Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Διακοπές...


Ανάμεσα στην επιθυμία μου να συνεχίσω το καινούργιο μυθιστόρημα που μου χάρισε το εφηβάκι μου για τα γενέθλιά μου (ήδη είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας) και στο να γράψω κάτι νέο εδώ, δοκιμάζω το δεύτερο.

Κάποτε οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν ένας πονοκέφαλος – τι θα κάνω με τα παιδιά τις μέρες που θα είμαι στην Αθήνα και θα δουλεύω, κι αυτά δεν θα έχουν σχολείο / νηπιαγωγείο / παιδικό σταθμό; Πώς θα ταξιδέψουμε προς το εξοχικό με δύο ή και τρία μικρά παιδιά χωρίς αυτοκίνητο; Και εκεί, πώς θα καταφέρω να επιβλέπω τρία μικρά στη θάλασσα συγχρόνως χωρίς να περιορίσω την ελευθερία τους, χωρίς να τα θέσω σε κίνδυνο, και συγχρόνως χωρίς να τρελλαθώ εγώ από την έλλειψη προσωπικού χρόνου και ηρεμίας; Πώς πείθεις δύο κοριτσάκια νηπιακής ηλικίας να κοιμηθούν το μεσημέρι όταν υπάρχουν τόσο συναρπαστικά πράγματα να κάνουν εκείνη την ώρα; Και ένα σωρό άλλα ερωτήματα, ανάλογα με τη φάση…

Κάποιο καλοκαίρι είχαμε μέγα πρότζεκτ να φτιάξουμε πράγματα με πηλό. Ενα  άλλο καλοκαίρι μαζεύαμε τα βαζάκια από τις μαρμελάδες και τα ζωγραφίζαμε με χρώματα βιτρώ και βάζαμε μέσα ρεσώ που  τα ανάβαμε το βράδυ. Ενα άλλο καλοκαίρι διαβάζαμε ιστορίες για νεράιδες, μέχρι που άρχισαν οι ίδιες να μας στέλνουν ραβασάκια καλλιγραφημένα μέσα σε γλάστρες και κορμούς... Μία άλλη χρονιά μία φίλη απασχολούσε τα κοριτσάκια μου όσο εγώ ήμουν στο γραφείο φτιάχνοντας μαριονέττες και παίζοντας μαζί τους παραμύθια. Κάποτε άλλοτε έρχονταν στο γραφείο και περνούσαν ώρες χρωματίζοντας  σχέδια που τυπώναμε από το ίντερνετ. Τότε μάλιστα είχα βάλει για προφύλαξη οθόνης τον Μπόμπ Σφουγγαράκη...

Σήμερα, άλλες ηλικίες, άλλη κατάσταση ζωής, τα πράγματα φαίνονται απλούστερα. Φαίνονται. Τα παιδιά περνούν ένα μήνα σχεδόν μαζί με τον φυσικό τους μπαμπά και την οικογένειά του, είναι επαρκώς ανεξάρτητα για να μπορούν να πηγαίνουν στους φίλους τους χωρίς εμένα (και πάλι με επιφυλάξεις και όρια, αλλά παλεύονται) για να μπορούν να μένουν με τη γιαγιά και τον παπού χωρίς να διακυβεύονται οι διατροφικές συνήθειες του σπιτιού (πάει καιρός πλέον που η ανεξαρτησία και ο συγχρωτισμός με τους συνομηλίκους έχει εξανεμίσει κάθε καλή διατροφική συνήθεια που δόθηκε ποτέ από μένα, οπότε είναι πλέον μία χαμένη μάχη!) για να μπορούν να σου εξασφαλίσουν δύο τουλάχιστον ώρες προσωπικού χρόνου χωρίς να φοβάσαι τι ακριβώς σκαρώνουν με τόση ησυχία στο σπίτι…

Το θέμα όμως παραμένει: τι κάνουν τα παιδιά όταν δεν είναι στο σχολείο; Πώς απασχολούνται; Με τι περνούν την ώρα τους;

Και ωραία, υπάρχουν τα περίφημα «προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης» σε κάποιους δήμους – κάποιες χρονιές μας ξελάσπωσαν, και ωραία μάλιστα. Υπάρχουν οι κατασκηνώσεις. Χμ, άντε καλά… Εχω μία εγγενή επιφύλαξη για τις κλασσικές κατασκηνώσεις, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι σχέσεις των παιδιών φροντίζονται όσο και μέσα στο σχολείο – δηλαδή καθόλου. Σαν ολίγη ακόμα ιδρυματοποίηση, ένα πράγμα. Με «δραστηριότητες», με σούπερ-ντούπερ εγκαταστάσεις, βέβαια, αλλά η μαζοποίηση του σχολείου υπάρχει και εδώ. Διαβάζω για ίντερνετ καφέ που λειτουργούν ως «φύλαξη παιδιών» και φρικάρω. Ακούω για ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση, και αναστενάζω. Και οι έφηβοι ένα πανταχού παρόν ατελείωτο «βαριέεεεεεμαι…» Λέω τις προάλλες, σε μία ομαδούλα εφήβων που γνωρίζω «λέτε – λέτε για το πόσο δεν σας αρέσει το σχολείο, το πόσο καταπιεστικό κι αναχρονιστικό είναι, αλλά τώρα που δεν έχετε σχολικές υποχρεώσεις δεν ξέρετε τι να κάνετε με τον εαυτό σας και βαριέστε»! «Είναι σαν να ξεφουσκώνει ένα μπαλόνι» μου είπε ο ένας. «Εχουμε κουραστεί», λέει ένας άλλος. «Αμα σου κλέβουν το χρόνο διαρκώς με το να σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις – ‘για το καλό σου’, και καλά – όταν επιτέλους έρθει η ώρα, και βρείς το χρόνο, έχεις ξεχάσει πλέον τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις» λέει η φιλόσοφος της παρέας. «Ασε που δεν έχεις πια διάθεση…» Οπότε;

Μία διέξοδος είναι η διερεύνηση και η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια, τα παιδιά βλέπουν τους φίλους τους, που όλο το χρόνο λόγω σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων δεν μπορούσαν. Ωραίο αυτό, ανακουφιστικό…

Ο νεαρός μου έχει αναπτύξει μία τρυφερή φιλία με τη σχεδόν συνομήλικη γειτόνισσα. Κάθε μέρα είναι σπίτι της, μέχρι το βράδυ. Εάν δε μία μέρα δεν χτυπήσει κάρτα κανονικά στην ώρα του, η μικρή ανησυχεί, τηλεφωνεί, και όταν πάει του δίνει κάτι απίθανα ραβασάκια μεταξύ κρυπτογραφίας και ανορθογραφίας. Πολύ γλυκό. Εγώ σα μαμά καθωσπρέπει, τρομάρα μου, ανησυχώ φυσικά, μήπως τους γίνεται φόρτωμα. Οικογένεια είναι και οι δίπλα, θέλουν κι αυτοί τις ήσυχες ώρες τους, θα κουράζονται με τη διαρκή παρουσία του ξένου παιδιού. Και όλο του λέω διάφορα, που μου τα καταρρίπτει, και φυσικά η διπλανή μαμά ισχυρίζεται ότι ο νεαρός είναι τόσο καλό παιδάκι που δεν κουράζει και δεν φορτώνει κανέναν, κτλ κτλ. Ποια είναι τα όρια της δίπλα οικογένειας; Ποια είναι τα όρια της δικής μου (και εμής της ιδίας, δηλαδή); Ούτε που ξέρω… Και είμαι σε μία διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό μου, με το γιό μου, και με την ευαισθησία μου για το τι είναι πρέπον / ανεκτό / επιτρεπτό και τι όχι, κτλ κτλ.

Ο καλικάντζαρος της οικογένειας φαίνεται να είναι στη φάση που τα κοριτσάκια περνούν ώωωωρες ολόκληρες συνωμοτώντας με την κολλητή τους, και – αυτό. Τι λένε, μυστήριο. Προεφηβεία, σου λέει. Περίεργη φάση. Μια εδώ, μια εκεί. Πότε ακούγεται μουσική από το δωμάτιο, πότε σιωπή, πότε γέλια. Η καλύτερή της είναι όταν περνάει μέρες ολόκληρες με την κολλητή, και μιλάνε στο τηλέφωνο μαζί με μία-δύο άλλες, ή ανταλάσσουν εξυπνάδες στο msn. Πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο ‘για αγόρια’, χτυπάει καμιά νότα στην κιθάρα, βλέπει καμιά ξεχασμένη ταινία στο ντιβιντί… «Βαριέεεμαι, μαμά…»

Η «σκοτεινή πριγκίπισσα» (νέος τίτλος της πάλαι ποτέ νεράιδας) πάλι είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Δε λέω, περνάει κι αυτή ώρες κλεισμένη στο δωμάτιό της με μυστικοπάθεια – και όταν βγαίνει, ιδού: ένα νέο έργο τέχνης δώρο για τη μαμά. Όταν δεν έχει οίστρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καταβροχθίζει γκόθικ μυθιστορήματα (βλέπε δρακουλιάρικα τύπου ‘Λυκόφως’) ή προσπαθεί να κανονίσει συναντήσεις με τα παλιά της φιλαράκια από το δημοτικό. «Περπατήσαμε τρείς ώρες με τον Χ, ήταν υπέροχα» «Και τι λέγατε τόσες ώρες;» «Κακίες, φυσικά». Οι διανυκτερεύσεις των φιλενάδων δίνουν και παίρνουν, επίσης, και είναι η καλύτερή τους. Όπως και τα ‘φτιαξίματα’ με τα αγόρια, τα οποία είναι μάλλον λιγάκι διαφορετικά από ότι τα θυμάμαι εγώ. Βλέπεις δηλαδή τα εφηβάκια στην πλατεία του χωριού, να κάθονται πλάι-πλάι στα σκαλιά της εκκλησίας ή στα παγκάκια, αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια, βυθισμένοι όλοι και όλες στα κινητά τους. Δε μιλάνε, ανταλάσσουν μηνύματα. Η, με τα μικρά τους laptop (δωράκια του υπουργείου παιδείας) κάθονται σε στρατηγικά σημεία (όπου έχει τσάμπα ίντερνετ), και «επικοινωνούν». Άλλο μυστήριο κι αυτό, που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να εξιχνιάσω ή να σχολιάσω. Καμιά φορά, όταν δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι στο σπίτι καλούν τις φιλενάδες τους και φτιάχνουν «άις κόφι» και ξενυχτάνε για να δουν όλες μαζί την ανατολή. Αυτό ναι, κάτι μου θυμίζει από τα δικά μας… Κάτι…

Περνούν τις διακοπές τους εκεί που τις περνούσα κι εγώ ως μικρή, στο ίδιο χωριό, στην ίδια θάλασσα, με φίλους τα παιδιά των δικών μου φιλενάδων ή των παλιών μου φλερτ. Με κάνει και νιώθω μία γλυκειά ασφάλεια όλο αυτό… Λιγάκι μου θυμίζει τις αλητείες τις δικές μου, λιγάκι με παραξενεύει (έχουν αλλάξει τόσα πολλά!), λιγάκι με γυροφέρνουν κάτι σκέψεις του στυλ «το καλοκαίρι πρέπει να είναι δημιουργικό, όλο κοπροσκυλιάζουν και δεν ασχολούνται με τίποτα, όλο μπούρου-μπούρου και χαζά»… Και μετά λέω, γιατί. Καλή είναι και η βαρεμάρα! Καλή είναι και η τεμπελιά! Καλό είναι και το άδειασμα του μυαλού! Καλές είναι και οι κουβεντούλες στα παγκάκια, και το βάψιμο των νυχιών σε χρώμα μαύρο δρακουλί! Αυτό δεν είναι οι διακοπές; Τι με πιάνει και θέλω να γεμίσω τα πάντα με «σοβαρές» εκπαιδευτικές δραστηριότητες; Μήπως γέρασα;







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου