Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

13 χρόνια μαμά...

13 χρόνια μαμά σήμερα. Σε κάθε γενέθλια θυμάμαι και την αντίστοιχη γέννα. Τα παιδιά μου πάντα με ρωτάνε, μαμά πώς ήταν όταν γεννήθηκα, πες μου την ιστορία. Τη λέω και την ξαναλέω, και λες και την ακούνε με νέα αυτιά κάθε φορά, και βλέπω ότι το χαίρονται.

Η ιστορία της πρώτης μου γέννας, λοιπόν, όπως τη θυμάμαι (και τη σκέφτομαι) σήμερα.

Ηθελα πάντα να γεννήσω στο σπίτι, έχοντας μία δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα (και στην αναγκαιότητα) των νοσοκομείων όσον αφορά τις φυσιολογικές γέννες. Μέχρι δε τις τελευταίες ώρες, η εγκυμοσύνη μου ήταν καλή, και όλα έβαιναν φυσιολογικά. Υπήρχε μία γιατρός, παλιά φίλη και φεμινίστρια, η οποία με παρακολουθούσε, και τελευταία, ψάχνοντας, βρήκα μία εκπληκτική, ψαγμένη μαία, να με βοηθήσει να γεννήσω στο σπίτι. «Όλα καλά». Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Ενώ ξεκίνησα να γεννάω στο σπίτι, κατέληξα στο νοσοκομείο, γιατί το μωρό ανεβοκατέβαινε, κι εγώ υποπτεύτηκα ότι την κρατούσε επάνω ο ομφάλιος λώρος. Ηταν μία σειρά από αισθήσεις/διαισθήσεις μου που αποδείχθηκαν όλες απολύτως ακριβείς – αλλά που δεν τις έλαβε κανείς (μα κανείς!) υπόψη, με αποτέλεσμα να γίνουν αμέτρητα ιατρικά λάθη, να δώσω μάχη για τη ζωή μου, και σήμερα να μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι και οι δυό μας ζούμε από θαύμα!!!

Επίσης να μπορώ να λέω μετά βεβαιότητος πλέον ότι γνωρίζω ΤΙ είναι και ΠΩΣ είναι η κόλαση, γιατί έζησα 7 μέρες εκεί. Και εννοώ το ιδιωτικό μαιευτήριο όπου γέννησα το πρώτο μου παιδί. Εζησα όλη τη φρίκη του να σε γεμίζουν φάρμακα που σου κάνουν παρενέργειες, εσύ να τις νιώθεις αλλά αυτοί να μην σε πιστεύουν, του να μην σέβονται ούτε την προσωπικότητα ούτε την ιδιαιτερότητά σου ως άνθρωπο και ως οργανισμό – επειδή εκείνοι ως «επιστήμονες» (γιατροί, ειδικοί) «ξέρουν καλύτερα». Τι ξέρουν, δηλαδή – ξέρουν ότι γράφουν τα βιβλία τους, τα γραμμένα από άντρες με τις γνωστές κοινωνικές προκαταλήψεις που βαφτίζονται επιστήμη και εκλαμβάνονται ως ιερές αλήθειες, τα οποία εξετάζουν το σώμα ως αυτόνομο μηχάνημα αποκομένο από την ψυχή και το πνεύμα… και βέβαια, ότι ισχύει για τον άνθρωπο-μητέρα, εκειμέσα, ισχύει και για τον άνθρωπο-παιδί. Λέω ότι έζησα 7 μέρες στην κόλαση γιατί έζησα 7 μέρες σε έναν χώρο που με αντιμετώπιζαν και εμένα και το παιδί μου ως πράγμα, ως αντικείμενο προς αντιμετώπιση, με παντελή έλλειψη σεβασμού… Μεγάλο μάθημα ζωής αυτό, που μου πήρε χρόνια να το χωνέψω και να θεραπεύσω το τραύμα που υπέστη η ψυχή μου από την όλη εμπειρία.

Εγώ, λοιπόν, έδωσα τη μάχη μου, επέζησα against the odds (για να μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις λέξεις)… Και το μωρό; Το μωρό έκανα τρείς μέρες να το δω. Αργότερα έμαθα τη δική της ιστορία. Από το ζόρισμα το πολύ, με το που βγήκε από την κοιλιά μου (με «επείγουσα» καισαρική, οριακά πάντα στο χρόνο) τους έχεσε και τους κατούρησε όλους! Πάραυτα! Αγριεμένη φυσιογνωμία, μαλλί κατάμαυρο κι ατίθασο, πανκ, έκλαιγε διαρκώς μέχρι που το έφεραν σε μένα, τρείς μέρες αργότερα. Ταϊσμένο, βέβαια, όπως όλα τα μωρά (και βέβαια το έκανα μεγάλο θέμα ΚΑΙ αυτό), αλλά παρ’ όλο που δεν πεινούσε «τεχνικά», έπιασε το στήθος μου με πάθος κι άρχισε να θηλάζει. Και τότε ησύχασε. Για πρώτη φορά.

Επρεπε να επιμείνω για να μου φέρνουν το μωρό όποτε εκείνο ξυπνούσε και πεινούσε («μα αυτό ξυπνάει μέσα στη νύχτα!» ήταν η καθημερινή επωδός), έπρεπε να επιμείνω πολύ για να μην το ταϊζουν γάλα σκόνη («μα, είστε από καισαρική, μπορεί να μην έχετε γάλα» άλλη κλασσική ατάκα, όπου την τρίτη φορά που την άκουσα είπα πλέον «κυρία μου δεν βρίσκεστε μέσα στο βυζί μου, αφήστε εμένα να το αποφασίσω αυτό!») έπρεπε να δίνω μάχη για να μου επιτρέπουν να το κρατάω στο στήθος παραπάνω από τα ενδεικνυόμενα (από ποιόν, άραγε; Από τις γαλακτοβιομηχανίες, υποπτεύομαι) «τρία λεπτά από το ένα στήθος και τρία λεπτά από το άλλο»… Αυτό, πια, είναι μόνιμη πολιτική των μαιών των ιδιωτικών μαιευτηρίων, και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος από αυτόν για να πάθεις μαστίτιδα και να σου κοπεί το γάλα – λέω για τη μαμά, μια που για το παιδί δεν γνωρίζει κανείς να μας πει «επιστημονικά» τι παθαίνει όταν το αποκόπτουν τόσο βίαια, με το ρολόι, από το μοναδικό πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει το σώμα του και την ψυχή του στη φάση της ανάπτυξης που βρίσκεται…

Θυμάμαι ένα βράδυ, που το μωρό με τα ατίθασα μαλλιά είχε αποκοιμηθεί μπρούμυτα στο στήθος μου, εγώ μισοξαπλωμένη ανάσκελα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, από τις ελάχιστες στιγμές που είμαστε και οι δύο ήρεμες, γαλήνιες, και χαρούμενες, αυτή η (πρωτόγνωρη για μένα τότε) γλυκειά αίσθηση του να έχεις ένα μωρό να κοιμάται επάνω σου… Και μπαίνει ένας παιδίατρος, για «επίσκεψη», για «έλεγχο» του νεογνού, και μου λέει με περισπούδαστο και επιτιμητικό ύφος «κυρία μου, πώς το έχετε έτσι μπρούμυτα το παιδί; Είναι επικίνδυνο! Πρέπει να το βάλετε μέσα στην κούνια του, στο πλάι, αμέσως!» Και πήγε να σηκώσει τη μικρή, να την βάλει στο «πυρεξάκι» του μαιευτηρίου. Εκεί ξύπνησε η ύαινα (και όλα τα ζώα της ζούγκλας μαζί!) μέσα μου, και άκουσε πολλά για την ικανότητα παρατήρησης που είναι αναγκαία για έναν γιατρό που σέβεται τον εαυτό του, για την ημιμάθειά του, για την αδιακρισία του, για την έλλειψη σεβασμού προς μία μητέρα κι ένα παιδί που κοιμούνται ήσυχα και τους ενοχλεί, για, για, για). Για καλή του τύχη, δεν ξύπνησε το μωρό, γιατί θα άκουγε περισσότερα. Επίσης για καλή μας τύχη, δεν μας ξαναεπισκέφθηκε ο ίδιος (πού να τολμήσει!) Η αλήθεια είναι ότι με το να είμαι διεκδικητική των δικαιωμάτων μου και του μωρού (των αυτονότητων, των βασικών, αυτών που καλύπτονται από τις διεθνείς συμβάσεις μιλάμε τώρα, όχι τίποτα το εξεζητημένο) δεν είχαμε πολλές-πολλές επισκέψεις από το προσωπικό… Είχε πάρει το αυτί μου και το καταπληκτικό «στη Λ. πας, με ορό; Βοήθειά σου!» από τη μία μαία στην άλλη!

Το μωρό ήταν η αντιστάρ του ορόφου: έκλαιγε γοερά και ηχηρά όποτε βρισκόταν μακριά μου, και τα μαλλιά της αρνούνταν «να στρώσουν» παρόλες τις προσπάθειες των νοσηλευτριών και των μαιών που χτένιζαν τα μωράκια πριν τα φέρουν στις μαμάδες, να τα δουν και οι μπαμπάδες και οι συγγενείς «φροντισμένα», «καλοχτενισμένα». Κάποια στιγμή μου αποκαλύφθηκε ότι προσπάθησαν να της δώσουν γάλα με μπιμπερό (παρά τις δικές μου εντολές) και η μικρή τους το έφτυσε στη μούρη!!! Αυτό μου το είπαν για να μου δώσουν να καταλάβω «πόσο τζαναμπέτικο είναι αυτό το μωρό» και αποκαλύφθηκαν ότι πήγαν να του δώσουν μπιμπερό!!!

Καθόταν ήσυχα μόνο στο μπαμπά της, και ηρεμούσε μόνο στη μαμά της. Και – πού να το ξέραμε, τότε – κοιμόταν μόνο με μουσική ροκ-εν-ρολ…

Αυτά ακούγονται δύσκολα και ζοφερά, για αρχή μίας νέας ζωής - και ήταν! Αλλά  σήμερα, όταν μιλάμε γι αυτά, μάλλον καλαμπουρίζουμε για το "αναρχικό" μωρό που έχεσε και κατούρησε "το κατεστημένο" και πήρε το αίμα  της μαμάς του πίσω, και που έφτυσε το ξένο γάλα στα μούτρα της καημένης της νοσηλεύτριας που δεν άντεχε να το ακούει να ουρλιάζει, ταράζοντας τη μαύρη νύχτα, γιατί ήθελε τη μαμά της... Κι επειδή συχνά τώρα πια γίνεται λόγος για τα μαλλλιά και την κόμμωση της νεαρής κυρίας, γίνονται και ουκ ολίγες αναφορές στο πανκ μαλλί του νεογνού!!! Και αποδεικνύεται ξανά και ξανά στη ζωή μας οτι τα πράγματα είναι όπως τα βλέπουμε...




Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Μία εβδομάδα μαγική, ο Γκιώνης...

Όταν άκουσα το κάλεσμα του Γκιώνη έβγαινα από μία κατάθλιψη διαρκείας, που με είχε κλείσει μέσα στο σπίτι με τρία παιδιά - χωρίς φως, χωρίς όραμα, με τις υπάρχουσες δομές και επιλογές ζωής να έχουν καταρρεύσει μέσα στην ψυχή μου. Κάπου βαθιά, ή μακριά, δεν ξέρω αχνόπαιζε το αμυδρό φως ενός νεανικού οράματος για μία «άλλη» ζωή. Μία ζωή χαράς, μοιράσματος, παιδικών γέλιων, δημιουργικότητας, αυτοδιάθεσης, ελευθερίας, αναζήτησης.

«Τυχαία» μου έφτασε ένα ημέηλ που για τα τότε δεδομένα μου έγραφε συγκεχυμένα πράγματα, για μία «Οικία» στην Αίγινα, για τον «ήχο της σιωπής ανάμεσα στα ‘γκιών’», ότι ήταν ανοιχτό σε οικογένειες, ότι περιλάμβανε ώρες κεραμεικής, διαλογισμού, περιπάτων, τέτοια. Ο τότε σύζυγος δεν το είδε με καλό μάτι. «Πάρε τα παιδιά και πηγαίνετε», μου είπε, εννοώντας ότι εκείνος δεν θα κρατούσε επ’ ουδενί τα παιδιά για μία εβδομάδα προκειμένου να πάω κάπου εγώ για να ξελαμπικάρω. Και φυσικά ούτε κουβέντα για να μας διευκολύνει (να μας πάει μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο, π.χ. μια που είμαστε τόσοι, κι εγώ τότε δεν οδηγούσα…) Ηταν το κάλεσμα τόσο ισχυρό, όμως, που δεν αποθαρρύνθηκα. Η ιδέα, παρότι καθόλου ξεκάθαρη, με είχε συναρπάσει.


…παρά τις αντικειμενικές μου δυσκολίες, λοιπόν, εμφανίστηκα ένα απομεσήμερο στην Οικία Καραπάνου με 3 παιδιά και τα διπλάσια μπαγκάζια… Ένα τεράστιο σπίτι του περασμένου ή προπερασμένου αιώνα, με κήπους ήμερους και άγριους τριγύρω, ένα μεγάλο τραπέζι, σκαλάκια που κατέβαιναν προς έναν μεγαλύτερο κήπο με φοίνικες, και έρημο… Ησυχο… Ψυχή πουθενά. Κάπου είδα έναν νέο να ξεχορταριάζει, πλησίασα και του μίλησα. Σύντομα ήρθε μια γυναίκα, με κάτι μάτια θάλασσες πρωινές, κι ένα χαμόγελο τόσο καλωσοριστικό, που αμέσως την αγάπησα.

Αφού βγάλαμε τα παπούτσια μας, προχωρήσαμε στα ενδότερα του Μεγάλου Σπιτιού, και ανεβήκαμε τη σκάλα. Θα μέναμε στο μεσαίο επάνω δωμάτιο, ένα τεράστιο φωτεινό δωμάτιο με τρία κρεββάτια, ένα ράντζο, κι ένα τεράστιο μπαλκόνι που έβλεπε στον κήπο και στη θάλασσα. Τα πατώματα ξύλινα και αγυάλιστα, λευκοί τοίχοι, και μικρές ζωγραφιές αγγέλων από παστέλ, σαν παιδικά σχέδια, παλιό ψηλοτάβανο σπίτι. Αφήσαμε τα πράγματά μας (είχαμε πάρει από δύο τσάντες ο καθένας, δηλαδή ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στα χέρια μας, κι εγώ κρατούσα την μία τσάντα του τρίχρονου αγοριού – άσκηση στο πώς να κάνουμε ορθολογική εκτίμηση των αναγκών μας και να επιλέξουμε σωστά…) και βγήκαμε να κάνουμε βόλτες στο κτήμα.

Η γυναίκα με τα θαλασσινά μάτια ήδη είχε οδηγήσει τη μεγάλη κόρη (9 χρόνων τότε) στο τίπι, την ινδιάνικη σκηνή, όπου τα παιδιά ήδη έπαιζαν θεατρικά παιχνίδια με σκοπό να μας παρουσιάσουν τις αυτοσχεδιαστικές τους ιστορίες αργότερα, στη βραδινή μας συνάντηση στο αλώνι. Δεν ήξερα κανέναν, θα ήμουν τόσο εγώ όσο και τα παιδιά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με πτοούσε αυτό, δεν με φόβιζε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα που με συνάρπαζαν, όπως και η ιδέα μίας εβδομάδας κοινοτικής ζωής με άλλους ανθρώπους…

Δεν ξέρω γιατί στέκομαι τόσο πολύ στις πρώτες εντυπώσεις μου της πρώτης φοράς. Ολες οι επερχόμενες εβδομάδες του Γκιώνη ήταν συναρπαστικές και διαφορετικές, αλλά εκείνη η πρώτη φέγγει σαν φάρος στο νου μου, ήταν καθοριστική για μένα τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν μητέρα. Ηξερα οτι δεν ήμουν πια μόνη στις αξίες της ζωής μου...

Η κάθε μέρα αυτής της πρώτης μαγικής εβδομάδας ήταν κάτι ξεχωριστό, μια αλλιώτικη περιπέτεια. Διαλογισμός για όσους ήθελαν και μπορούσαν κάθε πρωί, μετά κεραμεική, μετά φαγητό, το απόγευμα κουβέντες, δραστηριότητες διάφορες, ή βόλτες απρογραμμάτιστες σε μέρη μαγικά. Τις δουλειές τις μοιράσαμε από την πρώτη μέρα όλοι οι συμμετέχοντες – μαγείρεμα, λάντζα, καθαριότητα, φύλαξη παιδιών – για τις μαμάδες με παιδάκια που χρειάζονταν φύλαξη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ανακούφιση μίας μαμάς (τη δεύτερη χρονιά) με ένα παιδάκι είκοσι μηνών που κατάφερε και κοιμήθηκε ένα μεσημέρι, έχοντας εξασφαλίσει τη φύλαξη του μωρού από μία ομαδούλα τεσσάρων παιδιών ηλικίας 8-11 ετών. Και τη χαρά του μωρού που βρήκε τόσο συναρπαστική παρέα, και τη χαρά (και ευρηματικότητα) της ομάδας που είχε στην ευθύνη της κάτι τόσο σημαντικό.


Το ωραίο ήταν ότι υπήρχε τόπος και χώρος για όλους, πλήρης ελευθερία και σεβασμός σε μεγάλους και παιδιά – οι κανόνες διαμορφώνονταν από κοινού για να λύσουν προβλήματα που ανέκυπταν, χωρίς καταναγκασμούς ή ψυχαναγκασμούς, χαλαρά και με πολλή κουβέντα. Ο παράδεισος των παιδιών και των (κουρασμένων – και όχι μόνο) μεγάλων. Γιατί δεν μείναμε άγνωστοι για πολύ: τα παιδιά, με τη γνωστή τους προσαρμοστικότητα (ακόμα και τα πιο ντροπαλά, όπως η νεράιδα) βρήκαν παρέες και παιχνίδια, και κυρίως βρήκαν τη χαρά τους μέσα στην ελευθερία κινήσεων που τους επέτρεπε ο χώρος, ανενόχλητα από τα «μη» των μεγάλων…


Οι μεγάλοι, πάλι, μοιραστήκαμε τις ιστορίες μας, τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας, το μαγείρεμα και τη λάντζα, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας γύρω από το τραπέζι, γύρω από τη φωτιά το βράδι, καθισμένοι στο «σαλονάκι» ένα άλλο βράδυ, με τσάγια, καφέδες, κρασάκια, γυναίκες και άντρες (αυτοί ομολογουμένως ήταν λίγοι!) να ανοίγουμε τις καρδιές μας με χαμόγελο και χιούμορ. Γιατί γελάσαμε πολύ – πάντα γελάμε, δηλαδή, μαζί… Κάποια στιγμή κάναμε μαζί και «γιόγκα του γέλιου» και γελάσαμε ακόμα περισσότερο! Ο καθένας και η καθεμία μας ένιωθε σημαντικό μέρος αυτής της ιδιότυπης «παρέας», αυτού του εγχειρήματος, και κανείς και καμία μας δεν νιώσαμε ανεπιθύμητοι, ή απορριπτέοι, ή υπό κριτική. Μία χρονιά, μάλιστα, το είπε πολύ ωραία ένα παιδί 14 χρόνων, στον κύκλο κλεισίματος στο τέλος της εβδομάδας: ένιωσα, λέει, ότι υπήρχε σεβασμός και αποδοχή από όλους για όλους. Και πόσο θα ήθελε να ήταν έτσι η κάθε μέρα και το σχολείο...


Κάθε χρόνο ο Γκιώνης εξελίσσεται. Βαθαίνει σαν εμπειρία, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τους «μικρούς», που μεγαλώνουν μαζί του. Παιδιά που τα ξέραμε από νήπια είναι τώρα στη μέση του δημοτικού, και παιδιά που τελείωναν το δημοτικό είναι τώρα στο λύκειο. Παιδιά που έμεναν μαζί με τους γονείς τους στα δωμάτια της Οικίας, μένουν τώρα σε σκηνές στο κτήμα και αυτό-οργανώνονται και συμμετέχουν ενεργά στις βάρδιες (μαγείρεμα – λάντζα – φύλαξη μικρότερων παιδιών). Χτεσινά παιδιά μας έκαναν μάθημα οριγκάμι, με τέτοια επιτυχία που χρειάστηκε να το επαναλάβουν γιατί ο κόσμος δεν χώραγε στο εργαστήρι κεραμεικής… Και όλοι μας παίζαμε μετά με βατραχάκια από χαρτί που προσπαθύσαμε να τα κάνουμε να πηδήξουν!

Το Σαββατόβραδο πριν την τελική Κυριακή γίνεται πάντα ένα μεγάααααλο πάρτυ, όπου από «παράδοση» οι έφηβοι δίνουν συναυλία ροκ, παρουσιάζονται χορογραφίες, και ακολουθεί χορός τρελλός μέχρι τελικής πτώσεως. Την πρώτη χρονιά αυτά έγιναν απρογραμμάτιστα (από τους μεγάλους). Τα κοριτσάκια είχαν βρεί μεταξύ τους μουσική και κάνανε συλλογικές χορογραφίες τις οποίες παρουσίασαν στα έκπληκτα μάτια μας (των μαμάδων και μπαμπάδων τους) και οι έφηβοι έχοντας κάνει πρόβες σε (σχεδόν) ηχομονωμένο γκαράζ, μας έπαιξαν ροκ στο μισοσκόταδο… Το χαρήκαμε τρελλά. Εκτοτε το οργανώνουμε, βέβαια, και κάθε χρόνο όλο και κάτι μαγικό προκύπτει. Μία χρονιά μας «ράντισε χρυσόσκονη» μία κοπέλλα χορεύοντας χορό της κοιλιάς (ακόμα και ο τετράχρονος – τότε – γιός μου έμεινε ξύπνιος για να τη δει, παρότι νύσταζε από ώρες πριν!), μία άλλη φορά έδωσε παράσταση μία κοπέλλα, η οποία τελείωσε με το τραγούδι «θα ελπίζω τα’ανέλπιστα γιατί υπάρχουνε, ζούνε, θα ελπίζω τα’ ανέλπιστα για να ‘ρθούν να με βρούνε». Η μουσική της παράξενη, μελωδίες των τσιγγάνων της Κεντρικής Ευρώπης με στίχους δικούς της, φοβόμαστε ότι δεν θα αρέσει στους εφήβους μας (με τα δικά τους εφηβικά γούστα στη μουσική) αλλά οι φόβοι μας διαλύθηκαν όταν είδαμε τα μαγεμένα πρόσωπά τους να λάμπουν στο μισοσκόταδο της νύχτας που έπεφτε ακούγοντάς την…


Τι να πρωτογράψω για το Γκιώνη, είναι τόσα πολλά.

Πήγα ξένη, κι απέκτησα μία νέα μεγάλη οικογένεια. Με όλες τις ηλικίες μέσα, από μωρά έως γιαγιάδες. Είδα την κοινοτική ζωή σε δράση, στα καλύτερά της. Είδα στην πράξη πόσα πράγματα μαθαίνει κανείς όταν αφεθεί ελεύθερος να επιλέξει τι θα μάθει και πώς (ως εκπαιδευτική διαδικασία είναι μάλλον η καλύτερη που έχω βιώσει, σε κάθε επίπεδο). Εμαθα πώς είναι να μοιράζεσαι όχι (μόνο) το έχειν σου αλλά και το είναι σου, και αυτό να είναι μία διαδικασία που σε εμπλουτίζει και σε ανεβάζει, και σου δίνει ελπίδα για τον κόσμο, για τη ζωή.




Πέρσι οι έφηβοι μας τραγούδησαν ένα τραγούδι, στο κλείσιμο της εβδομάδας...
Ακούστε το

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Μαμάδες στη φυλακή;

...Ναι, κι όμως. Δεν θα γράψω τίποτα για το καταπληκτικό δικαστικό και σωφρονιστικό μας σύστημα, ούτε ειδικός είμαι, ούτε νόημα έχει.
Απλά αντιγράφω το δελτίο τύπου μίας τρυφερής ομάδας που δραστηριοποιείται για τις έγκλειστες μωρομάνες.

Πασχαλινό bazaar για τα παιδιά κάτω των τριών ετών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους και για τις άπορες των γυναικείων φυλακών Ελαιώνα Θήβας. Αντικείμενα τέχνης, έργα των φυλακισμένων γυναικών, βιβλία, ρούχα και πολλά άλλα θα διατίθενται σε συμβολικές τιμές.


Το «ξεblogάρισμα» είναι μια παρέα blogger που εδώ και πάνω από δυο χρόνια ασχολούνται έμπρακτα με τις ανάγκες των παιδιών και των άπορων γυναικών που ζουν στις γυναικείες φυλακές Θηβών, στέλνοντάς τους είδη πρώτης ανάγκης, διοργανώνοντας party/bazaar και ευαισθητοποιώντας τον κόσμο μέσα από τα blog τους.



Παράλληλα με το bazaar θα συλλέγονται είδη όπως: πάνες, παιδικά ρούχα (έως 3 ετών) παιχνίδια, ήδη προσωπικής υγιεινής κ.ά.


Πρόγραμμα: Σάββατο 13 και Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 από τις 11.00 μ.μ έως τις 20.00 μ.μ. στο CABARET VOLTAIRE, Μαραθώνος 30 - Μεταξουργείο.






Περισσότερες πληροφορίες: xeblogarisma.blogspot.com

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός;


«Ενας αλλιώτικος κόσμος είναι εφικτός», θα το έχετε ακούσει – και, «γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Ο Γκάντι το είπε αυτό το τελευταίο – το ‘πε και το ‘κανε.

Συχνά αναρωτιέμαι γιατί κάνουμε παιδιά. Όχι επειδή μετάνιωσα που έκανα εγώ, το αντίθετο θα έλεγα. Τα παιδιά μου είναι οι μεγάλοι μου δάσκαλοι. Αλλά αναρωτιέμαι, γενικά, παρατηρώντας γύρω μου. Αλλοι άνθρωποι φαίνεται να κάνουν παιδιά επειδή έτσι κάνει όλος ο κόσμος που παντρεύεται: τα παιδιά φαίνεται να είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στη συζυγική ευτυχία. Αλλοι, φαίνεται καθαρά, θέλουν απαραιτήτως να έχουν κάποιον να φροντίζουν, κάποιον να αγαπούν «δικό τους», που δεν θα τους αφήσει, δεν θα τους απογοητεύσει (κούνια που τους κούναγε, λέω, αυτούς!), που πάντα θα τους αγαπάει χωρίς όρους… Αλλοι κάνουν παιδιά επειδή «έτυχε», «ήρθαν», άλλοι πάλι «κατά τύχη». Αλλοι από ρομαντική διάθεση (ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία κατηγορία). Αλλοι γιατί θέλουν να κρατήσουν κοντά τους το σύντροφό τους. Αλλοι επειδή θέλουν να «συνεχίσουν το όνομά τους» και την «οικογενειακή παράδοση». Αλλοι επειδή νοσταλγούν την εγγύτητα και την αγάπη της πατρικής/μητρικής τους οικογένειας, και θέλουν αυτό να το αναπαράγουν…

Εγώ, πάλι, ήθελα ν’ αλλάξω τον κόσμο. Το πρώτο μου παιδί έγινε μάλλον «κατά τύχη», δηλαδή, δεν το είχα σκεφτεί, δεν το είχα προγραμματίσει, δεν είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου μαμά. Η νέα ζωή, βέβαια, δεν άργησε καθόλου να με συναρπάσει ως ιδέα (παρόλο που στην πράξη οι αλλαγές που επέφερε στο σώμα μου και στην καθημερινότητά μου ήταν συνταρακτικές και δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ). Μου άρεσε η αίσθηση του «2-σε-1», και επικοινωνιακή καθώς είμαι, άρχισα πολύ νωρίς να «μιλάω» και να τραγουδάω στο μωρό…

Το δεύτερο παιδί ήρθε για παρέα στο πρώτο, γιατί όπως λένε «ένα παιδί ίσον τρείς παράφρονες στο σπίτι» και δεν είχα πρόθεση να παραφρονήσω! Το τρίτο ήρθε κατά παραγγελία, τρόπον τινά, του πρώτου, και για να επιφέρει μία ισορροπία που διασθανόμουν ότι θα έλειπε από την οικογένεια χωρίς αυτό. Όταν λέω «κατά παραγγελία του πρώτου», υπάρχει μία ιστορία εδώ: μικρούλα, η πρώτη, μου λέει «μαμά, θέλω να μου κάνεις ένα αδελφάκι αγοράκι». Της λέω, «εγώ να σου κάνω αδελφάκι, αλλά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ ότι θα είναι αγοράκι» «Γιατί;» «Ετσι, βρε παιδάκι μου, ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε ή να πούμε αν ένα παιδί θα είναι αγοράκι ή κοριτσάκι από πριν να μπει στην κοιλίτσα μας» «Γιατί;» (τι να της πω τώρα, δεν μου βγαίνει – οπότε το ρίχνω στη μεταφυσική) «Γιατί ο καλός θεός μπορεί να θέλει να μας μάθει κάτι μέσα από ένα κοριτσάκι, που να μην μπορούμε να το μάθουμε μέσα από ένα αγοράκι» «Κοίτα, μαμά, ο καλός θεός σου έδωσε δύο κοριτσάκια – ότι είναι να μάθεις μέσα από τα κοριτσάκια θα τα μάθεις από μας. Αγοράκι θα κάνεις!» Κανονική παραγγελία, μιλάμε. Ομίλησε ο στρατηγός, και τα σκυλιά δεμένα. Ας τολμούσε ο «καλός θεός» να κάνει κι αλλιώς!!!

Τα οράματά μου για τον κόσμο ήταν πολλά και ποικίλα. Για τις σχέσεις των ανθρώπων, την οικονομία, την εκπαίδευση, την παγκόσμια ειρήνη, το σεβασμό της γης… Αυτά συνήθως τα έχεις κανείς στην εφηβεία του. Εγώ άργησα (η εφηβεία μου ήταν βασανιστική και άγρια, δεν υπήρχε πολύ περιθώριο για τέτοιες σκέψεις!), και μου μείνανε!!! (Απόδειξη ότι την επανάστασή του πρέπει να την κάνει κανείς τότε που πρέπει, αλλιώς ιδού τα’ αποτελέσματα!)

Και είπα: δεν μπορώ να περιμένω να υλοποιήσουν άλλοι τα οράματά μου, δεν μπορώ να περιμένω ποια κυβέρνηση θα κάνει νόμους έτσι όπως τους σκέφτομαι, και πότε θα ωριμάσει η κοινωνία για να τους δεχτεί, δεν μπορώ να αναγκάσω κανέναν να σέβεται είτε τη γη είτε τον εαυτό του! Ιδού η ευκαιρία. Θα ζήσω εγώ έτσι που θέλω, με τις αξίες που έχω μέσα μου (και δεν θα τις κρύβω, για να είμαι πιο αποδεκτή) και έτσι θα εκπαιδεύσω τα παιδιά μου... Αυτό δεν ήταν κάτι που μου ήρθε εν μία νυκτί – σταδιακά το συνειδητοποιούσα, στην κάθε μου κίνηση και στον κάθε μου λόγο ή σκέψη προς τα παιδιά.

Δεν θα πω τίποτα για τις εγγενείς δυσκολίες που βρίσκει κανείς από μέσα του, από τον ίδιο του τον εαυτό, όταν πάει να ζήσει σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες στη ζωή του, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό είναι μία πονεμένη ιστορία, που βάζει σε δοκιμασία τόσο το άτομο όσο και τις αξίες του, και ενέχει μία συνεχή διαπραγμάτευση με την τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα. Η οποία τρέχουσα ιδεολογία και πραγματικότητα δεν είναι και πολύ αισθητή μέχρι το παιδί να πάει σχολείο…

Εδώ γελάμε. Θα μπορούσαμε και να κλαίμε, δηλαδή, αλλά γελάμε. Γιατί όταν πάνε σχολείο τα παιδιά του αναμετράται κανείς με την εικόνα της κοινωνίας, και τη σχέση που έχει (ή θέλει να έχει, ή προσπαθεί να του επιβληθεί να έχει) μαζί της.

Οι εμπειρίες μου από την αλληλεπίδραση των παιδιών μου με τα άλλα, και εμού με τις άλλλες μαμάδες, όταν τα παιδιά μου ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (εκεί φαίνεται ολοζώντανα η όποια διαφορά) σε επόμενη ανάρτηση.

Ενας μικρός διάλογος μόνο, που κάτι «λέει». Το σκηνικό: είχαμε πάει με την κόρη μου σε κάποια μεγάλη εκδήλωση (αντιρατσιστικό φεστιβάλ; Το κοινωνικό φόρουμ που είχε γίνει στην Αθήνα πριν καμία πενταετία; Κάτι τέτοιο) είχαμε περάσει καλά, είχαμε δει φίλους και γνωστούς, είχαμε ακούσει πολλές γλώσσες να μιλιούνται γύρω μας και πολλές μουσικές, και φεύγοντας μου λέει. «Μαμά, πολύ μου άρεσε που ήρθαμε εδώ» «Α, μπράβο, μωρό μου! Γιατί;» «Γιατί βλέπω ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν και σένα»…





Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

"Χωρισμένη μητέρα"

Το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τσακωνόμαστε με κάθε (μα κάθε) αφορμή. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά κι ασφυκτική για καιρό, πολύ καιρό. Εκεί που ένιωθα μόνη και πιεσμένη από τις ευθύνες κάθε που έφευγε για ταξίδι, άρχισα να νιώθω ανακούφιση, άρχισα να θέλω χώρο, χώρο, χώρο… Παρατηρούσα πόσο καλά είμαστε χωρίς εκείνον στο σπίτι, χωρίς καυγάδες, και το πήρα απόφαση. Το ίδιο κι αυτός. Πνιγόταν μαζί μου.

Δεν θα επεκταθώ στο πώς, στις λεπτομέρειες και τις διαδικασίες. Πήρε καιρό, μου ήταν επώδυνο, αλλά έγινε. Οι φίλοι και ο δικηγόρος είπαν ότι «αυτό ήταν Σκανδιναβικό διαζύγιο»! Η καρδιά μου το ξέρει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι παρά τις απίστευτες κατηγορίες που εκτοξεύαμε ο ένας στον άλλον (έως και 2 χρόνια μετά, δοθείσης ευκαιρίας), κανένας μας δεν «έφταιγε». Η σχέση απλά είχε «ημερομηνία λήξεως». Συμβαίνει συχνά, το ξέρουμε όλοι. Απλά δεν το περιμένεις από «το γάμο» σου, μέσα στον οποίο υπάρχουν και παιδιά. Ζούμε συχνά με την ψευδαίσθηση του «happily ever after», του «για πάντα»… Αυτό δεν το γράφω με πικρία ή με κυνισμό. Το γράφω με την επίγνωση ότι η ζωή μας δεν είναι ένα σήριαλ από αυτά που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά μία ταινία με αρχή – μέση – τέλος. Το διαζύγιο το θελήσαμε από καθήκον απέναντι στον εαυτό μας (και στα παιδιά μας) , γιατί παρά τον σφοδρό έρωτα που κάποτε μας ένωσε, η συμβίωση μας έπνιγε, και μας έκανε δυστυχείς…

Τα παιδιά αντέδρασαν αμφίθυμα. Βίωσαν τον πόνο, τη θλίψη, την αίσθηση της διαφορετικότητας στο σχολείο (στα παιδιά δεν αρέσει να αισθάνονται «διαφορετικά» έχω παρατηρήσει, θέλουν να μοιάζουν με τους ομηλίκους τους, τα δυσκολεύει η όποια διαφορετικότητα των γονέων), και από την άλλη γνώρισαν μία μαμά πιο ήρεμη και ένα σπίτι ειρηνικό και γαλήνιο. Δεν τους είπα ψέματα, δεν τους έκρυψα τη θλίψη μου, τίποτα. Νιώσαμε μαζί, νιώσαμε ομάδα, νιώσαμε να νοιαζόμαστε βαθύτερα ο ένας για τον άλλον – είδαν την τρωτότητά μου και τη δυναμικότητά μου, είδαν τα δάκρυα και το γέλιο μου, είδαν την προσπάθεια και την επιτυχία μου να σταθώ στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος, δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ψυχολόγοι. Ηταν απλά ο δικός μου τρόπος να είμαι.

Σήμερα έχω μία απόσταση από όλα αυτά, και βλέπω πράγματα που δεν έβλεπα πρωτύτερα. Παρατηρώ, επίσης, τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν αναφέρω την οικογενειακή μου κατάσταση. Εχει πλάκα. Αλλοι με αντιμετωπίζουν (τόσο εμένα όσο και τα παιδιά) σαν κοινωνικό δράμα (τύπου Φώσκολου). Αλλοι, βλέποντάς με άνετη και δυναμική (αυτά είναι χαρακτηρισμοί που μου αποδίδονται) μη μπορώντας να με αντιμετωπίσουν ως κοινωνικό δράμα, θυμώνουν και κάνουν σχόλια για το πώς στη σημερινή κοινωνία τα έχουμε εύκολα πια τα διαζύγια, κι αλοίμονο «στα καημένα τα παιδιά» που μεγαλώνουν με ψυχολογικά προβλήματα. Αλλοι θέλουν να πάρουν ρόλο ψυχολόγου και να δώσουν συμβουλές (που δεν ζητήθηκαν ποτέ, βέβαια), ζητούν προσωπικές λεπτομέρειες και κουνούν το κεφάλι τους με νόημα. Εχω φτάσει να τα αντιμετωπίζω αυτά με χιούμορ κι αναστεναγμούς, μια που είναι δύσκολο να ταυτιστώ με κάποιον από τους χαρακτηρισμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα που αναμένεται να ταυτίζομαι…

Ακούγεται συχνά το «διαλυμένη οικογένεια» (εντάξει, οι γονείς δεν ζουν μαζί, αλλά τόσο εγώ όσο και τα παιδιά δεν νιώθουμε καθόλου διαλυμένοι, τουναντίον, έχουν εκλείψει και οι συγκρούσεις που σε διαλύουν ψυχικά, να μην ξέρεις τίνος μέρος να πάρεις!), το «χωρισμένη μητέρα» (χωρισμένη ναι, από τον πατέρα των παιδιών, αλλά μόνο από αυτόν – δεν είναι χωρισμένη από τη ζωή, τη χαρά, τα παιδιά, τον εαυτό της…)

Υπάρχει ακόμα ένα κοινωνικό στίγμα συνδεδεμένο με τις γυναίκες που ζουν χωριστά από τον πατέρα των παιδιών τους, τόσο γι αυτές όσο και για τα παιδιά. Υπάρχει ένας αόρατος οίκτος, που σπάνια εκφράζεται λεκτικά, και που τσακίζει (κυρίως) τα παιδιά. Λες και όλα τα παιδιά των οποίων ο πατέρας ζει μαζί με τη μητέρα τους έχουν ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή! Λες και είναι κανόνας ότι τα παιδιά που δεν ζουν μαζί με τον ένα τους γονέα είναι σίγουρα δυστυχή. Και λέω εγώ: υπάρχει κάποια συνθήκη (π.χ. λέω, γάμος, οικογένεια, υλική ευμάρεια) που εξ ορισμού κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους εάν δεν υπάρχει αμοιβαία εκτίμηση, σεβασμός, εάν δεν υπάρχει αλληλο-αποδοχή και αλληλο-υποστήριξη;

Εγώ δεν νιώθω «χωρισμένη». Δεν είναι ένας χαρακτηρισμός που με περιγράφει, πλέον (περισσότερο από ποτέ νιώθω ενωμένη με τον εσωτερικό μου εαυτό, την δική μου εσωτερική αλήθεια, με άλλα λόγια νιώθω πιο ολοκληρωμένη από τότε που ζούσα με τον φυσικό πατέρα των παιδιών μου). Προτιμώ να με περιγράφουν ως «αρχηγό μονογονεϊκής οικογένειας», γιατί είναι κοντύτερα σ’ αυτό που είμαι.

Στη ζωή μας έχουμε και παίζουμε ρόλους πολλούς. Είμαι άνθρωπος, πρωτίστως! Είμαι και μάνα, είμαι και γυναίκα, είμαι και χίλια-δυό κάθε φορά: φίλη, αδελφή, κόρη, εγγονή, δασκάλα, συνεργάτης, οδηγός, ορειβάτης, εξερευνήτρια, συγγραφέας, μουσικός, ζωγράφος, εμψυχώτρια, νοσοκόμα, θεραπεύτρια, ψυχολόγος, φιλόσοφος, ακτιβίστρια, αλχημίστρια, χορεύτρια, μαγείρισσα, κηπουρός, σύντροφος, συνοδηγός, νοικοκυρά, αναγνώστρια, βοτανολόγος, αφηγήτρια αστείων ιστοριών, μπλόγκερ  – και άλλα, που δεν μου έρχονται τώρα! Ανθρωπος, όμως, που ζει, που αγαπά, που ονειρεύεται. Που δεν του έρχονται όλα εύκολα, προφανώς, αλλά δεν το βρίσκει μέσα του να το βάλει και κάτω!

Και τα παιδιά πορεύονται και ζουν με μία μαμά που μπορεί να τα κάνει όλα λάθος, και που είναι μακριά (πολύ μακριά) απ’ την τελειότητα («μαμά, δεν είσαι και η πιο καλή μαμά του κόσμου αλλά σ’ αγαπάω!» μου είπε πριν χρόνια η νεράιδα) αλλά που επιδιώκει να ζει την Αλήθεια της, επιδιώκει να είναι ο εαυτός της, και να τον μοιράζεται γενναιόδωρα…

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις για το θάνατο

Κάποια ώρα στη ζωή τους τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο.

Επειδή στο σπίτι έχουμε ζωάκια, που όλο έρχονται και φεύγουν, έχουμε εμπειρίες πολλές …

Πριν από τέσσερα χρόνια πέθανε η Αύρα. Η Αύρα ήρθε στη ζωή μας σαράντα ημερών Δαλματάκι, όταν εγώ κυοφορούσα τη μεγάλη, κι έμεινε μαζί μας 9μιση χρόνια, μέλος της οικογένειας κανονικά. Δηλητηριάστηκε 3 φορές, τη σώσαμε, την τέταρτη κατέληξε – στην αγκαλιά μου, σε λιγότερο από 20 λεπτά. Ηταν στα 9α γενέθλια της πρώτης της φιλενάδας, του κοριτσιού που μεγάλωσαν μαζί… μεγάλο σοκ, απερίγραπτο, και για μήνες μετά τη νιώθαμε μαζί μας, δίπλα μας. Η εννιάχρονη φιλενάδα μας «άκουγε» και το γάβγισμά της, μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή. Της έλειπε πολύ το αγαπημένο ζωάκι. Ακόμα και σήμερα η ψυχούλα της γεμίζει θλίψη στη σκέψη της χαμένης Δαλματίνας της. Ο μικρούλης μας είχε πλέον κλείσει τα τρία, και μιλούσε (σχεδόν) καθαρά. Κάποια στιγμή ρώτησε «πού πήγε η Αύρα και άφησε το σώμα της να το θάψουμε». Ούτε θυμάμαι τι απάντησα. Για καιρό, όμως, αυτός, μας έλεγε ότι όταν θα μεγαλώσει θα γίνει πιλότος αεροπλάνου. Γιατί; «Για να ψάξω να βρώ την Αύρα στον ουρανό».

Μαζί με την Αύρα έφυγαν τα σκυλιά από τη ζωή μας και ήρθαν οι γάτες. Η πορτοκαλιά «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» βρέθηκε το Μάιο κάτω από ένα κουτί της ΔΕΗ στη Βασιλίσσης Σοφίας, και χάθηκε δια παντός μία κρύα νύχτα του Δεκέμβρη από το Χαλάνδρι, άγνωστο πώς ή για πού. Περπατήσαμε γειτονιές και ρούγες με δάκρυα στα μάτια, αλλά μας έσωσε το όνομά της, γιατί τα παιδιά θεώρησαν λίγο φυσικό μία εξερευνήτρια να μη μένει στο ίδιο μέρος για πολύ…

Ο Αλέξης και η Ντάλια μας ήρθαν την εποχή που βλέπαμε «Παρά Πέντε», εξ ού και τα ονόματα (παμψηφεί, και τα τρία παιδιά!) ως δύο ασπρο-τιγρέ χνουδόμπαλλες. Όταν ήρθε η ώρα της, η Ντάλια γέννησε τρία τιγρέ χνουδομπαλλάκια (εκεί βάφτισε ένα ο καθένας τους, χωρίς ψηφοφορία). Είκοσι μέρες αργότερα, με τα γατάκια να έχουν μετακομίσει στο κρεββάτι μου (από τη ντουλάπα του μικρού), η Ντάλια εξαφανίστηκε. Για πάντα. Ηξερα ότι πέθανε με κάποιο τρόπο, και το είπα στα παιδιά, για να μην την περιμένουν – μια μαμά-γάτα ποτέ δεν αφήνει τα γατάκια της τόσο μικρά παρά μόνο αν πεθάνει. Στενοχωρηθήκαμε, αλλά γρήγορα αφήσαμε τη σκέψη της γατούλας, για να επικεντρωθούμε στο να μεγαλώσουμε εμείς τα γατάκια (σύριγγες με γάλα, ειδική φωλίτσα, χαδάκια στα μωρά, κτλ, τα παιδιά βρήκαν ρόλο θετής μαμάς!). Ένα μήνα αργότερα, ανεβαίνει ο μικρός τη σκάλα τρέχοντας «μαμά, είδα τη Ντάλια!» «Πού την είδες, βρε αγόρι μου;» «Να, κοίτα απ’ το παράθυρο, έξω είναι». Κοιτάω, ήταν μία τεράστια ασπρόμαυρη γάτα. Ο νεαρός με πρόλαβε πριν μιλήσω. «Κάποιος κακός άνθρωπος ήρθε και την έβαψε ασπρόμαυρη, να μην τη γνωρίζουμε, και της έκλεψε και τη μνήμη, να μη θυμάται ούτε εμάς ούτε τα παιδάκια της!»

Δεν παύουν να με εκπλήσσουν, τ’ άτιμα.

Τώρα τελευταία, το εφηβάκι έχει αρχίσει να γυροφέρνει το θέμα του θανάτου – μία τα μαύρα ρούχα, μία τα δρακουλιάρικα μυθιστορήματα, μία οι νεκροκεφαλές (που είναι και της μόδας), μία η μουσική που ακούει… Κάπου γοητεύεται, κάπου φοβάται, κάπου κρυφά μάλλον θλίβεται. Αναγκαία στάδια, μάλλον. Εγώ παρατηρώ, ενθυμούμενη τον εαυτό μου σε παρόμοιες ηλικίες, προσπαθώντας να είμαι σταθερή στην αγάπη και την αποδοχή μου, προσπαθώντας να έχω εμπιστοσύνη στη διαδικασία και στο Σύμπαν… Με τρομάζει, αλλά ενίοτε έχει και πλάκα:

Τις προάλλες μου έλεγε πώς θα ήθελε να είναι ο τάφος της.

«Μαύρος, χωρίς τίποτα επάνω».

«Με μαύρο γρανίτη, εννοείς, παιδί μου;» Μ’ αρέσει που ζητάω και διευκρίνιση, αλλά είπα να μην την αποπάρω…

«Πφ! Ο γρανίτης είναι γυαλιστερός, εγώ δεν θέλω τίποτα γυαλιστερό, δε μ’ αρέσει!»

«Πολύ, πώς να το πώ, πένθιμο, ντεθάδικο, βρε παιδάκι μου»

«Εμ, για τάφο μιλάμε, ΟΕΟ! Τι θα είναι; Με γκραφίτι, ή τίποτα σπάνια είδη λουλουδιών όπως φαντάζομαι θα θέλεις τον δικό σου;»

«Ναι, ναι, ο δικός μου τάφος θέλω να είναι γκραφιτωμένος με ζωηρά χρώματα!» της λέω εγώ…

«Θα το φροντίσω, μην ανησυχείς!»

Εφηβοι…