Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Υπάρχει Θεός; Ναι; Πού;

Εδώ και μερικά χρόνια ζητώ απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών για τη μεγάλη μου κόρη. Σκεπτόμενο και βαθιά θρησκευόμενο άτομο (για τη δική μου αντίληψη) είχε αρχίσει να «διαφωνεί» με το μάθημα των θρησκευτικών από νωρίς. Κάπου στην τρίτη δημοτικού είχε δει ένα βιβλίο για τις θρησκείες σε κάποια προθήκη βιβλιοπωλείου, και μου το ζήτησε. Ηταν ένα παιδικό βιβλίο για τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, χριστιανισμό, μωαμεθανισμό, ιουδαϊσμό, βουδδισμό και ινδουισμό. Το διάβαζε για καιρό εμβριθώς, αλλά δεν έκανε καμία κουβέντα γι αυτό. Την επόμενη χρονιά, κάπου στη μέση, ζήτησε απαλλαγή από τα θρησκευτικά, με το σκεπτικό ότι το βιβλίο του σχολείου δεν μιλούσε παρά μόνο για το χριστιανισμό, και παρότι κάποιο από τα τελευταία κεφάλαιά του αναφέρονταν και στις άλλες θρησκείες, βασικά τις έθαβε και έλεγε πόσο «ανώτερη» θρησκεία είναι ο χριστιανισμός, και δεν της άρεσε αυτή η προσέγγιση. Ούτε αυτό που συχνά λέγεται ή υπονοείται, ότι δηλαδή «θα σωθούν» μόνο οι χριστιανοί («δηλαδή από τι θα σωθούν;» και «δεν νομίζω ο Χριστός να έκανε τέτοιες διακρίσεις, εσύ τι λες;») Αντίθετα, της άρεσε πολύ (από το βιβλίο δηλαδή) ο βουδδισμός, και μ’ έβαζε και της έλεγα μία ιστορία που είχα βρεί για τη γέννηση και την απόδραση του Βούδδα από το πατρικό του παλάτι…

Στην πρώτη γυμνασίου τέθηκε πάλι το θέμα της απαλλαγής: ήθελε να δει τη θεολόγο του σχολείου, και μετά ν’ αποφασίσει. Γυρνώντας σπίτι μετά το πρώτο μάθημα θρησκευτικών της χρονιάς ήταν σίγουρη: «απαλλαγήηηη εδώ και τώρα!» Γιατί, παιδί μου; Γιατί είναι θεούσα και κολλημένη με το Χριστό, μου λέει.

Σήμερα πρώτη μέρα στο σχολείο έγινε, παραδοσιακά, ο αγιασμός. Ιερέας (ιερείς, στην προκειμένη περίπτωση), τραπέζι, σταυρός, εικόνες, βασιλικός, θυμιατό, μπωλάκι με νερό, και ψαλμωδίες. Επειδή μάλιστα το σχολείο είναι μουσικό, ψάλτες ήταν οι καθηγητές του σχολείου, και δεν υπήρχε η παραμικρή παραφωνία (για τους έχοντες μουσικά αυτιά οι παραφωνίες στην εκκλησία είναι σούπερ βασανιστήριο, ειδικά κάτι Μεγάλες Παρασκευές…) Τα παιδιά ψιθύριζαν μεταξύ τους, αντάλλασαν τηλέφωνα, αλλά γενικά ήταν «ήσυχα». Ηταν φανερό ότι η γενική ατμόσφαιρα μεταξύ των παιδιών κυμαινόταν από μία γενναιόδωρη ανοχή έως την απόλυτη αδιαφορία για τα τεκταινόμενα. Ο τελετουργός δεν έκανε κανένα σχόλιο (προς τιμήν του), αλλά διάβασε το «μήνυμα» του τοπικού μητροπολίτη. Εντυπωσιάστηκα. Ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι δεν έχει νόημα να γίνεται υποχρεωτικός αγιασμός στα σχολεία («με εγκύκλιο του υπουργείου παιδείας») γιατί οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν ούτε τα λόγια ούτε τις κινήσεις της τελετουργίας, οπότε η όλη τελετή δεν σημαίνει απολύτως τίποτα γι αυτούς. Ότι, λέει, θα προτιμούσε οι ιερείς «του» να μείνουν ήσυχοι στους ναούς τους, παρά να κάνουν κάτι που δεν έχει νόημα, και ότι αυτό που θα ήθελε θα ήταν να έρχονται αυτοβούλως τα σχολεία να ζητούν αγιασμό από τους ιερείς… Είπε κι άλλα, βέβαια, αλλά σε γενικές γραμμές ο λόγος του ήταν άμεσος, ειλικρινής, και σαφής, και χάρηκα που άκουγα τόσο συνετά λόγια από υψηλά ιστάμενο εκπρόσωπο του ιερατείου.

Γυρνώντας στο γραφείο, αντάλλαξα εντυπώσεις με συναδέλφους που επίσης είχαν παρακολουθήσει αγιασμούς. Οι ιερείς, μαζί με το μήνυμα του μητροπολίτη τους, είχαν και τα δικά τους σχόλια να προσθέσουν. Ενας, λέει, μίλησε για το πώς πρέπει να έχουμε φόβο, και μάλιστα αράδιασε και κάμποσα χωρία από τις Γραφές για να το «στηρίξει». Αυτό σε αγιασμό νηπιαγωγείου. Αλλος μίλησε για το σεβασμό που πρέπει να έχουν τα παιδιά στους μεγάλους, «γιατί αυτοί ξέρουν», και «είναι μεγάλοι». Αυτό ασχολίαστο, καλύτερα. Τα περισσότερα σχόλια, ευχές, και παραινέσεις μαρτυρούσαν ανθρώπους που ήταν εκτός τόπου, χρόνου και εκτός τρέχουσας πραγματικότητας. Μαρτυρούσαν ανθρώπους που είχαν ξωμείνει σε άλλες εποχές, άλλες νοοτροπίες, άλλες πρακτικές. Είχε και πλάκα, από μία άποψη: «κάντε ησυχία!» έλεγε ένας ιερέας στα παιδάκια του δημοτικού: «στο άλλο σχολείο που πήγα ήταν καλά τα παιδιά, εσείς εδώ είστε ζωηροί!» Κανείς δεν βρέθηκε να του σφυρίξει στο αυτί ότι κάνεις ησυχία για να ακούσεις κάτι που καταλαβαίνεις, άμα δεν καταλαβαίνεις χριστό απ’ αυτά που ακούς γιατί να κάνεις ησυχία; Η ότι τα φυσιολογικά παιδάκια είναι ζωηρά, ήγουν γεμάτα ζωή, όχι ψόφια (ήσυχα, αδιάφορα, φοβισμένα, δηλαδή «καλά»). Ότι οι φυσιολογικοί (και σκεπτόμενοι) άνθρωποι όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι ρωτούν, ερευνούν, και δεν αφήνονται έρμαια του «έτσι πρέπει». Το σχολείο όπου λέχθηκαν τα παραπάνω ήταν το δημοτικό όπου φοιτούν τα δύο μικρά μου. Κανένα από τα δύο, ευτυχώς, δεν άκουσε λέξη σχεδόν. Όταν ρώτησα σχετικά, μου είπε ο νεαρός «ε, τι ήθελες να πει; Κάτι αρχαία, και ‘ησυχία παιδιά’. Αυτά.»

Καθώς μεγαλώνω συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο την ανάγκη της ελευθερίας της συνείδησης, την ανάγκη να μένεις απερίσπαστος από δόγματα προκειμένου να βρείς το Θεό μέσα σου. Αν υπάρχει, είμαι πεπεισμένη ότι μόνο εκεί μπορείς να τον βρείς. Αμα δεν Τον (ή Την) αναζητήσεις εσύ, άμα δεν ψάξεις, δεν ερευνήσεις («ερευνάτε τας γραφάς» λέει η Αγία Γραφή) όλοι οι άλλοι Θεοί που σου σερβίρουν έτοιμους στο πιάτο (με γαρνίρισμα βυζαντινής ψαλμωδίας, ή με σημαιάκια και κουδουνάκια όπως στο Θιβέτ, ή όπως αλλιώς) παίζει να είναι και ψεύτικοι. Όχι με την έννοια ότι «δεν υπάρχουν» (υπάρχουν στις συνειδήσεις τόσων ανθρώπων, προφανώς) αλλά με την έννοια ότι δεν είναι «οι δικοί σου», δεν είναι η βαθιά προσωπική αλήθεια σου… Οπότε, η όποια «πίστη» που μπορεί να αποκτήσεις, θα βασίζεται είτε στον συμφεροντολογικό συναισθηματισμό (αγαπάς το Θεό επειδή σε βολεύει, ή θυμώνεις και αγανακτείς όταν δεν εισακούονται οι «προσευχές» σου, ή όταν συμβαίνουν άσχημα ή «άδικα» πράγματα, και διαλαλείς με πίκρα και πίκα ότι δεν υπάρχει), είτε στην ακαδημαϊκή γνώση που έρχεται από καθέδρας, οπότε κολλάς στο δόγμα, στο «γράμμα του νόμου» και γίνεσαι ηθικολόγος, επικριτικός, αλαζόνας, μισαλλόδοξος, κ.ο.κ.

Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους και από τα δύο είδη. Ούτε οι μεν ούτε οι δε είναι ευτυχισμένοι πραγματικά, ούτε οι μεν ούτε οι δε έχουν αυτή τη βαθιά εσωτερική ειρήνη, τη χαρά της ζωής και το χιούμορ που διακρίνει τους – κατ’ εμέ, πάντα – πνευματικούς ανθρώπους.

Εχω την αίσθηση ότι τα μαθήματα των θρησκευτικών όπως γίνονται στα σχολεία (κατήχηση στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία) παράγουν ανθρώπους που απλά πιστεύουν κάτι επειδή τους το είπαν κάποιες (θεωρούμενες) αυθεντίες – σα να λέμε, όπως πιστεύουμε σε ότι μας λένε οι ειδήσεις του τάδε ή του δείνα τηλεοπτικού καναλιού. Επειδή «αυτοί ξέρουν». Και τα σημερινά παιδιά αντιδρούν. Δεν αντέχουν τις αυθεντίες («γιατί να τους πιστέψω, δηλαδή; Τι τους κάνει πιο καλούς ανθρώπους; Κι αν υπάρχει Θεός, τι τους κάνει να είναι πιο κοντά Του από σένα κι από μένα;» ή, «τι να μας πει κι ο θεολόγος; Ολο για το ‘πνεύμα’ μας μιλάει, αλλά την σχολική ύλη είναι κολλημένος να βγάλουμε»). Και έχουν δίκιο!

Και, φυσικά, βαριούνται. Βαριούνται τα δεδομένα, τα κατεστημένα, γιατί κανείς δεν τους τα εξήγησε στη δική τους γλώσσα, οπότε δεν έχουν κανένα ανιχνεύσιμο νόημα... Είναι ξένα και «αρχαία».

Η μία κόρη νωρίς επέλεξε να μην κάνει θρησκευτικά, και να ξεχωρίσει από τους συμμαθητές της, άσχετα αν επισύρει σχόλια και συγκεκαλυμένη ειρωνία για το άτομό της και την οικογένεια από δασκάλους και άλλους γονείς. Μάλλον σκασίλα της. Θα την ενδιέφερε, λέει, να μάθει πώς προσεγγίζουν άλλοι λαοί το Θεό, και ποιοι άλλοι Μεγάλοι Δάσκαλοι ήρθαν να διδάξουν την ανθρωπότητα πέραν του Χριστού, και τι είπαν. Δεν θα ήταν το αγαπημένο της μάθημα, λέει, αλλά θα είχε ενδιαφέρον. Η άλλη κόρη επέλεξε να μην ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν θέλει να είναι δακτυλοδεικτούμενη. Συνεχίζει, με μία σχετική αδιαφορία, να μαθαίνει κάθε εβδομάδα το μάθημά της και μετά να το ξεχνάει σαν να μην το διάβασε ποτέ. Ο γιός είναι ακόμα στην ευλογημένη εκείνη ηλικία που δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα. Πιστεύει στους αγγέλους και στην Ουράνια Μητέρα (σαν αγοράκι που είναι!) και ενδιαφέρεται διακαώς για τη μετά θάνατον ζωή. Αλλά βαριέται τις ψαλμωδίες.





Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

17η Πανελλαδική Γιορτή Οικολογικής Γεωργίας και Χειροτεχνίας

30 Σεπτεμβρίου – 3 Οκτωβρίου, Πάρκο Τρίτση, Ιλιον Αττικής



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Φέτος, η Πανελλαδική Γιορτή Οικολογικής Γεωργίας και Χειροτεχνίας έρχεται στην Αθήνα με σκοπό να αναδείξει έναν αυτοοργανωμένο οικολογικό τρόπο ζωής που, βασιζόμενος σε σχέσεις συνεργασίας και αλληλεγγύης και χρησιμοποιώντας αειφορικές καλλιεργητικές πρακτικές, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενδιάμεση τεχνολογία, δίνει έμφαση πρώτα απ' όλα στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου αλλά και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει, ενάντια στη σκληρή εμπορευματοποίηση των πάντων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ατομικές και συλλογικές πρωτοβουλίες συναντιούνται σε μια τετραήμερη γιορτή στο πάρκο Τρίτση, στο Ιλιον Αττικής με σκοπό να προωθήσουν τη δημιουργία δομών αλληλέγγυας οικονομίας, παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διαμεσολάβηση ανάμεσα σε παραγωγό και καταναλωτή και να προβάλλουν τα χαρακτηριστικά και τις αξίες ενός “άλλου κοσμου”, ο οποίος “είναι εδώ”, ζωντανός, εξελισσόμενος και βιώσιμος.



Στη γιορτή συμμετέχουν :

• αγρότες που επιλέγουν ένα μοντέλο παραγωγής το οποίο βασίζεται στην ποιότητα και τοπικότητα των προϊόντων και όχι στο χρηματικό κέρδος

• μεταποιητές και χειροτέχνες που επιλέγουν φυσικά υλικά και ήπιες μεθόδους κατεργασίας

• συλλογικότητες που ασχολούνται με ζητήματα οικολογικού περιεχομένου, με το εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο, με την αυτοδιαχείριση των βασικών αναγκών και με την επανοικειοποίηση και δημιουργική αξιοποίηση των δημοσίων χώρων.



Παράλληλα με την έκθεση και πώληση οικολογικών προϊόντων και χειροτεχνιών πραγματοποιούνται εκδηλώσεις, ενημερωτικές συζητήσεις, προβολές, δραστηριότητες για παιδιά, αλλά και πρακτικά εργαστήρια μέσα από τα οποία χειροτέχνες και μεταποιητές θα μοιράζονται με τους συμμετέχοντες τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.



Κάθε χρόνο η γιορτή διοργανώνεται σε διαφορετική πόλη από διάφορες συλλογικότητες και παραγωγούς. Φέτος, συνδιοργανώνεται από τον «Σπόρο», συνεταιρισμό για το εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο (www.sporos.org) και το Δίκτυο Οικοκοινότητα (www.oikodiktyo.espiv.blogs.net ).



Υπεύθυνη επικοινωνίας: Γεωργούση Φωτεινή, 6973390576, asalvarloslobos@yahoo.gr

Και μία αλλιώτικη γιορτή



Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Ενα αλλιώτικο νηπιαγωγείο



Ενα τέτοιο σχολείο ονειρευόμουν πάντα για τα παιδιά μου... Και με πιάνει το παράπονο: γιατί να πρέπει να ξενιτευτούμε για να έχουμε ποιότητα στην εκπαίδευση;

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Ο σεβασμός στη ζωή

Κάθε μέρα, κάθε ώρα επιβεβαιώνεται μέσα μου η αναγκαιότητα της παιδείας του σεβασμού. Όχι του σεβασμού όπως τον εννούσε η παλιότερη γενιά («σεβασμός στους μεγαλυτέρους» έλεγαν οι γονείς μου, μόλις τολμούσα να εκφράσω καμιά γνώμη που να μη συνάδει με την τρέχουσα ηθική, ή όταν τολμούσα να εκφράσω «άπρεπα» συναισθήματα όπως ο έντονος θυμός ή η δυσαρέσκεια). Τότε θεωρείτο σωστό (και πολύ βολικό, θα έλεγα, για κάποιους) να σεβόμαστε άκριτα τον μεγαλύτερο στα χρόνια ή τον έχοντα εξουσία. Ο σεβασμός εξισωνόταν λιγάκι με το φόβο και σίγουρα με την ευγένεια (αδιάφορο αν ήταν ειλικρινής ή όχι), με το κοινωνικά επιτρεπτό ή ανεπίτρεπτο… Αλλιώς όμως τον εννοώ (και τον καταλαβαίνω) εγώ τον σεβασμό: Σεβασμό στη ζωή, σεβασμό στη διαφορετικότητα, σεβασμό στην ανθρώπινη εμπειρία, σεβασμό στο χρόνο.

