Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Σαββατοκύριακο με φιλενάδες


Κάποτε, εκεί περί το τέλος της προϊστορίας της ζωής μου, είχα κάνει ένα μεταπτυχιακό σχετικά με την εκπαίδευση και τα ΜΜΕ, σε πανεπιστήμιο της Δύσης. Μία πόλη μεγάλη, γεμάτη χρώματα κι αρώματα από εξωτικές αγορές και τροφές, γεμάτη μουσικές, γεμάτη κόσμο από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας. Οι "ξένες" του μεταπτυχιακού γίναμε σύντομα φιλενάδες: μία Αμερικάνα καθολική καλόγρια, μία πλούσια αθώα Αιγυπτία, μία δασκάλα-ακτιβίστρια από τη Νότια Αφρική, μία Παλαιστίνια που εργαζόταν για την Υπάτη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, μία πληθωρική (αλλά μόνο στο χιούμορ και την ενέργεια) Ιταλίδα από τη Νάπολη, μία Πακιστανή απ’ το Λονδίνο, και παραδόξως, μία Αγγλίδα από το Μπέρμιγχαμ, επίδοξη συγγραφέας ιστοριών φρίκης, που ένιωθε ξένη με τους συμπατριώτες της συμφοιτητές μας. Υπήρχαν κι άλλοι, φυσικά, σ’ αυτή την πολυεθνική παρεούλα, αλλά γι αυτές τις φιλενάδες θέλω τώρα να μιλήσω.

Πέρασαν χρόνια – με κάποιες ξαναβρεθήκαμε στα ταξίδια τους στην Ελλάδα, η Παλαιστίνια έγινε νονά της μίας μου κόρης, πότε γράφαμε η μία στην άλλη, πότε – αργά και πού – τηλεφωνιόμασταν… Το 2000 με το ξέσπασμα του νέου πολέμου στην περιοχή, όλες μας γράψαμε στην Παλαιστίνια ότι αν αποφασίσει να φύγει, θα τη στηρίζαμε όπου κι αν πήγαινε, κι αυτή και η οικογένειά της. Το 2001, με την πτώση των δίδυμων πύργων, σπεύσαμε να ψάξουμε και να γράψουμε στην τρελλο-καλόγρια φιλενάδα μας, γιατί όλες μας φοβηθήκαμε ότι εκείνες τις μέρες βολτάριζε στη Νέα Υόρκη. Αργότερα, με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο, κάναμε το ίδιο με την Ασιάτισσα φίλη μας, που, την ώρα που ανατινάχθηκε ο σταθμός «έτυχε» να περνάει απέξω… Με τις φωτιές στην Πελοπόννησο το 2007, μου έγραψε η συγγραφέας (που τώρα ζει στη Γερμανία) πως αν κινδυνεύουμε με οποινδήποτε τρόπο, να βάλω τα παιδιά μου σε ένα αεροπλάνο και θα τα παραλάβει εκείνη από το Μόναχο, οποιαδήποτε στιγμή… Σε ώρες δύσκολες, κάναμε την εμφάνισή μας η μία στη ζωή της άλλης αναπάντεχα – γιατί δεν μπορώ να πώ πως είχαμε και καθημερινή ή έστω μηνιαία επαφή…
Όταν μπήκαμε στο φέισμπουκ (πρώτη-πρώτη η Αμερικανίς, που ήταν και η πρώτη που ξεκίνησε μπλόγκ, σχετικά με τον κινηματογράφο, και πώς απεικονίζει τη θρησκευτική πίστη) όλες μας επανασυνδεθήκαμε, και αποφασίσαμε (με την ευκαιρία που μάθαμε πως ο σύζυγος της Αιγύπτιας πέθανε αιφνιδίως) να βρεθούμε κάπου, έτσι – για να ξαναβρεθούμε – να τα πούμε ξανά από κοντά. Και κανονίσαμε, να βρεθούμε δυόμιση μήνες αργότερα στη Ρώμη.
Στο «ριγιούνιον» αυτό δεν θα φέρναμε άντρες, θα έφερνα όμως την κόρη μου να δει τη νονά της, που λόγω απόστασης και συνθηκών δεν βλέπει και συχνά.
Ετσι κι έγινε. Στη συνάντηση δεν ήρθαμε όλες – η Αιγύπτια δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από τη συνδιάσκεψη για την κλιματική αλλαγή (ήταν στην Κοπεγχάγη, μέλος της Επιτροπής του ΟΗΕ για το περιβάλλον, και πνίγηκε στη δουλειά), και η καλόγρια δεν προβλεπόταν να ταξιδέψει στην Ευρώπη μέσα στο 2009 (τα ταξίδια τους είναι συγκεκριμένα και περιορισμένα μια που δεν έχουν ίδιους πόρους). Η Νοτιοαφρικανή, πάλι, μόλις απέκτησε το δεύτερο εγγόνι της…
Αμα τη αφίξει μας στη Ρώμη, ήρθε να μας παραλάβει η Ιταλίδα, μαζί με το μεγάλο της γιό, ετών τεσσάρων και μισό. Σε όλη την απόσταση ως το σπίτι της δεν σταματήσαμε στιγμή να μιλάμε – για τα παιδιά μας, για τη Ρώμη και τα ψαρόνια που αφοδεύουν στους εξερχόμενους από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, για την κίνηση, για την πολιτική… Πού και πού γυρνούσα στο πίσω κάθισμα και πήγαινα να μεταφράσω στην κορούλα μου, που μας άκουγε εκστατική. Μαμά, δεν χρειάζεται, καταλαβαίνω, μου έλεγε, και με δικά της λόγια μου μετέφραζε τι λέγαμε. Εκπληξη – το παιδί μου ξέρει περισσότερα αγγλικά από όσα νόμιζα.
Μετά που φτάσαμε στο σπίτι της, έφτασαν και οι άλλες σιγά-σιγά. Αγκαλιές, φιλιά, κουβέντες, γέλια, κουτσομπολιά, ιταλικό σπιτικό δείπνο. Σαν να είχαμε να ειδωθούμε από την προηγούμενη εβδομάδα. Και η κορούλα μου μέσα σε όλα αυτά, να χαίρεται την αγάπη και τα γέλια μας, να συμμετέχει στα πάντα, να νιώθει αγαπητή, επιθυμητή σαν παρέα, να ζει και να χαίρεται τις φίλες της μαμάς της.
Την επομένη, μπαίναμε-βγαίναμε σε μαγαζιά που ήθελε μία η μία μία η άλλη, δοκιμάζαμε ρούχα, ψωνίζαμε σουβενίρ, τραβούσαμε φωτογραφίες, κάποια στιγμή μπήκαμε σε μία εκκλησία (σημειωτέον η μία μας είναι άθεη, η άλλη μουσουλμάνα, και η εκκλησία ήταν βουλγάρικη ορθόδοξη) και καθήσαμε να συγκεντρωθούμε.
Ολες αυτές τις ώρες ούτε ένα κακόβουλο ή επιθετικό σχόλιο, ούτε μία σκέψη ανάμεσά μας που να μειώνει ή να χλευάζει, ούτε μία ματιά ζηλειας ή βαρεμάρας, ούτε ένα αστειάκι που να κρύβει κάτι από τα προαναφερθέντα. Φιλενάδες.

Και σκέφτηκα: Όταν εγώ ήμουνα παιδί, η μαμά μου δεν σταματούσε να μου λέει το πώς δεν υπάρχει φιλία, το πώς οι «φίλες» πάντα σε ζηλεύουν και θέλουν να σε δουν άσχημη / χοντρή / χωρίς άντρα, κτλ κτλ. Η ίδια δεν είχε φίλες – που να θυμάμαι – παρόλο που έλεγε ότι είχε. Πάντοτε με συμβούλευε να μη λέω ποτέ «τα μυστικά μου» σε «φιλενάδες» γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να μη με προδώσουν, να μη σκεφτούν υποτιμητικά για μένα, να μη με σχολιάσουν πίσω από την πλάτη μου. Οποτε μιλούσα με καμιά συμμαθήτριά μου στο τηλέφωνο, δεν έπαυε να με νουθετεί εναντίον της για μήνες μετά, κι ας μην την ήξερε. Οι θείες μου, λίγο-πολύ τα ίδια. Οι γυναίκες πάντα ζηλεύουν, έλεγαν. Πάντα θέλουν να σε δουν δυστυχισμένη. Οι μόνες φίλες που μου «επιτρεπόταν» να έχω ήταν οι κόρες «των καλών οικογενειών», για κοινωνικούς λόγους, προφανώς! Κοιτούσα γύρω μου και πρότυπα φιλίας δεν υπήρχαν, πράγματι, ανάμεσα σε γυναίκες, στο περιβάλλον μου τουλάχιστον. Κουτσομπολιά κυκλοφορούσαν, για τα ρούχα, τους εραστές (που τότε λέγονταν «φίλοι»), τους συζύγους, το νοικοκυριό. Πάντα αρνητικά… Μόνο οι άντρες ήταν «φίλοι», τα μόνα πρότυπα φιλίας που κυκλοφορούσαν ήταν αντρικά…

Μεγάλωσα, και στο πανεπιστήμιο – μαζί με το γυναικείο κίνημα – ανακάλυψα τις γυναικείες φιλίες. Είκοσι χρόνια εμφυτευμένης καχυποψίας έσβησαν μπροστά στην ομορφιά της φιλίας. Και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως αν έκανα κόρη, θα μοιραζόμουν μαζί της αυτή την τόσο σημαντική αλήθεια, θα μοιραζόμουν μαζί της τη χαρά, το αβίαστο γέλιο, την εμπιστοσύνη, την αλληλεγγύη και τη δύναμη που μπορούν να έχουν οι γυναίκες μεταξύ τους.

Το τελευταίο μας βράδυ στη Ρώμη, μιλήσαμε για τους άντρες μας – τους συντρόφους μας. Μία εξ ημών ήταν τρελλά ερωτευμένη μ’ έναν νεότερο άντρα σε μία άλλη πόλη, μία άλλη ξεκίνησε μία σχέση μ’ έναν άντρα 30 χρόνια μεγαλύτερο, μία άλλη πρόσφατα χώρισε από τον αγαπημένο της. Η υποστήριξη που νιώσαμε όλες μας για τις επιλογές και τα συναισθήματά μας, η βαθιά αποδοχή της μίας για την άλλη ήταν εμφανείς και στη νεαρή έφηβη, που καταχάρηκε με την όλη κουβέντα, κι ας γινόταν σε ξένη γι αυτήν γλώσσα. Σκέφτηκα πόσο αφύσικο θα φαινόταν όλο αυτό στις γυναίκες της γενιάς της μαμάς μου (αποφάσισα ότι μάλλον ήταν θέμα γενιάς και νοοτροπίας, τελικά) και πόσο φυσικό το θεώρησε η κόρη μου το να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες και τα συναισθήματά μας οι φιλενάδες, και να στηρίζουμε η μία την άλλη με χιούμορ και αγάπη.








1 σχόλιο:

  1. Den 9elw na pw polla... Apla ena stixaki pou diavasa kapou... Oi filoi uparxoun panta akoma ki an den tous vlepeis, ma otan tous xreiasteis, einai panta dipla sou gia na se stiri3oun!

    ΑπάντησηΔιαγραφή