους, για το καλοκαίρι. Δεν του άρεσε: ούτε εξοικείωση είχε με τη γλώσσα του Πολυλά, ούτε μπορούσε να συγκεντρωθεί για τόση ώρα σε ακουστικό ερέθισμα («θα προτιμούσα να το διαβάσω εγώ ο ίδιος με την ησυχία μου – είμαι οπτικός τύπος, ακόμα δεν το έχεις καταλάβει βρε μαμά;»). Κάποια στιγμή, με συνόδευσε και ο καλός μου. Ούτε εκείνος ενθουσιάστηκε (έχοντας ζήσει τον πόλεμο, δεν αντέχει τις περιγραφές του). Τις κόρες μου ουδεμία περίπτωση να τις ψήσω, ούτε για την εμπειρία! Ηρθαν όμως οι φίλες και οι φίλοι μου – και ένα βράδυ, μετά την ανάγνωση, είχε και swing street party, και χορέψαμε κιόλας. Τελειώνοντας η ανάγνωση του έπους είχα επανασυνδεθεί με την παλιά μου φίλη, είχα πιεί κρασάκι με σπιτικό μεζεδάκι στη γειτονιά της Θεμιστοκλέους, είχα γίνει πιο πλούσια σε κατανόηση του κόσμου.

Μετά ήρθε η ώρα για  τις δικές μας διακοπές σαν ζευγάρι (με όλες τις ενοχές που αυτό συνεπάγεται). Αυτό συνήθως σημαίνει ελεύθερη κατασκήνωση στη φύση, σε μέρος νέο κάθε φορά, που είθισται να μην πιάνει το κινητό. Τα παιδιά διασκορπισμένα σε παπουδογιαγιάδες και συγγενείς. Παρότι οι διακοπές αυτές είναι τόσο σημαντικές, επένδυση χρόνου στη σχέση με τον εαυτό μου και τον σύντροφό μου για όλη τη χρονιά, η μισή μου καρδιά είναι πάντα στα παιδιά – πώς περνούν, εάν ζορίζονται με κάτι, τι κάνουν μακριά μου… Και πάντα με τη σκέψη ότι τους στερώ τη μαμά τους, πάντα να υπολογίζω εάν θα τους άρεσε να έρχονταν εδώ – πώς είναι η θάλασσα; Έχει πολλά έντομα; Θα μπορούσαν να έρθουν με τους φίλους τους; Θα τους ενοχλούσαν αυτά τα βότσαλα; Θα τους άρεσε ο βυθός;

Γυρνώντας βρήκα αναπάντεχα στο σπίτι τη μικρή μου: μετά από πρότερο καυγά και τα μούτρα που επακολούθησαν, ήταν μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του καλοκαιριού! Και παρά τις τεταμένες σχέσεις των τελευταίων εβδομάδων, μην πω χρόνων, ζήσαμε λίγες μέρες εγγύτητας, χαλαρότητας και αρμονίας. Με αγκαλιές, κουβέντες, και χαμόγελα. Άλλο ένα δώρο του φετινού καλοκαιριού.



Πλησιάζει Δεκαπενταύγουστος. Η μέρα που αποβραδίς την περνάμε μαζί και πηγαίνουμε τελετουργικά στην εκκλησία με τη μεγάλη. Την περιμένω, χωρίς κάποιο σημαντικό υλικό δώρο για τη γιορτή, αλλά με την καρδιά μου ορθάνοιχτη, δική της.


Νιώθω μια πικρόγλυκη γεύση σαν να τελείωσε το καλοκαίρι. Αλλά το καλοκαίρι δεν τελείωσε ακόμα.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Για τα παιδιά των φυλακών



To ξεblogάρισμα διοργανώνει το Σαββατοκύριακο 5,6 Απριλίου το Πασχαλινό μπαζάρ του, για την ενίσχυση των παιδιών έως 3 ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και των άπορων κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας.

Στο μπαζάρ, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο «Εμπρός» (Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή) θα βρείτε εκτός από έργα φυλακισμένων γυναικών, χειροποίητες λαμπάδες, πολλούς τίτλους βιβλίων από δεύτερο χέρι σε τιμές από 0,50 εως 5 ευρώ, τα «πατροπαράδοτα» τσίπουρα και ρακόμελά μας, σπιτικές μαρμελάδες, γλυκά και κουλουράκια, λικέρ, χειροποίητα σαπούνια και κεραλοιφές, μεταχειρισμένα είδη όπως ρούχα και είδη διακόσμησης, κοσμήματα και πολλά άλλα.

Όπως σε κάθε μπαζάρ μας θα συλλέγουμε είδη πρώτης ανάγκης για τις φυλακισμένες και τα παιδάκια όπως: πάνες, είδη παιδικής περιποίησης, σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σερβιέτες, χαρτί υγείας, απορρυπαντικό για πλύσιμο ρούχων, υγρό καθαρισμού χώρου, σαπούνια, τηλεκάρτες κ.ά. 

Το ξεblogάρισμα είναι μια ομάδα από bloggers που ξεκίνησε την δράση της πριν από 6 χρόνια με σκοπό την βοήθεια και την υποστήριξη των παιδιών 0-3 ετών που κρατούνται μαζί με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας (πρώην Κορυδαλλού). Το πλαίσιο υποστήριξης, μαζί με τα 15 περίπου παιδάκια περιλαμβάνει και τις 90 και πλέον άπορες φυλακισμένες γυναίκες. Οι εθελοντές του ξεblogαρίσματος οργανώνουν αποστολές ειδών πρώτης ανάγκης, διοργανώνουν εκδηλώσεις για την οικονομική υποστήριξη και την κάλυψη των άμεσων αναγκών των παιδιών και των άπορων, υποστηρίζουν εθελοντικές δράσεις μέσα στις φυλακές και υλοποιούν έργα για την καλυτέρευση της ζωής στις φυλακές όπως η δημιουργία της παιδικής χαράς, η αίθουσα εκδηλώσεων κ.ά..  Οι ανάγκες όμως είναι πολλές και χρειάζεται η υποστήριξη όλων .

Το μπαζάρ θα πραγματοποιηθεί στο φουαγιέ του θεάτρου «Εμπρός», Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή (ΜΕΤΡΟ Μοναστηράκι), το Σάββατο 5/4 από τις 11:00 έως τις 20:00 και την Κυριακή 6/4 από τις 11:00 έως τις 18:00 . Περισσότερες πληροφορίες στο
http://xeblogarisma.blogspot.com/.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Λογοθεραπεία;

Κάτι που παρατηρώ τα τελευταία χρόνια και με εντυπωσιάζει, είναι τα κέντρα λογοθεραπείας που εμφανίζονται σαν μανιτάρια σε όλες πλέον τις γειτονιές.  Εχω αναρωτηθεί κατά καιρούς τα εξής: Υπάρχει αλήθεια τόση ανάγκη για λογοθεραπεία σήμερα (σε σχέση με πριν 15 χρόνια, π.χ.); Τι είναι αυτό που κάνει τόσους νέους ανθρώπους να σπουδάζουν αυτή την ειδικότητα και να ανοίγουν «ψυχοπαιδαγωγικά κέντρα θεραπείας και εκμάθησης του λόγου» παντού; Όλα αυτά τα κέντρα, πώς επιβιώνουν; Πώς έγινε «ξαφνικά» τόσο απαραίτητο στοιχείο του μεγαλώματος ενός μικρού παιδιού η λογοθεραπεία; Είναι μόδα;

Κάποτε οι λογοθεραπευτές ήτανε λίγοι και σπάνιοι, γιατί λίγες και σπάνιες είναι οι περιπτώσεις των ουσιαστικών δυσλειτουργιών του λόγου.
Κάποτε θεωρείτο φυσικό τα μικρά παιδιά να μη μιλούν «καθαρά» (ως άρθρωση ή ως γραμματική/συντακτικό). Θεωρείτο ότι ήταν μέσα στη διαδικασία της ωρίμανσης του ίδιου του παιδιού ότι σιγά-σιγά θα μάθαινε να μιλά καθαρότερα και σωστότερα, το καθένα με την ώρα του και το δικό του ρυθμό.
Τα περισσότερα παιδιά με τα οποία μεγάλωσα μαζί, και τα περισσότερα παιδιά φίλων και γνωστών (μαζί και τα δικά μου), ως μικρά έκαναν «λάθη» στην άρθρωση. Τις περισσότερες φορές το θεωρούσαμε  χαριτωμένο ή διασκεδαστικό (η μεσαία μου κόρη πέρασε ένα χρόνο της ζωής της λέγοντας το κοτόπουλο κολόπουλο, και χτυπιόμαστε στα γέλια – στο τέλος το έκανε επίτηδες, κλείνοντάς μας το μάτι). Δεν αποτελούσε πρόβλημα, πάντως (ήταν και παραμένει γλωσσοπλάστρια). Αποτελούσε μέρος της ζωής, και δεν απασχολούσε κανέναν ιδιαίτερα, μια που με την πάροδο των χρόνων και την κουβέντα τα λάθη διορθώνονταν. Αν έμενε κάτι (μια δυσκολία να πει κάποιος το ‘σ’, ή το ‘ρ’ για παράδειγμα), αποτελούσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ανθρώπου, κάτι σαν το χρώμα των μαλλιών ή των ματιών του. Ηταν μέρος της προσωπικότητάς του, και το δεχόμαστε ως τέτοιο.
Κάποια πάλι παιδιά τραύλιζαν – αυτό ήταν τεράστιο ζόρι, θυμάμαι, για τα ίδια, αλλά σε 3-4 περιπτώσεις φίλων, το πρόβλημα ως δια μαγείας λυνόταν όταν ένιωθαν ασφαλείς στην παρέα. Τα παιδιά αυτά ίσως να βοηθιόνταν εάν είχαν ευαίσθητους γονείς ή δασκάλους, ή εάν υπήρχε κάποιος που να μπορούσε να τους εμπνεύσει την πολυπόθητη αυτοεκτίμηση… Οι εν λόγω φίλοι έγιναν καθόλα ικανοί και αξιόλογοι ενήλικες, με κοινωνική δράση και επιτεύγματα στο χώρο των γραμμάτων και των επιχειρήσεων – που ναι, όταν παραζορίζονται, πάει να τους βγεί ένα τραύλισμα, αλλά το ελέγχουν (ή το αποδέχονται, κι αυτοί και ο περίγυρος).

Ενας φυσικός άνθρωπος δεν είναι μηχανή: μόνο μια μηχανή μπορεί να προγραμματιστεί να λέει τους φθόγγους και τα σύμφωνα με τον ίδιο συγκεκριμένο τρόπο… Πώς έφτασε να υπάρχει επιστημονική ειδικότητα που να προσπαθεί να επιβάλλει κάτι τέτοιο (μέσω ασκήσεων και παιχνιδιών, πάντα!) με ξεπερνά.


Τα παλιά χρόνια, όταν ένα παιδί δεν πρόσεχε στην τάξη (και άρα διασπάτο η προσοχή του) όλοι ξέραμε ότι βαριόταν. Ενας άνθρωπος βαριέται όταν δεν βρίσκει κάτι ενδιαφέρον, λέει η δική μου λογική (άσε που δεν είναι καθόλου κακό να βαριόμαστε ενίοτε, γιατί έχει αποδειχθεί ότι στη βαρεμάρα μας επάνω μας έρχονται οι πλέον δημιουργικές ιδέες!). Τώρα η διάσπαση προσοχής έχει μετατραπεί σε «ασθένεια», σε «διαταραχή», και τα πλέον δημιουργικά και έξυπνα παιδιά (που είναι αυτά που κατά κύριο λόγο βαριούνται) αντιμετωπίζονται σαν άρρωστα (ενίοτε και σαν παραβατικά) που χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής!
Παλιά, επίσης, θυμάμαι, ήταν ο ρόλος του δασκάλου στο δημοτικό να μάθει σ’ ένα παιδί να φτιάχνει σωστές προτάσεις, να κατανοεί ένα κείμενο και να αφηγείται μια ιστορία με ειρμό και συνοχή. Ηταν ο ρόλος του δασκάλου να εμπνεύσει σε ένα παιδί να αγαπήσει το διάβασμα και να πλουτίσει το λεξιλόγιό του. Και ο δάσκαλος επέμενε υπομονετικά, καθόταν και μιλούσε με το παιδί όποτε χρειαζόταν, υποδείκνυε εξωσχολικά βιβλία, έφερνε και από το σπίτι του καμιά φορά. Παλιά ήσουν τυχερός εάν είχες μορφωμένους ή πλούσιους γονείς, γιατί μπορούσαν να σου πάρουν βιβλία, οπότε είχες υλικό για διάβασμα: σήμερα υπάρχουν δημόσιες βιβλιοθήκες σχεδόν σε κάθε δήμο, και το ίντερνετ ποτέ δεν ήτανε φτηνότερο… Ιντερνετ;
Όταν ρώτησα μία ψυχολόγο-λογοθεραπεύτρια (που ήθελε να μας πουλήσει τις υπηρεσίες της σχετικά με την ορθή άρθρωση του παιδιού μου) γιατί πιστεύει ότι τόσα πολλά σημερινά παιδιά χρειάζονται λογοθεραπεία, μας είπε ότι φταίει η τηλεόραση και το ίντερνετ, και τα πολλά ερεθίσματα που δέχονται τα παιδιά από πολύ μικρά. Και σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει βιβλίο σχετικά με τη βρεφική ανάπτυξη του παιδιού (εκτός από αυτά που ενστερνίζονται τη φιλοσοφία της ανθρωποσοφίας του Στάινερ) που να μην τονίζει ότι πρέπει απαραιτήτως να δίνουμε στα παιδιά πολλά και ποικίλα ερεθίσματα από πολύ-πολύ μωρά. Εγώ εδώ βλέπω μία αντίφαση: από τη μια η σύγχρονη ψυχολογία λέει ότι τα παιδιά γίνονται εξυπνότερα, ικανότερα, υγιέστερα κτλ κτλ όταν έχουν πολλαπλά ερεθίσματα από βρέφη, κι από την άλλη οι σύγχρονοι ψυχολόγοι διατείνονται ότι φταίνε ακριβώς αυτά τα πολλά ερεθίσματα για τις διαταραχές του λόγου στα μικρά παιδιά… Αχά. Κάτι σαν τα φάρμακα που πάνε να θεραπεύσουν τις παρενέργειες από άλλα φάρμακα που τα παίρνουμε για τις παρενέργειες κάποιων άλλων φαρμάκων (και πάει λέγοντας). Σώφρον δεν μου φαίνεται, πάντως. Κάπου, κάποιος κάνει λάθος ή λέει μισές αλήθειες! Κάπου κάποιος κάτι δεν έχει καταλάβει… (Μπορεί και εγώ!)
Μία άλλη ψυχολόγος που μου έπαιρνε ιστορικό, κάποτε, στο σημείο που μιλούσαμε για το εάν το παιδί προτιμά το δεξί χέρι ή το αριστερό, έφτασε να μου πει ότι η σημερινή αμφιδεξιότητά μου είναι στοιχείο ψυχοπαθολογίας! (Μπορώ τώρα εγώ να εμπιστευτώ ένα κέντρο που οι επαγγελματίες του λένε τέτοιες μπούρδες; Χμ, όχι).
Σκέφτομαι επίσης και το άλλο: τι είναι αυτό που μας πιάνει να θέλουμε τα παιδιά μας να είναι τέλεια, να τα κάνουν όλα τέλεια, να τα λένε όλα τέλεια, κ.ο.κ.; Είμαστε εμείς τέλειοι; (Και τι ακριβώς είναι αυτό το τέλειο; Ποιος το καθορίζει; Η πλειοψηφία; Η επιστήμη που ως γνωστόν αλλάζει ανά δεκαετία; Γιατί, λ.χ. θα πρέπει να μάθουν τα παιδιά μας να μιλάνε σαν τηλεπαρουσιαστές;) Γιατί θέλουμε το αδύνατο από το παιδί μας; (Μήπως αυτό είναι απλά αλαζονεία και ανταγωνισμός με το παιδί του γείτονα;) Γιατί μας αρέσει να βρίσκουμε «λάθη» παντού; Και το άλλο: γιατί μας πειράζει τόσο πολύ να διαφέρει το παιδί μας από τα άλλα παιδιά; Γιατί επιδιώκουμε την ομοιομορφία; (Αυτό είναι σαφές σημάδι φασισμού, εάν δεν με απατούν οι γνώσεις μου).
Πολλές οι ερωτήσεις, λιγότερες οι διαθέσιμες απαντήσεις. Πολλές οι εύλογες ερωτήσεις, λιγότερες οι ικανοποιητικές απαντήσεις.  Και βέβαια τις απαντήσεις τις βρίσκει μόνο μέσα του κανείς, αλλά πρέπει να θέσει πρώτα  την ερώτηση…





Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Ο Σπόρος που ήθελε να γίνει Δάσος

Πριν 5-6 χρόνια πρωτοακούσαμε αυτό το τραγούδι σαν οικογένεια. Στην αρχή το σιγομουρμούριζαν κάποιες φίλες, άσχετες και άγνωστες μεταξύ τους, που το είχαν ακούσει λάιβ από την τραγουδοποιό, και μιλούσαν γι αυτήν με θέρμη: "παίρνει τσιγγάνικες μελωδίες και τους βάζει δικούς της  στίχους, απίθανους, θα σ' αρέσει, να πάς!" μου έλεγαν. Πήγα κι εγώ λοιπόν ν' ακούσω τη Νικολέττα Αναστασίου που τραγουδούσε τότε στον "Πυρήνα", με τους μουσικούς της, κι ενθουσιάστηκα, κι αγόρασα το σιντί. Τόσο πολύ είχα ενθουσιαστεί, που αγόρασα τότε το σιντί για αρκετούς φίλους, οι οποίοι μετέπειτα έγιναν fans της Νικολέττας!
Στην παράσταση εκείνη, η Νικολέττα δεν τραγουδούσε απλά, αλλά έλεγε μια ιστορία: μια ιστορία για ένα καραβάνι "παράξενων ανθρώπων" από κάθε φυλή και εθνότητα, που ταξίδευε ανά τον κόσμο... Τα τραγούδια της μιλούσαν για τους ανθρώπους  αυτούς, τις δικές τους ιστορίες, τα δικά τους συναισθήματα, όπως επίσης και τα έθιμα του καραβανιού. Ο Σπόρος, που για κάποιο λόγο έγινε το αγαπημένο τραγούδι του γιού μου (και το ακούγαμε διαρκώς μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι να μας χαλάσει το σιντί!) ήταν το τραγούδι με το οποίο δίδασκε τα παιδιά του Καραβανιού ο "δάσκαλος της θέλησης". Με συγκινούσε, με συγκινεί και τώρα.


Ολα τα τραγούδια της Νικολέττας μιλούν για τη χαρά και τα βάθη της ζωής, όλα της τα τραγούδια (όπως και τα παραμύθια της που ντύνει αναλόγως με τραγούδια και μουσικές) μιλούν για τον αγώνα του ανθρώπου να βρεί την ουσία του εαυτού του, να τη γευτεί, να τη χαρεί, να αφήσει πίσω του τα εμπόδια που τον αντιστρατεύονται για να εκφράσει τον βαθύτερο εαυτό του. Ισως επειδή οι περισσότερες μελωδίες της είναι παραδοσιακές τσιγγάνικες, τα τραγούδια αυτά έχουν και κάτι το ελεύθερο, το διονυσιακό!

Η Νικολέττα έχει γράψει άλλο ένα τραγούδι για σπόρους. Είναι για δυό φωνές που κάνουν ηχώ  η μία στην άλλη, και λέει:
"Μες στο νου μου θα φυτέψω ένα σπόρο καθαρό
Στην πηγή μου θα πηγαίνω να του φέρνω το νερό
Και το δέντρο θα ποτίζω με τα χέρια μου εγώ
Κι όσο εγώ θα το ποτίζω αυτό θα γίνεται γερό
Κι όταν άνθη θα γεμίσει τότε εγώ θα το χαρώ
Κι όταν η χαρά  καρπίσει τότε θα τη μοιραστώ"

Θεωρώ από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου τις φορές που η Νικολέττα μου έκανε την τιμή να τραγουδήσω μαζί της. Την πρώτη φορά μάλιστα, ήταν σε μια γιορτή του Πελίτι! Εσπειρε μέσα μου σπόρους που τώρα βλέπω σιγά-σιγά βλασταίνουν...

Αλλες ιστορίες για σπόρους, που σιγά-σιγά σπέρνονται και βλασταίνουν
Το Πελίτι

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Μακ-Κουήν

Ο γάτος με τη γραντσουνισμένη μύτη κοιμάται στο κρεββάτι μου. Εκεί ψηλά νιώθει το χώρο μου δικό του, εκεί βολεύεται, εκεί τον είχε αφήσει η μαμά του μαζί με τις δυό του αδελφές όταν εξαφανίστηκε. Εκεί μεγάλωσε.

