Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Μέρος β' - οι μαμάδες του Γκιώνη

Αυτό που ασκεί πάντα μεγάλη επίδραση μέσα μου, κατά τη διάρκεια της μαγικής εβδομάδας, είναι οι μαμάδες (γιατί κυρίως μαμάδες συμμετέχουμε – μόνο φέτος είχαμε παραπάνω από έναν μπαμπά!) του γκιώνη. Η σχέση μαμάς παιδιού είναι πάντοτε ιδιάζουσα, πάντοτε μοναδική, και βέβαια εξαρτάται από την σχέση που έχει η ίδια η μαμά με τον εαυτό της. Για όσες από μας ευτύχησαν να έχουν μία μαμά υποστηρικτική και διαυγή στην αγάπη της, η σχέση με τον εαυτό μας είχε λιγότερα αγκάθια από όσες δεν υπήρξαμε τόσο τυχερές – για μας, τις όχι τόσο τυχερές, η σχέση μας με τον εαυτό μας πέρασε (και περνάει ακόμα!) από σαράντα κύματα προκειμένου να βρούμε μέσα μας τις ισορροπίες, την αυτοδυναμία, την αυτοαποδοχή, την αυτοπεποίθηση… Παρένθεση αυτό, αλλά σχετική.


Στο περιβάλλον των γνωστών, της οικογένειας, και της μικρής κοινωνίας του παιδικού σταθμού/νηπιαγωγείου/δημοτικού που μεγάλωσα τα παιδιά μου, ήμουν η «εναλλακτική», η «αλλιώτικη», η «περίεργη», και συχνά αυτή την οποία κουτσομπόλευαν οι γύρω πίσω από την πλάτη της. Η μαμά της πρώτης κολλητής της κόρης μου δεν την άφηνε να έρθει στο σπίτι (ως νηπιαγωγάκι, και μετά πρωτάκι) γιατί μίλησα, κάποτε, μπροστά στην κόρη της, για τις νεράιδες, και το πώς δεν επισκέπτονται τα ακατάστατα δωμάτια. Πέρα από όσα η σχετική νεραϊδοφιλολογία λέει σχετικά, ήταν τότε ένας καλός τρόπος να βάλω τη μικρή να συγυρίσει τα παιχνίδια της. Θεωρούσα, δε, πολύ φυσικό να μιλώ στα παιδιά μου για τη φύση και για τα «πνεύματα της φύσης», ή, κατ’ άλλους, τους αγγέλους της φύσης, που συχνά ονομάζουμε νεράιδες. Η εν λόγω μαμά, όμως, είχε σοβαρές ενστάσεις, ότι, λέει, διδάσκω στα παιδιά μου να έχουν ψευδαισθήσεις και να πιστεύουν σε ψέματα… Και αφού κάναμε μία μάλλον θεολογικού τύπου κουβέντα μία Κυριακή που οι κόρες μας είχαν πάει βόλτα με τους προσκόπους, αποφάσισε να μην ξαναφήσει την κόρη της να έρθει σπίτι μας. Πρόσφατα μία άλλη μαμά είπε στην κόρη της να προσέχει την παρέα με τη δική μου, γιατί με τέτοια μάνα ποιος ξέρει τι αρχές παίρνει το κορίτσι και πώς θα την επηρεάσει στη δική της ζωή. Η εν λόγω φιλενάδα (ετών 11 τότε) μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και ποιος ξέρει τι θα είπε για να με υπερασπιστεί στη μαμά της , και η μαμά της δήλωσε ότι εγώ ως άτομο ήμουν παντελώς ακατάλληλη για μητέρα!!! Ολο αυτό πιθανώς επειδή είχα κάποτε εκφράσει την άποψη ότι τα παιδιά στο σχολείο δεν βοηθιούνται να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τα ταλέντα τους, μάλλον χειραγωγούνται προκειμένου να γίνουν άβουλοι καταναλωτές και οπαδοί… Εκτοτε δεν ανοίγω κουβέντες περί εκπαίδευσης, παιδιών, ή πολιτικής μπροστά σε μαμάδες φιλενάδων και φίλων, προκειμένου τα παιδιά μου να μπορούν να χαίρονται τις παρέες τους χωρίς προσκόμματα! Αργησα, αλλά το έμαθα!

Στο γκιώνη, λοιπόν, γνώρισα κι άλλες «αλλιώτικες» μαμάδες. Χαλαρές, άφηναν χώρο στα παιδιά τους τα μεγαλύτερα, αλλά δεν στερούσαν την αγκαλιά και την προσοχή τους από τα μικρότερα. Μαμάδες που στήριζαν τα παιδιά τους να αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους και να την εκφράζουν με όποιον τρόπο ήθελαν: μία μαμά βοήθησε την κόρη της να κάνει τα μαλλιά της τζίβες ράστα, και την στηρίζει στην απόφασή της να είναι αυστηρά χορτοφάγος (δεν τρώει ούτε γαλακτοκομικά). Μία άλλη στηρίζει το γιό της που αποφάσισε να σταματήσει το σχολείο μετά το τέλος του γυμνασίου, για να ψάξει να βρεί τι θέλει να κάνει – ο νεαρός δοκιμάζει και εξερευνά, και παίζει τρία μουσικά όργανα με πάθος. Τι μπορώ να κάνω γι αυτόν; Μου λέει. Φυσικά ανησυχώ, αλλά από την άλλη, το μόνο που μπορώ να του δώσω απεριόριστα είναι η αγάπη και ο θαυμασμός μου. Σ’ αυτή την ηλικία το μόνο που μπορούν να δώσουν οι γονείς στα παιδιά τους και να μην πάει στράφι είναι ο απεριόριστος θαυμασμός και η αγάπη - μου είπε ένα βράδυ μετά το φαγητό, όταν μοιράστηκα μαζί της την ανησυχία μου για τις μικρές («που η οθόνη τους έχει φάει όλα τους τα ενδιαφέροντα, που δεν διψούν για τη γνώση, που κάθονται και βαριούνται και ξεφυλλίζουν χαζοπεριοδικά» κτλ κτλ)

Κανένας δεν μπορεί να δώσει συμβουλή για το παιδί του άλλου, στην πραγματικότητα, μόνο για τις εμπειρίες του και τις επιλογές του δικαιούται να μιλά κανείς στην ουσία. Εκείνη μοιράστηκε μαζί μου τα δικά της…



Μια άλλη, μαμά τριών υπέροχων πλασμάτων, μου είπε ένα πρωί στα πεταχτά ότι φέτος βλέπει τη μεγάλη μου πιο σταθερή, πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Εγώ πάλι αυτό δεν το είχα προσέξει, τη βλέπω κάθε μέρα, δεν βλέπω διαφορά μέσα στη ροή της καθημερινότητας… Μου εκμυστηρεύτηκε ότι τελευταία δεν πολυασχολείται (με την έννοια ότι δεν πολυανακατεύεται) με τη ζωή της κόρης της (14 ετών) και παρατηρεί ότι η κόρη της ανθίζει και πάει όλο και καλύτερα στα πάντα. Είναι σαν όπως όταν φυτεύεις ένα δέντρο, μου λέει. Το αφήνεις να μεγαλώσει, και δεν ξέρεις προς τα πού θα πάει και τι καρπούς θα σου βγάλει, απλά το ποτίζεις, και περιμένεις… Και θαυμάζεις το θαύμα της φύσης σε κάθε του νέο φυλλαράκι, σε κάθε του νέο ανθάκι.


Δύο μαμάδες έχουν επιλέξει να μην στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο καν, και να κάνουν homeschooling. Απόφαση που θέλει γερό φιλοσοφικό υπόβαθρο και τσαγανό για τα Ελληνικά δεδομένα. Απόφαση που θα δυσκολεύονταν να πάρουν και οι πλέον έντονα φιλελεύθεροι γονείς, και οι πλέον υπέρμαχοι της ελευθεριακής εκπαίδευσης (που, εξ οσων γνωρίζω, επιλέγουν μοντεσσοριανά ή βάλντορφ-στάινερ συστήματα για τα παιδιά τους – στην προσχολική αγωγή, τουλάχιστον, που υπάρχουν στην Ελλάδα). Τα παιδιά τους δεν πήγαν ποτέ για πολύ καιρό σε συμβατικό σχολείο – οι μαμάδες τους ήταν (και είναι) εν πολλοίς και δασκάλες τους, στα περισσότερα πεδία γνώσης («μαθήματα», τα λέμε, στο σχολείο). Τα παιδιά αυτά έχουν γνώσεις, δεξιότητες, και μια χαρά κοινωνικότητα, και δεν υστερούν σε τίποτα από τα άλλα παιδιά που πάνε σχολείο. Ζούνε απλά μία αλλιώτικη ζωή, και έχουν μία τελείως διαφορετική σχέση με τη γνώση, η οποία και δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως και γνωριμίας. Οι άνθρωποι που αντιτίθενται στο λεγόμενο homeschooling (ή, unschooling) έχουν πολλά να πούν για την κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από το σχολείο, και για το πώς η εκπαίδευση στο σπίτι στερεί από τα παιδιά αυτή την τόσο σημαντική εμπειρία και δεξιότητα. Εγώ, πάντως, εάν δεν το ήξερα, δεν θα μπορούσα να τα «ξεχωρίσω» από τα υπόλοιπα παιδιά που φοιτούν κανονικά στο ελληνικό σχολείο από άποψη κοινωνικότητας…


Υπάρχει και η φαινομενικά αντίθετη όψη: η μαμά που στο νου της έχει μόνο την εκπαιδευτική εμπειρία που θα αποκομίσει το παιδί της από την κάθε δραστηριότητα, και επικεντρώνεται στις γνώσεις που έχει να δώσει στο παιδί της, με τρόπο που συχνά εμένα μου φαίνεται ψυχαναγκαστικός. Για εκείνη το «παιχνίδι για το παιχνίδι» έρχεται σε δεύτερη μοίρα εάν δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σκοπό για το παιδί. Και γι αυτή τη μαμά έχει χώρο ο γκιώνης. Είναι η πολυσχιδής, η οργανωτική, η διαβασμένη, και όλοι τη θαυμάζουμε γι αυτό.


Εμένα, πάλι, οι ωραιότερες στιγμές μου μέσα στην εβδομάδα ως μαμά, ήταν όταν κάτι βραδάκια αργά, που μέσα στο σπίτι είχε φώτα, φασαρία, και μουσικές, βγαίναμε με τον τετράχρονο γιό μου στο σκοτάδι του κήπου για να ακούσουμε το γκιώνη. Πάντοτε μας έκανε τη χάρη να έρθει και να τον ακούσουμε όποτε βγαίναμε, κι αυτό ήταν η μαγική μας ώρα. Καθόμαστε σιωπηλά σε ένα από τα παγκάκια του κήπου, πέρα το Μεγάλο Σπίτι έλαμπε από τα φώτα και τις φωνές, και περιμέναμε. Σε λίγη ώρα ξεκίναγε το «γκιών» - πέντε δευτερόλεπτα παύση, και πάλι «γκιών», και πάλι παύση, και πάλι «γκιών». Από τα 4 του ο νεαρός έμαθε να ακούει το γκιώνη μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Εκτοτε το ζητάει. Ξέρει ότι με τη μαμά δεν θα παίξει μπάλα ή αυτοκινητάκια ή σπαθιά ή επιτραπέζια (η μαμά αυτά τα βαριέται φριχτά). Θα βγεί όμως βόλτες για κοχύλια στη θάλασσα, για εξερεύνηση στο βουνό, ή για να ακούσει τα νυχτοπούλια το βραδάκι. Με τις κόρες μου πάλι τρελλαίνομαι να κουβεντιάζω και να συνωμοτώ. Άλλη φάση αυτή. Ο γκιώνης δεν δίνει και πολλές ευκαιρίες, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται. Εχουμε κουβεντιάσει αρκετά μαζί, και όταν έρχεται η ώρα της παρέας οι κορούλες μου λακίζουν από τη μαμά και ζουν τις φιλίες τους με άλλα παιδιά, των οποίων οι μαμάδες μοιάζουν λίγο περισσότερο με τη δική τους, κι έτσι έχουν λιγότερη ανάγκη να κρύψουν τη διαφορετικότητά τους για να γίνουν αποδεκτές.

Η υπερπροστασία δεν παίζει στο γκιώνη. Αμα δεν εμπιστεύεσαι το παιδί σου, δύσκολο να το αφήσεις να τα βγάλει πέρα «μόνο του» (χωρίς την υπερπολύτιμη παρουσία σου) στο κτήμα. Από τη πρώτη κιόλας χρονιά, τα κοριτσάκια με το που γνωρίστηκαν λιγάκι μεταξύ τους ζήτησαν να κοιμούνται μαζί στο τίπι. Αργότερα το τίπι έγινε το στέκι των εφήβων, και τα μικρά κοιμόντουσαν στην επάνω αίθουσα όλες μαζί, με τους υπνόσακκούς τους, στο πάτωμα. Είχε πλάκα. Επρεπε να θεσπίσουμε όρια και κανόνες για τις ώρες ύπνου (το κάναμε και φέτος, στην απόγνωσή μας όταν τις βλέπαμε να σέρνονται την επόμενη μέρα) και τις ώρες κοινής ησυχίας, γιατί ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία κι αυθαιρεσία, σημαίνει χώρος να είσαι ο εαυτός σου και να επιτρέπεις και στους άλλους να έχουν τον ίδιο ακριβώς χώρο…

Το άλλο που δεν παίζει στο γκιώνει είναι ο φόβος για τα μικρόβια και η σιχασιά. Τρώμε όλοι μαζί, τα μικρότερα παιδιά είναι μονίμως στα χώματα, μοιραζόμαστε κοινές τουαλέττες και μπάνια (το σπίτι είναι μία έπαυλις του 1850, όχι ξενοδοχείο!) τις οποίες καθαρίζουμε εκ περιτροπής όποιος έχει βάρδια τη συγκεκριμένη μέρα. Μαθαίνουμε να σεβόμαστε το χώρο και τους διπλανούς μας χωρίς να έχουμε πολύ υψηλές απαιτήσεις «κλινικής» καθαριότητας (κλασική νεύρωση αστής νοικοκυράς, νομίζω!) αλλά χωρίς να βάζουμε και τον εαυτό μας ή τα παιδιά μας σε κίνδυνο λόγω ελλιπούς υγιεινής… Όλα με μέτρο, όλα με ισορροπία. Δύσκολο πράγμα η ισορροπία και το μέτρο, βέβαια. Στο γκιώνη αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Παρατηρώ ότι μετά από κάθε γκιώνη η αυτογνωσία μου έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα, και χαίρομαι γι αυτό (έστω και αν δεν χαίρομαι πάντα γι αυτά που μπορεί να βλέπω στον εαυτό μου!)
Για μένα η εβδομάδα του γκιώνη δεν είναι διακοπές – έστω και εάν εντάσσεται στις μέρες των διακοπών μου από τη δουλειά! Είναι διακοπή. Διακοπή από την αστική καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας που εγώ τουλάχιστον ζω. Διακοπή από τις τυπικές ανθρώπινες σχέσεις απόστασης που συντηρούμε στη γειτονιά, στη δουλειά, με το «σόι». Διακοπή από τον καταναγκασμό που επέλεξε η κοινωνία ότι «πρέπει» να κάνεις προκειμένου να εξασφαλίσεις τα προς το ζην, να «προοδεύσεις» στη ζωή, να δημιουργήσεις. Στον κύκλο των γονέων από τα σχολεία των παιδιών μου, η λέξη «δημιουργώ» αναφέρεται πάντα στην περιουσία, στην απόκτηση ακινήτων ή άλλων υλικών αγαθών. Εχει πάντα έννοια οικονομική, ποτέ καλλιτεχνική ή πνευματική. Στον Γκιώνη τα πράγματα αλλάζουν. Μία μοναδική εβδομάδα το χρόνο, αλλά – αλλάζουν!

Μέσα σε μία εβδομάδα, αλλάζουμε και μεις. Και κουβαλάμε, σε χώρο εντός μας ιερό αυτή την αλλαγή, και γίνεται μαγιά για την υπόλοιπη ζωή μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου