Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Μαμάδες στη φυλακή;

...Ναι, κι όμως. Δεν θα γράψω τίποτα για το καταπληκτικό δικαστικό και σωφρονιστικό μας σύστημα, ούτε ειδικός είμαι, ούτε νόημα έχει.
Απλά αντιγράφω το δελτίο τύπου μίας τρυφερής ομάδας που δραστηριοποιείται για τις έγκλειστες μωρομάνες.

Πασχαλινό bazaar για τα παιδιά κάτω των τριών ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και για τις άπορες των γυναικείων φυλακών Ελαιώνα Θήβας. Αντικείμενα τέχνης, έργα των φυλακισμένων γυναικών, βιβλία, ρούχα και πολλά άλλα θα διατίθενται σε συμβολικές τιμές.


Το «ξεblogάρισμα» είναι μια παρέα blogger που εδώ και πάνω από δυο χρόνια ασχολούνται έμπρακτα με τις ανάγκες των παιδιών και των άπορων γυναικών που ζουν στις γυναικείες φυλακές Θηβών, στέλνοντάς τους είδη πρώτης ανάγκης, διοργανώνοντας party/bazaar και ευαισθητοποιώντας τον κόσμο μέσα από τα blog τους.



Παράλληλα με το bazaar θα συλλέγονται είδη όπως: πάνες, παιδικά ρούχα (έως 3 ετών) παιχνίδια, ήδη προσωπικής υγιεινής κ.ά.


Πρόγραμμα: Σάββατο 13 και Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 από τις 11.00 μ.μ έως τις 20.00 μ.μ. στο CABARET VOLTAIRE, Μαραθώνος 30 - Μεταξουργείο.






Περισσότερες πληροφορίες: xeblogarisma.blogspot.com

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός;


«Ενας αλλιώτικος κόσμος είναι εφικτός», θα το έχετε ακούσει – και, «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Ο Γκάντι το είπε αυτό το τελευταίο – το ‘πε και το ‘κανε.

Συχνά αναρωτιέμαι γιατί κάνουμε παιδιά. Όχι επειδή μετάνιωσα που έκανα εγώ, το αντίθετο θα έλεγα. Τα παιδιά μου είναι οι μεγάλοι μου δάσκαλοι. Αλλά αναρωτιέμαι, γενικά, παρατηρώντας γύρω μου. Αλλοι άνθρωποι φαίνεται να κάνουν παιδιά επειδή έτσι κάνει όλος ο κόσμος που παντρεύεται: τα παιδιά φαίνεται να είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στη συζυγική ευτυχία. Αλλοι, φαίνεται καθαρά, θέλουν απαραιτήτως να έχουν κάποιον να φροντίζουν, κάποιον να αγαπούν «δικό τους», που δεν θα τους αφήσει, δεν θα τους απογοητεύσει (κούνια που τους κούναγε, λέω, αυτούς!), που πάντα θα τους αγαπάει χωρίς όρους… Αλλοι κάνουν παιδιά επειδή «έτυχε», «ήρθαν», άλλοι πάλι «κατά τύχη». Αλλοι από ρομαντική διάθεση (ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία κατηγορία). Αλλοι γιατί θέλουν να κρατήσουν κοντά τους το σύντροφό τους. Αλλοι επειδή θέλουν να «συνεχίσουν το όνομά τους» και την «οικογενειακή παράδοση». Αλλοι επειδή νοσταλγούν την εγγύτητα και την αγάπη της πατρικής/μητρικής τους οικογένειας, και θέλουν αυτό να το αναπαράγουν…

Εγώ, πάλι, ήθελα ν’ αλλάξω τον κόσμο. Το πρώτο μου παιδί έγινε μάλλον «κατά τύχη», δηλαδή, δεν το είχα σκεφτεί, δεν το είχα προγραμματίσει, δεν είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου μαμά. Η νέα ζωή, βέβαια, δεν άργησε καθόλου να με συναρπάσει ως ιδέα (παρόλο που στην πράξη οι αλλαγές που επέφερε στο σώμα μου και στην καθημερινότητά μου ήταν συνταρακτικές και δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ). Μου άρεσε η αίσθηση του «2-σε-1», και επικοινωνιακή καθώς είμαι, άρχισα πολύ νωρίς να «μιλάω» και να τραγουδάω στο μωρό…