Πριν λίγη ώρα, ένα κοριτσάκι (φίλη καλοκαιρινή του καλικάντζαρου) είδε ένα μικρό χταπόδι ανάμεσα στις πέτρες. Το χταποδάκι αντελήφθη την ανθρώπινη παρουσία, και κρύφτηκε πάραυτα. Βρήκα τη μικρή να προσπαθεί με ένα ξύλο να το πιάσει «για να το δει λιγάκι» και να τσαντίζεται σφόδρα που της ξέφυγε. Της λέω «εσένα θα σου άρεσε να σου το κάνουν αυτό;» Στην αρχή δεν κατάλαβε καν την ερώτησή μου. Επανέλαβα «θα σου άρεσε να σε βγάλει εσένα κάποιος με ένα ξύλο από το σπίτι σου, έτσι, για να σε κοιτάξει;» Και πάλι με κοίταξε σαν να μίλαγα κινέζικα. Στο τέλος μου λέει «όχι». «Ε, ούτε και στο χταπόδι δεν νομίζω να αρέσει, γι αυτό κρύφτηκε». Δέος και δυσαρέσκεια στο προσωπάκι της. Πρώτη φορά στα 10 της χρόνια στον πλανήτη κάποιος της μίλησε για τα συναισθήματα ενός πλάσματος που έχει συνηθίσει να το βλέπει κρεμασμένο στις ψαροταβέρνες και να το τρώει ψητό στα κάρβουνα!

Σεβασμό στη ζωή εννοώ την ενσυναίσθηση, τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε μόνοι μας στη γη: μοιραζόμαστε τον πλανήτη με χιλιάδες άλλα είδη (ζώα, έντομα, φυτά, πουλιά) τα οποία έχουν το ίδιο δικαίωμα στη ζωή όπως εμείς, το ίδιο δικαίωμα να έχουν το χώρο τους, το «βιότοπό» τους (όπως είναι της μόδας να το λέμε τώρα πια). Προφανώς και τα παιδιά θα έχουν πάντα περιέργεια να δουν από κοντά ζωάκια, εντομάκια, χίλια δυό ζωντανά πλάσματα που τους κινούν το ενδιαφέρον – και αυτό είναι ωραίο, είναι και παρήγορο μάλιστα, δεδομένου ότι μέσα στην επίσημη εκπαίδευση όλα αυτά δεν τα βλέπουν πάρά μόνο σε βιβλία στην καλύτερη περίπτωση! Αλλά υπάρχει και ο τρόπος που το κάνουν, ο σεβασμός με τον οποίο μαθαίνουν να το κάνουν - η συναίσθηση, δηλαδή, ότι δεν έχουμε δικαίωμα να προκαλούμε πόνο ή δυσφορία, δεν έχουμε δικαίωμα να κακοποιούμε κανέναν και τίποτα. Οτι, πολύ απλά, δεν είμαστε το μοναδικό βιολογικό είδος με δικαιώματα επιβίωσης και χρήσης γης (και θάλασσας, και αέρα!), ότι δεν γεννηθήκαμε «πιο ίσοι» από τα άλλα είδη, μόνο και μόνο επειδή είμαστε άνθρωποι…

Πριν ένα χρόνο, εδώ, στο ίδιο χωριό, ο νεαρός που έκανε παρέα με το γιό μου κατέστρεφε μάλλον κάποια φυτά, και ο δικός μου κάτι του είπε (ποτέ δεν έμαθα) και έτσι ξεκίνησε μία κουβέντα. Ο νεαρός διατεινόταν ότι τα φυτά είναι νεκρά, «δεν έχουν ζωή», γιατί έτσι τους είπε η δασκάλα του στο νηπιαγωγείο. Γιατί δεν κινούνται, λέει. Ο δικός μου πάλι έλεγε ότι η δασκάλα του φίλου του ήταν βλαμένη και έλεγε βλακείες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τίποτα (κι αυτός στο νηπιαγωγείο πήγαινε). Ετσι είπε στο φίλο του να έρθουν να με βρούν να με ρωτήσουν (ως τελικό κριτή ένα πράμα), κι εγώ φυσικά εξήγησα ότι από τη στιγμή που κάτι μεγαλώνει και αναπτύσσεται έχει ζωή, έχει και αισθήματα. Κάναμε μία μεγάλη κουβέντα, δεν ξέρω αν τον έπεισα το νεαρό (σ’ αυτή την ηλικία παντογνώστες είναι οι γονείς και οι δάσκαλοι) αλλά τουλάχιστον στήριξα το δικό μου παιδί στη θέση του, και του έδωσα μερικά επιχειρήματα πιο πειστικά από το «η δασκάλα σου είναι βλαμένη»!!!

Πριν δύο μέρες, σε μία κοντινή παραλία (νοτιοδυτική Πελοπόννησος) παραδοσιακά γεμάτη με θαλάσσια κρίνα (pancratium maritimum) τα οποία είναι μερικά χρόνια τώρα στη λίστα των προστατευόμενων φυτών της Μεσογείου, είδα έναν νεαρό να κόβει αγκαλιές από αυτά, ξεριζώνοντας μπόλικα. Μία φίλη του μίλησε, κάτι του είπε, κι εκείνος της αντιγύρισε το πιο περιφρονητικό και επιθετικό βλέμα που έχω δει… Χρόνια πριν, σε νεόδμητη βίλα, είχαν κάνει φωλιά τα χελιδόνια. Η νέα (τότε) «πυργοδέσποινα» έβαλε αμέσως να τις χαλάσουν «για να μην γεμίζουν τη βεράντα κουτσουλιές». Τα παιδιά της, τριών και έξι ετών τότε, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ, γιατί είχαν αγαπήσει τα χελιδονάκια που πηγαινοέρχονταν ταϊζοντας τα μικρά τους. Ένα πρωί απλά ξύπνησαν και δεν τα είδαν. Η μαμά τους είχε θεωρήσει ότι φρόντιζε την υγιεινή του καινούργιου, πανάκριβου εξοχικού της, το οποίο δεν είχαν δικαίωμα να μοιράζονται «άλλες» οικογένειες… Σκέφτομαι τις αρκούδες που κάθε χρόνο σκοτώνονται στην νεόκοπη Εγνατία Οδό. Φτιάξαμε ένα δρόμο που περνά μέσα από τα δικά τους βουνά, μέσα από τα δικά τους πανάρχαια περάσματα, και τώρα παραπονιόμαστε (εμείς οι άνθρωποι – οδηγοί) ότι «πέφτουν επάνω μας» «σμπαραλιάζουν τα αυτοκίνητά μας! Φαντάσου να πέσει αρκούδα επάνω σου» και άλλα τέτοια…

Είναι πλέον βαρετό κλισέ το να πούμε ότι ο πλανήτης περνά ζοφερές μέρες εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο του φέρεται ο άνθρωπος, αλλά είναι και αλήθεια. Εχω βαρεθεί επίσης την κλασική περιβαλλοντική αγωγή στα περισσότερα σχολεία η οποία περιστρέφεται και εξαντλείται στην ανακύκλωση (ξέρετε, αυτήν με τους μπλέ κάδους). Εδώ ο κόσμος καίγεται, πεθαίνει, πνίγεται, και τα ελληνικά σχολεία αναλώνονται στο πού θα ρίξουν τα παιδιά τα χαρτιά και τα τενεκάκια του αναψυκτικού! Προφανώς είναι σημαντική στην πόλη η ανακύκλωση, αλλά μόνο;

Ο σεβασμός στη ζωή περιλαμβάνει και άλλα πράγματα – την περίσκεψη με την οποία αντιμετωπίζουμε ένα ζωάκι (δεν είναι παιχνίδι, έχει κι αυτό συναισθήματα, «καταλαβαίνει» που λένε και κάποιοι, λες και τα ζώα πάσχουν από εγγενή χαζομάρα επειδή δεν μιλούν τη δική μας γλώσσα) την αγάπη με την οποία φροντίζουμε ένα φυτό, τη γνώση της φύσης και των όντων που μας περιβάλλουν (πώς θα αγαπήσεις κάτι άμα δεν το γνωρίσεις;) την αποχή από την άκριτη και άσκοπη κατανάλωση… Την επίγνωση ότι η ζωή και η υγεία μας στον πλανήτη αυτόν εξαρτάται από τη ζωή και την υγεία τόσων και τόσων υπάρξεων που εμείς αγνοούμε, ή υποβαθμίζουμε, ή καταστρέφουμε…

Αυτά νομίζω πως πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά μας στο σχολείο. Αλλά πώς; Οι δάσκαλοί τους τα ξέρουν; Αυτοί από ποιους τα διδάχτηκαν για να τα διδάξουν με τη σειρά τους στα παιδιά; Στενοχωριέμαι και μόνο που τα σκέφτομαι όλα αυτά, γιατί δεν βλέπω άκρη. Η, μάλλον, η μόνη άκρη που βλέπω είναι έξω από την επίσημη εκπαίδευση, έξω από το χώρο του σχολείου, από ανθρώπους ευαίσθητους που κάποιοι τους φωνάζουν «ούφο», «φρικιά», και «γραφικούς» και που συχνά γίνονται περίγελως ειδικά σε μικρές κοινωνίες. Επειδή μιλάμε για τα παιδιά μας ως «το μέλλον», αλλά με την εκπαίδευση που τους δίνουμε (ως πολιτεία) αυτό ακριβώς το μέλλον τους το κλέβουμε «με το νόμο»…





Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Διακοπές...


Ανάμεσα στην επιθυμία μου να συνεχίσω το καινούργιο μυθιστόρημα που μου χάρισε το εφηβάκι μου για τα γενέθλιά μου (ήδη είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας) και στο να γράψω κάτι νέο εδώ, δοκιμάζω το δεύτερο.

Κάποτε οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν ένας πονοκέφαλος – τι θα κάνω με τα παιδιά τις μέρες που θα είμαι στην Αθήνα και θα δουλεύω, κι αυτά δεν θα έχουν σχολείο / νηπιαγωγείο / παιδικό σταθμό; Πώς θα ταξιδέψουμε προς το εξοχικό με δύο ή και τρία μικρά παιδιά χωρίς αυτοκίνητο; Και εκεί, πώς θα καταφέρω να επιβλέπω τρία μικρά στη θάλασσα συγχρόνως χωρίς να περιορίσω την ελευθερία τους, χωρίς να τα θέσω σε κίνδυνο, και συγχρόνως χωρίς να τρελλαθώ εγώ από την έλλειψη προσωπικού χρόνου και ηρεμίας; Πώς πείθεις δύο κοριτσάκια νηπιακής ηλικίας να κοιμηθούν το μεσημέρι όταν υπάρχουν τόσο συναρπαστικά πράγματα να κάνουν εκείνη την ώρα; Και ένα σωρό άλλα ερωτήματα, ανάλογα με τη φάση…

Κάποιο καλοκαίρι είχαμε μέγα πρότζεκτ να φτιάξουμε πράγματα με πηλό. Ενα  άλλο καλοκαίρι μαζεύαμε τα βαζάκια από τις μαρμελάδες και τα ζωγραφίζαμε με χρώματα βιτρώ και βάζαμε μέσα ρεσώ που  τα ανάβαμε το βράδυ. Ενα άλλο καλοκαίρι διαβάζαμε ιστορίες για νεράιδες, μέχρι που άρχισαν οι ίδιες να μας στέλνουν ραβασάκια καλλιγραφημένα μέσα σε γλάστρες και κορμούς... Μία άλλη χρονιά μία φίλη απασχολούσε τα κοριτσάκια μου όσο εγώ ήμουν στο γραφείο φτιάχνοντας μαριονέττες και παίζοντας μαζί τους παραμύθια. Κάποτε άλλοτε έρχονταν στο γραφείο και περνούσαν ώρες χρωματίζοντας  σχέδια που τυπώναμε από το ίντερνετ. Τότε μάλιστα είχα βάλει για προφύλαξη οθόνης τον Μπόμπ Σφουγγαράκη...

Σήμερα, άλλες ηλικίες, άλλη κατάσταση ζωής, τα πράγματα φαίνονται απλούστερα. Φαίνονται. Τα παιδιά περνούν ένα μήνα σχεδόν μαζί με τον φυσικό τους μπαμπά και την οικογένειά του, είναι επαρκώς ανεξάρτητα για να μπορούν να πηγαίνουν στους φίλους τους χωρίς εμένα (και πάλι με επιφυλάξεις και όρια, αλλά παλεύονται) για να μπορούν να μένουν με τη γιαγιά και τον παπού χωρίς να διακυβεύονται οι διατροφικές συνήθειες του σπιτιού (πάει καιρός πλέον που η ανεξαρτησία και ο συγχρωτισμός με τους συνομηλίκους έχει εξανεμίσει κάθε καλή διατροφική συνήθεια που δόθηκε ποτέ από μένα, οπότε είναι πλέον μία χαμένη μάχη!) για να μπορούν να σου εξασφαλίσουν δύο τουλάχιστον ώρες προσωπικού χρόνου χωρίς να φοβάσαι τι ακριβώς σκαρώνουν με τόση ησυχία στο σπίτι…

Το θέμα όμως παραμένει: τι κάνουν τα παιδιά όταν δεν είναι στο σχολείο; Πώς απασχολούνται; Με τι περνούν την ώρα τους;

Και ωραία, υπάρχουν τα περίφημα «προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης» σε κάποιους δήμους – κάποιες χρονιές μας ξελάσπωσαν, και ωραία μάλιστα. Υπάρχουν οι κατασκηνώσεις. Χμ, άντε καλά… Εχω μία εγγενή επιφύλαξη για τις κλασσικές κατασκηνώσεις, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι σχέσεις των παιδιών φροντίζονται όσο και μέσα στο σχολείο – δηλαδή καθόλου. Σαν ολίγη ακόμα ιδρυματοποίηση, ένα πράγμα. Με «δραστηριότητες», με σούπερ-ντούπερ εγκαταστάσεις, βέβαια, αλλά η μαζοποίηση του σχολείου υπάρχει και εδώ. Διαβάζω για ίντερνετ καφέ που λειτουργούν ως «φύλαξη παιδιών» και φρικάρω. Ακούω για ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση, και αναστενάζω. Και οι έφηβοι ένα πανταχού παρόν ατελείωτο «βαριέεεεεεμαι…» Λέω τις προάλλες, σε μία ομαδούλα εφήβων που γνωρίζω «λέτε – λέτε για το πόσο δεν σας αρέσει το σχολείο, το πόσο καταπιεστικό κι αναχρονιστικό είναι, αλλά τώρα που δεν έχετε σχολικές υποχρεώσεις δεν ξέρετε τι να κάνετε με τον εαυτό σας και βαριέστε»! «Είναι σαν να ξεφουσκώνει ένα μπαλόνι» μου είπε ο ένας. «Εχουμε κουραστεί», λέει ένας άλλος. «Αμα σου κλέβουν το χρόνο διαρκώς με το να σε αναγκάζουν να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις – ‘για το καλό σου’, και καλά – όταν επιτέλους έρθει η ώρα, και βρείς το χρόνο, έχεις ξεχάσει πλέον τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις» λέει η φιλόσοφος της παρέας. «Ασε που δεν έχεις πια διάθεση…» Οπότε;

Μία διέξοδος είναι η διερεύνηση και η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις. Με άλλα λόγια, τα παιδιά βλέπουν τους φίλους τους, που όλο το χρόνο λόγω σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων δεν μπορούσαν. Ωραίο αυτό, ανακουφιστικό…

Ο νεαρός μου έχει αναπτύξει μία τρυφερή φιλία με τη σχεδόν συνομήλικη γειτόνισσα. Κάθε μέρα είναι σπίτι της, μέχρι το βράδυ. Εάν δε μία μέρα δεν χτυπήσει κάρτα κανονικά στην ώρα του, η μικρή ανησυχεί, τηλεφωνεί, και όταν πάει του δίνει κάτι απίθανα ραβασάκια μεταξύ κρυπτογραφίας και ανορθογραφίας. Πολύ γλυκό. Εγώ σα μαμά καθωσπρέπει, τρομάρα μου, ανησυχώ φυσικά, μήπως τους γίνεται φόρτωμα. Οικογένεια είναι και οι δίπλα, θέλουν κι αυτοί τις ήσυχες ώρες τους, θα κουράζονται με τη διαρκή παρουσία του ξένου παιδιού. Και όλο του λέω διάφορα, που μου τα καταρρίπτει, και φυσικά η διπλανή μαμά ισχυρίζεται ότι ο νεαρός είναι τόσο καλό παιδάκι που δεν κουράζει και δεν φορτώνει κανέναν, κτλ κτλ. Ποια είναι τα όρια της δίπλα οικογένειας; Ποια είναι τα όρια της δικής μου (και εμής της ιδίας, δηλαδή); Ούτε που ξέρω… Και είμαι σε μία διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό μου, με το γιό μου, και με την ευαισθησία μου για το τι είναι πρέπον / ανεκτό / επιτρεπτό και τι όχι, κτλ κτλ.

Ο καλικάντζαρος της οικογένειας φαίνεται να είναι στη φάση που τα κοριτσάκια περνούν ώωωωρες ολόκληρες συνωμοτώντας με την κολλητή τους, και – αυτό. Τι λένε, μυστήριο. Προεφηβεία, σου λέει. Περίεργη φάση. Μια εδώ, μια εκεί. Πότε ακούγεται μουσική από το δωμάτιο, πότε σιωπή, πότε γέλια. Η καλύτερή της είναι όταν περνάει μέρες ολόκληρες με την κολλητή, και μιλάνε στο τηλέφωνο μαζί με μία-δύο άλλες, ή ανταλάσσουν εξυπνάδες στο msn. Πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο ‘για αγόρια’, χτυπάει καμιά νότα στην κιθάρα, βλέπει καμιά ξεχασμένη ταινία στο ντιβιντί… «Βαριέεεμαι, μαμά…»

Η «σκοτεινή πριγκίπισσα» (νέος τίτλος της πάλαι ποτέ νεράιδας) πάλι είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Δε λέω, περνάει κι αυτή ώρες κλεισμένη στο δωμάτιό της με μυστικοπάθεια – και όταν βγαίνει, ιδού: ένα νέο έργο τέχνης δώρο για τη μαμά. Όταν δεν έχει οίστρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καταβροχθίζει γκόθικ μυθιστορήματα (βλέπε δρακουλιάρικα τύπου ‘Λυκόφως’) ή προσπαθεί να κανονίσει συναντήσεις με τα παλιά της φιλαράκια από το δημοτικό. «Περπατήσαμε τρείς ώρες με τον Χ, ήταν υπέροχα» «Και τι λέγατε τόσες ώρες;» «Κακίες, φυσικά». Οι διανυκτερεύσεις των φιλενάδων δίνουν και παίρνουν, επίσης, και είναι η καλύτερή τους. Όπως και τα ‘φτιαξίματα’ με τα αγόρια, τα οποία είναι μάλλον λιγάκι διαφορετικά από ότι τα θυμάμαι εγώ. Βλέπεις δηλαδή τα εφηβάκια στην πλατεία του χωριού, να κάθονται πλάι-πλάι στα σκαλιά της εκκλησίας ή στα παγκάκια, αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια, βυθισμένοι όλοι και όλες στα κινητά τους. Δε μιλάνε, ανταλάσσουν μηνύματα. Η, με τα μικρά τους laptop (δωράκια του υπουργείου παιδείας) κάθονται σε στρατηγικά σημεία (όπου έχει τσάμπα ίντερνετ), και «επικοινωνούν». Άλλο μυστήριο κι αυτό, που δεν έχω την παραμικρή διάθεση να εξιχνιάσω ή να σχολιάσω. Καμιά φορά, όταν δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι στο σπίτι καλούν τις φιλενάδες τους και φτιάχνουν «άις κόφι» και ξενυχτάνε για να δουν όλες μαζί την ανατολή. Αυτό ναι, κάτι μου θυμίζει από τα δικά μας… Κάτι…

Περνούν τις διακοπές τους εκεί που τις περνούσα κι εγώ ως μικρή, στο ίδιο χωριό, στην ίδια θάλασσα, με φίλους τα παιδιά των δικών μου φιλενάδων ή των παλιών μου φλερτ. Με κάνει και νιώθω μία γλυκειά ασφάλεια όλο αυτό… Λιγάκι μου θυμίζει τις αλητείες τις δικές μου, λιγάκι με παραξενεύει (έχουν αλλάξει τόσα πολλά!), λιγάκι με γυροφέρνουν κάτι σκέψεις του στυλ «το καλοκαίρι πρέπει να είναι δημιουργικό, όλο κοπροσκυλιάζουν και δεν ασχολούνται με τίποτα, όλο μπούρου-μπούρου και χαζά»… Και μετά λέω, γιατί. Καλή είναι και η βαρεμάρα! Καλή είναι και η τεμπελιά! Καλό είναι και το άδειασμα του μυαλού! Καλές είναι και οι κουβεντούλες στα παγκάκια, και το βάψιμο των νυχιών σε χρώμα μαύρο δρακουλί! Αυτό δεν είναι οι διακοπές; Τι με πιάνει και θέλω να γεμίσω τα πάντα με «σοβαρές» εκπαιδευτικές δραστηριότητες; Μήπως γέρασα;







Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Η γιορτή της Μητέρας


Εικόνες και σκέψεις διάφορες έρχονται στο νου μου.
Η μέλλουσα μαμά που έχασε τη ζωή της στον πλανήτη αυτό, μαζί με το αγέννητο μωρό της, πριν λίγες μέρες, εγκλωβισμένη στο χώρο εργασίας της. Η δική μου μητέρα, σπίτι της με σπασμένο χέρι, που μήνες, ίσως και χρόνια τώρα, δεν θέλει να με δει μπροστά της. Η μητέρα του συντρόφου μου, χρόνια πεθαμένη, που ήρθε στον ύπνο του χτες βράδυ «να μας φέρει ένα βάζο γλυκό» (όσο ήταν εν ζωή έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού σαν παραδοσιακή μαμά). Οι μαμάδες που ζουν στη φυλακή. Η Μήδεια. Τα παιδιά που ζουν μακριά από τη μαμά τους, στα ιδρύματα της Ελλάδας. Οι μαμάδες που τρέχουν τα παιδιά τους από καλλιστεία σε τηλεοπτικούς διαγωνισμούς και πάλι πίσω σε καλλιστεία, μεταφέροντάς τους τις δικές τους φιλοδοξίες διασημότητας. Η μαμά του Χαμί Νατζαφί που είδε το παιδί της να ανατινάζεται μπροστά στα μάτια της, έχοντας φύγει από τη χώρα της για να το προστατέψει από τον πόλεμο, και που σήμερα στέκεται δίπλα στη μικρή της κόρη που κινδυνεύει να χάσει ολότελα το φως της. Η συχωρεμένη τη γιαγιά μου, που κυβέρνησε τους γιούς της με τέτοια σιδηρά πυγμή που έζησε να δει το γιό της να αυτοκτονεί. Η μαμά μίας φίλης, ενενήντα και βάλε σήμερα, που έστειλε τα παιδιά της μακριά, στους δικούς της γονείς, (η φίλη μου έξι μηνών βρέφος τότε) προκειμένου να στεγάσει στο σπίτι της τις πολιτικές συγκεντρώσεις εκείνες που οδήγησαν στην επανάσταση της Κούβας. Οι φίλες εκείνες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά αλλά δεν τους έκατσε ποτέ, για χίλιους λόγους. Οι «μαμάδες-ΣΟΣ» από τα ομώνυμα Παιδικά Χωριά. Οι ανήλικες μαμάδες που επιμένουν να κρατήσουν τα παιδιά τους (και κάποιες το καταφέρνουν). Οι πολύτεκνες μαμάδες που εργάζονται.Οι πολύτεκνες μαμάδες που δεν εργάζονται. Οι υποχόνδριες μαμάδες, που παρα-ντύνουν τα παιδιά τους το χειμώνα, και τους κάνουν όλα τα εμβόλια. Οι μαμάδες που ζουν με κατάθλιψη. Οι μαμάδες που πιέζουν τα παιδιά τους να φέρουν καλούς βαθμούς στο σπίτι. Οι μαμάδες που δεν αποδέχονται τη σεξουαλικότητα των παιδιών τους εάν είναι αποκλίνουσα από τα συνήθη. Οι μαμάδες που προστατεύουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες των πράξεών τους. Οι μαμάδες που υιοθέτησαν παιδιά άλλων μαμάδων. Τα παιδιά που έγιναν μαμάδες και αναγκάστηκαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία. Η Μαρία – ως ανήλικη μητέρα ενός Μεγάλου Δασκάλου της ανθρωπότητας. Οι μαμάδες που, κουρασμένες, λένε παραμύθια στα παιδιά τους, και κοιμούνται πριν προλάβουν να τελειώσουν το παραμύθι. Οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη, στην Αργεντινή, που φώναζαν πως ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που εγκαταλείπεις. Οι μαμάδες των παραμυθιών, που πεθαίνουν νέες και αφήνουν τις κόρες τους στα κακόβουλα χέρια των μητριών. Οι μαμάδες που καμαρώνουν όταν τα παιδιά τους παίρνουν καλύτερους βαθμούς από τους συμμαθητές τους. Η Λέλα Καραγιάννη, που προτίμησε να δει το γιό της να τον βασανίζουν οι Γερμανοί παρά να προδώσει τα μυστικά της Αντίστασης. Η μαμά της μαμάς μου, που ως κοπέλα έφτιαχνε καπέλα για να ζήσει, και ταξίδευε (με τι μέσον άραγε;) από την Καλαμάτα, μαζί με τις άλλες καπελούδες της Πελοποννήσου, για να πάρουν τσόχες από την Αθήνα, στη δεκαετία του 1930. Που περπάτησε από τους Αμπελόκηπους (τέρμα Μεσογείων) ως την Ακαδημίας με γοργό βήμα ως το νοσοκομείο (ήταν, λέει, εκεί που είναι σήμερα το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων) για να προλάβει να γεννήσει τη μαμά μου. Η μαμά εκείνη από την Ινδία, που είδα πρόσφατα σε φωτογραφία, που είχε στο ένα στήθος το μωρό της και στο άλλο ένα μωρό πιθηκάκι. Η εικόνα της Μητέρας Των Κόσμων του ζωγράφου Νίκολας Ρέριχ, που απεικονίζει τη Μητέρα σε φόντο κυανό, με λευκό πέπλο, μικρά λευκά «όντα» γύρω της και λευκόχρυση αύρα… Η Μεγάλη Μητέρα, που λατρεύεται ακόμη στη νοτιοδυτική Αγγλία… Η Θεά Κάλι της Ινδίας, με τα δεκάδες χέρια (μόνο όταν έγινα κι εγώ μαμά κατάλαβα γιατί η εν λόγω Θεά απεικονίζεται με πολλά χέρια: υπήρξαν πολλές στιγμές που τα δικά μου δύο δεν έφταναν για να καλύψω τις ανάγκες τριών παιδιών που ταυτόχρονα ήθελαν αγκαλιά, ζωγραφική, άλλαγμα πάνας, γάλα, κράτημα από το χέρι για να μην γλιστρήσουν, κτλ). Η μαμά εκείνη που αποχώρησε από τον κόσμο ακούγοντας τη γλυκειά φωνή της κόρης της να της τραγουδάει παλιά  αγαπημένα της τραγούδια...

Πόσες και πόσες εικόνες μαμάδων. Πόσες σκέψεις, κριτικές (πάντα κριτικάρουμε τις μαμάδες μας όταν δεν τις εξιδανικεύουμε άκριτα), πόσα συναισθήματα γεννούν αυτές οι εικόνες!

Αυτό είναι μάλλον η γιορτή της μητέρας για μένα – η ανίχνευση, η εξερεύνηση όλων αυτών των εικόνων, και των ανάμικτων συναισθημάτων που μας γεννούν…

Το μικρό ξωτικάκι, ο γιός μου, μου έφερε και ένα μικρούτσικο μπλοκάκι με ένα γατάκι επάνω, «για τη γιορτή σου μαμά, και για να σημειώνεις, να μην ξεχνάς».