Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Η σκοτεινή όψη

Δεν ξέρω εάν το έχετε αντιληφθεί ή αξιολογήσει, αλλά οι γονείς είμαστε καταπιεσμένα όντα (με τι φόντα θα καταπιέζαμε άλλωστε τα παιδιά μας εάν εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζαμε  την καταπίεση από πρώτο χέρι;). Και δεν είναι μόνο τα παιδιά μας που μας καταπιέζουν (βάζουν κι αυτά το χεράκι τους θαυμάσια). Είναι κυρίως η κυρίαρχη κουλτούρα - που απαρτίζεται από όλους μας, γονείς και μη, από τους πάσης φύσεως "ειδικούς", από όλα και όλους που μας περιβάλλουν. Τόσο κυρίαρχη, τόσο πανταχού παρούσα, τόσο μέσα στο πετσί μας, που είναι αθέατη. Είναι όλα αυτά τα στερεότυπα που υπάρχουν σχετικά με το τι σημαίνει γονεϊκότητα, σχετικά με το πόσο υπέροχο είναι να είσαι γονέας, πόσο ευγενές είναι "να γίνεσαι θυσία" για τα παιδιά σου, πόσο γλυκό είναι ν' ακούς το "μαμά" ή το "μπαμπά", πώς πρέπει να μεγαλώνεις τα παιδιά σου, τι κολατσιό να τους δίνεις για το σχολείο, κτλ. Ενα σωρό πρέπει. Αλλά το "πρέπει" είναι βία: συνηθισμένη, αποδεκτή, επιβεβλημένη, θεσμοθετημένη από ένα σωρό αυθεντίες, αλλά βία. Σου λέει τι να κάνεις όταν δεν θέλεις να το κάνεις (παραβιάζει τη βούλησή σου), σου λέει πώς να είσαι, με άλλα λόγια οτι έτσι όπως είσαι δεν είναι ούτε καλό ούτε σωστό.
Κανένας δεν σου λέει για την κούραση, την απλή, ωμή κούραση, ψυχική και σωματική, του να φροντίζεις ανθρώπους μέρα-νύχτα, "καθημερινή και σχόλη" που λέγανε παλιά. Η κούραση φθείρει, διαβρώνει και τις ωραιότερες σχέσεις - αλλά  διακοπές από τη γονεϊκότητα δεν προβλέπονται. Δεν ξέρω πολλούς γονείς που να πηγαίνουν τα παιδιά "στη γιαγιά" χωρίς ενοχές (που "τα αφήνουν") και χωρίς να πρέπει να δουλέψουν υπερωρίες μετά για να επαναφέρουν τα παιδιά πάλι στα ίσια τους (στους κανόνες επιβίωσης της οικογένειας) μετά τις (αναμενόμενες) υπερβολές των παπούδων. Δεν ξέρω πολλούς γονείς που να μην πρέπει να σφίξουν τα δόντια αγόγγυστα όταν για 10η συνεχή φορά μέσα στην εβδομάδα το 3χρονο κολλήσει τα έπιπλα (με κόλλα) μεταξύ τους, ή χύσει το ρύζι, ή σπάσει την κεραία του ασύρματου... Η όταν για 4η φορά μέσα στον ίδιο χρόνο το 8χρονο κολλήσει πάλι ψείρες (ειδικά οι ψείρες είναι ο προσωπικός μου επαναλαμβανόμενος εφιάλτης). Και δεν φτάνει που έχεις τη διαδικασία του ξεψειρίσματος (ζόρικη, με χημικά ή χωρίς, ώρες καθημερινής ορθοστασίας με το χτενάκι, πλύσιμο των πάντων στους 60 βαθμούς, κτλ) έχεις και την άφωνη κατάκριση των τριγύρω (μαμάδων, πεθερικών, γνωστών, άλλων γονέων) οτι "δεν τηρείς τους κανόνες υγιεινής" οτι "δεν πλένεστε στο σπίτι" οτι τελοσπάντων "εσύ φταίς"...
Είναι η τυραννία των ενοχών που μπαίνουν στα κρυφά, ακόμα και όταν ξέρεις οτι έχεις κάνει ότι καλύτερο σου επέτρεψαν οι δυνάμεις σου να μαζέψεις το σπίτι όταν έρχονται φίλοι των παιδιών ή δικοί σου κι ακόμα έχει σκόνες ή ατακτοποίητα παιχνίδια (πάντα ξεφεύγουν τ' άτιμα) ή ασιδέρωτα ρούχα ή άπλυτα πιάτα. Αυτά  τα πρέπει της καλής νοικοκυράς και μάνας, που εγκαθίστανται μέσα στο υποσυνείδητο από γενιές "καλών νοικοκυρών" και "καλών μητέρων" (και υπενθυμίζονται ανηλεώς από μαμάδες, θειάδες, πεθερές, και υστερικές φιλενάδες). Μέσα σ' αυτά, να βάλω και τα πανταχού παρόντα μαμαδοσάιτ που "διαφημίζουν" το "δωμάτιο της Λιλίκας και του Γιαννάκη" ως υπόδειγμα παιδικού δωματίου... που προφανώς πρόκειται για δωμάτιο παιδιού-φαντάσματος ή παιδιού-ρομπότ, γιατί δεν φαίνεται κατοικημένο από φυσιολογικό παιδί με σάρκα-οστά-φαντασία-κινητικότητα-προσωπικά γούστα. Κάθε λαϊφσταλίστικο σάιτ ή  περιοδικό που  σέβεται τ' όνομά του  έχει φωτογραφίες από αντίστοιχα παιδικά δωμάτια, φωτογραφίες μακιγιαρισμένων ντυμένων στην τρίχα μαμάδων που κρατούν ή  παίζουν με τα καθαρά γελαστά παιδιά τους (άντε, να είναι κάποιο πασαλλειμένο με μαρμελάδα, για τη χαριτωμενιά του πράγματος). Φωτογραφίες κομμένες και ραμένες για να εδραιώσουν καλύτερα την καταπίεση των γονέων. Οσο "τρεφόμαστε" οι γονείς από τέτοιες εικόνες πάντα μειονεκτικά  θα νιώθουμε, πάντα "λιγότεροι" των προσδοκιών της κοινωνίας (η οποία εκφράζεται μέσω αυτών των εικόνων).
Στους γονείς δεν επιτρέπεται ο θυμός, ειδικά απέναντι στα παιδιά τους. Ναι, φυσικά, μπορεί να καταλήξει σε χειροδικία, σε κακοποίηση, σε πράξεις που αργότερα ο ίδιος ο γονιός θα μετανιώσει. Πλην όμως, υπάρχει. Μέσα σε μια χαοτική καθημερινότητα όπου πρέπει πιθανώς να κάνεις υπερωρίες ή/και δεύτερη δουλειά για να επιβιώσεις, ή μπορεί να μην έχεις και καθόλου δουλειά ή εισόδημα και να πρέπει πάλι να επιβιώσεις, όπου πρέπει να ξοδέψεις ενέργεια για πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, μαγείρεμα, σκέψη για την επιβίωση, φροντίδα για τη σχέση σου με τον/την σύζυγο, πλύσιμο πιάτων, καθάρισμα σπιτιού, διαδρομές για δουλειά/εξωσχολικά μαθήματα παιδιού/ψώνια, φροντίδα για διάβασμα, κτλ κτλ κτλ, ένα "μαμάαα" σε λάθος στιγμή, μπορεί να σε