Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις για το θάνατο

Κάποια ώρα στη ζωή τους τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο.

Επειδή στο σπίτι έχουμε ζωάκια, που όλο έρχονται και φεύγουν, έχουμε εμπειρίες πολλές …

Πριν από τέσσερα χρόνια πέθανε η Αύρα. Η Αύρα ήρθε στη ζωή μας σαράντα ημερών Δαλματάκι, όταν εγώ κυοφορούσα τη μεγάλη, κι έμεινε μαζί μας 9μιση χρόνια, μέλος της οικογένειας κανονικά. Δηλητηριάστηκε 3 φορές, τη σώσαμε, την τέταρτη κατέληξε – στην αγκαλιά μου, σε λιγότερο από 20 λεπτά. Ηταν στα 9α γενέθλια της πρώτης της φιλενάδας, του κοριτσιού που μεγάλωσαν μαζί… μεγάλο σοκ, απερίγραπτο, και για μήνες μετά τη νιώθαμε μαζί μας, δίπλα μας. Η εννιάχρονη φιλενάδα μας «άκουγε» και το γάβγισμά της, μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή. Της έλειπε πολύ το αγαπημένο ζωάκι. Ακόμα και σήμερα η ψυχούλα της γεμίζει θλίψη στη σκέψη της χαμένης Δαλματίνας της. Ο μικρούλης μας είχε πλέον κλείσει τα τρία, και μιλούσε (σχεδόν) καθαρά. Κάποια στιγμή ρώτησε «πού πήγε η Αύρα και άφησε το σώμα της να το θάψουμε». Ούτε θυμάμαι τι απάντησα. Για καιρό, όμως, αυτός, μας έλεγε ότι όταν θα μεγαλώσει θα γίνει πιλότος αεροπλάνου. Γιατί; «Για να ψάξω να βρώ την Αύρα στον ουρανό».

Μαζί με την Αύρα έφυγαν τα σκυλιά από τη ζωή μας και ήρθαν οι γάτες. Η πορτοκαλιά «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» βρέθηκε το Μάιο κάτω από ένα κουτί της ΔΕΗ στη Βασιλίσσης Σοφίας, και χάθηκε δια παντός μία κρύα νύχτα του Δεκέμβρη από το Χαλάνδρι, άγνωστο πώς ή για πού. Περπατήσαμε γειτονιές και ρούγες με δάκρυα στα μάτια, αλλά μας έσωσε το όνομά της, γιατί τα παιδιά θεώρησαν λίγο φυσικό μία εξερευνήτρια να μη μένει στο ίδιο μέρος για πολύ…

Ο Αλέξης και η Ντάλια μας ήρθαν την εποχή που βλέπαμε «Παρά Πέντε», εξ ού και τα ονόματα (παμψηφεί, και τα τρία παιδιά!) ως δύο ασπρο-τιγρέ χνουδόμπαλλες. Όταν ήρθε η ώρα της, η Ντάλια γέννησε τρία τιγρέ χνουδομπαλλάκια (εκεί βάφτισε ένα ο καθένας τους, χωρίς ψηφοφορία). Είκοσι μέρες αργότερα, με τα γατάκια να έχουν μετακομίσει στο κρεββάτι μου (από τη ντουλάπα του μικρού), η Ντάλια εξαφανίστηκε. Για πάντα. Ηξερα ότι πέθανε με κάποιο τρόπο, και το είπα στα παιδιά, για να μην την περιμένουν – μια μαμά-γάτα ποτέ δεν αφήνει τα γατάκια της τόσο μικρά παρά μόνο αν πεθάνει. Στενοχωρηθήκαμε, αλλά γρήγορα αφήσαμε τη σκέψη της γατούλας, για να επικεντρωθούμε στο να μεγαλώσουμε εμείς τα γατάκια (σύριγγες με γάλα, ειδική φωλίτσα, χαδάκια στα μωρά, κτλ, τα παιδιά βρήκαν ρόλο θετής μαμάς!). Ένα μήνα αργότερα, ανεβαίνει ο μικρός τη σκάλα τρέχοντας «μαμά, είδα τη Ντάλια!» «Πού την είδες, βρε αγόρι μου;» «Να, κοίτα απ’ το παράθυρο, έξω είναι». Κοιτάω, ήταν μία τεράστια ασπρόμαυρη γάτα. Ο νεαρός με πρόλαβε πριν μιλήσω. «Κάποιος κακός άνθρωπος ήρθε και την έβαψε ασπρόμαυρη, να μην τη γνωρίζουμε, και της έκλεψε και τη μνήμη, να μη θυμάται ούτε εμάς ούτε τα παιδάκια της!»

Δεν παύουν να με εκπλήσσουν, τ’ άτιμα.

Τώρα τελευταία, το εφηβάκι έχει αρχίσει να γυροφέρνει το θέμα του θανάτου – μία τα μαύρα ρούχα, μία τα δρακουλιάρικα μυθιστορήματα, μία οι νεκροκεφαλές (που είναι και της μόδας), μία η μουσική που ακούει… Κάπου γοητεύεται, κάπου φοβάται, κάπου κρυφά μάλλον θλίβεται. Αναγκαία στάδια, μάλλον. Εγώ παρατηρώ, ενθυμούμενη τον εαυτό μου σε παρόμοιες ηλικίες, προσπαθώντας να είμαι σταθερή στην αγάπη και την αποδοχή μου, προσπαθώντας να έχω εμπιστοσύνη στη διαδικασία και στο Σύμπαν… Με τρομάζει, αλλά ενίοτε έχει και πλάκα:

Τις προάλλες μου έλεγε πώς θα ήθελε να είναι ο τάφος της.

«Μαύρος, χωρίς τίποτα επάνω».

«Με μαύρο γρανίτη, εννοείς, παιδί μου;» Μ’ αρέσει που ζητάω και διευκρίνιση, αλλά είπα να μην την αποπάρω…

«Πφ! Ο γρανίτης είναι γυαλιστερός, εγώ δεν θέλω τίποτα γυαλιστερό, δε μ’ αρέσει!»

«Πολύ, πώς να το πώ, πένθιμο, ντεθάδικο, βρε παιδάκι μου»

«Εμ, για τάφο μιλάμε, ΟΕΟ! Τι θα είναι; Με γκραφίτι, ή τίποτα σπάνια είδη λουλουδιών όπως φαντάζομαι θα θέλεις τον δικό σου;»

«Ναι, ναι, ο δικός μου τάφος θέλω να είναι γκραφιτωμένος με ζωηρά χρώματα!» της λέω εγώ…

«Θα το φροντίσω, μην ανησυχείς!»

Εφηβοι…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου