Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Το Ταξίδι της Ψυχής


Ένα από τα βιβλία που διάβασα φέτος και που θέλω να μοιραστώ εδώ ήταν το «Ταξίδι της Ψυχής» - έτσι θα μετέφραζα το Soul Trek της Ελίζαμπεθ Χάλλετ. Δεν πρόκειται για το οποιοδήποτε ταξίδι μιάς κάποιας  ψυχής, ούτε για θεολογική πραγματεία. Ο υπότιτλος διασαφηνίζει “Meeting our children on the way to birth” (συναντώντας τα παιδιά μας πριν γεννηθούν).

Η συγγραφέας θέτει ερωτήσεις - δεν τις απαντά. Υπάρχει ζωή πριν τη γέννηση; Από πού «ερχόμαστε»; Πώς γίνεται η επικοινωνία μεταξύ ενός ανθρώπου που ζει και κινείται στον πλανήτη μας με έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί; Διαλέγουμε τους γονείς μας; Εάν ναι, τι συμβαίνει με τα παιδιά που υιοθετούνται; Και τι συμβαίνει με τα έμβρυα που αποβάλλονται; Μπορεί μία σύλληψη να είναι συνειδητή; Πότε «μπαίνει» η ψυχή μέσα στο σώμα του εμβρύου;

Το βιβλίο πραγματεύεται όλα αυτά τα θέματα, και πολλές ακόμα λεπτότερες εκφάνσεις τους – μέσα από συνεντεύξεις και προσωπικές ιστορίες. Πάνω από 185 γονείς συνέβαλαν στο βιβλίο αυτό, το οποίο γράφτηκε εξαιτίας του ότι κατά τη συγγραφή ενός άλλου βιβλίου με θέμα το πώς αλλάζει η συνειδητότητα των ανθρώπων μέσα στον πρώτο τους χρόνο ως γονείς, η συγγραφέας «σκόνταφτε» διαρκώς σε εμπειρίες γονέων που είχαν επικοινωνία με το παιδί τους ως έμβρυο αλλά και νωρίτερα. Ετσι το βιβλίο αυτό είναι μία καλά δομημένη συρραφή πολλών ιστοριών που αν μη τι άλλο δίνουν εναύσματα για σκέψη: ερχόμαστε άραγε σ’ αυτή τη ζωή από μία άλλη κατάσταση ύπαρξης; Ερχόμαστε τυχαία, ή σε μία συγκεκριμένη οικογένεια; Εχουμε επιλογή; Οι γονείς έχουν επιλογή;

Ολες οι ιστορίες μιλούν για τον σύνδεσμο γονέα και παιδιού, κάτι που στους περισσότερους από μας μπορεί να μην είναι συνειδητό το γιατί υπάρχει, και άλλοι πιθανόν από μας να το αποδίδουν στη «φύση» των πραγμάτων (είναι κάτι το «φυσικό» ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά τους, γιατί να το σκαλίζουμε; Θα έλεγαν). Κάποιοι γονείς μιλούν για την επικοινωνία που είχαν με τα παιδιά τους πριν από την σύλληψή τους (ακόμα και χρόνια πριν!), άλλοι μιλούν για την επικοινωνία τους με την ψυχή του εμβρύου που ήδη κυοφορούνταν. Αλλοτε η επικοινωνία αυτή ήταν με τη μορφή ονείρων, άλλοτε οραμάτων, άλλοτε «τηλεπαθητικά», σαν «μεταβίβαση σκέψης», άλλοτε υπήρχε και εικόνα, ή αίσθηση εικόνας… Σημειωτέον ότι οι περισσότεροι γονείς που μοιράζονται τις προγεννητικές τους ιστορίες επικοινωνίας δεν είχαν προηγουμένως τέτοιες εμπειρίες, ούτε η θρησκευτική ή άλλη παιδεία τους τους είχε προετοιμάσει για μία τέτοια εμπειρία. Ελάχιστοι είχαν εμπειρίες «διαμέσου» προηγουμένως. Ο σκεπτικιστής αναγνώστης θα μπορούσε να βρεί πολλά κενά, πολλά παράδοξα, πολλές αλληλοσυγκρουόμενες εμπειρίες ανάμεσα στις ιστορίες αυτές, φυσικά. Και το μόνο που θα είχε να του αντιτάξει κανείς ως αντίλογο θα ήταν η ρήση του Αμλετ «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και στη γη από όσα μπορεί να ονειρευτεί η φιλοσοφία μας».

Οι δικές μου εμπειρίες επικοινωνίας με τα αγέννητα παιδιά μου ήταν λίγες και πενιχρές σε σχέση με αυτές που περιγράφονται στο βιβλίο. Κάποιες, μάλιστα, μόνο εκ των υστέρων τις αντελήφθην ως τέτοιες! Λέγοντας «λίγες και πενιχρές» δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία τους, ούτε τη βαθιά επίδραση που είχαν μέσα μου. Καμιά φορά δυό λόγια ή μία εικόνα που «απαντούν» σε σκέψεις, ανησυχίες, ή προβληματισμούς είναι αρκετά, φαίνεται, για να εδραιώσουν τη βεβαιότητα ότι η ψυχή που θα στεγαστεί στο κυοφορούμενο έμβρυο είναι «παλιός γνώριμος».

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι κατά τον 5ο μήνα της πρώτης μου κύησης, σε έναν πολύ όμορφο διαλογισμό/προσευχή, ένιωσα μία σαφή αλλαγή στην ενέργεια – ξαφνικά υπήρχε και κάποιος άλλος, πολύ κοντινός μου άνθρωπος που διαλογιζόταν μαζί μου. Ανοιξα τα μάτια μου, αλλά ούτε στο δωμάτιο ούτε στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς άλλος. Αναρωτήθηκα ‘ποιος’, και η απάντηση ήρθε από την κοιλιά μου, άφωνα, με μία μικρή κίνηση: ‘εγώ’! Από τότε πάντοτε διαλογιζόταν και προσευχόταν μαζί μου (τώρα, το μόνο που κάνει με θρησκευτική ευλάβεια είναι να βάφει και να διακοσμεί με αυτοκολλητάκια τα νύχια της!) Κάποτε, πριν το υπερηχογράφημα εκείνο που θα έδειχνε το φύλο της (το οποίο μου είχε προειπωθεί σε όνειρο, αλλά εγώ δεν το πίστεψα), την είδα στον ύπνο μου ως παιδάκι ενάμιση έτους, και τη ρώτησα αν είναι αγοράκι ή κοριτσάκι. Με κοίταξε με ύφος απίστευτα πειρακτικό, σα να μου έλεγε «αφού το ξέρεις, τι ρωτάς χαζομάρες» και μου είπε  με φωνή ενήλικου: «πάντως είμαι γαλάζιο»! Πού να ήξερα, τότε, ότι εννοούσε την απόχρωση της αύρας της!
Η μεσαία μου κόρη, λίγες μέρες μετά τη σύλληψή της, καθώς έβαλα το χέρι μου στην κοιλιά μου, μου είπε νοερά «ήρθα κι εγώ!» Το θυμήθηκα κανά-δυό χρόνια αργότερα, όταν τρέχοντας ή μπουσουλώντας ερχόταν ανάμεσά μας στο κρεββάτι, κι έλεγε με νάζι και δυναμισμό συγχρόνως «ήρθα κι εγώ!». Ο τρόπος ήταν γνώριμος και χαρακτηριστικός!
Άλλη αντίστοιχη ανάμνηση έχω από την τρίτη μου κύηση, όπου ρώτησα το μωρό ποιος είναι. «τι ποιος είμαι; Είμαι ο αδελφός της …» και είπε το όνομα της μεγάλης κόρης. Επέμεινα εγώ «ναι, αλλά ποιος;» «Ενας ιππότης από τα παλιά» μου απάντησε, και τον ένιωσα να μου κλείνει το μάτι. Όταν γεννήθηκε είχε μία απίστευτα ευγενική φυσιογνωμία, που σίγουρα δεν θύμιζε την εικόνα που είχα για τους σκληροτράχηλους μεσαιωνικούς ιππότες. Ξαναθυμήθηκα τη φράση αυτή όταν, μόλις τριάμιση ετών, περπατούσαμε με τις αδελφές του και κάποιες φίλες σε μονοπάτι με πολλές φυλλωσιές, και επέμενε να κρατήσει τα κλαδιά μέχρι να περάσει και η τελευταία από μας, και μετά να ακολουθήσει ο ίδιος!

Στο βιβλίο, δεν έχουν μόνο οι μέλλουσες μαμάδες εμπειρίες επικοινωνίας με τα παιδιά τους πριν τη γέννα, έχουν και οι μπαμπάδες – ο μπαμπάς των δικών μου παιδιών άκουγε συχνά τη μεγάλη να παίζει πιάνο και να τραγουδάει. Δεν την άκουσα ποτέ, πάντως σήμερα η μουσική της ευφυία. και η φωνή της είναι από τα ιδιαίτερα χαρίσματά της.

Εμπειρίες επικοινωνίας φαίνεται να έχουν και οι γονείς που υιοθετούν παιδιά. Θεωρώ ότι κατά την ίδια λογική που δεν φαίνεται να είναι τυχαίος ο ερχομός μίας συγκεκριμένης ψυχής σε μία συγκεκριμένη οικογένεια με ‘φυσικό’ τρόπο, έτσι δεν είναι τυχαίο το ποια παιδιά έρχονται σε μία οικογένεια εξ υιοθεσίας. Το βιβλίο το επισημαίνει αυτό, πάλι μέσα από ιστορίες γονέων που υιοθέτησαν παιδιά. Κάποτε μέσα σε ένα λεωφορείο υπήρξα ωτακούστρια σε μία ιστορία που έλεγε μία γυναίκα σε μία άλλη – για χρόνια δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει, και κάποια στιγμή τεκνοποίησε η νύφη ή η κουνιάδα της, η οποία απεβίωσε πριν το μωρό κλείσει χρόνο. Μη υπαρχούσης άλλης πρόθυμης θετής μαμάς στην οικογένεια, ανέλαβε το μωρό η αφηγήτρια. Όταν το κοριτσάκι έγινε τριών-τεσσάρων ετών της είπε με μεγάλη σοβαρότητα «εγώ πάντα σε σένα ήθελα να έρθω, αλλά η κοιλίτσα σου δεν μπορούσε να με κρατήσει, και έτσι ήρθα στην…» (είπε το όνομα της βιολογικής της μητέρας) «και έτσι κατάφερα να έρθω κοντά σου». Η γυναίκα είχε προηγουμένως διαβεβαιώσει τη συνομιλήτριά της ότι δεν είχαν πει στο παιδί ότι η ίδια δεν ήταν η φυσική του μητέρα!

Το βιβλίο δεν δίνει απαντήσεις, δεν πρεσβεύει κάποια θεωρία/δόγμα/θεολογία έναντι κάποιας άλλης. Δίνει μόνο ιστορίες που γεννούν περισσότερες απορίες, αλλά  συγχρόνως (και παραδόξως) είναι κατατοπιστικές και ανακουφιστικές. Λένε το ‘τι’ αλλά όχι το ‘γιατί’ ή το ‘πώς’. Η κάθε ιστορία και εμπειρία είναι μοναδική, παρότι κάποιες φαίνεται να συγκλίνουν σε κάποια δεδομένα (π.χ. το ότι τα παιδιά δεν έρχονται τυχαία σε τυχαίες οικογένειες). Φυσικά και αυτό, το «μη-τυχαίο» γεννά πάμπολλα εύλογα ερωτήματα (π.χ. πώς επιλέγουν κάποια παιδιά να γεννηθούν σε οικογένειες κακοποιητικές ή παραμελητικές, όπου οι γονείς μπορεί να είναι χρήστες ουσιών ή έχουν μία οποιαδήποτε άλλη αντικοινωνική συμπεριφορά). Παρότι δεν δίνονται απαντήσεις, όμως, και μόνο η ανάγνωση των αφηγήσεων αυτών και ο προβληματισμός σχετικά με τα θέματα αυτά διευρύνει τη συνειδητότητα και πιθανώς εκλεπτύνει και την αντίληψή μας – πολλές φορές με τέτοιους τρόπους γεννιέται μέσα μας η αναζήτηση της πνευματικότητας…


ΥστερόΓραφο:
Θα ήταν ίσως ωραίο και ενδιαφέρον να συλλέγαμε και στην Ελλάδα ιστορίες προγεννητικής επικοινωνίας, έστω να τις μοιραζόμαστε διαδικτυακά, ακόμα και να τις εκδίδαμε σε μορφή βιβλίου. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές, κι έχουν πολλά να μας διδάξουν.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Του Βορινού Φεγγαριού

Πριν καμιά βδομάδα ψαχνόμαστε να πάμε κάπου να κατασκηνώσουμε με τα παιδιά. Επεσαν τόσες πολλές ιδέες στο τραπέζι, που καταλήξαμε να ψάχνουμε το google earth μία μέρα πριν! Ανάμεσα Ψαροπούλι και Κοτσικιά, λοιπόν, είδαμε μία μεγαλούτσικη παραλία, που "κάτι" μας είπε. Ο δρόμος φαινόταν χωματόδρομος, και τηλεφωνήσαμε σε ντόπιους φίλους να ρωτήσουμε λεπτομέρειες, αν θα τα καταφέρει το αυτοκίνητό μας ή όχι, για να πάρουμε την τελική απόφαση.
Μετά από ολίγη περιπλάνηση και ψάξιμο (κατεβήκαμε 2-3 χωματόδρομους, αλλά δεν μας "μίλησε" κανένας τόπος), φτάσαμε σε μία παραλία που μας μάγεψε.


Υπήρχαν ήδη μερικές σκηνές, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η παραλία και τόσο λίγες οι σκηνές που δεν το σκεφτήκαμε. Επρεπε απλά να "ισιώσουμε" λιγάκι το έδαφος εκεί που είπαμε να στήσουμε τις σκηνές μας.Το φως ήδη έπεφτε, και βιαστήκαμε. Εργαλεία για το ίσιωμα βρήκαμε ανάμεσα στα μισολιωμένα πλαστικά και αλλόκοτα ξύλα που είχε ξεβράσει η θάλασσα. Μου φάνηκε περίεργο που ένιωσα τόσο καλά σε μια παραλία γεμάτη σκουπίδια.
Οι διπλανοί μας ήταν 2-3 σκηνές και μία τέντα από ξύλα και πανιά, κάτω από την οποία είχε στηθεί ολόκληρο σπιτικό. Ο αέρας μας έφερνε τις φωνές τους από μία βάρκα στα ανοιχτά.
Αργότερα, όταν είχε πια νυχτώσει, και οι σκηνές μας είχαν στηθεί, γύρισαν πίσω με μάλλον καλή ψαριά, και βάλθηκαν να ψήνουν. Εμείς καθήσαμε ήσυχα να απολαύσουμε την νύχτα με τ' άστρα. (Η αλήθεια είναι οτι μας χάλαγε το συνεχές μπούρου-μπούρου των διπλανών και το έντονο φως τους, αλλά νιώθαμε τόσο καλά που βρισκόμαστε εκεί, που δεν γκρινιάξαμε σχεδόν καθόλου!)

Η Μεγάλη Αρκτος ελαφρώς αριστερά, ο Πολικός Αστέρας ίσια μπροστά μας. Η παραλία κοιτούσε βοριά (έτσι εξηγήθηκαν και τα ξεβρασμένα από τη θάλασσα σκουπίδια). Το φεγγάρι - στη χάση του - δεν είχε ανατείλει ακόμα.
Μπήκα στη θάλασσα. Αγνωστη θάλασσα, και με φόβισε μέσα στο σκοτάδι. Τον μικρούλη δεν τον άφησα να μπει καν από τον φόβο μου. Περπατώντας με προσοχή, η θάλασσα άρχισε να λαμπυρίζει στο κάθε μου βήμα, στην κάθε μου κίνηση. Πλανγκτόν! Δεν είχα ξαναδεί, και έπαιξα μαζί τους ώρα πολλή. Αστέρια ψηλά, αστέρια και στο νερό.
Ο αέρας της νύχτας ήταν τόσο ζεστός, που βγαίνοντας έμεινα με την πετσέτα.
Μετά τα βραδινά φρουτάκια, και κουβέντα στην κουβέντα, ο μικρός μας κοιμήθηκε στην καρέκλα του (και τον μετέφερα στη σκηνή), και η σελήνη ανέτειλε. Απίστευτο φως, κι ας ήταν τόσο λίγη. Ανέτειλε πίσω από τον δασωμένο λόφο στα δεξιά μας, και χαρήκαμε στη σκέψη οτι και ο ήλιος δεν θα πέσει κατευθείαν επάνω μας το πρωί, θα έχουμε κανένα μισάωρο με τρία τέταρτα μετά την ανατολή...
Δεν έχει πολλή σημασία τι λέει κανείς κάτω από το φεγγάρι δίπλα στη θάλασσα, όταν υπάρχει αγάπη και τρυφερότητα ανάμεσα στους συνομιλητές. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε οι τρείς μας, μου έχει μείνει μόνο αυτή η αίσθηση της μαγείας που υφίσταται όταν η ενέργεια ρέει απαλά κι αβίαστα ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται. Η μεγάλη κόρη μας είχε δώσει τις πατούσες της για χάδια, κάτι που κάνει μόνο στις πολύ καλές της στιγμές. Κάποια στιγμή, μάλιστα, μας είπε το πόσο της αρέσει να είναι μαζί μας. Ανέπνευσα πολύ βαθιά.
Πώς τη λένε άραγε αυτή την παραλία, μας ρώτησε. Ιδέα δεν είχαμε. Σε κανένα από τους χάρτες που κοιτάξαμε δεν αναφερόταν όνομα. Να τη βαφτίσουμε εμείς, λοιπόν. Κοιτώντας το φεγγάρι μου ήρθε: η παραλία του βορινού φεγγαριού! Πολύ ινδιάνικο, είπε ο ένας. Τίτλος ταινίας, είπε ο άλλος. Τίτλος μυθιστορήματος, ξανάπε ο πρώτος. Αλλά ωραίο, ξανάπε ο δεύτερος. Κατωχυρώθηκε, λοιπόν, είπα εγώ. Του Βορινού Φεγγαριού!
Το πρωί βουτήξαμε νωρίς, με τη βοήθεια των διπλανών μας βρήκαμε νερό από πηγή που έτρεχε στη θάλασσα, περπατήσαμε λιγάκι στα πέριξ, δάσος και ρεματιά και δασικοί δρόμοι, και φάγαμε πρωινό. Επιασε και ο βοριάς που αναμενόταν. Ο καλός μου βάλθηκε να δέσει καλά τις σκηνές μας με τα σούπερ καρφιά που πήραμε για την περίσταση. Μας επισκέφθηκαν φίλοι.

Τα δυό παιδιά που ήταν μαζί μας έπαιξαν ώρες στη θάλασσα, η μεγάλη έκανε σοβαρή ηλιοθεραπεία, ο νεαρός εξερευνήσεις, εγώ βουτιές, ο καλός μου διάβαζε μυθιστόρημα. Λίγη η σκιά, κι όταν ο ήλιος έγινε αφόρητος αποφασίσαμε να βρούμε το δρόμο για το διπλανό χωριό να φάμε.




Ρωτώντας, μάθαμε αρκετά πράγματα για την παραλία του Βορινού Φεγγαριού. Πρώτον, οτι είχε άλλο όνομα (κοινότυπο). Δεύτερον, οτι το πυκνό πευκοδάσος που την περίκλειε ήταν νεαρής ηλικίας: πριν καεί το 1977, είχε πανύψηλα σεβάσμια πεύκα που έφταναν μέχρι τη θάλασσα. Τρίτον, οτι το πέτρωμα που κοσμούσε με λευκές φλέβες το βράχο στα αριστερά ήταν πολύτιμο, και μέχρι τη δεκαετία του 70 περίπου έρχονταν με καράβια και το έπαιρναν για βιομηχανική χρήση. Υπήρχε και μία τσιμεντένια προβλήτα που διακρινόταν άκρη-άκρη αριστερά αν κολυμπούσες αρκετά  βαθιά.

Το δεύτερο βράδυ μας ήπιαμε τσάι φασκόμηλο (που κόψαμε από το δάσος δίπλα μας) και ανάψαμε φωτιά. Το ήθελε ο νεαρός, κι εγώ βαριόμουν, αλλά για καλή του τύχη είχαμε μαζί μας μία φίλη εκείνη τη νύχτα που προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει. Μάζεψαν ξυλαράκια, και με το που νύχτωσε είχαμε μία ωραία φωτιά. Και πάλι, πριν σβήσει η φωτιά κι ανέβει το φεγγάρι ο νεαρός κοιμήθηκε, κουλουριασμένος αυτή τη φορά μέσα σε ένα παρεό...


Υπάρχει κάτι αρχέγονο και μαγικό στη  ζωντανή φωτιά - ερχόμαστε σε επαφή μαζί του με το τζάκι, τα κεριά, και τις φωτιές στις παραλίες τα βράδια. Πόσες φωτιές, πόσα τραγούδια, πόσες σκέψεις σκαλίζοντας και βάζοντας καινούργια ξυλαράκια στη φωτιά, πόση νοστιμιά η τροφή που ψήνεται έτσι! Εκείνο το βράδυ δεν είχαμε προνοήσει, το απόγευμα δεν είχαμε σκεφτεί καν οτι θα ανάβαμε φωτιά, κι έτσι το μόνο που είχαμε (που θα μπορούσε να ψηθεί) ήταν το ψωμί του πρωινού μας. Και φυσικά το ψήσαμε, περασμένο σαν σουβλάκι μέσα σε ένα καλάμι που βρήκαμε πρόχειρο. Πεντανόστιμο, κι ας ήταν το κοινότυπο λευκό ψωμί του τοπικού φούρνου! Ψωμί, φωτιά, νερό απ' την πηγή, λίγο τσάι φασκόμηλο, και καλή παρέα. Κατά παραγγελία της νεράιδας, βγήκα στη γύρα να μαζέψω λίγο φασκόμηλο παραπάνω, να βάλουμε στη φωτιά μας να μυρίσει. Και η φωτιά μας ευωδίασε. Αργά το βράδυ σβήσαμε τα απομεινάρια με άμμο και νερό. Η νύχτα ξαναγέμισε αστέρια.

Είμαστε όμως πολύ κουρασμένοι για να τα απολαύσουμε. Κάναμε βουτιά στις σκηνές μας και κοιμηθήκαμε στην πρώτη ανάσα. Την επόμενη μέρα, ο νεαρός περπάτησε μέχρι την άκρη της παραλίας και έφερε (μέσα σε μία πλαστική γλάστρα που βρήκε ξεβρασμένη από το κύμα) κομμάτια από το λευκό πέτρωμα. Ηταν μαλακό, λέει, κοβόταν εύκολα. Από τον τρόπο που το κουβαλούσε φαινόταν οτι ήταν βαρύ. "Δεν πειράζει μαμά. Είναι πιο περιπέτεια έτσι". Πριν από μερικά χρόνια η μεσαία μου κόρη (που δεν μας τίμησε αυτή τη φορά με την παρουσία της) είχε πει "μαμά, εγώ χωρίς περιπέτεια, να ξέρεις, δεν μπορώ να ζήσω!"



Πέρα από όλες τις γκρίνιες και τις δυσκολίες και τις δυσφορίες και τις ανοησίες που ζώ στην καθημερινότητά μου (και απ' τα τερατάκια μου τα ίδια), ημέρες σαν αυτές που περιέγραψα νιώθω απίστευτα ευγνώμων στη ζωή και στα παιδιά μου... Ζήτω η περιπέτεια, λοιπόν.



Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Τι έχουμε για φαγητό, μαμά;

Εχω φτιάξει παστίτσιο. Είναι από τα λίγα φαγητά που αγαπούν και τα τρία μου παιδιά εξίσου. Αν τα ρωτήσω «τι φαγητό να φτιάξω αύριο», και τα τρία θα αναφωνήσουν «παστίτσιο!» 9 στις 10 φορές. Εγγυημένη συνταγή, τσεκαρισμένα πράγματα…

Γυρνώντας στο σπίτι από δουλειά ένα απόγευμα, λοιπόν, ήσυχη ότι τα παιδιά μου έχουν το αγαπημένο τους φαγητό στο τραπέζι, εντυπωσιάζομαι που βλέπω τη μεγάλη να πηγαίνει προς το περίπτερο. Η εγγύτητα του περιπτέρου είναι μέγας διαφθορέας για τη διατροφή μας, και βλέποντάς την ξέρω ότι πάει να πάρει κάτι σε πατατάκια, σοκοφρέτα, κάτι πονηρό τελοσπάντων. Σταματάω, τη χαιρετάω, και της λέω «πού πας;» «στο περίπτερο», μου λέει. «Τι θες να πάρεις από το περίπτερο;» Σιωπή. Επιμένω. «Τι πάς να πάρεις από το περίπτερο κορίτσι μου;» Σιωπή. Ενοχη σιωπή. Και ξεσπάει «μπάφους, τσιγάρα, και προφυλακτικά!» Σοκ και δέος στο ακροατήριο. «Τι;» καταφέρνω να ψελλίσω. Το επαναλαμβάνει. Και προσθέτει «τι θες να σου πω ρε μαμά; Ότι θα πάρω πατατάκια; Να με πρήξεις πάλι με την υγιεινή διατροφή;»

Δεν τα κατάφερα να θυμώσω (έτσι μου παίρνουν τον αέρα τ’ άτιμα) γιατί μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό το «μπάφους τσιγάρα και προφυλακτικά», και γελούσα για μέρες. Αν εξαιρέσουμε τα τσιγάρα, δε, για τα άλλα δύο είχε μάλλον ασαφή εικόνα σχετικά με τη χρήση τους. Δεν θυμάμαι εάν τελικά τα πήρε τα πατατάκια ή όχι, γιατί ήρθε και έφαγε παστίτσιο…

Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που λάτρευε τη ζάχαρη και το κρέας και μισούσε τα όσπρια. Με μία μητέρα που δεν συμπαθούσε καθόλου τη μαγειρική. Για καλή μου τύχη, λάτρευε τα φρούτα, οπότε δεν βγήκα τελείως food junkie. Είχα την τύχη να φύγω στην αρχή της εφηβείας μου από την Ελλάδα και την πολύ στενή οικογένεια, και να δοκιμάσω κι άλλες κουζίνες, να δω κι άλλων ανθρώπων τις διατροφικές συνήθειες, να σκεφτώ λιγάκι περισσότερο το θέμα της διατροφής. Εχω φάει τα πάντα: από μακντόναλτνς μέχρι σούπα από φτερό καρχαρία, και από αγριογούρουνο μέχρι τηγανητά φύκια. Με το πέρασμα του χρόνου, με την έρευνα, το διάβασμα, και κυρίως με την εμπειρία (τι με κάνει να νιώθω καλά, πώς και πότε, τι με αρρωσταίνει, τι με βαραίνει, κτλ) έμαθα να τρέφομαι και να ακούω το σώμα μου όλο και καλύτερα. Υπήρξα χορτοφάγος για κάποια χρόνια, πειραματίστηκα με διαφόρων ειδών νηστείες. Για πολλά πολλά χρόνια περνούσα ώρες μέσα στα σουπερμάρκετ διαβάζοντας ετικέτες τροφίμων για να αποφασίσω αν θα πάρω αυτό ή το άλλο προϊόν. Εμαθα σε τι αντιστοιχούν κάποια από τα περίφημα «Ε», διάβασα λίγη χημεία εδώ, λίγη μεταφυσική από κει, άρχισα να ενημερώνομαι για πιο αθώες μεθόδους καλλιέργειας της γης… Και φυσικό ήταν όλα αυτά να τα «κουβαλήσω» μαζί μου όταν έγινα μητέρα. «Γραφική» μητέρα, όπως έλεγαν αρκετοί από τον περίγυρό μου, μάλιστα! Τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής του πρώτου μου παιδιού ήμουν πολύ αυστηρή: αυστηρή με τους γύρω, παππούδες μα κυρίως γιαγιάδες και θείες που είχαν άποψη για το τι πρέπει να τρώει το παιδί («το παιδί πρέπει να τρώει απ’ όλα» έλεγαν και ξανάλεγαν, εννοώντας ότι «το παιδί πρέπει να τρώει ότι του δώσουμε») με αποτέλεσμα να γίνομαι κακιά με όλους… Όχι ότι με πείραξε, δηλαδή, αλλά δυσκόλεψε κατά πολύ τη ζωή μου. Αρχισα να χάνω το παιχνίδι όταν ξεκίνησα να αφήνω τα παιδιά μου στις γιαγιάδες τους, οι οποίες δεν είχαν τον παραμικρό σεβασμό για τις απόψεις και τις συνήθειές μου. Και πάλι, βέβαια, στο σπίτι επικρατούσαν οι δικοί μου κανόνες, τους οποίους εξηγούσα και ξαναεξηγούσα και πάλι από την αρχή, αντικρούοντας υπομονετικά τη λογική και τη συλλογιστική της γιαγιάς (την οποία είχε εξίσου σθεναρά προσπαθήσει να εμφυσήσει στα εγγόνια της). Υπήρχε ένας αδήλωτος πόλεμος ανάμεσα στη μητέρα και στη γιαγιά, που αρχικά εκδηλώθηκε με τη διατροφή των παιδιών, και σταδιακά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία.

Αλλά να ξαναπάμε στη διατροφή. Με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνουμε ότι όχι μόνο χρειάζεται να προσέχουμε το είδος της τροφής που τρώμε (φασολάκια ή κρουασάν, π.χ.), αλλά και την προέλευσή του (από την Ελλάδα ή από την Ιταλία, από την Καλαμάτα ή από τη Βοιωτία), τον τρόπο που έχει καλλιεργηθεί ή παρασκευαστεί (συμβατική ή βιολογική καλλιέργεια)… Και όχι μόνο. Γνωρίζοντας όλο και καλύτερα τα φυτά και την καλλιέργειά τους, διαπιστώνει κανείς ότι καλά τα παραπάνω, αλλά έχει επίσης σημασία και το ποιος το καλλιεργεί, πόσο χρόνο και φροντίδα έχει επενδύσει στην καλλιέργεια αυτή… Άλλο το μαρούλι που καλλιεργήθηκε συμβατικά στο Μαραθώνα, άλλο το μαρούλι που καλλιεργήθηκε βιολογικά στη Βοιωτία, και άλλο το μαρούλι που έσπειρες και φρόντισες και πότισες και παρακολούθησες την ανάπτυξή του στον κήπο ή στη ζαρντινιέρα σου. Υπήρξα τυχερή γιατί βρέθηκα κοντά σε ανθρώπους που μιλούσαν και προβληματίζονταν για όλα αυτά, παρακολούθησα και σχετικά μαθήματα «εναλλακτικής γεωπονικής», και συμμετείχα σε ένα πρότυπο εγχείρημα (που συνεχίζεται ακόμα, αλλά στο οποίο δεν συμμετέχω λόγω χρόνου πια) όπου μία ομάδα ανθρώπων της πόλης των Αθηνών αποφάσισε να παραγγέλνει αγροτικά προϊόντα κατευθείαν από τους βιο-παραγωγούς. Αφενός έρχονταν φθηνότερα γιατί αποφεύγονταν οι μεσάζοντες, αφετέρου ήξερες ποιος παράγει τα κεράσια σου, ποιος τους γίγαντες Πρεσπών, ποιος τις γλυκοπατάτες. Κάποιοι έρχονταν με τα προϊόντα τους κατευθείαν στο χώρο που στέγαζε το εγχείρημα, κάποιοι τα έστελναν με μεταφορικές εταιρείες, και όποτε έρχονταν Αθήνα μας επισκέπτονταν, κάποιους επισκεπτόμαστε εμείς στα χωριά και στα χωράφια τους, φιλικά, για να βοηθήσουμε στη συγκομιδή ή απλά για τη γνωριμία. Η τροφή μας είχε πλέον αποκτήσει ταυτότητα, υπόσταση. Ηταν (ή έτσι μας φαινόταν) πιο νόστιμη. Παρατήρησα επίσης οτι η ποιότητα είχε αντίστροφη σχέση με την ποσότητα: όταν είχαμε ποιοτικότερη τροφή χρειαζόμαστε μικρότερες ποσότητες για να χορτάσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, που δοκιμάζουμε να καλλιεργούμε  τα σαλατικά μας στον κήπο.

Σε φάση μαζικού κατακλυσμού από μαζικά καλλιεργημένες ή παρασκευασμένες «σκουπιδοτροφές», είχαμε την τύχη ένα μέρος της τροφής μας να προέρχεται από ανθρώπους που σέβονταν τη γη, ανθρώπους που γνωρίζαμε με τα ονόματά τους, ανθρώπους που αγωνίζονταν με τον δικό τους τρόπο για την υγεία και την αξιοπρέπεια, ανθρώπους με μεράκι να σώσουν τις ντόπιες ποικιλίες λαχανικών και φρούτων… Ένα μέρος της τροφής μας. Γιατί βέβαια δεν μπορείς να εξαναγκάσεις ένα παιδί που δέχεται πιέσεις από τους συνομηλίκους του να μη φάει πατατάκια ή χαζο-κρουασάν, ή να μην πιεί αναψυκτικά… Ναι μεν στο σπίτι μας δεν έμπαιναν συχνά «σκουπίδια», αλλά εκεί έξω ο κόσμος είναι γεμάτος, και δεν μπορούσα να ζήσω σε μία γυάλα (όπως πολύ σύντομα διαπίστωσα) ούτε εγώ ούτε τα παιδιά! Οπότε συμβιβάστηκα σε μία συνειδητή ισορροπία, η οποία συνεχίζει να είναι σε διαρκή διαπραγμάτευση… Είχα τη φαιενή ιδέα να εμπλέξω νωρίς τα παιδιά  μου στην παρασκευή της τροφής τους, και είμαστε όλοι πολύ περήφανοι για τα γλυκά και τα ντιπ που φτιάχνουν τα κοριτσάκια μας, το ψωμί που ζυμώνει ο καλός μου, τη βοήθεια που πρόθυμα δίνει ο νεαρός σε όποια φάση του ζητηθεί. Το λέμε, το επισημαίνουμε, το εκτιμάμε - όταν οι φίλοι μας επαινούν για τη νοστιμιά του κέικ  δεν παραλείπουμε να πούμε οτι το "χτύπησε" ο καλικάντζαρος, ή το ανακάτεψε το ξωτικούλι, ή οτι το τάδε συστατικό ήταν έμπνευση της νεράιδας. Ξέρουμε όλοι οτι η αγάπη και η φροντίδα κάνει τα πάντα νοστιμότερα. Και (λέω εγώ) θρεπτικότερα. Οχι μόνο για το σώμα, αλλά και για την ψυχή.

Για μένα δεν φτάνει να είναι ένα προϊόν βιολογικό ή ελεύθερο από μεταλλαγμένα. Ένα φρούτο, ένα λαχανικό ή μία πίττα δεν είναι μόνο μόρια και κύτταρα, δεν είναι μόνο ύλη. Είναι και ενέργεια που επηρεάζεται από χίλια δυό πράγματα: από το ποιος και πού το καλλιέργησε, ποιος και με τι διάθεση άνοιξε το φύλλο ή ανακάτεψε τη γέμιση. Στα παιδιά μου αρέσει η «Πολίτικη Κουζίνα»: πρόσφατα μου είπε ο καλικάντζαρος ότι της αρέσει η σκηνή που ο νεαρός πρωταγωνιστής με τη στολή του προσκοπισμού μαγειρεύει για δυό γυναίκες (προφανώς η σκηνή στον οίκο ανοχής), και γενικά όλες οι σκηνές όπου οι άνθρωποι μαγειρεύουν. Θυμάμαι το ‘Δείπνο της Μπαμπέτ’, μία νουβέλα της Κάρεν Μπλίξεν, που πριν 20-τόσα χρόνια είχε γίνει ταινία. Εκεί η Μπαμπέτ, μαγειρεύοντας ένα απίθανο γεύμα, ανοίγει τις από χρόνια κλειστές καρδιές των συνδαιτημόνων. Αργότερα, στο «Σαν νερό σε καυτή σοκολάτα» (μυθιστόρημα εξαντλημένο –και χαμένο από τη βιβλιοθήκη μου - εδώ και χρόνια) η ηρωίδα μεταγγίζει όλες τις διαθέσεις και τις προθέσεις της στην τροφή που παρασκευάζει. Η τροφή επηρεάζει όχι μόνο το σώμα μας, αλλά και την ψυχή μας. Το σώμα μας επηρεάζεται όχι μόνο από τα μόρια της τροφής που εισέρχεται σ’ αυτό, αλλά και από τις ψυχικές μας διαθέσεις, και τις σκέψεις μας.

Τρεφόμαστε όχι μόνο από τα ζαρζαβατικά και τα εκλαίρ, αλλά και από τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας, από τις εικόνες και τα κείμενα που μας περιβάλλουν, από τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας και τις ιδεολογίες που υιοθετούμε. Ισως γι αυτό δεν είμαι πια τόσο αυστηρή στην απόλυτη τήρηση διατροφικών κανόνων με τα παιδιά μου (με τις επιρροές της κοινωνίας έτσι όπως έχουν, με ξεπερνάει κατά πολύ). Προσπαθώ να επικεντρώνομαι στα αναγνώσματα και τα ακροάματα, στις μεταξύ τους σχέσεις και φιλίες, στην έκφραση της αγάπης, στον αμοιβαίο σεβασμό… Όταν σέβεσαι τη φύση γι αυτό που σου δίνει, όταν σέβεσαι τον κόπο και τη φροντίδα του ανθρώπου που παρασκευάζει την τροφή σου, όταν αυτό που καταναλώνεις σε κάνει να χαίρεσαι, και το απολαμβάνεις, τότε αυτό που τρώς σου κάνει περισσότερο καλό παρά κακό. Οτι κι αν είναι αυτό (ή σχεδόν). Ετσι μας ταίριαξε πολύ η "προσευχή" ενός αγαπημένου φίλου, και  επιμένω να τη λέω κάθε που καθόμαστε να φάμε όλοι μαζί: "ευχαριστούμε όλα τα πλάσματα που συμμετείχαν (και θυσιάστηκαν - αν έχουμε κάτι ζωικό) σε αυτό το γεύμα, ευχαριστούμε για την αφθονία που υπάρχει σήμερα στο τραπέζι μας". Και, για να το "δέσω" με την προσωπική μου πεποίθηση ότι όλα αυτά πηγάζουν από την αγαθοποιό δύναμη του σύμπαντος (που για λόγους συντομίας την λέμε "Θεό"), συμπληρώνω και το αίτημα να ευλογηθεί η τροφή μας "από τον Θεό". Στην αρχή ξεκίνησα να κατονομάζω τα "πλάσματα": τις κότες που έκαναν τ' αυγά, τις αγελάδες και τα πρόβατα που έδωσαν το γάλα τους για το τυρί μας, τον ήλιο και τη βροχή που βοήθησαν το στάρι να μεγαλώσει, τον φούρναρη που έψησε το ψωμί, τις ντοματιές που έκαναν τις ντομάτες... Στην αρχή ξένισε αρκετά τα παιδιά, αλλά σε λίγες εβδομάδες το συνήθισαν, το έμαθαν, και το ακούνε. Είναι μία υπενθύμιση κι αυτό. Αυτό που χρειάζεται είναι να είμαστε συνειδητοί και ειλικρινείς – όπως και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής μας, εξάλλου.

Δεν μαλώνω πλέον τα παιδιά μου όταν πλακώνονται στα μπισκότα ή στα τσιπς. Εάν βρίσκονται στο ντουλάπι (που σημαίνει κατά κανόνα ότι κάποιος μεγάλος τα έχει φέρει και βρίσκονται εκεί) με τι μούτρα θα τα υποχρεώσω να υφίστανται τους πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου; Θα μιλήσω για μέτρο, θα μιλήσω για τη σωστή ώρα, ναι. Από καιρού εις καιρόν παραγγέλνουμε και πίτσες στο σπίτι. Και σουβλάκια τρώμε ενίοτε. Δεν τα έχω καταφέρει να αποφεύγω τα βρώμικα δια παντός. Υποκύπτω. Αλλά πώς θα απαγορεύσω κάτι στα παιδιά μου που σε μένα το επιτρέπω; Και αν αναγνωρίζω μέσα μου την ανάγκη να καταναλώσω σοκολάτα, για παράδειγμα, γιατί να μην αναγνωρίσω την αντίστοιχη ανάγκη και στα παιδιά μου; Είναι λεπτές κι ευαίσθητες οι ισορροπίες, και δεν τα καταφέρνω πάντα, και δεν ξέρω καν αν κάνω «το σωστό». Το σίγουρο είναι ότι προσπαθώντας να παρέχω σωστή τροφή για τα παιδιά μου (σε κάθε επίπεδο) τρέφομαι καλύτερα κι εγώ η ίδια.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Μαμαδίστικη θεραπευτική



Βαρύς ο πόνος και ο αναστεναγμός. Όχι, δεν γράφω λαϊκό άσμα. Ημέρες δύσκολες και νύχτες ξάγρυπνη η κόρη, με πόνους άσχετους που μαρτυρούν ζόρι ψυχής, ξεκλέβει ύπνο ανήσυχο, ρηχό, τα απογεύματα. Φόβοι ανομολόγητοι καθώς ένα απ’ τα σταθερά σημεία της ζωής της καταρρέει, το σύστημα υφίσταται κλυδωνισμούς επώδυνους και επικίνδυνους. «Μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά»; Προσπαθεί να ανιχνεύσει σταθερές αξίες; Να αυτοπροσδιοριστεί μέσα στην κινούμενη άμμο της εφηβείας; Να ψηλαφήσει τα όρια τα δικά της και των άλλων; Να διαχειριστεί το χώρο, το χρόνο, τις φιλίες, τις αγάπες, τις σχέσεις με τα’ αδέλφια, με το μπαμπά και τη σύντροφό του, με τη μαμά και τον σύντροφό της; Κάτι απ’ αυτά, όλα μαζί, ή άλλα που μου διαφεύγουν.
Πρώτες βοήθειες της ψυχής τ’ ανθοϊάματα. Να ‘ναι καλά ο Δρ Μπάχ εκεί που βρίσκεται. Πόσες φορές τον έχω ευχαριστήσει νοερά. Παράλληλα μές στη μικρή τσαγιέρα βάζω λιγάκι χαμομήλι, φύλλα κανέλλας, βαλεριάνα και αστεροειδές γλυκάνισο, με βάμμα από σπαθόχορτο και ανθοϊαμα μποράντζας. Και λίγο μέλι από ρείκι. Στις πρώτες δυό γουλιές το πρόσωπό της χαλαρώνει και χαμογελά. Κανένας δεν μου έδωσε τη συνταγή. Μόνη της ήρθε, την ώρα που έπλενα τα πιάτα προσέχοντας μην κάνω θόρυβο και ταράξω περισσότερο τον ήδη ταραγμένο ύπνο της. Η ντροπαλή μου κόρη σπάνια μιλά. Ότι χρειάζεται να ξέρω το μαθαίνω σιωπηλά από την έκφραση του προσώπου της, τον τρόπο που κάθεται, τον τόνο της φωνής της όταν μιλά περί ανέμων και υδάτων, το πώς αφήνεται στην αγκαλιά μου κι ας είναι πλέον έφηβη. Οι ώρες περνούν. Πίνει το μίγμα κάνοντας τα μαθήματα της επομένης. Πριν κοιμηθεί βάζω τα χέρια στο κεφάλι και στο ηλιακό της πλέγμα, διοχετεύοντας ενέργεια γαλήνης, ελπίδας, καθαρμού. Ο ύπνος της βαθύς και ήρεμος απόψε, ξυπνά καλά και με χαμόγελο. Τα λουλουδάκια έκαναν το θαύμα τους και πάλι.

 

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Για τη Συνέλευση στο Σύνταγμα



Δεν τα καταφέρνω να είμαι στη συνέλευση για πολλές ώρες, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη φυσική και την οικογενειακή μου κατάσταση, οπότε όντας στο σπίτι Κυριακή πρωί, γράφω αυτά που θα ήθελα να πω…

Ως πρώην εκπαιδευτικός και νυν μαμά...

Φτάσαμε «εδώ που φτάσαμε» (να ψηφίζουμε ανθρώπους ψεύτες κι άχρηστους κι ανίκανους να μας εκπροσωπούν, να πιστεύουμε άκριτα αυτά που ακούμε στις ειδήσεις της τηλεόρασης, να υιοθετούμε αβασάνιστα απόψεις «ειδικών», να είμαστε καταναλωτές προϊόντων μαζικά κι ανήθικα κατασκευασμένων, κτλ) εξαιτίας της εκπαίδευσης που λάβαμε  στα σχολειά μας. Αφενός. Αφετέρου, εξαιτίας της πεποίθησής μας (ημών και όλων των ενηλίκων των πριν από μας) ότι «οι μεγάλοι ξέρουν καλύτερα».

Χαιρόμαστε (και θαυμάζουμε, και κάποιοι από μας συγκινούμαστε) από το γεγονός ότι αυτή η συνέλευση είναι «τόσο πολιτισμένη»: ότι δηλαδή ο καθένας παίρνει το λόγο και ακούγεται ισότιμα από όλους, ότι κι αν λέει, όποιος κι αν είναι, χωρίς χλευασμούς, χωρίς χάβρα, με σεβασμό τόσο στον ίδιο όσο και στη διαδικασία. Πόσο συχνά επιτρέπουμε κάτι τέτοιο μέσα στην οικογένειά μας; Πόσο συχνά κάνουμε οικογενειακές συνελεύσεις όπου να ακούμε τα παιδιά μας με τον ίδιο σεβασμό που απαιτούμε από εκείνα να ακούνε εμάς; Πόσο συχνά εμπλέκουμε τα παιδιά μας στη λήψη των οικογενειακών αποφάσεων; Πόσο συχνά γίνεται αυτό μέσα στα σχολεία μας;

Για τις οικογένειες δεν μπορώ να πω, η κάθε μία έχει τα δικά της «ήθη και έθιμα»… Απλά εικάζω ότι δεν υπάρχουν και πολλές οικογένειες που το κάνουν – είτε επειδή δεν υπάρχει ο χρόνος, είτε επειδή  η νοοτροπία των γονέων δεν το επιτρέπει.
Για τα σχολεία, όμως, είμαι σίγουρη. Δούλεψα σε σχολεία στο παρελθόν, και σήμερα έχω παιδιά που φοιτούν στο δημοτικό και στο γυμνάσιο…  Τα παιδιά από την πρώτη δημοτικού (τελευταία και από το νηπιαγωγείο…) διδάσκονται να δέχονται ως αυθεντία το δάσκαλο (ή τη δασκάλα), και ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτά που λέει το σχολικό βιβλίο.  Αδιαμφισβήτητη  αλήθεια την οποία πρέπει να «μάθουν απέξω» προκειμένου να έχουν καλές σχέσεις με τον/την εκπαιδευτικό, και προκειμένου να προαχθούν από τη μία τάξη στην άλλη και τελικά να σπουδάσουν… Η γνώση είναι κονσερβαρισμένη σε βιβλία εγκεκριμένα από την τρέχουσα εξουσία, και οτιδήποτε άλλο είναι εκτός. Είναι η περίφημη «ύλη» του αναλυτικού σχολικού προγράμματος.
Τα παιδιά δεν εθίζονται στην έρευνα, ούτε  στην ανακάλυψη, ούτε στην κριτική. Τα παιδιά μας δεν ενθαρρύνονται να είναι δημιουργικά, ούτε να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους (ειδικά η φαντασία και η δημιουργικότητα σκοτώνονται μεθοδικά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, σας διαβεβαιώ, το παρατηρώ χρόνια αυτό το φαινόμενο). Τα παιδιά μας δεν ενθαρρύνονται να αυτοοργανώνονται, παρά τα περίφημα μαθητικά συμβούλια, κτλ, και να παίρνουν αποφάσεις ουσιαστικές. Οι μαθητικές κοινότητες και οι περίφημες "εκλογές" τους είναι μία παρωδία στις πλείστες των περιπτώσεων. Τα παιδιά ξέρουν από πολύ μικρά ότι τις σοβαρές αποφάσεις τις παίρνουν άλλοι γι αυτούς, «για το καλό τους». Ετσι μεγαλώνουν και γίνονται παθητικοί ενήλικες, χωρίς φαντασία, χωρίς δημιουργικότητα οι περισσότεροι, με το φόβο της εξουσίας, έχοντας εθιστεί να πιστεύουν ότι «οι άλλοι» έχουν την αυθεντία της γνώσης… Η, μεγαλώνουν με τη φιλοδοξία να αποκτήσουν αυτοί, πλέον, την αυθεντία της γνώσης, της εξουσίας, κτλ. Και κατόπιν να συμπεριφερθούν ανάλογα.

Αυτή η νοοτροπία δεν μπορεί να συντηρήσει επανάσταση, ακόμα κι αν θα ήταν δυνατό να τη δημιουργήσει!

Αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα σήμερα είναι εξαιρετικά σημαντικό, και πρέπει να συνεχιστεί. Οι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι όλο και πληθαίνουν, το βλέπουμε από τους αριθμούς που αυξάνονται στην πλατεία καθημερινά, υπερβαίνοντας τη σχολική και οικογενειακή τους παιδεία και ανατροφή. Αισθάνομαι  ευγνώμων στα παιδιά που οργανώνουν ομάδες εργασίας, ξενυχτώντας, περιφρουρώντας, εργαζόμενοι και εργαζόμενες σκληρά για να δώσουν παρόν και παράδειγμα. Σας ευχαριστώ από καρδιάς.

Εάν θέλουμε όμως  επανάσταση που να διαρκέσει στο χρόνο, εάν θέλουμε να δούμε τον κόσμο να αλλάζει αληθινά, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το σπίτι και την οικογένειά  μας. Να μην περιμένουμε να νομοθετηθεί η «ελευθεριακή» εκπαίδευση. Να την ξεκινήσουμε εμείς οι ίδιοι. Να διδαχτούμε από αυτή τη συνέλευση πώς να ακούμε τα δικά μας παιδιά. Να τα ενθαρρύνουμε να ερευνούν,  να  μην τους δίνουμε έτοιμες αλήθειες, να μην το παίζουμε αυθεντίες. Είτε ως γονείς είτε ως δάσκαλοι.
Χτες μίλησε ένας δάσκαλος στη συνέλευση, και είπε πως πρέπει το μήνυμα της συνέλευσης να μεταφερθεί και (έστησα κι εγώ αυτί…) στη δική του συνέλευση, των διδασκόντων, του συλλογικού τους οργάνου… απογοητεύτηκα, να πω την αλήθεια. Περίμενα πώς και πώς να ακούσω ότι ο δάσκαλος αυτός θα ήθελε να μεταφέρει τη μήνυμα της συνέλευσσης στα παιδιά «του», στην τάξη του στο σχολείο! Εκεί πρέπει να πάει το μήνυμα… Οι μεγάλοι εύκολα παίρνουν το μετρό να κατέβουν στο Σύνταγμα. Τα παιδιά, όμως;
Αμα  συνεχίζουμε να εκπαιδεύουμε τους νέους με  αυθεντίες και παθητικότητα, μην περιμένουμε αλλαγή. Εμείς εδώ (οι μεγάλοι) είμαστε λίγοι, η σκέψη μας δεν έχει τη φρεσκάδα και την ευρηματικότητα ενός παιδιού. Αφήστε δε που μεγαλώνουμε και πρέπει να δώσουμε  τη σκυτάλη στους νεώτερους (να μην καταντήσουμε σαν τους υπερήλικες πολιτικούς μας).

Δεν μπορούμε πιθανώς όλοι να κατασκηνώσουμε  στο  Σύνταγμα, ή στην όποια άλλη πλατεία. Μπορούμε όμως όλοι να δουλέψουμε  για την επανάσταση. Δίνοντας σεβασμό και λόγο σε ένα παιδί, εκπαιδεύοντάς το να ερευνά, να μην πιστεύει άκριτα ότι ακούει, ότι διαβάζει, ότι μαθαίνει στο σχολείο. Αφήνοντας χώρο στα παιδιά να αυτοοργανώνονται χωρίς εμάς πάνω από το κεφάλι τους, να βρίσκουν λύσεις για τα δικά τους προβλήματα χωρίς να λειτουργούμε εμείς σαν σωτήρες… Ας είμαστε απλά διακριτικοί και υποστηριστικοί των δικών τους αποφάσεων. Διδάσκοντας στα παιδιά το διάλογο, τη διεκδίκηση και το σεβασμό των δικαιωμάτων τους. 

Ας τα διδάξουμε με το δικό μας παράδειγμα σήμερα.


Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Γέννα στο σπίτι

Η Χουφτίτσα ήρθε στο σπίτι μας (μέσα στη χούφτα μου) πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, μία φοβισμένη μαύρη χνουδόμπαλλα, κοντά σε έναν κάδο στο μετρό του Χαλανδρίου. Τρυφερή και πολύ θηλυκή, αγάπησε την ηρεμία και τη σιγουριά που απέπνεε ο σύντροφός μου, και καθόταν ώρες δίπλα του όσο αυτός έγραφε στον υπολογιστή είτε κοιτώντας τον στα μάτια όταν μιλούσε, είτε απλά κοιμώμενη. Δεν ήθελε αγκαλιές, δεν ήθελε πολλά χάδια, ήθελε μόνο να κάθεται πλάι σε κάποιον που «καθόταν ήσυχα». Εβγαινε στον κήπο και κυνηγούσε πεταλούδες ανάμεσα στα λουλούδια (την ώρα που ο άλλος μας γάτος κυνηγούσε ποντίκια, σαύρες, και πουλιά), ανέβαινε στην ελιά με τη χάρη σκίουρου και μας παρατηρούσε από ψηλά που κάναμε κηπουρική.

Τους τελευταίους τρείς μήνες την παρατηρούσαμε που φούσκωνε, που άλλαζε η συμπεριφορά της επιζητώντας περισσότερα χάδια και αγκαλιές (ακόμα και από τον ρέμπελο στειρωμένο αρσενικό μας γάτο), που καθόταν περισσότερες ώρες μέσα στο σπίτι. Επικοινωνούσε πιο ξεκάθαρα τις ανάγκες της πια. Μέλλουσα μαμά.

Από τότε που ενηλικιώθηκα είχα πάντα γάτες. Ζώντας μαζί τους τόσα χρόνια τις θεωρώ μεγάλες δασκάλες. Από τις γάτες έμαθα να παρατηρώ προσεκτικά γύρω μου, από τις γάτες έμαθα να ελαττώνω τους ρυθμούς μου και να μπορώ να κάθομαι «ήσυχα» παρατηρώντας τελικά τον εαυτό μου, από τις γάτες έμαθα την έννοια της παύσης και της δράσης, την τρυφερότητα και τη σκληρότητα της φύσης, από τις γάτες έμαθα να τιμώ τη μητρότητα.



Γέννησαν πολλές γάτες στο σπίτι μου (κάποιες, μάλιστα, προτίμησαν το κρεββάτι και το πουπουλένιο μου πάπλωμα, βυθίζοντας συχνά σε απελπισία τη μαμά μου και τον κύριο που έχει το τοπικό στεγνοκαθαριστήριο) και έχω πολλές ιστορίες που θα μπορούσα να διηγηθώ από γατομαμάδες. Σε κάποιες γέννες ήμουν παρούσα, σε κάποιες απλά ανακάλυπτα τη νέα οικογένεια μέσα στον κάλαθο των απλύτων, ή σε κάποια ντουλάπα ή συρτάρι, ή σε κάποια ξεχασμένη κούτα στη βεράντα. Οι γάτες πάντα διάλεγαν με μεγάλη περίσκεψη το χώρο που θα γεννούσαν, ανάλογα με τη σχέση τους μαζί μου, με τις διαθέσιμες κρυψώνες, τη ζέστη, την εγγύτητα με την κουζίνα, με το αν κυκλοφορούσε αρσενικός γάτος στο σπίτι, κτλ. Κάποιες ήθελαν την απομόνωση, γεννούσαν μόνες τους ήσυχα και απλά, και σου έδιναν να καταλάβεις χωρίς περιστροφές ότι ήσουν ανεπιθύμητη. Κάποιες άλλες ανήγγειλαν την επικείμενη γέννα, ζητώντας συμπαράσταση από απόσταση ή από κοντά. Η Κλεοπάτρα, με τα πράσινα μάτια τα περιγραμμένα με μαύρο, φώναξε για συμπαράσταση το γατάκι της συγκατοίκου της, και γέννησε κρατώντας το παιδί της άλλης στην αγκαλιά της και γουργουρίζοντας. Η μαμά του η Σουήτυ είχε μπερδευτεί και θορυβηθεί συγχρόνως, νομίζοντας ότι «η άλλη» της έκλεψε το παιδί! Το μικρό (ένα σωμόν αρσενικό που αργότερα βαφτίστηκε Χούμους) έμεινε μαζί με την Κλεοπάτρα για λίγες ώρες αφότου γεννήθηκαν τα μωρά και μετά ήρθε και το μάζεψε η δική του μαμά, και το πήγε στη δική της φωλιά. Δεν ξαναπλησίασε τη φωλιά της Κλεοπάτρας παρά μόνο πολύ αργότερα, όταν είχαν μεγαλώσει τα μωρά της, για να παίξει μαζί τους! Κάποτε η πλέον άγρια γάτα της γειτονιάς (που δεν πλησιαζότανε με τίποτα) νιαούριζε γοερά στην πίσω πόρτα του σπιτιού. Μόλις άνοιξα να δω τι συμβαίνει, ετράπη σε φυγή αφήνοντας πίσω της ένα πλαστικό σακουλάκι δεμένο σφιχτά κόμπο. Με γάντια το άνοιξα, και μέσα είχε ένα νεογέννητο γατί υγρό και γλιτσερό με αίματα. Κατάλαβα. Βρήκα ένα μικρό χαρτόκουτο, ακούμπησα το μωρό έξω από την πόρτα, κι έφυγα (ήταν τριήμερο 25ης Μαρτίου, έφευγα εκδρομή). Δυό μέρες μετά βρήκα μωρό και μαμά στο χαρτόκουτο, εκεί στο κεφαλόσκαλο της πίσω σκάλας. Το μωρό ήταν ένα κάτασπρο φουντωτό πλάσμα που δεν με φοβόταν καθόλου, σε αντίθεση με τη μαμά, η οποία απομακρυνόταν μόλις με έβλεπε.

Παρατηρούσα τις σχέσεις της μαμάς με τα μωρά της καθώς μεγάλωναν, την απόλυτη αφοσίωση στην αρχή, τη φροντίδα, την εκπαίδευση των μικρών στο σκαρφάλωμα, στη δολοφονία των ποντικιών, στο κυνήγι των πουλιών, στη διεκδίκηση του χώρου και της τροφής, στην χειραφέτηση τελικά των μικρών από τη μαμά… Παρατηρούσα τη συμπεριφορά των γάτων με τα άρρωστα μωρά: μη έχοντας τρόπο να τα θεραπεύσουν απλά τα εγκαταλείπουν να πεθάνουν. Ακούγεται σκληρό, αλλά κρύβει μία εξαιρετική σοφία: προστατεύει τα υγιή γατάκια αφενός από τον κίνδυνο της μόλυνσης, αφετέρου εξασφαλίζοντάς τους περισσότερη τροφή και άρα περισσότερες ευκαιρίες για επιβίωση. Για χρόνια με στενοχωρούσε αυτό, και περιέθαλπα εγκαταλειλημμένα γατάκια που έβρισκα και «δεν τα ήθελε» η μαμά τους, αποδίδοντας το ανθρώπινο συναίσθημα και ταπεινό κίνητρο της εγκατάλειψης στη μαμά γάτα… Ποτέ μου δεν κατάφερα να κρατήσω στη ζωή τέτοιο γατάκι για παραπάνω από μερικές μέρες. Οι γάτες ήξεραν.


Ηταν μία διαδικασία που επαναλαμβανόταν με αρκετές παραλλαγές, γιατί και οι γάτες έχουν τις δικές τους ξεχωριστές προσωπικότητες (ότι κι αν λένε οι θεολόγοι και οι διάφοροι θεωρητικοί της μεταφυσικής). Παρατηρούσα τη χροιά της φωνής όταν φώναζε μία γάτα τα παιδιά της και όταν ήθελε να τα προστατέψει από επικείμενο εχθρό, θαύμαζα τη μαχητικότητα ακόμα και των πιο μικρόσωμων και αδύνατων μαμάδων όταν επρόκειτο για την προστασία των μωρών (ποτέ δεν είδα μαμά γάτα να αποτυγχάνει τα τρέψει σε φυγή και τον πιο μεγαλόσωμο και νταή γάτο). Όλα με μία άνεση, χαλαρότητα, και απόλυτη φυσικότητα. Και με αυτή τη χάρη την τόσο ξεχωριστή των αιλουροειδών…

Θεωρούσα λοιπόν ότι ήμουν προετοιμασμένη για τη γέννα της Χουφτίτσας. Με είχε εντυπωσιάσει βέβαια το ότι δεν είχε μεριμνήσει καθόλου για το πού θα γεννούσε, δεν είχε βρεί φωλιά, και αναρωτιόμουν πώς τελικά θα διαχειριζόταν τη γέννα και τα μωρά της. Το πρωί εκείνης της Παρασκευής η Χουφτίτσα ήταν ανήσυχη, και ήθελε την αγκαλιά του καλού μου. Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόση σιγουριά αποπνέει ένας άντρας που έχει βρεί και ενστερνιστεί τη θηλυκιά του φύση, και πώς τα ζώα ανταποκρίνονται στο καλό, το υγιές και το αληθές. Σ΄ αυτό που είναι η αγάπη, τελικά.

Γρήγορα-γρήγορα άδειασα τη ντουλάπα μου, και εγκατέστησα την επίτοκο. Αλλά αυτή δεν ήθελε να φύγουμε από κοντά της. Ανήσυχη και φοβισμένη, μου θύμισε άνθρωπο. Στις εξωθήσεις μέχρι που φώναξε και αγρίεψε, και δάγκωσε άγρια το χέρι που μέχρι τότε τη χάιδευε (και το οποίο κράταγε κοντά της με το πόδι της). Μέσα στο φόβο και στη σύγχυσή της κατέβηκε από τη ντουλάπα και γέννησε το μεσαίο της γατάκι στο πάτωμα, και μετά το άφησε εκεί. Πρώτη φορά έβλεπα επίτοκη γάτα σε τέτοια αναστάτωση. Ο αγαπημένος μου δεν έφυγε στιγμή από δίπλα της. Δύο ώρες, τρία γατάκια. Όλα σε αποχρώσεις μαύρο-γκρί, τόσο που μέσα στη ντουλάπα δεν ξεχώριζες απολύτως τίποτα. Ησύχασε, έπλυνε τα μωρά της με τον ιδιαίτερο τρόπο των αιλουροειδών, και χαλάρωσε. Μέσα στη ντουλάπα μου είχαμε πλέον την τιμή να στεγάζουμε μια νέα οικογένεια.


Στο σπίτι αυτό έχουμε ζήσει (σαν οικογένεια) τις γέννες δύο γάτων και δύο σκύλων. Ο ενθουσιασμός και η περιέργεια των παιδιών ήταν πάντα δεδομένα. Και οι φίλοι που μας επισκέπτονταν, με τα παιδιά τους ήταν συναρπασμένοι με τα μωρά ζωάκια (όσοι δεν σιχαίνονταν και δεν έτρεχαν να αυτοαποστειρωθούν πάραυτα). Τούτη εδώ η γέννα της Χουφτίτσας μας έφερε άλλο ένα στοιχείο: σε μένα τη συγκίνηση, στα παιδιά το ενσυνείδητο νοιάξιμο, τη φροντίδα. Μου έφερε στο νου τη δική μου πρώτη γέννα (που ξεκίνησε στο σπίτι), τοκετούς φιλενάδων που γέννησαν στο σπίτι τους με τους δικούς τους, και θυμήθηκα σκέψεις μου πρότερες για το πόσο σημαντικό είναι να εμπιστεύεσαι τη φύση που είναι το σώμα σου, το τι σημαίνει να εμπιστεύεται μία γυναίκα τη φύση της… Ότι για να την εμπιστεύεται πρέπει να την αναγνωρίζει και να την εκτιμά, κι αυτό είναι δύσκολο, γιατί η γυναικεία φύση υποτιμάται και διαστρέφεται ποικιλοτρόπως… Ζηλεύω πολλές φορές τις γάτες που τέτοια θέματα δεν έχουν: είναι αυτό που είναι χωρίς ναι μεν αλλά. Απλά και φυσικά. Γεννάνε όπου επιλέξουν και βολεύονται, μεγαλώνουν τα μικρά τους χωρίς αξιώσεις «ευχαριστιών» για τις «θυσίες» τους, τα εκπαιδεύουν όπως ξέρουν, τους βάζουν όρια χωρίς ενοχές, ούτε συγκρίνονται μεταξύ τους ποια τα ανατρέφει καλύτερα, τίνος ο γιός έπιασε περισσότερα ποντίκια ή βγήκε πρώτος σε γατοκαυγά. Τηρουμένων των αναλογιών, πάντα, γιατί εμείς δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε έτσι απλά και φυσικά; Δεν θα ήταν καλύτερη η ζωή μας; Δεν θα είμαστε πιο ευτυχείς;

Η περασμένη εβδομάδα ήταν η Ανοιχτή Εβδομάδα Σεβασμού στη Γέννα, αλλά ποιος το ήξερε; Κάθε μέρα υπήρχαν εκδηλώσεις σε όλες τις περιοχές της Αθήνας. Δεν έχω μάθει τι συμμετοχή είχε, ή ποιά ήταν η προβλεπόμενη συμμετοχή γενικά… Μέσω ίντερνετ διαδόθηκε, σε κύκλους που ήταν έτσι κι αλλιώς υποψιασμένοι, ανάμεσα σε ψαγμένες μαμάδες και ανοιχτόμυαλους επαγγελματίες. Δυστυχώς ετούτη εδώ η ανάρτηση άργησε πολύ για να ενημερώσει εγκαίρως (μία από τις δυσκολίες της μητρότητας είναι και η πολυδιάσπαση, που δεν σε αφήνει να συγκεντρωθείς σε ένα πράγμα για παραπάνω από ένα τέταρτο-μισάωρο… και πολύ λέω!) Αλλά επειδή η γνώση είναι μεγάλη υπόθεση, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα που δεν πολυσυμφέρει το κατεστημένο να γνωρίζουμε, καλό είναι να διαχέεται (έστω και λίγο καθυστερημένα).

Σχετικοί σύνδεσμοι

http://wiki.naissance.asso.fr/uploads/Enca/OpenWRC2011.pdf

http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/ORGANIZERSOFEVENTS

http://wiki.naissance.asso.fr/uploads/Enca/MoviesOpenWRC2011n.pdf

http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/MyPage

ENCA Hellas: http://wiki.naissance.asso.fr/pmwiki.php/Enca/Greece







Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Βλέφαρό μου σφαλιστό...


Ενα νανούρισμα, ίσως το πιο τρυφερό πού έχω ακούσει...

Come sleep and take her
Wrap her up in silk
May the ladder of her dreams be wide
and made of milk and honey

Eyelid shut
oh my lucky one
do not awake
Oh Star of Dawn
fear naught