κάνει να θέλεις να αρπάξεις το παιδί σου απ' το μαλλί και να το πετάξεις από το παράθυρο. Κρατιέσαι, και απλά ουρλιάζεις "ΤΙ?" ή, κάνεις κάτι αυτοκαταστροφικό (τσιγάρο, μπουνιά στον τοίχο, ή απλά το "καταπίνεις" - γιατί κι αυτό  αυτοκαταστροφικό είναι, μια που συσπά το στομάχι, δηλητηριάζει το συκώτι, κτλ). Ο θυμός είναι συναίσθημα μη επιτρεπτό, γιατί υπάρχει άλλο ένα "πρέπει" εδώ: οι γονείς  πρέπει να είναι μόνο "καλοί" (ευχάριστοι, γλυκείς, ανεκτικοί) με τα παιδιά τους. Ο θυμός είναι από μόνος του ακανθώδης, όχι μόνο σαν θέμα. Κυριολεκτικά βγάζουμε αγκάθια. Ενα φυτό βγάζει αγκάθια για να προστατευτεί, για να επιβιώσει. Ετσι και μεις. Μόνο που δεν επιτρέπεται να βγάζουμε αγκάθια απέναντι στα παιδιά μας, εξάλλου δεν απειλούν την επιβίωσή μας (εμείς επιλέξαμε να γίνουμε γονείς, ήταν μία ώριμη απόφαση στους περισσότερους από μας, οπότε οφείλουμε να υποστούμε αγόγγυστα και τις συνέπειές της)... 
Η μήπως την απειλούν; Αναρωτιέμαι. Δεν απειλείται η επιβίωση (και η ψυχική υγεία) ενός ανθρώπου όταν έχει φτάσει στα μέχρι τότε έσχατα όρια της φυσικής και ψυχικής του αντοχής και κάποιος του ζητά "και κάτι ακόμα"; Κι ας είναι το κάτι ακόμα "κοίτα να δεις που ζωγράφισα ένα απίθανο σκαθάρι". Υπάρχουν ώρες που ή καταρρέεις ή  εκρήγνυσαι. Και έρχεται η συστημική καταπίεση των γονέων και σου λέει "δεν πρέπει, είσαι μητέρα" ("η μητέρα οφείλει... μπλα-μπλά-μπλά"). Και να 'σου οι ενοχές, η ντροπή, και η μυστική αυτομαστίγωση, ο φόβος  της τρέλλας. Πολλές μητέρες (μαζί κι εγώ) φοβούνται οτι τρελλαίνονται όταν νιώθουν έτσι. Πολλές μητέρες δεν τολμούν καν να το εξομολογηθούν στον εαυτό τους (πόσο μάλλον σε μια φίλη). Το "σκουπίζουν κάτω απ' το χαλί", ή το θάβουν. Και κάτι που θάβεται μπορεί να γίνει σπόρος - και να βλαστήσει, να βγάλει καρπούς. Μάλλον δύσμορφους και τρομερούς, στην προκειμένη περίπτωση. Πολλές μητέρες τολμούν να το εξομολογηθούν σε μία επαγγελματία της ψυχικής υγείας - να άλλη μια κρυμένη παγίδα! Λόγω της εκπαίδευσης που λαμβάνει, ο μέσος επαγγελματίας της ψυχικής υγείας επιδιώκει να κάνει τον θεραπευόμενο/η να συμβιβαστεί με την υπάρχουσα πραγματικότητά του, να ταιριάξει στα ειωθότα, να γίνει, τελικά ευχαριστημένος με το πώς έχουν τα πράγματα στη ζωή του, υποδεικνύοντάς του/της "πως να το βλέπει θετικά". Η κοινωνία μας δεν αντέχει τη βίωση της θλίψης, και η διαχείριση του πόνου είναι συχνότατα το να τον αρνούμαστε (συχνά ο πόνος και η θλίψη μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για μεγάλες αλλαγές, οι οποίες όμως δεν βολεύουν κανέναν, και γι αυτό τις αποφεύγουμε). Η "θετική σκέψη" όταν γίνει συνταγή και εμμονή μπορεί να γίνει εξίσου τυραννική με την "αρνητική", και να μεταμορφωθεί σε αμείλικτη παγίδα.
Ολα αυτά  που γράφω σκιαγραφούν μία εικόνα δυσάρεστη, δύσκολη. Το σκοτάδι μας φοβίζει (ποτέ δεν ξέρουμε τι υπάρχει "εκειμέσα"). Χρησιμοποιώ, θα μπορούσε κάποιος να πει, έντονες, ακραίες λέξεις. Τολμώ όμως να τα γράψω γιατί αποτελούν μέρος μίας πραγματικότητας, που αν θέλουμε να  είμαστε ειλικρινείς ως γονείς δεν μπορούμε να παραβλέπουμε. Ο γονεϊκός ρόλος δεν είναι μόνο αγάπες και λουλούδια. Καμία σχέση δεν είναι μόνο αυτό. Πίσω από το φως υπάρχει και η σκιά. Μπορούμε να της γυρνάμε την πλάτη και να κάνουμε οτι δεν υπάρχει, ή  οτι εμείς δεν υποκείμεθα σ' αυτήν (πάω στοίχημα οτι κάποιες μαμάδες διαβάζοντας τα παραπάνω γραφόμενα θα νιώσουν ακόμα και προσβεβλημένες, θα νιώσουν οτι δεν τις αφορούν). Στον κόσμο που ζούμε, πάντως, ότι έχει φως έχει και τη σκιά του κι αυτό είναι φυσικός νόμος.
Η καταπίεση των γονέων δημιουργεί καταπιεσμένα παιδιά. Η ενοχοποίηση των γονέων τους κάνει ενοχοποιητικούς τους ίδιους. Τα πρέπει γεννούν πρέπει. Η βία γεννά βία. Αλλά η κοινωνία μας δεν αντέχει άλλη.
Ποιά είναι η λύση; Δεν ξέρω εάν υπάρχει μία λύση. Προσεγγίσεις, ίσως, γιατί βαδίζουμε σε δρόμους νέους, αχαρτογράφητους εν πολλοίς. Μπορούμε  να κλείσουμε τα μάτια και τ' αυτιά μας στο κυρίαρχο "λαϊφστάιλ" - αυτό προϋποθέτει μια γερά δομημένη προσωπικότητα, σίγουρη για τον εαυτό της, και πόσοι/ες από μας τη διαθέτουμε; (Χμ)  Μπορούμε να ενθαρρύνουμε και να ενδυναμώνουμε τους φίλους μας γονείς όταν εκφράζουν τις δύσκολες αλήθειες τους, να προσφέρουμε την αγκαλιά μας στο  κλάμα της απόγνωσής τους όταν μας εξομολογούνται οτι τη δύσκολη στιγμή χαστούκισαν το παιδί τους. Χωρίς κριτική. (Κι αυτό δύσκολο). Μπορούμε να αγαπήσουμε λιγάκι περισσότερο τον εαυτό μας, και να του δίνουμε πού και πού κανένα εύσημο για το πόσο καλά τα έχουμε καταφέρει ως τώρα. (Αυτό μου φαίνεται ακόμα πιο δύσκολο). Εξάλλου δεν υπάρχει γονέας σ' αυτό τον κόσμο που να μην αγαπάει τα παιδιά του στην πραγματικότητα. Οι συνθήκες είναι που μας κουράζουν, μας φέρνουν σε απόγνωση, μας τσακίζουν, και συννεφιάζουν τον ήλιο της αγάπης μας. Αυτές είναι που πρέπει ν' αλλάξουν. Λέω, εγώ, τώρα...

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Παιχνίδια με φίλους

"Εγώ δεν μπορώ να καλέσω σπίτι τους φίλους μου!" μου λέει ο 10χρονος γιός μου σήμερα, μετά από εκτενή κουβέντα σχετικά με το γιατί προτιμά να παίζει με τους φίλους του στα δικά τους σπίτια και όχι στο δικό μας. 
Σοκ και δέος στο ακροατήριο. Μετά τις δικές μου εμπειρίες ως παιδί, που δεν επιτρεπόταν να καλέσω φίλους στο σπίτι εάν δεν ήταν (το σπίτι) σε κατάσταση να δεχτεί τουλάχιστον τον πρόεδρο της δημοκρατίας (που ποτέ δεν ήταν, με δύο ατίθασα παιδιά και δύο γονείς που εργάζονταν πολλές ώρες), φροντίζω να μην αρνούμαι ποτέ τις προτάσεις των παιδιών μου να φέρουν φίλους στο σπίτι κι ας μην είναι το τελειότερο σπίτι από άποψη τάξης ή  καθαριότητας. Η αλήθεια είναι πως το σπίτι μας είναι μονίμως σε μια κατάσταση δημιουργικού χάους, αλλά πάντα βρίσκεις χώρο να καθίσεις (εάν είσαι μεγάλος) ή/και να παίξεις (εάν είσαι παιδί), πάντα υπάρχουν τσάγια, μια πίτα ή κάποιο κέρασμα διαθέσιμα. Από παιχνίδια, δε, άλλο τίποτα (δεν χωράμε πια εδωμέσα).
"Μα γιατί;" Δεν ήθελε αρχικά να μου πει. Αλλη τόση κουβέντα. Με τα πολλά, το ξεφούρνισε. "Είμαι ο μόνος που δεν έχω ηλεκτρονικά παιχνίδια, και τι να παίξω με τους φίλους μου; Ο κήπος μας είναι φυτεμένος, δεν έχουμε χώρο ούτε για μπάλα να παίξουμε." Λέγκο; Κατασκευές; "Οι φίλοι μου δεν έχουν δημιουργικότητα, και βαριούνται με τέτοια, ποιός παίζει με τέτοια ρε μαμά; Μόνο εγώ" Ταινίες;  "αυτοί βλέπουν κάτι μεταγλωττισμένα παιδικά, δεν προλαβαίνουν να διαβάζουν τους υπότιτλους" Επιτραπέζια; "Βαριούνται, σου λέω". 
Πάνε 3-4 χρόνια που απαγόρευσα "δια ροπάλου" στους γονείς μου να αγοράζουν ηλεκτρονικά παιχνιδογκατζετάκια στα παιδιά μου, γιατί τα έβλεπα απορροφημένα με τις ώρες σε κάτι που μου φαινόταν επικίνδυνα μαλθακό για το μυαλό και το σώμα τους. "Μα αυτά μας ζήτησαν για τα γενέθλιά τους", έλεγαν και οι δύο (χαζοπαπούς - χαζογιαγιά) "θα τους χαλάσουμε το χατήρι;" Και γινόμουν, φυσικά, έξαλλη με το επιχείρημα. "Δηλαδή εάν σας ζητούσαν ναρκωτικά, εσείς θα τους τα παίρνατε για να μην τους χαλάσετε το χατήρι;" έλεγα. Και με κοιτούσαν εμβρόντητοι, γιατί με το μυαλό της προηγούμενης γενιάς που κάθε τι τεχνολογικό σήμαινε και πρόοδο, δεν μπορούσαν να κάνουν τη σύνδεση. Εξάλλου, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια κρατούν τα παιδιά σε μια ησυχία - ούτε φωνάζουν, ούτε μαλώνουν (ειδικά εάν έχει το καθένα το δικό του), ούτε καταστρέφουν το σπίτι, ούτε τραβάνε τα μουστάκια του γάτου, ούτε ερωτήσεις κάνουν, ούτε τους τοίχους χρωματίζουν, ούτε πασπατεύουν τα γεννητικά τους όργανα, ούτε μετατρέπουν το δωμάτιο σε ημι-βομβαρδισμένο τοπίο, ούτε ζητάνε βόλτες κάθε τρείς και πέντε. Μια χαρά. Ησυχα, διαχειρίσιμα, και βολικά. Οπως μπροστά στην τηλεόραση.
Και καλά, τα κοριτσάκια, έχουν και το επικοινωνιακό: ακόμα και χωρίς ηλεκτρονικά στα χέρια, βρίσκουν τι να κάνουν. Μιλάνε. Λένε, λένε, και τι δε λένε, ιστορίες κι ιστορίες. Κουτσομπολιό. Μεγάλη επικοινωνιακή δεξιότητα το κουτσομπολιό, κι ας το περιφρονούμε. Τα κοριτσάκια σπάνια βαριούνται όταν βρίσκονται μεταξύ τους, ακόμα και χωρίς χειροπιαστό αντικείμενο παιχνιδιού. Τα αγοράκια, όμως;
Μια φίλη μου περιέγραψε τα παιχνίδια του 15χρονου γιού της με το φίλο του (τον οποίο φιλοξενούσαν για τις διακοπές των Χριστουγέννων) "καθόντουσαν στον ίδιο χώρο, ο καθένας μπροστά σε μια οθόνη, και κάθε μία μιάμιση ώρα σηκώνονταν, πιάνονταν στα χέρια, πάλευαν λιγάκι βγάζοντας γενικά κάτι άναρθρους ήχους, και άλλαζαν οθόνη". Σκέφτομαι και ένα αγοράκι που είχε έρθει την Πρωτομαγιά στον Αστικό Αγρό, σε ώρα που υπήρχαν παιδιά όλων των ηλικιών, και των δύο φύλων, σε διάφορες φάσεις παιχνιδιού ή αράγματος και γενικής σαχλαμάρας, κι αυτό είχε καθίσει σε μία καρέκλα και ασχολιόταν με το άι-παντ. Κάποια παιδιά τον πλησίασαν, χάζεψαν το νέο παιχνίδι, 1-2 "κόλλησαν", αλλά σύντομα και αυτά τα τράβηξε το γενικό κλίμα της ανοιξιάτικης γιορτής (ο μικρός, εξάλλου, σύντομα έφυγε). Στην "κατασκήνωση Ιασώ" που πήγαμε φέτος στον Ολυμπο, απαγορεύονταν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Κάποια παιδιά (δυό αδέλφια, 9 και 11 ετών) είχαν φέρει, και είχαν κάνει μία μικρή φράξια σε μια σκηνή, όπου είχαν κλειστεί κι έπαιζαν κάποιες ώρες πριν τα ανακαλύψουμε. Φυσικά είχαν παρασύρει και τον δικό μου μαζί με τους φίλους του. Η μαμά τους θεώρησε φυσιολογικό να τους επιτρέψει να τα φέρουν μαζί τους, επειδή "βαριούνται στη διαδρομή, κι όταν βαριούνται τσακώνονται, και τι να κάνουν τα καημένα ολόκληρο ταξίδι" (Θεσσαλονίκη - Καλλιπεύκη, 2μιση ώρες). Τα δυό αδέλφια ήταν εξαιρετικά επιθετικά απέναντι στους  υπεύθυνους ενήλικες της κατασκήνωσης, και στην αρχή μάλιστα δεν μας έλεγαν ούτε τα ονόματά τους, ούτε ποιά ήταν η μαμά τους! Προτείναμε εξερεύνηση στο δάσος, κυνήγι σκαθαριών και άλλων ζουζουνιών, μπάλα, πινγκ-πονγκ, κατασκευές (όλες αυτές οι δραστηριότητες ήταν σε εξέλιξη την ώρα που γινόταν η κουβέντα), αλλά με τίποτα δεν άλλαζαν τα "παιχνίδια πολέμου" που είχαν στα ηλεκτρονικά τους... "βαριέμαι" ήταν η μόνιμη επωδός.
Φυσικά κάθε παιδί (όπως και κάθε ανθρώπινο όν επάνω στον πλανήτη) είναι διαφορετικό, με διαφορετικές ανάγκες, χαρίσματα, δεξιότητες, προτιμήσεις και δυσκολίες. Το δικό μου παιδί ντρέπεται που διαφέρει από τους φίλους του  στο σχολείο (διαθέτει μόνο δύο εμ-πι-θρί), στενοχωριέται που στο σπίτι του "η μαμά δεν μαζεύει το χαμό που άφησαν πίσω τους τα παιδιά", τον ενοχλεί που ο κήπος μας δεν είναι πυλωτή πολυκατοικίας ή γκαζόν (έχει 10 είδη βοτάνων, λαχανικά, θάμνους, σπορεία, κομπόστ) και δεν μπορεί να παίξει με τους φίλους του ποδόσφαιρο... "και τι άλλο να κάνω με τους φίλους μου ρε μαμά, αφού κανένας δεν κάνει κατασκευές και δεν παίζει επιτραπέζια".
Η ερώτηση παραμένει. Και περιμένει διερεύνηση, εάν όλα αυτά τα σούπερ-ταλαντούχα αγοράκια για τα οποία καυχιώνται οι μαμάδες των φίλων του γιού μου παίζουν κάτι άλλο στο σπίτι τους εκτός από ηλεκτρονικά... 

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

"για καλό σκοπό"


Ο χώρος ήταν "ότι έπρεπε". Μεγάλος, κεντρικός, φωτεινός, και κοντά σε μετρό. Ευγενική προσφορά του περιοδικού "Αρδην". Την Παρασκευή το βράδυ φορτώσαμε μέχρι σκασμού 4  αυτοκίνητα από την αποθήκη στα Πατήσια: κούτες με βιβλία, ρούχα, κρεμάστρες, μικροαντικείμενα, ράφια, παπούτσια, σιντί και ντιβιντί (τα αυτοκίνητα ήδη περιείχαν λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, χειροτεχνίες, τσιπουρόμελο, αγουρέλαιο, τάβλες, υλικά συσκευασίας και αναρίθμητα άλλα χρειαζούμενα σε ένα παζάρι). Δύσκολο να παρκάρεις στην Ξενοφώντος (και το πάρκινγκ από κάτω πανάκριβο). Κάποιοι αφού ξεφόρτωσαν, πάρκαραν μέχρι και 2 χιλιόμετρα μακριά, και απλά περπάτησαν.
Μέσα στο χώρο ένας οργασμός εργασιών και κινητικότητας: σκούπες, φαράσια, σκάλες ανοιγμένες, υφάσματα που απλώνονταν σε τραπέζια και τοίχους... Ο χώρος υπό κατασκευή, είχε ένα "industrial" ύφος, με καλώδια να κρέμονται και τοίχους γυμνούς σε σημεία, τάβλες και εργαλεία στις άκρες και στα δύο μεσαία κουτιά. Αλλοτε η αυτο-οργάνωση απέδιδε, άλλοτε βρισκόταν σε αδιέξοδο και κατέληγε σε διπλή δουλειά και ερωτήσεις πέρα-δώθε. Υπήρχε κέφι, βιασύνη, κούραση, χαρά, μικροπαρεξηγήσεις, έμπνευση, γκρίνια, χαμόγελα, άγχος - όλα. Οι έχοντες εμπειρία από "πιο οργανωμένα παζάρια" δυσανασχετούσαν και "έψαχναν τους υπεύθυνους", και οι υπόλοιποι απλά αυτενεργούσαν σε συνενόηση με τους διπλανούς τους. Από τις 5 το απόγευμα οι πρώτοι, και οι τελευταίοι έφυγαν στις 12 τα μεσάνυχτα. Μαζί με την ομάδα "ξεμπλογκάρισμα" θα εκτίθονταν έργα των κρατουμένων γυναικών, καθώς και έργα από τα εργαστήρια της "επανόδου" και ο χώρος μοιράστηκε ωραία. Οπως πάντα τον τελευταίο καιρό, δεν έλειψε η βοήθεια και από τους εθελοντές των "Δρόμων Ζωής" με τα υλικά, το κέφι, και την τεχνογνωσία τους. Και το παζάρι στήθηκε.





Οι αναρίθμητες κούτες βιβλίων (όλα δωρεές από ευγενικούς ανθρώπους) μπήκαν σε τάξη και τιμολογήθηκαν, τα λικεράκια, οι μαρμελάδες, τα τσίπουρα στολίστηκαν, το ίδιο τα ντιζαϊνάτα κεραμεικά και οι καρτούλες-κολλάζ, μαζί με το "γιουσουρούμ", τα ρούχα και τις τσάντες. Η φίλη μιας φίλης δώρισε τα ρούχα μίας αγαπημένης εκλιπούσας θείας, vintage κομμάτια ραμένα στο χέρι, μέσα σε μια καλοδιατηρημένη παλιομοδίτικη βαλίτσα ντυμένη με διακοσμημένο χαρτί. Μιά άλλη φίλη δώρισε τα κοσμήματα που της είχαν χαρίσει οι πρώην εραστές της, για να ελευθερώσει χώρο και να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες αναμνήσεις τους. Ολα τα αντικείμενα βρήκαν τη θέση τους στο ράφι του παζαριού, στη γκαρνταρόμπα και στις μπιζουτιέρες των ενδιαφερόμενων.



Οι κρατούμενες, όπως πάντα, ζωγράφισαν



Και η "Επάνοδος" με τους εργαζόμενους και τους ακούραστους εθελοντές της είχε τα δικά της χειροτεχνήματα, κάποια από τα οποία έβλεπες και εν τη γενέσει τους από τα ακούραστα χεράκια της κυρίας


Πέρα από τον όποιο "καλό σκοπό" για τον οποίο γίνεται ένα παζάρι, ή μια οποιαδήποτε κίνηση ευαισθητοποίησης των συμπολιτών μας, αυτό που μένει νομίζω μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που συμμετέχουν είναι μία ωραία αίσθηση συντροφικότητας: βρίσκεσαι, μιλάς, εργάζεσαι μαζί με ανθρώπους που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα βρισκόσουν (άλλες γειτονιές, άλλες παρέες, άλλες κοινωνικές τάξεις, άλλα χούγια γενικώς). Οι σχέσεις είναι ελεύθερες - αν δεν σου αρέσει κάτι σηκώνεσαι και φεύγεις, κι αν μείνεις, μένεις συνειδητά. Δεν δεσμεύεσαι από τίποτα άλλο εκτός από την ελεύθερη βούλησή σου και τη συνείδησή σου. Βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο σκοπό, που κινούνται από την ίδια φλόγα - κι ας είναι τόσο αλλιώτικοι από σένα.  Μπορεί στην πορεία να ανακαλύψεις κοινά ενδιαφέροντα ή φίλους ή εμπειρίες, μπορεί και όχι. Μοιράζεσαι τα χαμόγελα ενός κοινού "αγώνα", κι αυτό είναι πολύ γλυκό κι ενδυναμωτικό συγχρόνως. Είναι σίγουρα ένα από τα στοιχεία που μας κρατάνε ανθρώπους.


Και επειδή μ' αυτά και μ' εκείνα παρέλειψα να πω για ποιό παζάρι συζητώ, ιδού:

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ενα απόγευμα με την Patricia Oriti

Γι αυτή τη δασκάλα είχα ακούσει πολλά. Αγαπημένες φίλες μου πήγαιναν και ξαναπήγαιναν στα μαθήματά της κάθε που ερχόταν στην Ελλάδα, κι είχαν να λένε πόσο τις βοηθούσε και τις απελευθέρωνε. Για διάφορους λόγους (που είχαν να κάνουν με τον προγραμματισμό του χρόνου και την οικονομική μου κατάσταση) δεν είχα καταφέρει ποτέ να την ακούσω, παρότι η εκπαίδευση ήταν μέσα  στα ενδιαφέροντά μου, και πάντα έψαχνα να εμπλουτίσω τις γονεϊκές μου ικανότητες με νέα εργαλεία. Η Πατρίσια Ορίτι είναι δασκάλα του Μοντεσσοριανού συστήματος, μαμά και γιαγιά, και μιλά σε γονείς και εκπαιδευτικούς σχετικά με την ανάπτυξη και τις ανάγκες των παιδιών σε διάφορες ηλικίες, σύμφωνα με τις θεωρίες της Μαρίας Μοντεσσόρι όπως επιβεβαιώνονται και από την δική της πείρα. Το θέμα της είναι κυρίως τι μπορεί να κάνει κάποιος ως γονέας, στο σπίτι, για να βελτιώσει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών σε κάθε φάση της ανάπτυξής τους.

Φέτος υπήρξα τυχερή και τα κατάφερα να πάω να την ακούσω ένα απόγευμα να μιλά για τα παιδιά του δημοτικού, για τα στάδια της ανάπτυξής τους, για τις νοητικές και υπαρξιακές τους ανάγκες, και για κάποιες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Αυτή  τη στιγμή έχω ένα παιδί στο δημοτικό, και σκέφτηκα οτι πέρα από την περιέργειά μου για τη γυναίκα αυτή, θα έβαζα σε τάξη τις σκέψεις μου σχετικά με αυτό το στάδιο ανάπτυξης, και θα έφευγα με νέες γνώσεις... Σημειωτέον οτι τα δυό μικρότερα παιδιά μου είχαν πάει σε μοντεσσοριανό νηπιαγωγείο, και παλιότερα είχα μελετήσει ότι υπήρχε στα ελληνικά σχετικά με την μοντεσσοριανή εκπαίδευση (που φυσικά μου άρεσε!).

Ο χώρος που έγινε η ομιλία με προδιέθεσε πολύ γλυκά: όμορφα και έξυπνα φτιαγμένα έπιπλα από φυσικά υλικά, και γύρω-γύρω βοηθήματα (υλικά) μοντεσσοριανής εκπαίδευσης: οι γνωστές χάντρες μέσα στα συρματάκια με τις οποίες τα παιδιά ασκούνται στα μαθηματικά, οι ξύλινοι χάρτες-πάζλ για τη γεωγραφία, τα τελάρα όπου τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μαθαίνουν να δένουν κόμπους και φιόγκους και να κουμπώνουν κουμπιά, κτλ. Είχα χρόνια να τα δώ αυτά, και ξύπνησαν μέσα μου μια γλυκειά νοσταλγία μαζί με την (άλλοτε επίμονη) σκέψη "γιατί να μην μαθαίνουν όλα τα παιδιά με αυτόν τον τρόπο;"

Η Πατρίσια ήταν μιά γλυκειά, μικροκαμωμένη, κομψή, ζεστή και γελαστή γκριζομάλλα γιαγιά. Μιλούσε άνετα χωρίς πολλές-πολλές σημειώσεις, άφηνε τη ροή των νοημάτων και της ενέργειας να την καθοδηγήσει περισσότερο, με άριστη συνεργασία παύσεων και νοηματικών ενοτήτων με τη διερμηνέα της, τη Μαρία. Με εντυπωσίασε η σιγουριά με την οποία πατούσε στις γνώσεις της, και η άνεσή της να αφηγείται προσωπικά παραδείγματα από τη ζωή της δικής της οικογένειας. Αυτό το τελευταίο το θεωρώ δύσκολο: οι άνθρωποι που δίνουν προσωπικά παραδείγματα είτε είναι υπερβολικά φειδωλοί (αφενός για να μην "εκτίθενται", αφετέρου για να μη χαρακτηριστούν οτι περιαυτολογούν), είτε περιαυτολογούν (δηλαδή αυτοπροβάλλονται μέσα απ' αυτά, σου δίνουν μια αίσθηση του "κοίτα πόσο φοβερός είμαι που το κάνω αυτό"). Η Πατρίσια βρισκόταν χαλαρά επάνω στη χρυσή τομή, κι αυτό έκανε την ομιλία της ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. 

Σαν καλή μαθήτρια κράτησα σημειώσεις και γράφω εν συντομία αυτά που θεώρησα πιο σημαντικά, επειδή για κάθε θέμα που άγγιξε θα μπορούσα να αφιερώσω κάλλιστα μία ανάρτηση... 

Σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης, λοιπόν, (η πρώτη 0-6, η δεύτερη 6-12, η τρίτη 12-18) τα παιδιά παίρνουν αποστάσεις από τη στενή οικογένεια, και στη ζωή τους αρχίζουν να μετρούν οι γνώμες των ομηλίκων τους. Στην πραγματικότητα εξερευνούν τις έννοιες της κοινωνίας, της κοινωνικής ένταξης, των ρόλων του ηγέτη και του ακόλουθου, την έννοια της διαπραγμάτευσης, του πώς είναι (και πώς να είναι) κανείς με τους φίλους του. Ειδικά τα παιδιά των 9-12 ετών αρέσκονται να "ντύνονται" διάφορες προσωπικότητες, προκειμένου να δουν πώς αισθάνεται κάποιος που είναι έτσι, ή σκέφτεται αλλιώς, ή  φέρεται αλλιώτικα (σε μικρότερες ηλικίες τα παιδιά αρέσκονται να ντύνονται με στολές διάφορες και να παίζουν, όπως ξέρει κάθε μαμά που δεν κρύβει τα αποκριάτικα στο πατάρι μετά τις απόκριες!).

Το πολύ σημαντικό, για μένα, είναι το οτι σ' αυτή την ηλικία τα παιδιά αναπτύσσουν ένα αληθινό πάθος για το σωστό και το ηθικό. Μιλούν για το δίκιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό - και θέλουν να γνωρίζουν τα όρια μεταξύ  αυτών. Γι αυτό συχνά έρχονται και μας "μαρτυράνε" το τι έκαναν τα αδέλφια τους: η ψυχή τους θέλει να γνωρίζει "ήταν καλό αυτό που έκανε; δεν ήταν; πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή;" Τα παιδιά περιμένουν να καθοδηγηθούν από τους ανθρώπους που αγαπούν και σέβονται. 

Μέσα στην προσπάθειά τους να ανιχνεύσουν το καλό και το ηθικό, και να εμπνευστούν από αυτό, αναπτύσσουν το θαυμασμό προς τους ήρωες. Δυστυχώς στις μέρες μας "ήρωες" είναι οι διασημότητες (ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, πολιτικοί), οπότε καλό είναι να τους μιλάμε για ανθρώπους που έδειξαν αληθινό ηρωισμό, δικαιοσύνη, αυταπάρνηση, ακεραιότητα, θάρρος. Η ψυχή των παιδιών στο στάδιο αυτό της ανάπτυξης διψά για υψηλά ιδεώδη και μεγάλες ιδέες. 

Εδώ σκέφτομαι οτι το σχολείο μας δίνει σχηματικά και μόνο  τους αγωνιστές του '21 και τους στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου, χωρίς να γίνεται εμβάθυνση στην έννοια του ηρωισμού και των αξιών πέρα από την υπεράσπιση της πατρίδας... και βέβαια δεν μας μιλά για άλλους ανθρώπους που επέδειξαν υψηλά ιδεώδη στην ανθρωπότητα, όπως ο Γκάντι, η Μητέρα  Τερέζα, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, κ.α.

Σε αυτή την ηλικία αναπτύσσεται επίσης και η αίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στους άλλους - του αντίκτυπου που έχουν οι πράξεις μας στις ζωές των συνανθρώπων μας. Αναπτύσσεται η ενσυναίσθηση. Τώρα είναι η ώρα να μιλήσουμε στα παιδιά μας για το σεβασμό στη ζωή, το σεβασμό στο περιβάλλον, την φροντίδα του πλανήτη, την "οικολογική συνείδηση" όπως λέμε.

Ο λόγος μας είναι ο δεσμός μας με το παιδί. Τα παιδιά εκτιμούν την ειλικρίνεια, είναι και τα ίδια πολύ ειλικρινή, και στη συνάντησή τους μαζί μας χτίζουν την δική τους ακεραιότητα: ο λόγος μας πρέπει να είναι αφενός «συμβόλαιο» αφετέρου να υποστηρίζεται από τις πράξεις μας και τη ζωή μας. Σ’ αυτή την ηλικία τα παιδιά μισούν τις χλιαρότητες και το ναι-μεν-αλλά, οπότε πρέπει να κάνουμε πράξη τα λόγια μας. Εχουν ισχυρό αίσθημα δικαίου, και απαιτούν από εμάς τους μεγάλους να είμαστε ακέραιοι: δίκαιοι και ειλικρινείς, με υψηλά ιδανικά.  Εξαρτώνται από εμάς, από την ηρεμία και τις αξίες μας για να δουν την προοπτική των πραγμάτων...

Μέσα στα πλαίσια αυτά, στην ηλικία αυτή τα παιδιά δεν πολυδέχονται τα όρια που θεωρούν αυθαίρετα. Απαιτούν εξηγήσεις. Είναι η ηλικία της αυθάδειας, γιατί τα παιδιά αντιμιλάνε και αντιδρούν σε όρια/απαγορεύσεις/απαιτήσεις που δεν θεωρούν σωστές (αν και δεν μπορούν πάντα να το εκφράσουν σωστά ή κομψά)… Δεν πρόκειται όμως απαραίτητα για αυθάδεια αλλά για απορία που απορρέει από ηθική διερεύνηση. Οπότε τα όρια πρέπει να εξηγούνται με ηρεμία και σαφήνεια, και να πηγάζουν από το σύστημα αξιών της οικογένειας. Πρέπει πάντα να ρωτάμε τον εαυτό μας «γιατί βάζω όριο εδώ; Από ποια ανάγκη ή αξία πηγάζει;» Με άλλα λόγια σ' αυτή τη δεύτερη φάση ανάπτυξης είναι που τα παιδιά βάζουν τα θεμέλια της ηθικής τους προσωπικότητας, η οποία "πατάει" επάνω στις δικές μας προσωπικές και κοινωνικές αξίες.

Το ζήτημα είναι, θέλουμε τα παιδιά μας να αποκτήσουν αυτό που λέμε "ηθική προσωπικότητα";  Πόσο πιστεύουμε οτι "στον κόσμο αυτό που ζούμε" μετράνε οι ηθικές αξίες; Και αν το παιδί μας το πούνε "μαλάκα" επειδή δεν φρόντισε πρωτίστως το προσωπικό του συμφέρον αλλά έκανε αυτό που πίστευε οτι ήταν το σωστό; Καθημερινά βλέπουμε οτι "επιτυγχάνουν" οι επιτήδειοι, ανήθικοι, ψεύτες και κλέφτες. Στην Ελλάδα σήμερα η έννοια της ακεραιότητας και της ηθικής φαίνεται να έχει εκλείψει στον δημόσιο βίο τουλάχιστον, όπως στον ιδιωτικό φαίνεται πως η πίστη στις ανθρώπινες αξίες και η ελπίδα είναι αγαθά εν ανεπαρκεία. Πώς να τα εμφυσήσουμε στα παιδιά μας;

Πρέπει να τα βρούμε πρώτα μέσα μας. Οταν κάποια μαμά ρώτησε την Πατρίσια κάτι σχετικό, εκείνη είπε πως μπορούμε να πούμε στα παιδιά μας οτι κρίσεις υπήρξαν σε πολλές ιστορικές περιόδους, αλλά οτι οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν τρόπους να τα καταφέρνουν να επιβιώσουν, μια που οι κρίσεις  και οι δυσκολίες πάντα ξυπνούσαν την αγωνιστικότητα και την δημιουργικότητα μέσα στον άνθρωπο... Η ελπίδα βρίσκεται πανταχού παρούσα, εάν θέλουμε να κοιτάξουμε προσεκτικά και να τη δούμε.

 Αυτό που μου έμεινε από την ομιλία της Πατρίσια, πέρα από την γλυκειά και ήρεμη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η παρουσία και τα λεγόμενά της, και πέρα από τις πρακτικές συμβουλές σχετικά με το τι να κάνουμε με τα παιδιά στο σπίτι, είναι οτι τα παιδιά έχουν βαθειά ανάγκη από σταθερές και υψηλές ηθικές αξίες. Οτι αυτές οι αξίες χτίζονται σ' αυτό το δεύτερο στάδιο. Και οτι περιμένουν να τις πάρουν πρωτίστως από την οικογένειά τους. Η δική μου ελάχιστη εμπειρία λέει, δε, οτι τα παιδιά  ανιχνεύουν θαυμάσια μέσα μας την αλήθεια μας, είτε την εκφράζουμε είτε όχι, και ανιχνεύουν με ακρίβεια την ακεραιότητά μας. Αυτή την ακεραιότητα (μικρή, μεσαία, μεγάλη, όποια είναι) παίρνουν σαν μπούσουλα για να ζήσουν τη ζωή τους, με τις αξίες μας πορεύονται. Και αυτό, όσο νά 'ναι, με φοβίζει.



Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Τα εξωσχολικά

"Στην εποχή μου" η λέξη εξωσχολικά πάντα αναφερόταν στα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζαμε (ή δεν διαβάζαμε), σε βιβλία που δεν είχαμε να διαβάσουμε για το σχολείο, τελοσπάντων. Θυμάμαι την αξία που έδιναν πολλοί γονείς (μαζί και οι δικοί μου) στο διάβασμα των εξωσχολικών βιβλίων, για τη διεύρυνση των γενικών γνώσεων περί του κόσμου, και τον εμπλουτισμό του λεξιλογίου των παιδιών τους. Ηταν μια εποχή που δεν έδινε πολλά ερεθίσματα στα παιδιά (σε σχέση με σήμερα), διαδίκτυο δεν υπήρχε, η ελληνική τηλεόραση είχε δύο πολύ προβλέψιμα κανάλια, το ραδιόφωνο επίσης μόνο κρατικούς σταθμούς (ακούγαμε κανα ακαταλαβίστικο θεατρικό, και στην εφηβεία Γιάννη Πετρίδη), τα περιοδικά κι αυτά περιορισμένα (διαβάζαμε Μίκυ Μάους και Αστερίξ). Υπήρξα τυχερό παιδί, γιατί έκανα χορό και μουσική από μικρή. Διάβαζα, επίσης, ακατάπαυστα αμέτρητα εξωσχολικά βιβλία. Είχα χρόνο για να διαβάσω...
Στα δικά μου παιδιά αποφάσισα να δώσω την ευκαιρία να ζητήσουν εκείνα ποιά εξωσχολική δραστηριότητα θα ήθελαν να κάνουν, θεωρώντας οτι αυτό είναι η σωστότερη προσέγγιση. Ηθελα να τα επιβαρύνω με τις δικές μου επιθυμίες και απωθημένα όσο λιγότερο γινόταν. Η πρώτη κόρη ζήτησε μόνη της, στη β δημοτικού, να πάει σε ωδείο. Η δεύτερη ζήλεψε και ακολούθησε. Στην αρχή καθόταν (νηπιαγωγάκι ακόμα) και άκουγε πολύ προσεκτικά το μάθημα της μεγάλης, και μετά ζήτησε κι εκείνη. Κάποια στιγμή ακολούθησε και ο μικρός. Τέσσερα όργανα έχουν ξεκινήσει να παίζουν, κι ακόμα ψάχνονται και δοκιμάζουν. Το οτι δεν "προχωράνε" σ' ένα όργανο, να το "μάθουν καλά", με στενοχωρεί, αλλά όσο και να δοκίμασα να πιέσω προς αυτή την κατεύθυνση, οι εσωτερικοί τους λόγοι ήταν πάντα πιο ισχυροί, μου φαινόταν, και τελικά τους έκανα το χατίρι, όχι χωρίς εσωτερική σύγκρουση και διαπραγμάτευση...
Και προχωρώ στην αφορμή για να γράψω τούτο εδώ. Τις προάλλες πήγα στην πρώτη συνάντηση γονέων για τη θεατρική ομάδα του σχολείου, στην οποία ήθελε φέτος να συμμετέχει ο γιός μου. Με εντυπωσίασε (και πάλι) το πόσες εξωσχολικές δραστηριότητες είχαν κάποια παιδιά, στις μικρές, ήδη, τάξεις του δημοτικού, κι έκανα μια μικρή  δημοσκόπηση. Κάποια (ελάχιστα) παιδιά έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα (ναι, για τα μαθήματα του σχολείου). Ενας μικρός αριθμός παιδιών έκαναν κάποιο μουσικό όργανο, κάποια έκαναν μάλιστα δύο. Αρκετά παιδιά έκαναν σκάκι. Αρκετά είχαν έρθει και για τη θεατρική ομάδα, η οποία φέτος είχε αυξημένη συμμετοχή. Πολλά κοριτσάκια έκαναν ρυθμική, ή μπαλέττο, ή ενόργανη γυμναστική.  Τα περισσότερα αγοράκια έκαναν είτε τάεκβοντό, είτε ποδόσφαιρο, είτε κάποιο άλλο άθλημα (είτε 2-3 αθλήματα). Ολα τα παιδάκια έκαναν αγγλικά (κάποια έκαναν και δεύτερη ξένη γλώσσα). Τίποτα από όλα αυτά, προφανώς, δεν θεωρώ κακό. Απλά με σόκαρε να ακούω από μαμάδες να μιλούν για 4-5 απογεύματα την εβδομάδα "κλεισμένα" με εξωσχολικές δραστηριότητες εκτός σπιτιού, και με προβλημάτισε η εξ ορισμού προτεραιότητα που έδιναν όλοι και όλες στις ξένες γλώσσες.
Σκεφτόμουν οτι πριν την ανάγκη της επικοινωνίας (και της συνδιαλλαγής) σε μια ξένη γλώσσα, ένας άνθρωπος έχει ανάγκη να εκφραστεί και να συνδιαλλαγεί στη δική του: και στη δική του μητρική γλώσσα (τα ελληνικά, λ.χ.) αλλά και να βρεί τρόπους αυτοεξερεύνησης και αυτοέκφρασης μέσα από την Τέχνη. Να εξερευνήσει τον εαυτό του μέσα από τα χρώματα, τις νότες, το σώμα του το ίδιο. Και να παίξει, φυσικά. Από την εποχή του Πλάτωνα είναι γνωστό οτι το παιχνίδι και η Τέχνη, που τόσο συχνά δεν ξέρουμε πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο, δεν είναι μια απλή ψυχαγωγία. Εκτός από την απόλαυση που προσφέρουν βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με  το Κάλλος και την Αρμονία, να εσωστραφεί και να βιώσει τη δημιουργικότητα, τη συνεργασία - βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του και να δομήσει την προσωπικότητά του.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, υπάρχει η ανάγκη στον κάθε άνθρωπο (πολλώ δε μάλλον στα παιδιά) να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να τον εκφράσουν, να εμπλουτίσουν την εμπειρία του 'είναι' τους, και από την άλλη υπάρχει η "ανάγκη" να πλουτίσουν τις γνώσεις τους μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα... Λέω "ανάγκη", γιατί δεν ξέρω πόσο πραγματικά πηγάζει από το βάθος του 'είναι' ενός παιδιού στην ηλικία αυτή το να μάθουν μια δεύτερη ή και τρίτη γλώσσα. Αυτή είναι μια "ανάγκη" η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, κατασκευάζεται από την πρακτική σκέψη των γονέων, για να ανταποκριθεί στο μελλοντικό "έχειν" των παιδιών τους ("να έχει ένα παραπάνω εφόδιο στη ζωή" λέμε συχνά, για να δικαιολογήσουμε τις έξτρα ώρες που το παιδί μας μελετά - ενώ μέσα του βαριέται, ή βρίζει, ή θάβει την αληθινή του υπαρξιακή ανάγκη). Οι ξένες γλώσσες προσφέρονται ιδιαίτερα, μάλιστα, για να κάνουν ένα γονιό κι ένα παιδί να νιώθει "επιτυχημένος", γιατί προσφέρουν απτά ποσοτικά "πειστήρια απόδοσης", τα διάφορα πτυχία και διπλώματα.
Σκεφτόμουν οτι εάν είναι κάτι που χρειάζονται περισσότερο οι νέοι άνθρωποι (τα παιδιά) προκειμένου να μη γίνουν ανερμάτιστα πιόνια της κάθε κυρίαρχης αντίληψης και μισαλλοδοξίας είναι ακριβώς το να δομήσουν την προσωπικότητά τους πάνω σε στέρεες βάσεις.  Σκεφτόμουν επίσης οτι είναι ευκολότερο να καταλάβεις ποιός είσαι τραγουδώντας, χορεύοντας, ή φτιάχνοντας κατασκευές, παρά μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα. Είναι επίσης μάλλον ευκολότερο να καταλάβεις τον εαυτό σου σε σχέση με τους γύρω σου (σ' αυτές τις μικρές ηλικίες) παίζοντας ένα ομαδικό παιχνίδι ή ασκούμενη σε μια πολεμική τέχνη (εάν ο δάσκαλος είναι καλός), παρά μαθαίνοντας τα ανώμαλα ρήματα της ισπανικής γλώσσας, π.χ.
Οντας δε εγώ η ίδια στο παρελθόν καθηγήτρια ξένων γλωσσών, έχω παρατηρήσει οτι μια γλώσσα τη μαθαίνεις ουσιαστικά (γίνεσαι λειτουργικός σ' αυτήν) είτε όταν ξεκινάς να τη μαθαίνεις πριν από τα 3 σου χρόνια, είτε όταν έχεις αληθινό κίνητρο και ενδιαφέρον γι αυτήν: όταν θέλεις κάτι να μελετήσεις/διαβάσεις σ' αυτή τη γλώσσα, ή όταν θέλεις διακαώς να επικοινωνήσεις με κάποιον, ή όταν πάς να ζήσεις στη χώρα που μιλιέται, ή, κάποιες φορές, όταν απλά σου αρέσει το άκουσμά της...
Είναι δύσκολο να μάθεις να μιλάς μια ξένη γλώσσα ζώντας σε ένα περιβάλλον όπου μιλιέται μία άλλη γλώσσα, με 2-3 ώρες την εβδομάδα μάθημα, και άντε άλλες 2-3 ώρες την εβδομάδα "διάβασμα". Οσοι μιλάμε καλά μια γλώσσα έχουμε συνειδητοποιήσει οτι η γνώση της γλώσσας είναι εμπειρία και αγάπη. Και δεν "τελειώνει" με ένα πτυχίο, σίγουρα.
Οι περισσότεροι σημερινοί γονείς, όμως, έχουν άλλη άποψη (κρίνοντας από τη μικρή μου άτεχνη στατιστική). Θεωρούν την ξένη γλώσσα ένα σημαντικό επαγγελματικό εφόδιο (που είναι, φυσικά), και ως τέτοιο το θεωρούν εκ των ουκ άνευ στην εξωσχολική εκπαίδευση των παιδιών τους... Κι ας είναι η επαγγελματική αποκατάσταση κάτι για το οποίο ούτε σίγουρος είναι κανείς, ούτε μπορεί με ακρίβεια να προβλέψει (το μέλλον, ως γνωστόν, δεν είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε). Οι τωρινές μας σκέψεις και οι φόβοι μας (ημών των μεγάλων) είναι αυτό που μας δίνει την ψευδαίσθηση οτι "πρέπει αυτό", "χρειάζεται εκείνο" "να εφοδιαστούμε για το.." Ολο και συχνότερα σκέφτομαι και συνειδητοποιώ οτι ο μέσος γονέας δεν μπορεί ούτε να φανταστεί το τι τελικά θα κάνει το παιδί του όταν μεγαλώσει, κι ας πιστεύει (ή φοβάται) το αντίθετο! Εξάλλου πόσοι από τους γονείς των σημερινών web designers φαντάζονταν καν την ύπαρξη αυτού του επαγγέλματος όταν τα παιδιά τους πήγαιναν στο δημοτικό;
Κάτι λοιπόν η ξένη γλώσσα, κάτι τα αθλήματα και οι καλλιτεχνικές ενασχολήσεις (και ναι, κάποιοι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να τα κάνουν "όλα" όσα μπορεί η τσέπη τους να τους προσφέρει), ένα μέσο παιδί δημοτικού της βορειοανατολικής Αττικής δεν έχει χρόνο να κάτσει... έτσι, να κάτσει... να χαζέψει... να παίξει κάτι δικό του... να διαβάσει ένα εξωσχολικό (που λέγαμε) βιβλίο... ν' ακούσει μουσική... να βαρεθεί, στην τελική, και έτσι να ανακαλύψει με τι θέλει πραγματικά ν' ασχοληθεί! Να μάθει, δηλαδή, κάτι για τον εαυτό του.
Μα, μου λένε κάποιοι, ΟΛΟΙ κάνουν αγγλικά στα παιδιά τους, εγώ θα διαφέρω; Εδώ, μια φίλη αναφέρει το ανέκδοτο με τις διατροφικές προτιμήσεις των μυγών... Και προφανώς δεν είμαι κατά των ξένων γλωσσών, νιώθω υπέροχα που μπορώ να επικοινωνώ με ανθρώπους από τόσα μέρη του κόσμου και ν' ανταλάσσω σκέψεις κι ιδέες, και το ίδιο θέλω και για  τα παιδιά μου. Πρώτα όμως θέλω να βρούν τον εαυτό τους, να δουν τι θέλουν τα ίδια. Και θέλω να έχουν χρόνο δικό τους, ολόδικό τους, να τον κάνουν ότι θέλουν...

να μου θυμίζουν κάτι τέτοια
http://www.youtube.com/watch?v=SoH-7__Q4Vk



Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Μια ματιά στο μέλλον

Δεν είμαι μελλοντολόγος, ούτε καν συμπαθώ αυτή την συνoμοταξία. Μου αρέσει όμως να οραματίζομαι ωραία πράγματα, και αυτό μέχρι τώρα με έχει πάει καλά στη ζωή μου και ως άνθρωπο, και ως μαμά. Αυτό το ποστ και ο τίτλος του προέκυψε από μία σκέψη που έκανα χτες, ακολουθώντας την πορεία των μαθητών των Μουσικών και Καλλιτεχνικών σχολείων στο κέντρο της Αθήνας. 
Το αίτημα των παιδιών είναι να μπορούν να έχουν πρόσβαση στα σχολεία τους (να αποκατασταθεί το ζήτημα της μεταφοράς τους με δωρεάν πούλμαν), μια που τα σχολεία αυτά είναι δια-δημοτικά, και τα παιδιά έρχονται από πολύ μακριά. Μαθαίνω οτι από το καλοκαίρι έχουν αρχίσει μάλλον αδιέξοδες διαβουλεύσεις ανάμεσα στα Υπουργεία, στην Περιφέρεια, και στους ιδιοκτήτες των πούλμαν σχετικά με τη συνέχιση της τόσο αναγκαίας (και μέχρι τώρα δεδομένης) αυτής παροχής. Οπως συχνότατα γίνεται με τους καυγάδες των μεγάλων, τα παιδιά που βρίσκονται ανάμεσα μένουν ζημιωμένα χωρίς το φταίξιμό τους.
Τα παιδιά λοιπόν διαδήλωσαν, μαζί με τους γονείς και τους καθηγητές τους, που κάποιοι ήταν μέσα και κάποιοι σχημάτιζαν διακριτική προστατευτική αλυσίδα στα πλάγια της πορείας τους.



Τα συνθήματα που ακούγονταν ήταν πολλά. Ξεχώρισα δύο: "Δεν είμαστε αλήτες που κλείνουμε σχολεία, θέλουμε μεταφορά και δωρεάν παιδεία", και "με κιθάρες, όργανα, κρουστά, θα κατέβουμε στους δρόμους για ν' αλλάξουμε τους νόμους και να κάνουμε σχολεία μουσικά".



Τα Μουσικά και τα Καλλιτεχνικά σχολεία είναι μια μεγάλη ανάσα στην πολιτιστική ανομβρία της εν γένει σχολικής παιδείας της χώρας μας, και είναι σίγουρα οι μόνοι τόποι που δίνεται δωρεάν ουσιαστική καλλιτεχνική  παιδεία. Πρόκειται για μικρές πολύτιμες οάσεις, και όποιοι έχουν τη χαρά είτε να εργάζονται είτε να φοιτούν είτε να επισκέπτονται τα σχολεία αυτά, μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Δυστυχώς είναι λίγα. Δυστυχώς, επίσης, θεωρούνται ακριβά από το Υπουργείο Παιδείας (απασχολούν πολλές ειδικότητες εκπαιδευτικών), και φαίνεται οτι πολλοί ιθύνοντες θα χαίρονταν εάν έκλειναν (θα εξοικονομούνταν περισσότερα χρήματα για καινούργιες κουρτίνες, λ.χ., στο γραφείο του Υπουργού, ή αναβάθμιση των εργαλείων καταστολής των πολιτών, κτλ). Υπάρχουν πολλά "δυστυχώς" εδώ.


Υπάρχουν, όμως, και αρκετά "ευτυχώς". Ευτυχώς ακόμα υπάρχουν, και μορφώνουν (έστω και ένα μικρό) μέρος των ανήσυχων νέων της Ελλάδας. Μικρό μέρος, ναι. Θα θέλαμε μεγαλύτερο. Δεν χρειάζεται, όμως, πολύ προζύμι για να φουσκώσει το ψωμί. Αρκεί να είναι καλό. Ευτυχώς οι μαθητές, αλλά και οι καθηγητές τους είναι επαρκώς μαχητικοί για να αγωνίζονται. Οταν αφήνεις έναν άνθρωπο να ακολουθήσει αυτό που ποθεί η ψυχή του, εν προκειμένω την τέχνη, η μαχητικότητα βγαίνει φυσικά, αβίαστα, και με φαντασία. 







Και για να έρθω στο θέμα του μέλλοντος. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πορείας, καθώς προχωρούσε από το Υπουργείο Οικονομικών προς τη Βουλή, σκέφτηκα "στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα" και μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Μπορεί και να τα έβαλα για λίγο. Θύμωσα, και σκέφτηκα, γιατί δεν γυρνάνε όλα αυτά τα παιδιά να ρίξουν μια ομαδική μούτζα προς το Υπουργείο που τους στερεί την πρόσβαση στα σχολειά τους, και το είπα σε μια καθηγήτρια που περπατούσε πλάι μου. "Τα παιδιά μας έχουν ήθος", μου απάντησε. Καθώς προχωρήσαμε και φτάσαμε μπροστά στη Βουλή, και τα παιδιά ξεκίνησαν να παίζουν μουσική (κι όμως ναι, τον εθνικό ύμνο) να χορεύουν, να τραγουδούν, να παίζουν θέατρο και να ζωγραφίζουν με πολύχρωμες κιμωλίες το χώρο μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, συγκινήθηκα ακόμα περισσότερο. Και σκέφτηκα οτι αφήνουμε το μέλλον μας σε καλά χέρια. Σε άξια χέρια, που κινούνται με φαντασία, μεράκι, και καρδιά. 
Γιατί

και τα παιδιά μας το ξέρουν.









Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Δεκαπενταύγουστος

Οι τελετές σηματοδοτούν περάσματα. Γι αυτό εξάλλου κάνουμε και πάρτυ γενεθλίων, κι ας μην το καλοσυνειδητοποιούμε. Τα παλαιά χρόνια και σε διάφορες κοινωνίες υπήρχαν τελετές και γιορτές που τελούνταν και εορτάζονταν και είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα για την οικογένεια, τη φυλή, ή το λαό. Ο εορτασμός του Πάσχα στην Ελλάδα είναι μια τέτοια γιορτή, πανάρχαια, που κάθε θρησκεία που πέρασε από την περιοχή την έντυνε με τον δικό της θεό...
Μια τέτοια μέρα είναι για μας ο Δεκαπενταύγουστος. Δεν μεγάλωσα με καμιά Μαρία, ούτε είχα ιδιαίτερα θρησκευτική ανατροφή. Ισως επειδή υπήρχε η γιορτινή ατμόσφαιρα μέσα στο καλοκαίρι και ήταν όλοι μου οι φίλοι παρόντες στο χωριό που παραθερίζαμε, ίσως επειδή αργότερα είχα κάποιες "μεταφυσικές" εμπειρίες τις ημέρες πριν ή μετά, η μέρα αυτή ήταν πάντα ένα ορόσημο μέσα στο χρόνο. Ακόμα και μια χρονιά που βρέθηκα στην Αφρική τέτοια μέρα, πάλι σε γιορτινό τραπέζι βρέθηκα: η οικογένεια που με φιλοξενούσε γιόρταζε  την ανεξαρτησία της Ινδίας με απίστευτα εδέσματα, κρασί (έπιναν 1-2 φορές το χρόνο!) και προβολή της ταινίας "Γκάντι"! Τους είπα κι εγώ οτι κι εμείς γιορτάζουμε την αντίστοιχη θεά Κάλι (μας), και ήπιαμε λίγο παραπάνω.
Η μεγάλη μου κόρη ονομάστηκε Μαρία, από την αγαπημένη μου δασκάλα, και 'τάχθηκε' να γιορτάζει Δεκαπενταύγουστο. Και παρότι ιδιαιτέρως θρησκευόμενους δεν θα μας έλεγε κανείς, την ημέρα εκείνη πάμε στην εκκλησία και κοινωνούμε, σαν μια τελετή ετησίου "περάσματος"...
Στην αρχή στενοχωριόμαστε που η γιορτή της πέφτει καλοκαίρι και δεν μπορεί να γιορτάσει με τους φίλους της στο σχολείο, αλλά καθώς μεγάλωνε και έκανε παρέες στο χωριό που παραθερίζαμε, τα πάρτυ όλο και καλυτέρευαν. Την τελευταία χρονιά μας εκεί, μάλιστα, το πάρτυ ήταν ιδιαιτέρως ονειρικό, μέσα στον κήπο που φωτίζονταν μόνο με φαναράκια.


Το φετινό καλοκαίρι, παράξενο κι απροσδόκητο καθώς είναι, μας βρήκε στην Αθήνα: εμένα χωμένη στο ξεκαθάρισμα του σπιτιού, και τη νεαρά στην πατρική της γιαγιά μαζί με τα αδέλφια της (ζήτησα να είμαι μόνη για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα του σπιτιού και τα χαρτιά μου απερίσπαστη). Δυό-τρείς μέρες πριν, μου τηλεφωνεί και μου λέει οτι θέλει να έρθει από την παραμονή για να πάμε μαζί στην εκκλησία, και μετά  να ξαναπάει στη γιαγιά της να γιορτάσουν και εκεί. Ετσι κι έγινε.
Οταν ήρθε κοιμόμουν, κι όταν ξύπνησα  τη βρήκα να κοιμάται κι αυτή, καθιστή σ' έναν καναπέ στη δροσιά. Της έβαλα τα πόδια επάνω, και παρατήρησα πόσο βαριά είναι (μα τι περίμενα, το μωράκι των δεκαπέντε κιλών; αναρωτήθηκα) Ξυπνώντας την πήρα μαζί μου να ποτίσουμε τον κήπο μίας φίλης. Να πάμε μια βόλτα, μου λέει. Να πάμε, λέω. Καταλήξαμε χαλαρά στην πλατεία, μιλώντας και γελώντας. Να σε κεράσω παγωμένο γιαούρτι, μου πρότεινε. Και σκέφτηκα, ιδού: καταλαβαίνεις οτι το παιδί σου μεγάλωσε όταν σε κερνάει εκείνο, πλέον, για τη γιορτή του. Και συγκινήθηκα με τη σκέψη. Τα πήραμε στα χέρια, εγώ  το γιαουρτάκι μάνγκο, εκείνη το φραουλένιο smoothie, και διαλέξαμε ένα ήσυχο παγκάκι στην πλατεία. Μιλήσαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, κι ήταν τόσο γλυκιά η ατμόσφαιρα μεταξύ μας, κι αυτή  η γλύκα ήταν τόσο φυσική. Την παρατηρούσα, μεγάλη κοπέλα πια, με τα μεγάλα σκεπτόμενα μάτια και το ευγενικό της χαμόγελο, και μου φαινόταν ένα μεγάλο ζωντανό θαύμα. Ενα θαύμα που με τίμησε με την παρουσία του πλάι μου και είναι έτοιμο πια να ταξιδέψει για τα δικά του λιμάνια. Τεράστια περηφάνια και ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Η χαρά μιας τέτοιας  σχέσης ξεπερνά τα λόγια (κι έχει προ πολλού ξεπεράσει τη φαντασία μου). Γυρίσαμε χωρίς να  σταματήσουμε να μιλάμε και να γελάμε, (από άλλο δρόμο για να αποφύγουμε έναν γνωστό της που βαριόταν!) και το βράδυ χαζέψαμε εικόνες και φωτογραφίες από τους υπολογιστές μας.
...Το πρωί στο τσακ προλάβαμε τη θεία κοινωνία. Αφού έφυγε ο κόσμος καθίσαμε και χαζέψαμε την εικονογράφηση της εκκλησίας, η οποία γίνεται τμηματικά, σχολιάσαμε το χρώμα μωβ που πρέπει να αρέσει πολύ στον αγιογράφο (το βάζει παντού), μιλήσαμε  για χρώματα και νότες, και γυρίσαμε. Κι επειδή γιορτή χωρίς γλυκό δεν γίνεται, ξαναπήγαμε στην πλατεία, και με τον σύντροφό μου αυτή τη φορά, και φάγαμε τριπλή δόση γλυκού με παγωτό και γλυκό, με σαντιγί, σιρόπι καραμέλας, σοκολάτας, μπανάνας, με τρούφα, καραμελωμένους ξηρούς καρπούς, και αγάπη, πολλή αγάπη.
Αλλος ένας Δεκαπενταύγουστος-σταθμός.