Βολεύεται επίσης σε αγκαλιές ζεστές, μεγάλες, που φορούν χοντρά πουλόβερ ή χουχουλιάρικες ρόμπες. Ζητά την άδεια να ανέβει, με τα μάτια ή τη φωνή, κάνει έναν πήδο κατακόρυφο χωρίς να βγάλει ούτε νύχι, και βολεύεται. Και αφού καλοκαθίσει και ησυχάσει, γυρνάει ανάσκελα σαν το μωρό που πάει να θηλάσει. Απ' την ασφάλεια της αγκαλιάς, πλέον, γυρνάει και κοιτάζει τ' αγαπημένα πρόσωπα και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με ενδιαφέρον.


Ο γάτος με τη γραντσουνισμένη μύτη δε βγάζει νύχια, δεν γαντζώνεται, δεν πληγώνει. Αμα θυμώσει το δείχνει με κάτι τσαντισμένες δαγκωνιές που ξέρει οτι δεν επιτρέπονται, κι αμέσως μετά μαζεύεται και λουφάζει. Δεν ενοχλείται όταν τον ζουλάμε, ούτε όταν τον σφίγγουμε στην αγκαλιά μας, όπως οι άλλες γάτες. Κάθεται και τ' απολαμβάνει, σαν (σχεδόν καλόβολο) παιδάκι. Και γουργουρίζει, και γουργουρίζει, δίνει φιλιά μουσουδιστά και διεκδικεί τα δικά μας μύτη-μύτη. Εχει πια μάθει τα χούγια και τα χάδια τα ανθρώπινα, κι εμείς έχουμε μάθει τα δικά του. Μας δίδαξε τη γλώσσα του κι έμαθε τη δική μας.

Τίγρος με άσπρο τρίγωνο στη μύτη, άσπρο λαιμό, άσπρες πατούσες. Ωραίο το γατίσιο του προφίλ. Ο γάτος με τη γραντσουνισμένη μύτη πίνει νερό από τη βρύση, τα ποτήρια, και τους λάκκους που αφήνει η βροχή.

Λατρεύει το νονό του που τον βάφτισε με τ' όνομα του ήρωα της ταινίας που αγαπούσε τότε. Λατρεύει τις σαύρες, τα πουλιά, και τα ποντίκια. Λατρεύει τον μεγάλο άντρα της οικογένειας, την μεγάλη αγκαλιά και καταφυγή όλων μας. Εμένα μου αρέσει να σκέφτομαι οτι έχω μια δικιά μου θέση στην καρδιά του.

Οσο μεγαλώνει γίνεται λίγο λιγότερο ομιλητικός,λίγο περισσότερο τρυφερός, λίγο λιγότερο τσαντίλας. Ο μόνος γάτος που δε ζηλεύει είναι ο Μότσαρτ, και παλαιότερα ο Χνούδης-Γκάρφιλντ. Με τα αγόρια τα πάει καλύτερα. Μαζί τρελλαίνονται στα παιχνίδια και στην ελληνογατική πάλη.


Ο γάτος με τη γραντσουνισμένη μύτη δεν είναι ο ομορφότερος από τους γάτους μας, ούτε ο πιο γλυκούλης, ούτε ο πιο τρυφερός, ούτε ο πιο έξυπνος, ούτε ο πιο καλόψυχος, ούτε ο πιο απαλός, ούτε διαθέτει καμιά σούπερ-λαμπερή προσωπικότητα. Για κάποιο λόγο ακατανόητο στη συνήθη λογική των χαρακτηρισμών και των χαρακτηριστικών, είναι ο γάτος ο πιο δικός μας, ο πιο οικείος, ο γάτος ο πιο κοντινός στην καρδιά και στα χούγια μας. Είναι ο γάτος που μου επιτρέπει και μου συγχωρεί τα πάντα (εφόσον πάντα του ζητήσω τη δέουσα συγγνώμη). Δεν είναι οτι μας αγαπάει δουλικά, κάθε άλλο. Διατηρεί τα γατίσια του δικαιώματα ως κόρην οφθαλμού, και συγχρόνως βολεύεται ζεστά για λίγο στο στήθος μας με τη μύτη του στη μύτη μας, ή στην αγκαλιά μας καθώς διαβάζουμε απορροφημένοι, ή ανάσκελα στον ήλιο, και είναι ευτυχισμένος.



Ο γάτος με τη γραντσουνισμένη μύτη μου μεταδίδει την ευτυχία του.