Το δεύτερο παιδί ήρθε για παρέα στο πρώτο, γιατί όπως λένε «ένα παιδί ίσον τρείς παράφρονες στο σπίτι» και δεν είχα πρόθεση να παραφρονήσω! Το τρίτο ήρθε κατά παραγγελία, τρόπον τινά, του πρώτου, και για να επιφέρει μία ισορροπία που διασθανόμουν ότι θα έλειπε από την οικογένεια χωρίς αυτό. Όταν λέω «κατά παραγγελία του πρώτου», υπάρχει μία ιστορία εδώ: μικρούλα, η πρώτη, μου λέει «μαμά, θέλω να μου κάνεις ένα αδελφάκι αγοράκι». Της λέω, «εγώ να σου κάνω αδελφάκι, αλλά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ ότι θα είναι αγοράκι» «Γιατί;» «Ετσι, βρε παιδάκι μου, ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε ή να πούμε αν ένα παιδί θα είναι αγοράκι ή κοριτσάκι από πριν να μπει στην κοιλίτσα μας» «Γιατί;» (τι να της πω τώρα, δεν μου βγαίνει – οπότε το ρίχνω στη μεταφυσική) «Γιατί ο καλός θεός μπορεί να θέλει να μας μάθει κάτι μέσα από ένα κοριτσάκι, που να μην μπορούμε να το μάθουμε μέσα από ένα αγοράκι» «Κοίτα, μαμά, ο καλός θεός σου έδωσε δύο κοριτσάκια – ότι είναι να μάθεις μέσα από τα κοριτσάκια θα τα μάθεις από μας. Αγοράκι θα κάνεις!» Κανονική παραγγελία, μιλάμε. Ομίλησε ο στρατηγός, και τα σκυλιά δεμένα. Ας τολμούσε ο «καλός θεός» να κάνει κι αλλιώς!!!

Τα οράματά μου για τον κόσμο ήταν πολλά και ποικίλα. Για τις σχέσεις των ανθρώπων, την οικονομία, την εκπαίδευση, την παγκόσμια ειρήνη, το σεβασμό της γης… Αυτά συνήθως τα έχεις κανείς στην εφηβεία του. Εγώ άργησα (η εφηβεία μου ήταν βασανιστική και άγρια, δεν υπήρχε πολύ περιθώριο για τέτοιες σκέψεις!), και μου μείνανε!!! (Απόδειξη ότι την επανάστασή του πρέπει να την κάνει κανείς τότε που πρέπει, αλλιώς ιδού τα’ αποτελέσματα!)

Και είπα: δεν μπορώ να περιμένω να υλοποιήσουν άλλοι τα οράματά μου, δεν μπορώ να περιμένω ποια κυβέρνηση θα κάνει νόμους έτσι όπως τους σκέφτομαι, και πότε θα ωριμάσει η κοινωνία για να τους δεχτεί, δεν μπορώ να αναγκάσω κανέναν να σέβεται είτε τη γη είτε τον εαυτό του! Ιδού η ευκαιρία. Θα ζήσω εγώ έτσι που θέλω, με τις αξίες που έχω μέσα μου (και δεν θα τις κρύβω, για να είμαι πιο αποδεκτή) και έτσι θα εκπαιδεύσω τα παιδιά μου... Αυτό δεν ήταν κάτι που μου ήρθε εν μία νυκτί – σταδιακά το συνειδητοποιούσα, στην κάθε μου κίνηση και στον κάθε μου λόγο ή σκέψη προς τα παιδιά.

Δεν θα πω τίποτα για τις εγγενείς δυσκολίες που βρίσκει κανείς από μέσα του, από τον ίδιο του τον εαυτό, όταν πάει να ζήσει σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες στη ζωή του, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό είναι μία πονεμένη ιστορία, που βάζει σε δοκιμασία τόσο το άτομο όσο και τις αξίες του, και ενέχει μία συνεχή διαπραγμάτευση με την τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα. Η οποία τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα δεν είναι και πολύ αισθητή μέχρι το παιδί να πάει σχολείο

Εδώ γελάμε. Θα μπορούσαμε και να κλαίμε, δηλαδή, αλλά γελάμε. Γιατί όταν πάνε σχολείο τα παιδιά του αναμετράται κανείς με την εικόνα της κοινωνίας, και τη σχέση που έχει (ή θέλει να έχει, ή προσπαθεί να του επιβληθεί να έχει) μαζί της.

Οι εμπειρίες μου από την αλληλεπίδραση των παιδιών μου με τα άλλα, και εμού με τις άλλλες μαμάδες, όταν τα παιδιά μου ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (εκεί φαίνεται ολοζώντανα η όποια διαφορά) σε επόμενη ανάρτηση.

Ενας μικρός διάλογος μόνο, που κάτι «λέει». Το σκηνικό: είχαμε πάει με την κόρη μου σε κάποια μεγάλη εκδήλωση (αντιρατσιστικό φεστιβάλ; Το κοινωνικό φόρουμ που είχε γίνει στην Αθήνα πριν καμία πενταετία; Κάτι τέτοιο) είχαμε περάσει καλά, είχαμε δει φίλους και γνωστούς, είχαμε ακούσει πολλές γλώσσες να μιλιούνται γύρω μας και πολλές μουσικές, και φεύγοντας μου λέει. «Μαμά, πολύ μου άρεσε που ήρθαμε εδώ» «Α, μπράβο, μωρό μου! Γιατί;» «Γιατί βλέπω ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν και σένα»…





Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

"Χωρισμένη μητέρα"

Το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τσακωνόμαστε με κάθε (μα κάθε) αφορμή. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά κι ασφυκτική για καιρό, πολύ καιρό. Εκεί που ένιωθα μόνη και πιεσμένη από τις ευθύνες κάθε που έφευγε για ταξίδι, άρχισα να νιώθω ανακούφιση, άρχισα να θέλω χώρο, χώρο, χώρο… Παρατηρούσα πόσο καλά είμαστε χωρίς εκείνον στο σπίτι, χωρίς καυγάδες, και το πήρα απόφαση. Το ίδιο κι αυτός. Πνιγόταν μαζί μου.

Δεν θα επεκταθώ στο πώς, στις λεπτομέρειες και τις διαδικασίες. Πήρε καιρό, μου ήταν επώδυνο, αλλά έγινε. Οι φίλοι και ο δικηγόρος είπαν ότι «αυτό ήταν Σκανδιναβικό διαζύγιο»! Η καρδιά μου το ξέρει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι παρά τις απίστευτες κατηγορίες που εκτοξεύαμε ο ένας στον άλλον (έως και 2 χρόνια μετά, δοθείσης ευκαιρίας), κανένας μας δεν «έφταιγε». Η σχέση απλά είχε «ημερομηνία λήξεως». Συμβαίνει συχνά, το ξέρουμε όλοι. Απλά δεν το περιμένεις από «το γάμο» σου, μέσα στον οποίο υπάρχουν και παιδιά. Ζούμε συχνά με την ψευδαίσθηση του «happily ever after», του «για πάντα»… Αυτό δεν το γράφω με πικρία ή με κυνισμό. Το γράφω με την επίγνωση ότι η ζωή μας δεν είναι ένα σήριαλ από αυτά που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά μία ταινία με αρχή – μέση – τέλος. Το διαζύγιο το θελήσαμε από καθήκον απέναντι στον εαυτό μας (και στα παιδιά μας) , γιατί παρά τον σφοδρό έρωτα που κάποτε μας ένωσε, η συμβίωση μας έπνιγε, και μας έκανε δυστυχείς…

Τα παιδιά αντέδρασαν αμφίθυμα. Βίωσαν τον πόνο, τη θλίψη, την αίσθηση της διαφορετικότητας στο σχολείο (στα παιδιά δεν αρέσει να αισθάνονται «διαφορετικά» έχω παρατηρήσει, θέλουν να μοιάζουν με τους ομηλίκους τους, τα δυσκολεύει η όποια διαφορετικότητα των γονέων), και από την άλλη γνώρισαν μία μαμά πιο ήρεμη και ένα σπίτι ειρηνικό και γαλήνιο. Δεν τους είπα ψέματα, δεν τους έκρυψα τη θλίψη μου, τίποτα. Νιώσαμε μαζί, νιώσαμε ομάδα, νιώσαμε να νοιαζόμαστε βαθύτερα ο ένας για τον άλλον – είδαν την τρωτότητά μου και τη δυναμικότητά μου, είδαν τα δάκρυα και το γέλιο μου, είδαν την προσπάθεια και την επιτυχία μου να σταθώ στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος, δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ψυχολόγοι. Ηταν απλά ο δικός μου τρόπος να είμαι.

Σήμερα έχω μία απόσταση από όλα αυτά, και βλέπω πράγματα που δεν έβλεπα πρωτύτερα. Παρατηρώ, επίσης, τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν αναφέρω την οικογενειακή μου κατάσταση. Εχει πλάκα. Αλλοι με αντιμετωπίζουν (τόσο εμένα όσο και τα παιδιά) σαν κοινωνικό δράμα (τύπου Φώσκολου). Αλλοι, βλέποντάς με άνετη και δυναμική (αυτά είναι χαρακτηρισμοί που μου αποδίδονται) μη μπορώντας να με αντιμετωπίσουν ως κοινωνικό δράμα, θυμώνουν και κάνουν σχόλια για το πώς στη σημερινή κοινωνία τα έχουμε εύκολα πια τα διαζύγια, κι αλοίμονο «στα καημένα τα παιδιά» που μεγαλώνουν με ψυχολογικά προβλήματα. Αλλοι θέλουν να πάρουν ρόλο ψυχολόγου και να δώσουν συμβουλές (που δεν ζητήθηκαν ποτέ, βέβαια), ζητούν προσωπικές λεπτομέρειες και κουνούν το κεφάλι τους με νόημα. Εχω φτάσει να τα αντιμετωπίζω αυτά με χιούμορ κι αναστεναγμούς, μια που είναι δύσκολο να ταυτιστώ με κάποιον από τους χαρακτηρισμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα που αναμένεται να ταυτίζομαι…

Ακούγεται συχνά το «διαλυμένη οικογένεια» (εντάξει, οι γονείς δεν ζουν μαζί, αλλά τόσο εγώ όσο και τα παιδιά δεν νιώθουμε καθόλου διαλυμένοι, τουναντίον, έχουν εκλείψει και οι συγκρούσεις που σε διαλύουν ψυχικά, να μην ξέρεις τίνος μέρος να πάρεις!), το «χωρισμένη μητέρα» (χωρισμένη ναι, από τον πατέρα των παιδιών, αλλά μόνο από αυτόν – δεν είναι χωρισμένη από τη ζωή, τη χαρά, τα παιδιά, τον εαυτό της…)

Υπάρχει ακόμα ένα κοινωνικό στίγμα συνδεδεμένο με τις γυναίκες που ζουν χωριστά από τον πατέρα των παιδιών τους, τόσο γι αυτές όσο και για τα παιδιά. Υπάρχει ένας αόρατος οίκτος, που σπάνια εκφράζεται λεκτικά, και που τσακίζει (κυρίως) τα παιδιά. Λες και όλα τα παιδιά των οποίων ο πατέρας ζει μαζί με τη μητέρα τους έχουν ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή! Λες και είναι κανόνας ότι τα παιδιά που δεν ζουν μαζί με τον ένα τους γονέα είναι σίγουρα δυστυχή. Και λέω εγώ: υπάρχει κάποια συνθήκη (π.χ. λέω, γάμος, οικογένεια, υλική ευμάρεια) που εξ ορισμού κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους εάν δεν υπάρχει αμοιβαία εκτίμηση, σεβασμός, εάν δεν υπάρχει αλληλο-αποδοχή και αλληλο-υποστήριξη;

Εγώ δεν νιώθω «χωρισμένη». Δεν είναι ένας χαρακτηρισμός που με περιγράφει, πλέον (περισσότερο από ποτέ νιώθω ενωμένη με τον εσωτερικό μου εαυτό, την δική μου εσωτερική αλήθεια, με άλλα λόγια νιώθω πιο ολοκληρωμένη από τότε που ζούσα με τον φυσικό πατέρα των παιδιών μου). Προτιμώ να με περιγράφουν ως «αρχηγό μονογονεϊκής οικογένειας», γιατί είναι κοντύτερα σ’ αυτό που είμαι.

Στη ζωή μας έχουμε και παίζουμε ρόλους πολλούς. Είμαι άνθρωπος, πρωτίστως! Είμαι και μάνα, είμαι και γυναίκα, είμαι και χίλια-δυό κάθε φορά: φίλη, αδελφή, κόρη, εγγονή, δασκάλα, συνεργάτης, οδηγός, ορειβάτης, εξερευνήτρια, συγγραφέας, μουσικός, ζωγράφος, εμψυχώτρια, νοσοκόμα, θεραπεύτρια, ψυχολόγος, φιλόσοφος, ακτιβίστρια, αλχημίστρια, χορεύτρια, μαγείρισσα, κηπουρός, σύντροφος, συνοδηγός, νοικοκυρά, αναγνώστρια, βοτανολόγος, αφηγήτρια αστείων ιστοριών, μπλόγκερ  – και άλλα, που δεν μου έρχονται τώρα! Ανθρωπος, όμως, που ζει, που αγαπά, που ονειρεύεται. Που δεν του έρχονται όλα εύκολα, προφανώς, αλλά δεν το βρίσκει μέσα του να το βάλει και κάτω!

Και τα παιδιά πορεύονται και ζουν με μία μαμά που μπορεί να τα κάνει όλα λάθος, και που είναι μακριά (πολύ μακριά) απ’ την τελειότητα («μαμά, δεν είσαι και η πιο καλή μαμά του κόσμου αλλά σ’ αγαπάω!» μου είπε πριν χρόνια η νεράιδα) αλλά που επιδιώκει να ζει την Αλήθεια της, επιδιώκει να είναι ο εαυτός της, και να τον μοιράζεται γενναιόδωρα…