Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Μία εβδομάδα μαγική, ο Γκιώνης...

Όταν άκουσα το κάλεσμα του Γκιώνη έβγαινα από μία κατάθλιψη διαρκείας, που με είχε κλείσει μέσα στο σπίτι με τρία παιδιά - χωρίς φως, χωρίς όραμα, με τις υπάρχουσες δομές και επιλογές ζωής να έχουν καταρρεύσει μέσα στην ψυχή μου. Κάπου βαθιά, ή μακριά, δεν ξέρω αχνόπαιζε το αμυδρό φως ενός νεανικού οράματος για μία «άλλη» ζωή. Μία ζωή χαράς, μοιράσματος, παιδικών γέλιων, δημιουργικότητας, αυτοδιάθεσης, ελευθερίας, αναζήτησης.

«Τυχαία» μου έφτασε ένα ημέηλ που για τα τότε δεδομένα μου έγραφε συγκεχυμένα πράγματα, για μία «Οικία» στην Αίγινα, για τον «ήχο της σιωπής ανάμεσα στα ‘γκιών’», ότι ήταν ανοιχτό σε οικογένειες, ότι περιλάμβανε ώρες κεραμεικής, διαλογισμού, περιπάτων, τέτοια. Ο τότε σύζυγος δεν το είδε με καλό μάτι. «Πάρε τα παιδιά και πηγαίνετε», μου είπε, εννοώντας ότι εκείνος δεν θα κρατούσε επ’ ουδενί τα παιδιά για μία εβδομάδα προκειμένου να πάω κάπου εγώ για να ξελαμπικάρω. Και φυσικά ούτε κουβέντα για να μας διευκολύνει (να μας πάει μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο, π.χ. μια που είμαστε τόσοι, κι εγώ τότε δεν οδηγούσα…) Ηταν το κάλεσμα τόσο ισχυρό, όμως, που δεν αποθαρρύνθηκα. Η ιδέα, παρότι καθόλου ξεκάθαρη, με είχε συναρπάσει.


…παρά τις αντικειμενικές μου δυσκολίες, λοιπόν, εμφανίστηκα ένα απομεσήμερο στην Οικία Καραπάνου με 3 παιδιά και τα διπλάσια μπαγκάζια… Ένα τεράστιο σπίτι του περασμένου ή προπερασμένου αιώνα, με κήπους ήμερους και άγριους τριγύρω, ένα μεγάλο τραπέζι, σκαλάκια που κατέβαιναν προς έναν μεγαλύτερο κήπο με φοίνικες, και έρημο… Ησυχο… Ψυχή πουθενά. Κάπου είδα έναν νέο να ξεχορταριάζει, πλησίασα και του μίλησα. Σύντομα ήρθε μια γυναίκα, με κάτι μάτια θάλασσες πρωινές, κι ένα χαμόγελο τόσο καλωσοριστικό, που αμέσως την αγάπησα.

Αφού βγάλαμε τα παπούτσια μας, προχωρήσαμε στα ενδότερα του Μεγάλου Σπιτιού, και ανεβήκαμε τη σκάλα. Θα μέναμε στο μεσαίο επάνω δωμάτιο, ένα τεράστιο φωτεινό δωμάτιο με τρία κρεββάτια, ένα ράντζο, κι ένα τεράστιο μπαλκόνι που έβλεπε στον κήπο και στη θάλασσα. Τα πατώματα ξύλινα και αγυάλιστα, λευκοί τοίχοι, και μικρές ζωγραφιές αγγέλων από παστέλ, σαν παιδικά σχέδια, παλιό ψηλοτάβανο σπίτι. Αφήσαμε τα πράγματά μας (είχαμε πάρει από δύο τσάντες ο καθένας, δηλαδή ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στα χέρια μας, κι εγώ κρατούσα την μία τσάντα του τρίχρονου αγοριού – άσκηση στο πώς να κάνουμε ορθολογική εκτίμηση των αναγκών μας και να επιλέξουμε σωστά…) και βγήκαμε να κάνουμε βόλτες στο κτήμα.

Η γυναίκα με τα θαλασσινά μάτια ήδη είχε οδηγήσει τη μεγάλη κόρη (9 χρόνων τότε) στο τίπι, την ινδιάνικη σκηνή, όπου τα παιδιά ήδη έπαιζαν θεατρικά παιχνίδια με σκοπό να μας παρουσιάσουν τις αυτοσχεδιαστικές τους ιστορίες αργότερα, στη βραδινή μας συνάντηση στο αλώνι. Δεν ήξερα κανέναν, θα ήμουν τόσο εγώ όσο και τα παιδιά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με πτοούσε αυτό, δεν με φόβιζε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα που με συνάρπαζαν, όπως και η ιδέα μίας εβδομάδας κοινοτικής ζωής με άλλους ανθρώπους…

Δεν ξέρω γιατί στέκομαι τόσο πολύ στις πρώτες εντυπώσεις μου της πρώτης φοράς. Ολες οι επερχόμενες εβδομάδες του Γκιώνη ήταν συναρπαστικές και διαφορετικές, αλλά εκείνη η πρώτη φέγγει σαν φάρος στο νου μου, ήταν καθοριστική για μένα τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν μητέρα. Ηξερα οτι δεν ήμουν πια μόνη στις αξίες της ζωής μου...

Η κάθε μέρα αυτής της πρώτης μαγικής εβδομάδας ήταν κάτι ξεχωριστό, μια αλλιώτικη περιπέτεια. Διαλογισμός για όσους ήθελαν και μπορούσαν κάθε πρωί, μετά κεραμεική, μετά φαγητό, το απόγευμα κουβέντες, δραστηριότητες διάφορες, ή βόλτες απρογραμμάτιστες σε μέρη μαγικά. Τις δουλειές τις μοιράσαμε από την πρώτη μέρα όλοι οι συμμετέχοντες – μαγείρεμα, λάντζα, καθαριότητα, φύλαξη παιδιών – για τις μαμάδες με παιδάκια που χρειάζονταν φύλαξη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ανακούφιση μίας μαμάς (τη δεύτερη χρονιά) με ένα παιδάκι είκοσι μηνών που κατάφερε και κοιμήθηκε ένα μεσημέρι, έχοντας εξασφαλίσει τη φύλαξη του μωρού από μία ομαδούλα τεσσάρων παιδιών ηλικίας 8-11 ετών. Και τη χαρά του μωρού που βρήκε τόσο συναρπαστική παρέα, και τη χαρά (και ευρηματικότητα) της ομάδας που είχε στην ευθύνη της κάτι τόσο σημαντικό.


Το ωραίο ήταν ότι υπήρχε τόπος και χώρος για όλους, πλήρης ελευθερία και σεβασμός σε μεγάλους και παιδιά – οι κανόνες διαμορφώνονταν από κοινού για να λύσουν προβλήματα που ανέκυπταν, χωρίς καταναγκασμούς ή ψυχαναγκασμούς, χαλαρά και με πολλή κουβέντα. Ο παράδεισος των παιδιών και των (κουρασμένων – και όχι μόνο) μεγάλων. Γιατί δεν μείναμε άγνωστοι για πολύ: τα παιδιά, με τη γνωστή τους προσαρμοστικότητα (ακόμα και τα πιο ντροπαλά, όπως η νεράιδα) βρήκαν παρέες και παιχνίδια, και κυρίως βρήκαν τη χαρά τους μέσα στην ελευθερία κινήσεων που τους επέτρεπε ο χώρος, ανενόχλητα από τα «μη» των μεγάλων…


Οι μεγάλοι, πάλι, μοιραστήκαμε τις ιστορίες μας, τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας, το μαγείρεμα και τη λάντζα, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας γύρω από το τραπέζι, γύρω από τη φωτιά το βράδι, καθισμένοι στο «σαλονάκι» ένα άλλο βράδυ, με τσάγια, καφέδες, κρασάκια, γυναίκες και άντρες (αυτοί ομολογουμένως ήταν λίγοι!) να ανοίγουμε τις καρδιές μας με χαμόγελο και χιούμορ. Γιατί γελάσαμε πολύ – πάντα γελάμε, δηλαδή, μαζί… Κάποια στιγμή κάναμε μαζί και «γιόγκα του γέλιου» και γελάσαμε ακόμα περισσότερο! Ο καθένας και η καθεμία μας ένιωθε σημαντικό μέρος αυτής της ιδιότυπης «παρέας», αυτού του εγχειρήματος, και κανείς και καμία μας δεν νιώσαμε ανεπιθύμητοι, ή απορριπτέοι, ή υπό κριτική. Μία χρονιά, μάλιστα, το είπε πολύ ωραία ένα παιδί 14 χρόνων, στον κύκλο κλεισίματος στο τέλος της εβδομάδας: ένιωσα, λέει, ότι υπήρχε σεβασμός και αποδοχή από όλους για όλους. Και πόσο θα ήθελε να ήταν έτσι η κάθε μέρα και το σχολείο...


Κάθε χρόνο ο Γκιώνης εξελίσσεται. Βαθαίνει σαν εμπειρία, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τους «μικρούς», που μεγαλώνουν μαζί του. Παιδιά που τα ξέραμε από νήπια είναι τώρα στη μέση του δημοτικού, και παιδιά που τελείωναν το δημοτικό είναι τώρα στο λύκειο. Παιδιά που έμεναν μαζί με τους γονείς τους στα δωμάτια της Οικίας, μένουν τώρα σε σκηνές στο κτήμα και αυτό-οργανώνονται και συμμετέχουν ενεργά στις βάρδιες (μαγείρεμα – λάντζα – φύλαξη μικρότερων παιδιών). Χτεσινά παιδιά μας έκαναν μάθημα οριγκάμι, με τέτοια επιτυχία που χρειάστηκε να το επαναλάβουν γιατί ο κόσμος δεν χώραγε στο εργαστήρι κεραμεικής… Και όλοι μας παίζαμε μετά με βατραχάκια από χαρτί που προσπαθύσαμε να τα κάνουμε να πηδήξουν!

Το Σαββατόβραδο πριν την τελική Κυριακή γίνεται πάντα ένα μεγάααααλο πάρτυ, όπου από «παράδοση» οι έφηβοι δίνουν συναυλία ροκ, παρουσιάζονται χορογραφίες, και ακολουθεί χορός τρελλός μέχρι τελικής πτώσεως. Την πρώτη χρονιά αυτά έγιναν απρογραμμάτιστα (από τους μεγάλους). Τα κοριτσάκια είχαν βρεί μεταξύ τους μουσική και κάνανε συλλογικές χορογραφίες τις οποίες παρουσίασαν στα έκπληκτα μάτια μας (των μαμάδων και μπαμπάδων τους) και οι έφηβοι έχοντας κάνει πρόβες σε (σχεδόν) ηχομονωμένο γκαράζ, μας έπαιξαν ροκ στο μισοσκόταδο… Το χαρήκαμε τρελλά. Εκτοτε το οργανώνουμε, βέβαια, και κάθε χρόνο όλο και κάτι μαγικό προκύπτει. Μία χρονιά μας «ράντισε χρυσόσκονη» μία κοπέλλα χορεύοντας χορό της κοιλιάς (ακόμα και ο τετράχρονος – τότε – γιός μου έμεινε ξύπνιος για να τη δει, παρότι νύσταζε από ώρες πριν!), μία άλλη φορά έδωσε παράσταση μία κοπέλλα, η οποία τελείωσε με το τραγούδι «θα ελπίζω τα’ανέλπιστα γιατί υπάρχουνε, ζούνε, θα ελπίζω τα’ ανέλπιστα για να ‘ρθούν να με βρούνε». Η μουσική της παράξενη, μελωδίες των τσιγγάνων της Κεντρικής Ευρώπης με στίχους δικούς της, φοβόμαστε ότι δεν θα αρέσει στους εφήβους μας (με τα δικά τους εφηβικά γούστα στη μουσική) αλλά οι φόβοι μας διαλύθηκαν όταν είδαμε τα μαγεμένα πρόσωπά τους να λάμπουν στο μισοσκόταδο της νύχτας που έπεφτε ακούγοντάς την…


Τι να πρωτογράψω για το Γκιώνη, είναι τόσα πολλά.

Πήγα ξένη, κι απέκτησα μία νέα μεγάλη οικογένεια. Με όλες τις ηλικίες μέσα, από μωρά έως γιαγιάδες. Είδα την κοινοτική ζωή σε δράση, στα καλύτερά της. Είδα στην πράξη πόσα πράγματα μαθαίνει κανείς όταν αφεθεί ελεύθερος να επιλέξει τι θα μάθει και πώς (ως εκπαιδευτική διαδικασία είναι μάλλον η καλύτερη που έχω βιώσει, σε κάθε επίπεδο). Εμαθα πώς είναι να μοιράζεσαι όχι (μόνο) το έχειν σου αλλά και το είναι σου, και αυτό να είναι μία διαδικασία που σε εμπλουτίζει και σε ανεβάζει, και σου δίνει ελπίδα για τον κόσμο, για τη ζωή.




Πέρσι οι έφηβοι μας τραγούδησαν ένα τραγούδι, στο κλείσιμο της εβδομάδας...
Ακούστε το

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου