Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

"Μαμά, φτάνει πια η παπαγαλία!"

Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που τράβηξε το μάτι μου πρόσφατα, και το αγόρασα, και το διάβασα μονορούφι! Ο συγγραφέας του, Δημήτρης Σφακιανάκης, είναι ένας από εκείνους τους έξυπνους και συνειδητοποιημένους εκπαιδευτικούς, που εστιάζεται στο νούμερο ένα (κατ’ εμέ) πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: την αποστήθιση.

Το διάβασα κι ενθουσιάστηκα. Οχι επειδή μου είπε κάτι καινούργιο, αλλά επειδή λέει αυτό που χρόνια (από μαθήτρια!) θεωρώ απολύτως αυτονόητο, και αναρωτιέμαι γιατί είμαι η μοναδική που το στηλιτεύει κάθε τόσο σε γνωστούς, φίλους, συναδέλφους, ακόμα και σε αγνώστους στο λεωφορείο, γενομένης συζητήσεως! Τώρα πια, στο δημοτικό (όπου φοιτούν δύο από τα παιδιά μου) οι δάσκαλοι αρνούνται ότι ζητούν το μάθημα «απέξω». Αρνούνται, είναι μια κουβέντα, βέβαια. Το παιδί που λέει «απέξω» το μάθημα πάντα επιβραβεύεται έναντι του παιδιού που «κομπιάζει» ή λέει «λιγότερα»…

Πριν λίγες μέρες είπα να ρωτήσω τη μικρή μου κόρη (έκτη δημοτικού, αισίως) τι είχαν στην ιστορία. Δεν είχα σκοπό ούτε το βιβλίο της να ανοίξω, ούτε να την ελέγξω, ήθελα απλά να δω τη δική της στάση απέναντι στο μάθημα. Ο χαρακτήρας της είναι τέτοιος που δεν θα της επέτρεπε να πάει «αδιάβαστη» σχολείο, οπότε το θέμα δεν ήταν εάν είχε διαβάσει ή όχι – αναρωτιόμουν όμως πώς «καθόταν» μέσα της το συγκεκριμένο μάθημα. Κατά καιρούς κάνω τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά, ακριβώς για να ανιχνεύσω ενδιαφέροντα, αρέσκειες και απαρέσκειες, δυσκολίες, σχέσεις με βιβλία και δασκάλες…

Η «αθώα» μου ερώτηση άνοιξε ένα κουτί τύπου Πανδώρας. «Α, μαμά, το έμαθα τέλεια. Δυό παραγράφους είχαμε! Να στις πω;» Ανυποψίαστη, εγώ, λέω ναι. Και αρχίζει. «Οι σκλαβωμένοι Ελληνες… μπλά, μπλά, μπλά…» Κανονική απαγγελία πεζού, σε κάποιες φράσεις μάλιστα μου θύμισε παπά που μουρμουρίζει και τρώει μερικές συλλαβές από τα «κύριε ελέησον» του. Για κάποιο λόγο ένιωσα σαν να με χαστούκισε. Ζήτησα συγγνώμη και τη διέκοψα. Τι σημαίνει σκλαβωμένοι; Τη ρωτάω. Από ποιόν σκλαβώθηκαν; Για πόσον καιρό; Πότε έγιναν όλα αυτά; Δεν θα επαναλάβω τις απαντήσεις… Με σόκαρε η ασάφεια και η σύγχυση σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα και τις έννοιες, η έλλειψη αίσθησης του ιστορικού χρόνου, τελικά μάλλον με σόκαρε η παπαγαλία και η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης αυτών που διάβαζε.

Μετά από ερωτήσεις ολίγον «μαιευτικές» και «ιντριγκαριστικές» (πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μία ώρα συζητώντας τις περίφημες «δύο παραγράφους») καταφέραμε να καταλάβει τα πώς, πότε, και για πόσο της επικράτησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα, το τι σήμαινε αυτό για τους Ελληνες που ζούσαν υπό τον Οθωμανικό ζυγό… Αναγκάστηκα φυσικά να ανοίξω και το βιβλίο της, να δω τι λέει, να της συνδέσω όλα αυτά που λέγαμε και με το σχολικό της βιβλίο… Μπρρρ… Άλλο σοκ. Μου φάνηκε σαν άλλο ένα βιβλίο γραμμένο από μεγάλους για μεγάλους, περίεργα αποσπασματικό, ένα βιβλίο που θα ήταν υπέροχο εάν ήταν απλά βοηθητικό για το δάσκαλο ή τον μαθητή που θα ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο στην ιστορία… Αυτή ήταν η εντύπωσή μου, και μπορεί να κάνω λάθος, φυσικά. Για να είμαι δίκαιη, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το πάρω να το διαβάσω μέσα στο Σαββατοκύριακο!

Το ζήτημα είναι ότι το παιδί μου βρήκε τον τρόπο της παπαγαλίας να «μαθαίνει» το μάθημα που δεν την ενδιέφερε (γιατί δεν την ενδιέφερε, άραγε; Ρωτάω εγώ… γιατί όταν ξεκίνησα να της λέω για τα χαμάμ, τα ρούχα, τα μεγάλα πανηγύρια, τους παραμυθάδες και τους πραματευτάδες που ταξίδευαν σε καραβάνια, τέντωσε τ’ αυτάκια της και μ’ άκουγε με ανοιχτό το στόμα!) και να «ξεμπερδεύει» μ’ αυτό… Ηξερε πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο για «μάθηση», γιατί ξεχνούσε τα πάντα μία-δύο μέρες αργότερα, αλλά σκασίλα της. Κανείς δεν είχε φροντίσει να της εμπνεύσει το ενδιαφέρον ή την αγάπη για το συγκεκριμένο μάθημα… Της απέσπασα την υπόσχεση ότι όταν κάτι της φαίνεται πολύ βαρετό ή ανούσιο, να έρχεται να μου το λέει, μήπως και βρούμε έστω και ένα ψήγμα ενδιαφέροντος μαζί… Γιατί το μυαλό το κακοποιούμε όταν το βάζουμε να κάνει το φωτοτυπικό μηχάνημα μαθαίνοντας παπαγαλία, απέξω, από στήθους το μάθημά μας. Και τη διαβεβαίωσα ότι δεν με ενδιαφέρει εάν παίρνει καλούς ή κακούς βαθμούς, αρκεί να βάζει το μυαλό της να δουλεύει, αρκεί να μαθαίνει… Η αγκαλιά που μου έδωσε το βράδυ εκείνο άξιζε όλα τα 20 και τα «άριστα» όλου του κόσμου.

Εγώ υπήρξα μάλλον θύμα του συστήματος – με την έννοια ότι δεν είχα ποτέ την ικανότητα της αποστήθισης (μόνο τα έμμετρα μπορούσα να αποστηθίσω, αλλά και αυτά ποτέ «μηχανικά»), και έτσι δεν είχα ποτέ μου καλούς βαθμούς. Εγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση ότι στις πανελλήνιες του 1982 είχα γράψει 5,5 στην Ιστορία – ο λόγος ήταν ότι παρότι είχα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις εκτενώς (και σωστά!), τα είχα γράψει με δικά μου λόγια… Παρότι δεν ήμουν η πιο επιμελής μαθήτρια, η μνήμη μου συχνά εκπλήσσει, και μέχρι σήμερα θυμάμαι τα αρχαία και τα λατινικά και την ιστορία και τη γεωγραφία και τη λογοτεχνία που κάναμε στο σχολείο, ποτέ δεν είχα καταφέρει να βγάλω πάνω από 15,5 μέσο όρο. Και παρότι δεν κατάφερα να μπω σε ελληνικό πανεπιστήμιο, τελείωσα με άριστα μία «δύσκολη» σχολή ενός «καλού» ξένου πανεπιστημίου, όπου μπήκα με τις εξετάσεις που έδιναν οι ντόπιοι…

Αυτά θυμήθηκα καθώς διάβαζα το εξαιρετικό αυτό βιβλιαράκι. Αυτά θέλω να θυμάμαι όταν με πιάνει η ανασφάλεια του «τι θα γίνουν τα παιδιά μου που δεν διαβάζουν», και μπαίνω τόσο συχνά στον πειρασμό να κάνω κηρύγματα περί μελέτης και επιμέλειας, κτλ κτλ. Σκέφτομαι να πάρω δώρο το βιβλιαράκι αυτό στους δασκάλους των παιδιών μου. Κάποιοι, νομίζω, θα το διαβάσουν και θα νιώσουν να απελευθερώνονται. Κάποιοι ίσως το πάρουν στραβά, σαν έμμεση κατηγόρια. Κάποιοι θα το διαβάσουν και θα πουν, καλά τα λέει, εμείς όμως έχουμε να βγάλουμε την ύλη (και μαύρο φίδι πού ‘φαγε το δάσκαλο που δεν κατάφερε να βγάλει την ύλη, και τους μαθητές του που «έμειναν πίσω»…) Εγώ πάντως θα δοκιμάσω τη μικρή αυτή επένδυση, και ότι πιάσει!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου