Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Υπάρχει Θεός; Ναι; Πού;

Εδώ και μερικά χρόνια ζητώ απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών για τη μεγάλη μου κόρη. Σκεπτόμενο και βαθιά θρησκευόμενο άτομο (για τη δική μου αντίληψη) είχε αρχίσει να «διαφωνεί» με το μάθημα των θρησκευτικών από νωρίς. Κάπου στην τρίτη δημοτικού είχε δει ένα βιβλίο για τις θρησκείες σε κάποια προθήκη βιβλιοπωλείου, και μου το ζήτησε. Ηταν ένα παιδικό βιβλίο για τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, χριστιανισμό, μωαμεθανισμό, ιουδαϊσμό, βουδδισμό και ινδουισμό. Το διάβαζε για καιρό εμβριθώς, αλλά δεν έκανε καμία κουβέντα γι αυτό. Την επόμενη χρονιά, κάπου στη μέση, ζήτησε απαλλαγή από τα θρησκευτικά, με το σκεπτικό ότι το βιβλίο του σχολείου δεν μιλούσε παρά μόνο για το χριστιανισμό, και παρότι κάποιο από τα τελευταία κεφάλαιά του αναφέρονταν και στις άλλες θρησκείες, βασικά τις έθαβε και έλεγε πόσο «ανώτερη» θρησκεία είναι ο χριστιανισμός, και δεν της άρεσε αυτή η προσέγγιση. Ούτε αυτό που συχνά λέγεται ή υπονοείται, ότι δηλαδή «θα σωθούν» μόνο οι χριστιανοί («δηλαδή από τι θα σωθούν;» και «δεν νομίζω ο Χριστός να έκανε τέτοιες διακρίσεις, εσύ τι λες;») Αντίθετα, της άρεσε πολύ (από το βιβλίο δηλαδή) ο βουδδισμός, και μ’ έβαζε και της έλεγα μία ιστορία που είχα βρεί για τη γέννηση και την απόδραση του Βούδδα από το πατρικό του παλάτι…

Στην πρώτη γυμνασίου τέθηκε πάλι το θέμα της απαλλαγής: ήθελε να δει τη θεολόγο του σχολείου, και μετά ν’ αποφασίσει. Γυρνώντας σπίτι μετά το πρώτο μάθημα θρησκευτικών της χρονιάς ήταν σίγουρη: «απαλλαγήηηη εδώ και τώρα!» Γιατί, παιδί μου; Γιατί είναι θεούσα και κολλημένη με το Χριστό, μου λέει.

Σήμερα πρώτη μέρα στο σχολείο έγινε, παραδοσιακά, ο αγιασμός. Ιερέας (ιερείς, στην προκειμένη περίπτωση), τραπέζι, σταυρός, εικόνες, βασιλικός, θυμιατό, μπωλάκι με νερό, και ψαλμωδίες. Επειδή μάλιστα το σχολείο είναι μουσικό, ψάλτες ήταν οι καθηγητές του σχολείου, και δεν υπήρχε η παραμικρή παραφωνία (για τους έχοντες μουσικά αυτιά οι παραφωνίες στην εκκλησία είναι σούπερ βασανιστήριο, ειδικά κάτι Μεγάλες Παρασκευές…) Τα παιδιά ψιθύριζαν μεταξύ τους, αντάλλασαν τηλέφωνα, αλλά γενικά ήταν «ήσυχα». Ηταν φανερό ότι η γενική ατμόσφαιρα μεταξύ των παιδιών κυμαινόταν από μία γενναιόδωρη ανοχή έως την απόλυτη αδιαφορία για τα τεκταινόμενα. Ο τελετουργός δεν έκανε κανένα σχόλιο (προς τιμήν του), αλλά διάβασε το «μήνυμα» του τοπικού μητροπολίτη. Εντυπωσιάστηκα. Ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι δεν έχει νόημα να γίνεται υποχρεωτικός αγιασμός στα σχολεία («με εγκύκλιο του υπουργείου παιδείας») γιατί οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν ούτε τα λόγια ούτε τις κινήσεις της τελετουργίας, οπότε η όλη τελετή δεν σημαίνει απολύτως τίποτα γι αυτούς. Ότι, λέει, θα προτιμούσε οι ιερείς «του» να μείνουν ήσυχοι στους ναούς τους, παρά να κάνουν κάτι που δεν έχει νόημα, και ότι αυτό που θα ήθελε θα ήταν να έρχονται αυτοβούλως τα σχολεία να ζητούν αγιασμό από τους ιερείς… Είπε κι άλλα, βέβαια, αλλά σε γενικές γραμμές ο λόγος του ήταν άμεσος, ειλικρινής, και σαφής, και χάρηκα που άκουγα τόσο συνετά λόγια από υψηλά ιστάμενο εκπρόσωπο του ιερατείου.

Γυρνώντας στο γραφείο, αντάλλαξα εντυπώσεις με συναδέλφους που επίσης είχαν παρακολουθήσει αγιασμούς. Οι ιερείς, μαζί με το μήνυμα του μητροπολίτη τους, είχαν και τα δικά τους σχόλια να προσθέσουν. Ενας, λέει, μίλησε για το πώς πρέπει να έχουμε φόβο, και μάλιστα αράδιασε και κάμποσα χωρία από τις Γραφές για να το «στηρίξει». Αυτό σε αγιασμό νηπιαγωγείου. Αλλος μίλησε για το σεβασμό που πρέπει να έχουν τα παιδιά στους μεγάλους, «γιατί αυτοί ξέρουν», και «είναι μεγάλοι». Αυτό ασχολίαστο, καλύτερα. Τα περισσότερα σχόλια, ευχές, και παραινέσεις μαρτυρούσαν ανθρώπους που ήταν εκτός τόπου, χρόνου και εκτός τρέχουσας πραγματικότητας. Μαρτυρούσαν ανθρώπους που είχαν ξωμείνει σε άλλες εποχές, άλλες νοοτροπίες, άλλες πρακτικές. Είχε και πλάκα, από μία άποψη: «κάντε ησυχία!» έλεγε ένας ιερέας στα παιδάκια του δημοτικού: «στο άλλο σχολείο που πήγα ήταν καλά τα παιδιά, εσείς εδώ είστε ζωηροί!» Κανείς δεν βρέθηκε να του σφυρίξει στο αυτί ότι κάνεις ησυχία για να ακούσεις κάτι που καταλαβαίνεις, άμα δεν καταλαβαίνεις χριστό απ’ αυτά που ακούς γιατί να κάνεις ησυχία; Η ότι τα φυσιολογικά παιδάκια είναι ζωηρά, ήγουν γεμάτα ζωή, όχι ψόφια (ήσυχα, αδιάφορα, φοβισμένα, δηλαδή «καλά»). Ότι οι φυσιολογικοί (και σκεπτόμενοι) άνθρωποι όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι ρωτούν, ερευνούν, και δεν αφήνονται έρμαια του «έτσι πρέπει». Το σχολείο όπου λέχθηκαν τα παραπάνω ήταν το δημοτικό όπου φοιτούν τα δύο μικρά μου. Κανένα από τα δύο, ευτυχώς, δεν άκουσε λέξη σχεδόν. Όταν ρώτησα σχετικά, μου είπε ο νεαρός «ε, τι ήθελες να πει; Κάτι αρχαία, και ‘ησυχία παιδιά’. Αυτά.»

Καθώς μεγαλώνω συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο την ανάγκη της ελευθερίας της συνείδησης, την ανάγκη να μένεις απερίσπαστος από δόγματα προκειμένου να βρείς το Θεό μέσα σου. Αν υπάρχει, είμαι πεπεισμένη ότι μόνο εκεί μπορείς να τον βρείς. Αμα δεν Τον (ή Την) αναζητήσεις εσύ, άμα δεν ψάξεις, δεν ερευνήσεις («ερευνάτε τας γραφάς» λέει η Αγία Γραφή) όλοι οι άλλοι Θεοί που σου σερβίρουν έτοιμους στο πιάτο (με γαρνίρισμα βυζαντινής ψαλμωδίας, ή με σημαιάκια και κουδουνάκια όπως στο Θιβέτ, ή όπως αλλιώς) παίζει να είναι και ψεύτικοι. Όχι με την έννοια ότι «δεν υπάρχουν» (υπάρχουν στις συνειδήσεις τόσων ανθρώπων, προφανώς) αλλά με την έννοια ότι δεν είναι «οι δικοί σου», δεν είναι η βαθιά προσωπική αλήθεια σου… Οπότε, η όποια «πίστη» που μπορεί να αποκτήσεις, θα βασίζεται είτε στον συμφεροντολογικό συναισθηματισμό (αγαπάς το Θεό επειδή σε βολεύει, ή θυμώνεις και αγανακτείς όταν δεν εισακούονται οι «προσευχές» σου, ή όταν συμβαίνουν άσχημα ή «άδικα» πράγματα, και διαλαλείς με πίκρα και πίκα ότι δεν υπάρχει), είτε στην ακαδημαϊκή γνώση που έρχεται από καθέδρας, οπότε κολλάς στο δόγμα, στο «γράμμα του νόμου» και γίνεσαι ηθικολόγος, επικριτικός, αλαζόνας, μισαλλόδοξος, κ.ο.κ.

Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους και από τα δύο είδη. Ούτε οι μεν ούτε οι δε είναι ευτυχισμένοι πραγματικά, ούτε οι μεν ούτε οι δε έχουν αυτή τη βαθιά εσωτερική ειρήνη, τη χαρά της ζωής και το χιούμορ που διακρίνει τους – κατ’ εμέ, πάντα – πνευματικούς ανθρώπους.

Εχω την αίσθηση ότι τα μαθήματα των θρησκευτικών όπως γίνονται στα σχολεία (κατήχηση στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία) παράγουν ανθρώπους που απλά πιστεύουν κάτι επειδή τους το είπαν κάποιες (θεωρούμενες) αυθεντίες – σα να λέμε, όπως πιστεύουμε σε ότι μας λένε οι ειδήσεις του τάδε ή του δείνα τηλεοπτικού καναλιού. Επειδή «αυτοί ξέρουν». Και τα σημερινά παιδιά αντιδρούν. Δεν αντέχουν τις αυθεντίες («γιατί να τους πιστέψω, δηλαδή; Τι τους κάνει πιο καλούς ανθρώπους; Κι αν υπάρχει Θεός, τι τους κάνει να είναι πιο κοντά Του από σένα κι από μένα;» ή, «τι να μας πει κι ο θεολόγος; Ολο για το ‘πνεύμα’ μας μιλάει, αλλά την σχολική ύλη είναι κολλημένος να βγάλουμε»). Και έχουν δίκιο!

Και, φυσικά, βαριούνται. Βαριούνται τα δεδομένα, τα κατεστημένα, γιατί κανείς δεν τους τα εξήγησε στη δική τους γλώσσα, οπότε δεν έχουν κανένα ανιχνεύσιμο νόημα... Είναι ξένα και «αρχαία».

Η μία κόρη νωρίς επέλεξε να μην κάνει θρησκευτικά, και να ξεχωρίσει από τους συμμαθητές της, άσχετα αν επισύρει σχόλια και συγκεκαλυμένη ειρωνία για το άτομό της και την οικογένεια από δασκάλους και άλλους γονείς. Μάλλον σκασίλα της. Θα την ενδιέφερε, λέει, να μάθει πώς προσεγγίζουν άλλοι λαοί το Θεό, και ποιοι άλλοι Μεγάλοι Δάσκαλοι ήρθαν να διδάξουν την ανθρωπότητα πέραν του Χριστού, και τι είπαν. Δεν θα ήταν το αγαπημένο της μάθημα, λέει, αλλά θα είχε ενδιαφέρον. Η άλλη κόρη επέλεξε να μην ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν θέλει να είναι δακτυλοδεικτούμενη. Συνεχίζει, με μία σχετική αδιαφορία, να μαθαίνει κάθε εβδομάδα το μάθημά της και μετά να το ξεχνάει σαν να μην το διάβασε ποτέ. Ο γιός είναι ακόμα στην ευλογημένη εκείνη ηλικία που δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα. Πιστεύει στους αγγέλους και στην Ουράνια Μητέρα (σαν αγοράκι που είναι!) και ενδιαφέρεται διακαώς για τη μετά θάνατον ζωή. Αλλά βαριέται τις ψαλμωδίες.





3 σχόλια:

  1. Έχοντας παρόμοιες εμπειρίες διατυπώνω τις σκέψεις μου στην καθημερινότητα μιας μητέρας: Το να μιλάς στα παιδιά του δημοτικού σχολείου για το Θεό με λεξιλόγιο που δεν καταλαβαίνουν και να απαιτείς και ησυχία για να σε ακούσουν, είναι ένδειξη θρησκευτικής διαστροφής.
    Το να είσαι κυβέρνηση ή υπουργός και να παρέχεις προνομιακή μεταχείριση σε κάποια θρησκεία – μέσω σχολικών βιβλίων και διδακτικού προσωπικού - χάριν ψήφων, αποτελεί πολιτική διαστροφή.
    Το να συνεργάζεται η πολιτική με τη θρησκευτική εξουσία και να προβαίνουν σε προσηλυτισμό οπαδών-πελατών συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αποτελεί περιορισμό της ατομικής Ελευθερίας, καταπάτηση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης της βούλησης, αλλοίωση της πληροφόρησης, έμμεση κατάργηση της ανεξιθρησκίας. Και όλα αυτά στο όνομα του κατεξοχήν Διδασκάλου της Ελευθερίας και του σεβασμού της Βούλησης.
    Αλλά και το να υπάρχουν γονείς και να μην αντιδρούν ατομικά ή οργανωμένα σ’ αυτό το έγκλημα, σημαίνει, ή ότι όλοι αποτελούμε μάζα, ή ότι έχουμε τρελαθεί.
    Αυτά με την ευκαιρία της έναρξης της σχολικής χρονιάς και τη διανομή των βιβλίων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μήπως αποτελούμε μία τρελλαμένη μάζα;
    Μπα... Νομίζω οτι πολύς κόσμος αντιδρά, σε ατομικό τουλάχιστον επίπεδο.
    Αλλά και πάλι, σε τι να πρωτοαντιδράσεις; Μήπως τα θρησκευτικά είναι το μοναδικό πρόβλημα της εκπαίδευσης;
    Για μένα το στοίχημα είναι να μπορέσω να διαφυλάξω μερικά ψήγματα ελευθερίας και δημιουργικότητας τόσο στα παιδιά μου όσο και στον εαυτό μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μου αρέσει πολύ ο ανάλαφρος, χιουμοριστικός αλλά και ουσιαστικός τρόπος που γράφεις. Ένα άκρως σοβαρό θέμα, αλλά διαβάζοντας το έχω διακρώς ένα χαμόγελο στην καρδιά και στα χείλη. Αυτή για μένα είναι η προσωποποίηση της πνευματικότητας. Έχουμε μπουχτίσει από τη σοβαροφάνεια και τη δήθεν πνευματικότητα. Να είσαι καλά! :)

    Τους ανθρώπους τους ενώνει η Αγάπη, ούτε οι συγγένειες, ούτε οι θρησκείες, ούτε ο χρόνος, ούτε οτιδήποτε άλλο. Αυτό νοιώθω εγώ τουλάχιστον. Σε ευχαριστώ που μπήκες στην καρδιά μου... και οι δυο σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή