Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

"Ενα κακό γιουγιούνι"

«Ένα κακό γιουγιούνι τσίμπησε την αβεφή μου» ακούγεται μια φωνή κάπου κάτω χαμηλά στον πάγκο του φαρμακοποιού «και πέπει να βάλει κάτι επάνω», συνεχίζει. Ο φαρμακοποιός σκύβει, τεντώνει το λαιμό του πάνω από τον πάγκο του, και βλέπει ένα μπόμπιρα να τον κοιτά με απόλυτη σοβαρότητα. Εκπληκτη σιωπή.


Λίγες στιγμές μετά μπαίνω εγώ, κρατώντας ψώνια, ψάχνοντας προφανώς το γιό μου, που εννοεί να παίζει κρυφτό όπου βρεθεί. Πάντοτε με απρόβλεπτες συνέπειες. Τεσσάρων σχεδόν ετών, χωρίς καλή άρθρωση, αλλά με επικοινωνιακές δυνατότητες επαγγελματία PR, έχει πιάσει φιλίες με μαγαζάτορες, πλανόδιους οργανοπαίκτες, την τρελλή γειτόνισσα που μου κρατάει μούτρα εδώ και δέκα χρόνια, τον καστανά της Κοραή, διάφορα αδέσποτα σκυλιά και γατιά, παραμορφωμένους επαίτες στην Ερμού, ΜΑΤατζήδες σε διαδήλωση, μικροπωλητές στο Μοναστηράκι… Γνωριμίες και χαμόγελα που ουδέποτε θα έδινα εγώ, εσωστρεφής και ντροπαλή από φυσικού μου, και με την κλασσική παραίνεση των δικών μου γονέων να ηχεί στα αυτιά μου «μη μιλάς σε αγνώστους». Για κείνους ο κόσμος ήταν γεμάτος ανθρώπους φθονερούς που «ήθελαν το κακό μου», εποφθαλμιούσαν την καλή μου τύχη, και κοιτούσαν χαιρέκακα σε κάθε μου σττραβοπάτημα. Πάντα οι άλλοι ήθελαν να «μου πάρουν», να χαρούν με το όποιο κακό θα μπορούσε να με βρεί «για να βγούν εκείνοι από πάνω», κοιτούσαν πάντα να με υπονομεύσουν να με διασύρουν, να χάσω την τιμή και την υπόληψή μου στην κοινωνία «για να χαίρονται».

Εμένα που δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά (το γιατί κάποιος να χαίρεται με το πάθημά μου, π.χ.) με θεωρούσαν λίγο βλαμένο («τόσο έξυπνο κορίτσι, τέτοια νοημοσύνη, και να μην λέει να καταλάβει αυτά τα απλά»), οπότε κι εγώ δεν μιλούσα από κάποιο σημείο και μετά (δεν ήθελα να με θεωρούν και χαζή!). Η λογική μου αυτά τα έβρισκε παράλογα, ενννοείται, αλλά μέσα μου η πλύση εγκεφάλου και η δηλητηρίαση ψυχής δούλευε – στο υποσυνείδητο, που θα έλεγαν κι οι ψυχολόγοι. Και ντρεπόμουν να μιλήσω σε αγνώστους, ακόμα και όταν απλά έπρεπε να βγάλω ένα ακτοπλοϊκό εισιτήριο!

Και ιδού, τώρα, ο μπόμπιρας, κάνει σαν να ζει σε έναν κόσμο όπου όλα είναι ηθικά κι αγγελικά πλασμένα, όπου κανείς δεν χαίρεται με το κακό σου, κανείς δεν επιβουλεύεται τη ζωή, την αξιοπρέπεια και την σωματική σου ακεραιότητα, όλοι χαμογελούν με καλωσύνη και βοηθούν, όλοι ανταποκρίνονται στο σοβαρό και σταθερό βλέμα ενός τετράχρονου αγοριού… Με κάνει συχνά να αναρωτιέμαι σε ποιόν ακριβώς κόσμο ζω, σε ποιόν θα ήθελα να ζω, τι σχέσεις αναπτύσσω και με ποιους, και ποια τα κίνητρά μου.

Ο εν λόγω φαρμακοποιός αντέδρασε ωραία. Αφού τον ρώτησε πόσο κοκκίνισε «το κακό γιουγιούνι» την αδελφή του, του έδωσε ένα φενιστίλ, το οποίο και πλήρωσα άμα τη αφίξει μου στο φαρμακείο. Αγαπάει πολύ την αδελφή του, μου λέει. Τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα, του λέω εγώ. Ο μικρός σκάει στα γέλια. «Αφού κανένας σκύλος δεν έχει καταφέρει να φάει τη γάτα μας, ρε μαμά!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου