Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Τα βροχερά απογεύματα


Βροχερό απόγευμα, μετά από μία μέρα που έφτιαχνα μαρμελάδα και ξεχάστηκα στον υπολογιστή. Τόσο εύκολο να ξεχαστείς στον υπολογιστή! Τα δύο εναπομείναντα παιδιά του Σαββατοκύριακου έπεσαν για ύπνο βαριόθυμα για τους δικούς τους λόγους το καθένα, ο ένας κουλουριασμένος στον καναπέ, η άλλη στο κρεβάτι του, με το κινητό αγκαλιά (της το πήρα).

Τέλος της εβδομάδας, μίας εβδομάδας ηλιόλουστης αλλά γεμάτης διαγωνίσματα, μίας εβδομάδας που δοκιμάσαμε να βάλουμε τάξη στα ωράριά μας και να κοιμόμαστε όλοι μας νωρίτερα – κάτι καταφέραμε, αν και χτες βράδυ που είπα να καθίσω στο γραφείο να μελετήσω, πάλι το ξενυχτήσανε τα άτιμα! (χωρίς εμένα στο σπίτι δεν κοιμάται κανείς) Ο καιρός σκοτείνιασε όπως προέβλεψε η μετεωρολογική, άρχισαν οι αέρηδες, άναψα τα φώτα, ανανέωσα το νερό στο βραστήρα για νέο τσάι. Ησυχία και σκοτάδι στο σπίτι, μόνο ο αέρας λυσσομανάει, ακούγονται τα πρώτα μπουμπουνητά. Προλαβαίνω να φέρω μέσα ξύλα και προσανάμματα για το τζάκι, ανάβω κεριά – δεν έχει έρθει ακόμα η καταιγίδα που θα αφήσει το ηλεκτρικό μας ανέπαφο! Είναι μια ώρα που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Μόνο να κάτσεις, άντε να διαβάσεις κάτι τις, και ν’ ακούς την καταιγίδα. Είναι η ώρα που οι σκέψεις τριγυρνούν και ταξιδεύουν. Γιατί ήτανε τόσο λυπημένο το μικρό μου; Είναι δυνατόν ένα τόσο ασήμαντο χαζοκαυγαδάκι στο σχολείο να τον έριξε σε τέτοια μαυρίλα; Κοιμήθηκε κλαίγοντας, κουλουριασμένος με την κουβέρτα του στον καναπέ, αρνούμενος κάθε προσφορά παρηγοριάς ή αγκαλιάς. Η κούραση της εβδομάδας όλη μαζεμένη; Αυτό σίγουρα ίσχυε για τη μεγάλη. Μουτρωμένη και ξέπνοη από τον ποδαρόδρομο με την πεντάκιλη τσάντα, έριξε μία ματιά στο φαγητό (ρεβυθόσουπα), έπεσε χωρίς κουβέντα στο κρεβάτι του αδελφού της και κοιμήθηκε πάραυτα. Το σπίτι μυρίζει μαρμελάδα νεράντζι. Νιώθω βαθιά συμπόνια για τα παιδάκια μου, θέλω να πάω από πάνω τους να τα χαϊδέψω, να τα ζουλήξω, να τα φιλήσω, αλλά φοβάμαι μην ξυπνήσουν. Εχω συγχρόνως και αυτή την σχεδόν ένοχη χαρά του «επιτέλους μόνη». Μου έχει μείνει από τότε που ήταν πολύ μικρά, που το να βρεθώ μόνη κι ήσυχη κατά τη διάρκεια της ημέρας ήταν η μεγαλύτερη πολυτέλεια που θα μπορούσε να μου προσφέρει το σύμπαν.

Πάντα μου άρεσαν οι βροχές και οι καταιγίδες. Σε αναγκάζουν να μείνεις μέσα και να εσωστραφείς, αν είσαι μόνη. Σε αναγκάζουν να μείνεις μέσα και να βρείς κάτι δημιουργικό να κάνεις όταν έχεις παιδιά, που κι αυτό καλό είναι (έχει πιο πολλή πλάκα από την εσωστρέφεια). Αυτή τη φορά θυμήθηκα εκείνο το ποίημα του Σεφέρη, που δεν θυμάμαι πώς λέγεται, αλλά ξεκινάει με το στίχο «λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν», και κάθεται μετά και θυμάται εκείνες τις συγκεκριμένες νύχτες με φεγγάρι που του άρεσαν. Πήγε να το παίξει αντισυμβατικός ο Σεφέρης, και καλά ότι ενώ όλοι οι ποιητές γράφουν για φεγγαρόλουστες βραδιές, εκεινού δεν του αρέσουν – αλλά τελικά, πάλι για τα φεγγάρια γράφει… Όπως και να ‘χει, αυτό το ποίημα σημάδεψε την εφηβεία μου. Σκέφτομαι κι εγώ και ανατρέχω όλα τα απογεύματα τα σκοτεινά από βαριά σύννεφα και μπουμπουνητά, στο σπίτι αυτό εδώ.

Ανοιξη, αρχές καλοκαιριού, η μεγάλη μου κόρη έχει κλείσει τα δύο, και είμαι έγκυος («ολίγον έγκυος») στη μικρή. Σκοτεινιάζει γρήγορα, μπουμπουνίζει φοβιστικά (κεραυνός στο διπλανό τετράγωνο), και η νεραϊδούλα γαντζώνεται επάνω μου. Φτιάχνω τσάι του βουνού, και βγαίνουμε στη βεράντα να το πιούμε, να βλέπουμε τη βροχή και τις αλλεπάλληλες αστραπές. Σε κάθε αστραπή χτυπάω παλαμάκια και μετράω μέχρι να έρθει το μπουμπουνητό. Η μικρή στην αγκαλιά μου το βρίσκει μάλλον διασκεδαστικό, παίζει και η «ιεροτελεστία» του τσαγιού (μέχρι τώρα η μαμά έπινε τσάι μόνο με τις φιλενάδες της) και ησυχάζει. Χτυπάμε παλαμάκια και μετράμε μαζί τα δευτερόλεπτα. Της εξηγώ την αναλογία χρόνου και απόστασης, και πώς το φως τρέχει πιο γρήγορα από τον ήχο, και με κοιτάει μαγεμένη. Τρέχει μέσα στο σπίτι, φοράει τις γαλότσες της, και βγαίνει με το κοντομάνικο και το σορτσάκι στη βροχή να χορέψει. Φιμώνω μέσα μου την «ελληνίδα μαμά», και βγαίνω κι εγώ! Καλή η επιστήμη, αλλά ο χορός καλύτερος!

Μετά από συζυγικό καυγά. Εκείνος φεύγει μη έχοντας αγγίξει το φαϊ, κι εγώ παίρνω βαθιές αναπνοές ενώ ταϊζω το καλικαντζαράκι, που έχει παρακολουθήσει όλη τη σκηνή με αμείωτο ενδιαφέρον. Η «μεγάλη», 4 ετών, έχει αποχωρήσει κι εκείνη από το τραπέζι λυπημένη παρά τις φωνές του μπαμπά της να γυρίσει να φάει. Ο ουρανός σκουραίνει, το γεύμα τελειώνει, πάμε να βρούμε τη θλιμμένη νεράιδα: είναι στο δωμάτιο και χαζεύει ένα βιβλίο. Συζητάμε λιγάκι, κι ανάβουμε φως. Δεν έχω το παραμικρό κέφι να παίξω, ούτε να διαβάσω παραμύθι, ούτε να φτιάξω πάζλ. Τίποτα. Τις παίρνω αγκαλιά, κι αποκοιμούνται. Αρχίζω να τραγουδάω σιγανά, μαζί με τη βροχή. Στο τέλος αποκοιμάμαι κι εγώ.

Στο δεύτερο μπουμπουνητό έπεσε το ρεύμα. Η βαριά βροχή άργησε να έρθει στα βόρεια, ενώ στα νότια προάστια έχει ήδη πλημμυρίσει τα υπόγεια. Ξέρω, λοιπόν, τι περιμένουμε. Ανάβω τζάκι και κεριά, παίρνω τα παιδιά στο σαλόνι μαζί με τις κουβέρτες τους, έρχεται και ο σκύλος (τότε είχαμε ακόμα σκύλο) και κουρνιάζει κοντά μας. Ωρα για παραμύθια! Στην αρχή κρατιέμαι να μην πω τα αγαπημένα μου που (σκέφτομαι) ότι ίσως να είναι τρομακτικά, ή πολιτικά μη-ορθά (η πολιτική ορθότητα με έφαγε, τρομάρα μου). Σε λίγο το ρεπερτόριο τελειώνει, γιατί εδώ που τα λέμε, τα περισσότερα παραμύθια ούτε πολιτικώς ορθά είναι, ούτε έχουν μόνο καλούς… Στο δεύτερο «πες μας κι άλλο» αφήνομαι πια, και λέω τη «Βασιλίσσα την Ομορφη», με τη γνωστή Μπάμπα-Γιάγκα. Με το φως των κεριών και το τζάκι, η ατμόσφαιρα έγινε μαγική και αφεθήκαμε στο αγαπημένο παραμύθι. Για καλή μας τύχη, όταν έφτασε πια η Βασιλίσσα να παντρευτεί τον τσάρο, ξανάρθε το ρεύμα, κι άνοιξαν τα φώτα!

Κοντεύουν Χριστούγεννα, τα παιδιά έχουν πάει επίσκεψη στο μπαμπά τους, που ήδη έχει μετακομίσει. Βαριέμαι να βγώ, ο καιρός δεν με εμπνέει να ξεμυτίσω. Βαριέμαι να κάνω οτιδήποτε χρειάζεται προσπάθεια, βαριέμαι και να μιλήσω στο τηλέφωνο ακόμα! Φυσάει αέρας που σφυρίζει γύρω από το σπίτι, και σύντομα έρχονται ριπές βροχής. Κουρνιάζω στο κρεβάτι μου με την «Νούμερο 1 Ντετέκτιβ της Αφρικής», με κόκκινο τσάι, από αυτό που πίνει και η ηρωίδα, πλάι μου. Και ταξιδεύω στη Μποτσουάνα… Δεν με πιάνει ύπνος προτού τελειώσω το βιβλίο, και πάει αργά. Την επομένη ζωγραφίζω αφρικάνικα σχέδια. Αρέσουν τόσο στα παιδιά, που για 1-2 βδομάδες ζωγραφίζουνε κι αυτά αφρικάνικα της φαντασίας τους.

Τούτο εδώ το απόγευμα με τη βροχή το πέρασα εμφιαλώνοντας τις μαρμελάδες. Με λίγη μουσική, τόση να μην τα ξυπνήσω, με λίγη κουβεντούλα με τον σύντροφό μου που γράφει εδώ απέναντι. Δοκιμάζουμε τη μαρμελάδα. Πικρίζει, παρά την έξτρα ζάχαρη που έβαλα. Ετσι είναι το νεράντζι, μου λέει, πικρόγλυκο. Πέφτει το ρεύμα, μεταφερόμαστε στο σαλόνι με τα κεριά. Ο μικρούλης κοιμάται ακόμα. Λίγο αργότερα, με το που έρχεται και πάλι το ηλεκτρικό, ξυπνάνε ένα-ένα πεινασμένα, αλλά κεφάτα. Σαν να μην έγινε τίποτα.

1 σχόλιο:

  1. Στιγμές ανασκόπησης κι αυτογνωσίας για μια σκεπτόμενη μαμά. Τι σύμπτωση, έβαλα κι εγώ ουράνιο τόξο στη χτεσινή ανάρτηση για να καλέσω το καλό να μου χτυπησει την πόρτα...

    newagemama

    ΑπάντησηΔιαγραφή