Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ζήτω η γρίππη των χοίρων!

Είναι το σύνθημα που τραγουδάνε τα παιδιά μου μία εβδομάδα τώρα, που κλείσαν τα σχολειά τους. Το ένα νόσησε, ένα πυρετικό κύμα τη μέρα για 5 μέρες, και όλες τις άλλες ώρες χοροπηδούσε κι έπαιζε. Και κάπου-κάπου ξερόβηχε κιόλας. Και όταν δεν τον έβλεπε κανένας κατέβαινε κρυφά και έσκαβε τον κήπο, κι έπαιζε ποδόσφαιρο με τον εαυτό του. Νόσησα και γω, πάει να νοσήσει και η μεγάλη, και στον πρώτο πυρετό έκλεισαν τα σχολεία. Από τη χαρά της πέρασαν όλα! Βήχας πυρετός, πονόλαιμος ξεχάστηκαν, και ξεκίνησε το πάρτυ του msn.

Βέβαια! Με το που πήραν τα πρωτάκια λάπτοπ, έμαθαν το msn. Και να ‘σου όλο και κάποιος καινούργιος προστίθεται στην παρέα – μαμά έκανα φίλο μου και το Σταύρο από τις διακοπές, τον θυμάσαι, που τα είχε με τη Στέλλα με τα γυαλιά; Τώρα τα χαλάσανε γιατί η Στέλλα ερωτεύτηκε το Νίκο απ’ το σχολείο της. Και να ‘σου τα chain letters για τούτο ή για κείνο, τα βιντεάκια των goin’ through στο youtube…

Και πάει λέγοντας.

Τηλεόραση δεν έχουμε πια, ένα ωραίο απόγευμα πριν 2-3 χρόνια την πέταξα απ’ το μπαλκόνι στο δρόμο, γιατί το είχαν παρακάνει και τα είχα πάρει στο κρανίο. Οι φιλενάδες μου με θαύμασαν (γενναία απόφαση να πετάξεις το κουτί) αλλά είπανε κιόλας και τι θα κάνουν τώρα τα παιδιά, να μην έχουνε τίποτα, λίγη τηλεόραση δε βλάπτει. Λίγη, πόση λίγη; Και πού θα ξέρω εγώ πότε και τι θα βλέπουνε άμα λείπω; Ασε καλύτερα. Πώς θα ζήσω εγώ με τρία αποβλακωμένα; Θα θυμώνω και θα τους φωνάζω, κι αυτά δεν θα ξέρουνε γιατί!

Και; Τι κάνουν τρία τέρατα μόνα στο σπίτι όταν λείπουν οι μεγάλοι; Πώς κυλάνε οι ώρες μέχρι να γυρίσει η μαμά απ’ τη δουλειά; Ερώτησις κρίσεως.

Σήμερα είχαν έμπνευση για πειράματα – κάτι ανάμεσα σε αλχημεία και παρασκευή δηλητηρίων, δηλαδή. Όταν έφυγα κοιμόντουσαν, μια που χτες βράδυ είχανε διάθεση να μάθουν αγγλικά στον μικρό (ο εκπαιδευτικός οίστρος τις μεγάλες ώρες επισκέπτεται το σπίτι μας) και σιγανογελούσανε μέχρι αργά.

Και παίρνω το πρώτο τηλεφώνημα κατά τις εντεκάμιση στο γραφείο: μαμά, να πάρουμε εκείνα τα βαζάκια που έχεις στα πλυμένα; Τι τα θέλετε; Να κάνουμε πειράματα. (Αναστεναγμός) Τι πειράματα; Όχι με τίποτα φωτιές και ηλεκτρικό και βάλετε καμιά φωτιά στο σπίτι; (Πνιχτά γέλια από τη γραμμή. Τα άτιμα. Οσο τσακώνονται όταν είμαι εγώ στο σπίτι, τόσο μεταμορφώνονται σε συμμορία όταν λείπω) Όχι, όχι. Σίγουρα; Ναι μαμά. Να τα πάρουμε; Ναι, αλλά να προσέχετε. (Αυτό το «να προσέχετε» το έχω κληρονομήσει απ’ τους δικούς μου, που ακόμα μου το λένε. Και ενώ έχω την επίγνωση ότι δε σημαίνει τίποτα, εξακολουθώ να το λέω). Το τηλέφωνο κλείνει. Κάνω εν τάχει την προσευχή μου, μια που τίποτα άλλο δεν μπορώ να κάνω, και συνεχίζω, με δύο σκέψεις: πόσο ευγνώμων είμαι που έχω το γραφείο καταφύγιο και δεν είμαι σπίτι, και πόσο θα ‘θελα να είμαι σπίτι, να μη δουλεύω, να μην πηγαίνει η ψυχή μου στην κούλουρη κάθε που κλείνουν τα σχολεία και είναι μόνα στο σπίτι τα παιδιά.

1 σχόλιο:

  1. σαν να δείχνει από την πρώτη κιόλας ανάρτηση έναν ενδιαφέροντα συνδιασμό, την πραγματιστική πλευρά με τη χάρη του γραπτού λόγου.
    εύχομαι καλή συνέχεια.
    θα σε παρακολουθώ "ταλαίπωρη μητέρα"

    ΑπάντησηΔιαγραφή