Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Εξετάσεις και Εξουσία

Δεν ξέρω να υπάρχει κάποιος που να μην αγχώνεται όταν πάει να δώσει εξετάσεις, έστω υποσυνείδητα. Κάποιοι σωματοποιούν το άγχος και το φόβο τους και βγάζουν από εξανθήματα, έρπη, έλκη στομάχου, υψηλή αρτηριακή πίεση και αρρυθμία, διάρροια, μέχρι και λιποθυμία την αποφράδα μέρα και ώρα. Συναισθηματικά κάποιοι παραλύουν από το φόβο τους και σταματά να λειτουργεί το μυαλό τους (εδώ πάντα θυμάμαι το γνωστό τσιτάτο που λέει ότι «ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ένα καταπληκτικό όργανο, που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο 365 μέρες το χρόνο και σταματά μόνο την ώρα των εξετάσεων»), κάποιοι αντιδρούν τόσο που αρνούνται και θυμώνουν και καίνε τα βιβλία τους, κάποιοι άλλοι απλά εκδηλώνουν ανεξήγητη και ανυπέρβλητη υπνηλία.



Εχω να διηγηθώ πολλές ιστορίες για τη σχέση των παιδιών μου με τις εξετάσεις του σχολείου. Καμιά δεν είναι ευχάριστη. Εχω όμως μία πολύ αστεία ιστορία από τη δική μου ζωή – κάποτε, όταν σπούδαζα νεοελληνική φιλολογία στην Αγγλία, έπρεπε να δώσω προφορικές εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα (όπως κάθε φοιτητής ξενόγλωσσου τμήματος). Μιλάμε για τη μητρική μου γλώσσα, φυσικά. Την προηγούμενη μέρα μιλούσα (ελληνικά) με τον (άγγλο) εξεταστή μου, χαλαρά, και του έλεγα για τις ταινίες του Βέγγου και το ιδιότυπο χιούμορ του (θυμάμαι ότι δεν είχε δει καμία!). Όταν ήρθε η σειρά μου να εξεταστώ (στη μητρική μου γλώσσα), και μπήκα στην αίθουσα, το μυαλό μου είχε ολότελα αδειάσει από ελληνικά. Δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μια λέξη ελληνική! Μάταια προσπαθούσε ο συμπαθής εξεταστής να μου βγάλει μια ελληνική λέξη από το στόμα «για να είναι και τυπικά κατωχυρωμένος να μου βάλει ένα βαθμό», αλλά τίποτα. Όταν βγήκα έξω, έβαλα τα κλάματα, φυσικά – όχι από φόβο μην και δεν περάσω το μάθημα, αλλά από το άγχος και την αίσθηση της ματαίωσης…

Φέτος είπα στον μικρό μου (πρώτη γυμνασίου) ότι αν θέλει μπορεί και να μην διαβάσει καθόλου, φόβος να μείνει στην ίδια τάξη δεν υπάρχει εξάλλου, και οι βαθμοί του σχολείου είναι απλά ενδεικτικοί της νοοτροπίας των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών. Δεν ξέρω τι έκανε τόσες ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του, η αλήθεια είναι, αλλά σε γενικές γραμμές χαλαρά τις πέρασε τις εξετάσεις του, δίνοντάς μου την αίσθηση ότι πήρε υπεύθυνα τη ζωή του  στα χέρια του. Η μεγάλη μου κόρη είχε πάντα μία παράξενη δυσανεξία  στο εξετάζεσθαι: πάγωνε από το φόβο της όποτε έπρεπε να «πει μάθημα» και σώπαινε, με αποτέλεσμα να μελετά «άσκοπα», εφόσον η μελέτη αυτή δεν μπορούσε ποτέ να αποδώσει βαθμολογικούς καρπούς (το αντίθετο μάλιστα). Οσο και να ενθουσιαζόταν κάποιες φορές και να ενέσκηπτε στα σχολικά εγχειρίδια με πάθος και βάθος (ναι, συνέβαινε κι αυτό!), όταν ερχόταν η ώρα της εξέτασης, εκεί παρέλυε. Τελεία.



Τι είναι αυτό που μας αγχώνει έως παράλυσης όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε «εξετάσεις»; Τι είναι αυτό που, παρά τις γνώσεις, τη μνήμη, και την ευφυία μας, μας φοβίζει όταν εξεταζόμαστε; Τι είναι αυτό μέσα μας που αντιδρά (σε άλλους πιο σφοδρά και σε άλλους πιο ήπια) στο εξετάζεσθαι; Πρέπει να είναι κάτι πολύ βαθύ, κάτι που εγείρεται (και εξεγείρεται) μέσα από τα απρόσιτα νερά του πυρήνα της ύπαρξής μας, κάτι που απωθούμε τόσο που δεν μπορούμε καν να το βάλουμε σε λόγια και να του δώσουμε χώρο στο συνειδητό μας νου. Κάτι που, για να του επιφυλάσσουμε τέτοια μεταχείριση, πρέπει να μας είναι απαγορευμένο και ως σκέψη (από ποιόν; Μάλλον από το τρέχον κυρίαρχο σύστημα κληρονομημένων αξιών…) Υποθέσεις κάνω, ως ντετέκτιβ του εσωτερικού μου εαυτού, πρωτίστως.

Κάθε χρονιά το διερωτώμαι, ίδια κι απαράλλαχτα, καθώς βιώνω το βάσανο των παιδιών μου και παρακολουθώ (μακρόθεν) το βάσανο χιλιάδων άλλων παιδιών που εξετάζονται στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Μέσα στη ζωή καθημερινά «δίνουμε εξετάσεις» για χίλια-δύο πράγματα (από το πόσο καλοί φίλοι είμαστε, μέχρι το αν θα καταφέρουμε λογιστικά να βγάλουμε το μήνα με ένα διαρκώς μειούμενο μισθό χωρίς να πεινάσει η οικογένειά μας, ή το αν θα καταφέρουμε να πείσουμε το γείτονα να μην πετάει τα σκουπίδια του έξω από τον κάδο), αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δεκαετίες αφότου έδωσαν και πέρασαν τις εξετάσεις τους με επιτυχία, βλέπουν ακόμα στον ύπνο τους αγχωτικούς εφιάλτες ότι κάθονται στο εξεταστικό κέντρο «και δεν θυμούνται τίποτα»…



Υπάρχει κάτι μέσα μας, κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μαζί μας, που γνωρίζει ότι είμαστε όντα μοναδικά, ο καθένας και η καθεμία με τη δική του ιδιαίτερη προσωπικότητα, χαρίσματα, ιδιοσυστασία και αξία, που δεν μπορεί να μπει στα καλούπια κανενός. Μέσα μας υπάρχει μία εγγενής ευφυία (κάποιοι την ονομάζουν «εσώτερο εαυτό», κάποιοι «εν ημίν Θεό», κάποιοι «αθάνατη ψυχή») που γνωρίζει για ποιο λόγο βρισκόμαστε εδώ, τι ήρθαμε να κάνουμε, που έχει αδιάψευστο κι αλάνθαστο κριτήριο για το τι είναι σημαντικό και τι όχι, κάτι που είναι άγριο άγιο και αδάμαστο. Ελεύθερο. Κάτι που δεν αναγνωρίζει άλλη εξουσία ή αυθεντία πέρα από τον εαυτό του και αυτό που κάποιοι ονομάζουμε «Θεό». Κάτι που το μόνο που επιζητά είναι να γνωρίσει τον εαυτό του μέσω της έκφρασης: θέλει να εκφράσει τη φύση του, τα χαρίσματά του, τη δυσκολία του, τη χαρά και τη θλίψη του.

Αυτή η εγγενής ευφυία, λοιπόν, αντιστέκεται σε ότι δεν αρμόζει στην ελεύθερη φύση της: αντιστέκεται στην κοινωνική σύμβαση που θέλει να της επιβάλει το τι θα μάθει - τι δεν θα μάθει και πώς, συμπιέζεται και στρεσάρεται από το τρέχον εκπαιδευτικό σύστημα που θέτει νόρμες: αυθεντίες, ωράριο, ομοιομορφίες, εκπαιδευτική ύλη, φύλλα αξιολόγησης, και εξετάσεις. Αυτή η εγγενής ευφυία, που υπάρχει μέσα σε κάθε έναν άνθρωπο που γεννιέται στη γη, ξέρει τι θέλει να μάθει και τι θέλει να κάνει. Και θα μάθει και θα κάνει, εάν αφεθεί ελεύθερη στο κατάλληλο περιβάλλον.

Αυτή, η υγιής αντίσταση και αντίδραση, παρότι μη-αντιληπτή στον συνειδητό μας νου (η κοινωνία μας έχει πείσει για την αναγκαιότητα των εξετάσεων, και όχι μόνο) δημιουργεί μέσα μας μία εσωτερική σύγκρουση. Σύγκρουση σημαίνει πόλεμος, και οι πόλεμοι έχουν θύματα – στην προκειμένη περίπτωση, εμάς τους ίδιους. Εξασθενούμε ψυχικά και σωματικά κάθε φορά που ο εσωτερικός μας εαυτός αντιστέκεται σε ότι δεν συμβαδίζει με τη φύση του. 

Κάθε φορά που πάμε να δώσουμε εξετάσεις σε κάποιο μάθημα, υπάρχει μέσα μας μία άηχη φωνή ενός αόρατου εαυτού που λέει «Ποιος είσαι εσύ που θα με κρίνεις και με ποιο δικαίωμα; Ποιος είσαι εσύ που θα υποδουλώσεις στα δικά σου αυθαίρετα κριτήρια την υπέροχη μοναδικότητά μου, τη διαφορετικότητά μου, που στο κάτω-κάτω σου είναι παντελώς άγνωστη; Ποιος είσαι εσύ που θα με κατατάξεις σε μία πλαστή ιεραρχία η οποία θα καθορίσει τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου; Δεν αναγνωρίζω την εξουσία σου. Σε φοβάμαι…»




Είναι γεγονός ότι η σχέση πολλών παιδιών με τους γονείς τους περνά μέσα από το φίλτρο της αξιολόγησης των δασκάλων – «τι βαθμούς έφερες;» ρωτά ο γονέας το παιδί, κι αλοίμονό του εάν δεν έφερε τα προσδοκώμενα. Ετσι, από την εγγενή ευφυία, την έκφραση και τον αυτοπροσδιορισμό του ελεύθερου ανθρώπου περνάμε στον ετεροπροσδιορισμό του εξαρτημένου από την αυθεντία και την εξουσία δούλου. Εάν δεν καλουπώσεις και δεν υποδουλώσεις τη σκέψη, ο άνθρωπος θα λειτουργήσει με βάση την αληθινή του φύση, και τότε αλοίμονο στους πάσης φύσεως εξουσιαστές…